Δέηση

Το δοιάκι σου το έστρεψες σε ρότα ποταμίσια,
με βήμα απτάλικο, βαρύ, να στρώσεις κοίτη ίσια.
Κι είχες αντίκρυ επτά κορφές, γριές ρυτιδωμένες,
απ’ άγρια χειμαρρόπουλα βαθιά χαρακωμένες.
Κι είχες ξοπίσω ηλιάτορα σα ρουμπινένιο δίσκο,
του Παντοκράτορα το γιο, του
Διαβάστε περισσότερα