Μίκης Θεοδωράκης, κατευόδιο

Αγρίμι κόσμο γύρισε, μαζί του εμετρήθη,
μονάχο αντιπάλεψε τη δόξα και τη λήθη.
Στα νύχια κράτησε μυρτιά, στο στόμα σταμναγκάθι,
στα όρη, στ’ άγρια βουνά το ζώσανε τα πάθη.
Αγρίμι τάισε ψυχή φτωχούς και διψασμένους
και πότισε ροδόσταμο στρατιές αδικημένους.
Διαβάστε περισσότερα

Η Παναγιά και ο φάρος

Σε χρόνους λένε οι γραφές παλιούς και ξεχασμένους,
γεμάτα ήταν τα νησιά μ’ ανθρώπους διψασμένους.
Τη μοίρα τους δεν κάτεχαν πως να την κουλαντρίσουν
και όργωναν τα πέλαγα μήπως και καζαντίσουν.

Παιδιά λιγνά κι αψίκορα σα νιούτσικα φυντάνια
τις μάνες … Διαβάστε περισσότερα

Στο Εμείς…

Λόφοι κι απάτητα βουνά
βγήκαν στους δρόμους παγανιά.
Ξερνάνε προσανάμματα
και στήνουν οδοφράγματα.

Λόγγοι, ραχούλες, ρεματιές,
σμίγουν σ’ απόμερες ακτές.
Ζητούν σωτήριο άρμενο
και όχι άλλο κάρβουνο.

Άνθρωπο μπρος τους να μη δουν
έξαλλα πλέον απαιτούν.
Με στάχτη ραίνουν τους … Διαβάστε περισσότερα

Τα θερμά χρώματα

Τα θερμά χρώματα δεν είναι μόνο κομιστές της συμφοράς.
Είναι οι σπίθες στο αμόνι κάθε τίμιας δουλειάς,
που πότιζε με όνειρα και ιδρώτα ο πάππος μας ο σιδεράς.
Είναι η ενέργεια της υγείας, της ασφάλειας, της ροής,
της υλικής και
Διαβάστε περισσότερα

Γράμμα από τον “Μίλκο”

Δεν είχα ξαναζήσει κάτι τέτοιο. Μου είχαν ψιθυρίσει οι παππούδες μου αυτό που από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά είχε φτάσει και στα δικά τους αυτιά. Πως όταν ζεις κοντά στους ανθρώπους, ακόμη και τα πιο τρομακτικά
Διαβάστε περισσότερα

Του Μίλτου

Ανθρώπινα σαν βάδιζε
τον έπιανε φαγούρα.
Τα δύσκολα γουστάριζε,
μα όχι για φιγούρα.

Χαμοπετούσε σαν πουλί.
Μέσα του φως και μουσική.

Τον πρόσεξαν κάποια στιγμή
μάτια καλών δασκάλων.
Τα άλματα που έκανε
δεν ήταν σαν των άλλων.

Αν έχεις αύρα … Διαβάστε περισσότερα

Τράβα, παλίκαρε, κουπί…

Τράβα, παλίκαρε, κουπί
κι άσε τον κόσμο πίσω.
Αρκεί εσύ να σκέφτεσαι
«κι αν χάσω, θα κερδίσω».

Στρώσε τη θάλασσα γυαλί,
αρνί στο πέρασμά σου.
Κάνε τα μπράτσα σου φτερά,
ξεκόλλα τη γενιά σου.

Τον ήλιο ντρέτα αγνάντευε,
χρυσάφι ν’ … Διαβάστε περισσότερα

Αυτός ήταν ο “Κωστής”…

Ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο. Τον κοίταξε με τις δύο ολοστρόγγυλες λιμνούλες αθωότητας αφύλακτες. Είχε στη στιλπνή ακούραστη ράχη σχεδιασμένους παλιούς ναυτικούς χάρτες του σεβαστού προγόνου της Πρωτέα. Τα πτερύγιά της στολισμένα με τα παράσημα της αέναης περιπλάνησης. Δεν τη χωρούσε

Διαβάστε περισσότερα

Πρόσφυγας

Πως είναι να ‘σαι άπατρις
στου κόσμου την αντάρα,
να μη γνωρίζεις που θα πας
όταν θα πέσει η μπάρα;

Πως είναι να ‘σαι αδύναμος
στων λύκων το κοπάδι,
να τρέμει η καρδούλα σου
αν θα τη βγάλεις λάδι;

Πως … Διαβάστε περισσότερα

Κουφαηδόνι

Όταν πενθώ τ’ ανθρώπινα,
σφαλίζω κάθε οθόνη.
Τα όρη παίρνω, τα βουνά,
να βρω το κουφαηδόνι.

Ξέρει εκείνο να μου πει
χρησμούς και παραμύθια,
να γιάνουν όλες οι πληγές
που μου κεντά η αλήθεια.

Μόνο ψηλά κι απόμερα,
στα πράσινα … Διαβάστε περισσότερα