Δέηση

Το δοιάκι σου το έστρεψες σε ρότα ποταμίσια,
με βήμα απτάλικο, βαρύ, να στρώσεις κοίτη ίσια.
Κι είχες αντίκρυ επτά κορφές, γριές ρυτιδωμένες,
απ’ άγρια χειμαρρόπουλα βαθιά χαρακωμένες.
Κι είχες ξοπίσω ηλιάτορα σα ρουμπινένιο δίσκο,
του Παντοκράτορα το γιο, του Διγενή τον ίσκιο,
που ως έσμιγε τη θάλασσα, τα στήθια της κοχλάζαν
και τη ζωή με θάνατο, τζόγια μου, την αλλάζαν.
Το μπρούσκο σαν δοκίμασες στο καπηλειό της Δύσης,
φωνάζανε τα μάτια σου, μάτια μου, μη μ’ αφήσεις.
Πώς να σηκώσω αυτό το φως, πλαντάζει η ψυχή μου.
Μαχαίρι ο κόσμος στην πληγή κι είν’ η πληγή κορμί μου.
Τι από μικράκι γύρευα μια Παναγιά για νά ‘βρω,
να ξαποσταίνει στον αφρό, να σεργιανά στον κάμπο.
Απ’ όπου και να την κοιτώ, ν’ αστράφτουν προσανάμματα
και να μη ξελογιάζεται απ’ όρκους κι από τάματα.
Μονάχη να πορεύεται, ατρόμητη Αμαζόνα,
με μια μονάχα δρασκελιά να μπαίνει σ’ άλλο αιώνα
κι αγρίμι σαν αφουγκραστεί σε δόκανο πιασμένο,
από κακό κι απ’ άδικο να σκούζει λαβωμένο,
Ελαφηβόλος να γενεί και Νέμεση εκδικήτρα
και τον καρκίνο ν’ αφαιρεί απ’ της ζωής τη μήτρα.
Πίνακας: Stanislaus Soutten Longley (1884–1966)