Τα Χριστούγεννα της Νιφάδας και του Σκουφάκη

Δε χρειάζονται πολλά για μια χαρούμενη χριστουγεννιάτικη γιορτή στο σπίτι, στην παρέα, ή στο σχολείο. Δυο κούκλες, ένας Σκουφάκης και μια Νιφάδα, τα παιδιά, οι οικογένειές τους, εμείς όλοι από κοντά, με κέφι, αγάπη, τσαχπινιά, ωραία μουσική και τραγούδια και τα παραδοσιακά μας γιορτινά γλυκά. Χρόνια Πολλά και Γελαστά!

Τα Χριστούγεννα της Νιφάδας και του Σκουφάκη

Σ:…Μπα, μπα, μπα! Τί βλέπω; Συμβαίνει τίποτα; Νιφάδα! Ε, Νιφάδα, που κρύφτηκες πάλι; Τρέξε γρήγορα να δεις! Τρέξε, σου λέω!

Ν: Ουφ πια! Ούτε να χουζουρέψει κανείς στο ασημένιο συννεφάκι του δεν μπορεί. Τί έπαθες, φιλαράκι μου, και ξεφωνίζεις έτσι;

Σ: Τρέξε, Νιφάδα, να δεις παιδιά! Τόσα παιδιά μαζεμένα δε θα έχεις ξαναδεί!

Ν: Τι παιδιά, καλέ; Πάλι είσαι νηστικός και ονειρεύεσαι ξύπνιος;

Σ: Να, εκεί απέναντι! Παιδιά ξανθά, παιδιά μελαχρινά, παιδιά κοκκινομάλλικα. Παιδιά με γυαλιά, με κοτσιδάκια, με γένια, με μουστάκια, παιδιά με μακριά παλτά, μπουφάν, λουστρινάκια και μπότες. Παιδιά μεγάλα, παιδιά μικρά, παιδιά τοσοδούλικα και παιδιά γιγάντιαααααα!

Ν: Δεν είμαστε στα καλά μας! Τί ασυναρτησίες λες, Σκουφάκη μου; Μήπως το χιόνι το ’στρωσε μέσα στο κεφαλάκι σου; Ακούς εκεί «παιδιά…γιγάντια»!

Σ: Μα, βρε Νιφάδα, δεν τα βλέπεις εκεί που κάθονται και μας κοιτάζουν περίεργα; Λες να είναι επικίνδυνα;

Ν: Χαχαχαχαχα! Χοχοχοχοχο! Χιχιχιχιχι! Χρόνια είχα να γελάσω έτσι! Σκουφάκη μου, είσαι στ’ αλήθεια φοβερός! Αυτοί που βλέπεις να κάθονται απέναντι είναι τα παιδιά της τάξης της κυρίας Εύης, μαζί με τους γονείς, τ’ αδερφάκια, τις γιαγιάδες, τους παππούδες και τους φίλους τους. Ήρθαν να γιορτάσουμε παρέα τα Χριστούγεννα. Γι’ αυτό δεν ήρθατε, παιδιά;

Σ: Τα Χριστούγεννα; Τί να γιορτάσουμε, δηλαδή; Τον Άι Βασίλη που θα ’ρθει από την…Πιτσαρία και θα μας φέρει τον καινούργιο χρόνο μαζί με τους βοσκούς και τα προβατάκια;

Ν: Αχ, Σκουφάκη μου! Εσύ θα με τρελάνεις μια και καλή! Πώς τα μπέρδεψες πάλι έτσι; Τί σχέση έχει ο Άι Βασίλης, που δεν ήρθε ασφαλώς από την… πιτσαρία αλλά από την Καισαρεία, με τη φάτνη όπου γεννήθηκε ο Χριστός;

Σ: Δεν τα είπα σωστά, Νιφάδα μου;

Ν: Όχι βέβαια! Συγκεντρώσου και δώσε βάση! Τα Χριστούγεννα τα γιορτάζουμε στις 25 Δεκεμβρίου, κάθε χρόνο. Ο Χριστός γεννήθηκε μέσα στη βαρυχειμωνιά, σε μια μικρή πόλη της Παλαιστίνης, τη Βηθλεέμ και…

Σ: Πω πω πω, ονόματα και χρονολογίες! Μα πώς μπορείς και τα θυμάσαι απέξω; Τί λέτε κι εσείς, παιδιά, μικρά μεγάλα και γιγαααάντια; Δεν είναι σοφή η φίλη μου η Νιφάδα;

Ν: Μη με διακόπτεις, τέλος πάντων! Άσε με να τα μπουρδουκλώσω…εεε, να ολοκληρώσω, ήθελα να πω. Το ξέρεις ότι μου δημιουργείς άγχος;

Σ: Εγώ δεν είμαι βλάχος! Και σε προκαλώ να μη με ξαναπαρακαλέσεις έτσι!

Ν: Έχω άγχος είπα, όχι ότι είσαι βλάχος, καλέ! Με παρακαλείς, θες να πεις, να μη σε αποκαλέσω ξανά έτσι. Όταν κανείς μπουκώνεται συνεχώς με μελομακάρονα και κουραμπιέδες, αυτά παθαίνει. Χάνει τα λόγια του! Πού είχα μείνει; Α, ναι! Σου έλεγα, λοιπόν, για τη Βηθλεέμ και για τη φάτνη, όπου μέσα στο καταχείμωνο και με το λαμπρότερο άστρο να φέγγει στον ουρανό, γεννήθηκε ο μικρός Χριστός…

Σ: Νιφαδούλα, θα μου λύσεις μια απορία;

Ν: Εντάξει, πες την. Αλλά περίμενε πρώτα να φορέσω το…φωτοστέφανό μου! Θ’ αγιάσω τόση υπομονή που κάνω με σένα!

Σ: Τί είναι η φάτνη; Πουλάνε τίποτα κρουασάν εκεί; Μήπως μελωμένα τουλουμπάκια που μ’ αρέσουν, μιαμ μιαμ, σλουρπ;

Ν: Θα πάθουν τα νεύρα μου, χριστουγεννιάτικα! Ο νους σου συνέχεια στο φαγητό βρίσκεται. Η φάτνη είναι μια μικρή σπηλιά, που χρησιμεύει για αχυρώνας. Κι είναι ακόμη το σπιτάκι, ο στάβλος, δηλαδή, όπου κουρνιάζουν τα ζώα στην εξοχή, όταν έχει κακοκαιρία και παγωνιά.

Σ: Και γιορτάζουμε επειδή ο Χριστός γεννήθηκε σ’ ένα τέτοιο σπιτάκι;

Ν: Βέβαια, γιατί αυτό σημαίνει πολλά για μας.

Σ: Αααχ και βααχ, είναι μεγάλη αδικία! Αδύνατο να το υποφέρω, Νιφάδα μου!

Ν: Ποιο πάλι, βρε Σκουφάκη;

Σ: Να! Εγώ γεννήθηκα σε κοτζάμ μαιευτήριο στην Αθήνα κι όχι σ’ ένα καλυβάκι στην ερημιά. Αλλά κανείς δεν σκέφτηκε να γιορτάσει προς τιμή μου…Σκουφούγεννα!

Ν: Αααα, εσύ δεν τρώγεσαι με τίποτα! Μα δεν καταλαβαίνεις τη διαφορά;

Σ: Έχει διαφορά, σοφή μου κουκουβάγια…εεε Νιφάδα;

Ν: Ο Χριστός είναι το παιδί του Θεού! Γεννήθηκε για να φέρει στον κόσμο την ειρήνη και την αγάπη. Καθόλου δεν τον ένοιαζε αν θα γεννηθεί σε παλάτι ή σε φτωχοκάλυβο. Ήθελε μόνο να μας δείξει ότι μπορεί κάποιος να είναι σπουδαίος και ταυτόχρονα ταπεινός. Κι όχι να έρθει σα βασιλιάς ντυμένος στα χρυσά Του, για να μας επιβάλει με το ζόρι το θέλημά Του…

Σ: Με συγχωρείς, Νιφάδα μου, δεν το είχα καταλάβει. Ευτυχώς, όμως, που έχω εσένα φίλη μου και μου τα εξηγείς όλα τόσο ωραία!

Ν: Ε, παιδιά! Μου υπόσχεστε ότι δε θα μαρτυρήσετε πουθενά την κοτσάνα που αμόλησε σήμερα ο Σκουφάκης;…Μπράβο σας! Είστε τόσο καλά παιδιά! Ε, Σκουφάκη, πού πήγες πάλι; Γιατί κρύβεσαι; Μην ντρέπεσαι, τα παιδιά δε θα σε μαρτυρήσουν. Δε θα τα ευχαριστήσεις;

Σ: Ευχαριστώ, μικρά, μεγάλα και γιγααααάντια παιδιά, είστε όλα πολύ καλόκαρδα κι ευγενικά!

Ν: Λοιπόν, Σκουφάκη μου, πώς λες να γιορτάσουμε εμείς τα φετινά Χριστούγεννα; Έτσι θα τη βγάλουμε, μοναχούληδες, χωρίς παρέα, τραγούδι και χορό;

Σ: Και χωρίς λιχουδιές; Ε, όχι, ασφαλώς! Μμμμ, ξέρεις τί λέω εγώ, Νιφαδούλα μου; Να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα μαζί με ΟΟΟΟΟΟΛΑ τα παιδιά, αν φυσικά μας θέλουν στην παρέα τους. Συμφωνείς;

Ν: Αγαπητέ μου Σκουφάκη, αυτή ήταν η ωραιότερη ιδέα που κατέβασε το μελωμένο τουλουμπάκι, εεε…μυαλουδάκι σου σήμερα! Μπορώ να μη συμφωνήσω μαζί σου; Μας θέλετε στην παρέα σας, παιδιά; ΓΙΟΥΠΙ, Ο ΛΑ ΡΙ ΛΑ ΛΑ!

ΝΙΦΑΔΑ ΚΑΙ ΣΚΟΥΦΑΚΗΣ ΜΑΖΙ:

Είναι μούρλια, είναι τρέλα!
Βλέπω μια βαθιά πιατέλα,
με γλυκίσματα γεμάτη
και μια πίτα τόσο αφράτη,
που θα ορμήσω, δε βαστάω
κι άλλο να μη σας κρατάω!

Τέλειωσε η παράστασή μας,
αλλά όχι κι η γιορτή μας!
Φάτε, πιείτε και χορέψτε
και στο σπίτι μετά τρέξτε!
Κι αν κρυώνετε λιγάκι,
πιείτε ένα ζεστό τσαγάκι!

Τ Ε Λ Ο Σ

  

Το τραγούδι της παράστασης: “Μέρα γιορτινή!”

Ένα χειμώνα θα σου φέρω
να ντύσεις τ’ όνειρο με χιόνι
κι ένα πορτοκαλί παγώνι
να φτιάξεις ήλιο σαν πουλί.

Μ’ ένα αλεξίπτωτο – καράβι,
θα σκαρφαλώσω ως τ’ αστέρια
κι όλα του κόσμου τα μαχαίρια
θα τα κλειδώσω φυλακή.

Καινούργια μέρα, γιορτινή!
Χριστουγεννιάτικο φιλί
απ’ την καρδιά μου θα σου δώσω
και δε θα σε ξαναμαλώσω!

Καινούργια μέρα, γιορτινή,
μ’ Άγιο Βασίλη στη σκεπή!
Το δώρο που ’φερε για σένα,
δεν το ’φερε γι’ άλλον κανένα,

γιατί έχεις φίλο σου εμένα
κι εγώ έχω φίλη μου εσένα!

Γνωρίζοντας το Συνήγορο του Παιδιού

Ανασκαλεύοντας το αρχείο μου για να βρω υλικό για τη σημερινή Ημέρα Δικαιωμάτων του Παιδιού, έπεσα πάνω σε μία συνέντευξη που πήρα για την αντίστοιχη ημέρα του Νοεμβρίου του 2003 από τον αγαπημένο φίλο και Συνήγορο του Παιδιού στην Ελλάδα, Γιώργο Μόσχο για το παιδικό ένθετο «Οι Ερευνητές πάνε παντού» της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ. Μια που οι «Ερευνητές» δεν κυκλοφορούν πια, σας την παρουσιάζω εδώ, γιατί πιστεύω ότι πραγματικά αξίζει τον κόπο να την αποθηκεύσουμε στο μυαλό και στην καρδιά μας. Και όχι μόνο αυτό. Να αναλάβουμε δράση, σε καθημερινή βάση, για χάρη των παιδιών…

Τί θα έλεγε ένα αίνιγμα, η λύση του οποίου θα ήταν «ο Συνήγορος του Παιδιού»;

Φωτίζει δρόμους σκοτεινούς, χωρίς να ανάβει φώτα.

Στηρίζει των παιδιών φωνές, αφού τα ακούσει πρώτα.

Βοηθάει τις δυνάμεις τους, χωρίς να ’ναι κοντά τους.

Στέκει μαζί στις μάχες τους κι ας μένει μακριά τους.

 Τί είναι;

Ο Συνήγορος του Παιδιού!

Που είναι το σπίτι του Συνηγόρου του Παιδιού, από πότε εγκαταστάθηκε σε αυτό και τί…μαγειρεύει στην κουζίνα του;

Το «σπίτι» του Συνηγόρου του Παιδιού βρίσκεται στο κτίριο του Συνηγόρου του Πολίτη, στην οδό Χατζηγιάννη Μέξη 5, στην Αθήνα (κοντά στο Μέγαρο Μουσικής και στο ξενοδοχείο Χίλτον) και ονομάζεται Κύκλος Δικαιωμάτων του Παιδιού. Εκεί βρίσκομαι από τον Ιούλιο του 2003, οπότε ανέλαβα τις νέες μου ευθύνες, μαζί με μια εξαιρετική ομάδα 15 συνεργατών. Αν ρωτάτε για την κουζίνα μας, θα σας πω ότι, έχοντας για υλικά μαγειρικής τη Διεθνή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Παιδιού και τους υπόλοιπους νόμους της χώρας μας, ως συνταγές τις εμπειρίες Συνηγόρων του Παιδιού από άλλες χώρες του κόσμου, ως μαγειρικά σκεύη τα εργαλεία που έχει προβλέψει ο  Νόμος για το Συνήγορο του Πολίτη, και χρησιμοποιώντας επίσης τις γνώσεις και τη φαντασία μας, προσπαθούμε να φτιάξουμε τα πιο πετυχημένα φαγητά. Βλέπετε ο Συνήγορος του Παιδιού δημιουργήθηκε στη χώρα μας μόλις φέτος και χρειάζεται πολύ προσοχή για να ικανοποιήσουμε όσους δοκιμάζουν τα προϊόντα της δουλειάς μας.

Θέλετε να μας φτιάξετε το…πορτραίτο του Συνηγόρου του Παιδιού με φανταστικά υλικά; Αν ήταν χρώμα, μυρωδιά, στοιχείο της φύσης, μεταφορικό μέσο, εργαλείο και παιχνίδι, τι θα ήταν και γιατί;

Ο Συνήγορος του Παιδιού είναι κάτι σα φύλακας άγγελος των δικαιωμάτων όλων των παιδιών που μένουν στη χώρα μας, δηλαδή κάθε προσώπου που δεν έχει κλείσει ακόμη τα 18 του χρόνια. Αν χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας για να περιγράψουμε την ταυτότητα του Συνηγόρου του Παιδιού, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει το χρώμα ενός ουράνιου τόξου, δηλαδή χωράει όλα τα χρώματα που συναντούμε στη φύση. Είναι, ας πούμε, κάτι σαν ένα ιπτάμενο ποδήλατο, που προσπαθεί να οδηγήσει τα παιδιά εκεί ακριβώς που επιθυμούν και αξίζει να ζουν. Αν ήταν στοιχείο της φύσης, θα μεταμορφωνόταν τη μια στιγμή σε αεράκι που ξεσηκώνει τη δύναμη του κάθε παιδιού για να μπορεί να χαρεί τη συμμετοχή, τη μάθηση, την ψυχαγωγία και την ελεύθερη έκφραση και την επόμενη στιγμή θα γινόταν νερό που σβήνει τη φωτιά της καταπίεσης, της διάκρισης, της αδικίας και της εκμετάλλευσης.   

Πώς θα συμπληρώνατε μια ακροστιχίδα, στην οποία οι λέξεις που θα σχηματίζονταν θα ήταν «ο Συνήγορος του Παιδιού»;

Θα δοκιμάσω μέσα από την ακροστιχίδα να σας μιλήσω για μερικά σημαντικά στοιχεία  και επιδιώξεις του Συνηγόρου του Παιδιού:

Σπάει τη μοναξιά και τη σιωπή των παιδιών που αδικούνται.

Υψώνει το λόγο για ίσα δικαιώματα όλων των παιδιών.

Νικά την αδιαφορία και ερευνά παραβιάσεις σε βάρος παιδιών.

Ηχεί τη φωνή, τα αιτήματα και τις προτάσεις των παιδιών.

Γκρεμίζει τα τείχη που εμποδίζουν την έκφραση και την επικοινωνία τους.

Ορθώνει πύργους προστασίας απέναντι στην εκμετάλλευση.

Ρίχνει φως εκεί που το σκοτάδι απειλεί την προσωπικότητα των παιδιών.

Οδηγεί τα παιδιά προς τους ενήλικες που μπορούν να τα βοηθήσουν.

Στηρίζει τους αδύνατους και τους αδικημένους.

Τολμά να προτείνει αλλαγές προς το συμφέρον των παιδιών.

Ονομάζει τα δικαιώματα του παιδιού και ενημερώνει όλους για αυτά.

Υποδέχεται και καθοδηγεί τα παιδιά στην προάσπιση των δικαιωμάτων τους.

Παρεμβαίνει σε φορείς και ιδρύματα που ασχολούνται με το παιδί.

Απευθύνει συστάσεις και προτάσεις στους φορείς.

Ιχνογραφεί προτάσεις για την προσαρμογή της νομοθεσίας.

Διεκδικεί μέτρα και πολιτικές για το παιδί.

Ισχυροποιεί τη θέση των παιδιών στην οικογένεια και την κοινωνία.

Οργανώνει συναντήσεις και εκδηλώσεις για τα δικαιώματα του παιδιού.

Υποστηρίζει την εφαρμογή της διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του παιδιού.Βάζουν και κάποιοι άλλοι το χεράκι τους, για να πετύχει αυτά που…μαγειρεύει ο Συνήγορος του Παιδιού; Έχετε προσλάβει καμιά νεράιδα με μαγικό ραβδάκι;

Για να πετύχει στην αποστολή του ο Συνήγορος του Παιδιού χρειάζεται να έχει κύρος και να απολαμβάνει το σεβασμό της κοινωνίας. Η πετυχημένη πορεία του Συνηγόρου του Πολίτη μέχρι σήμερα και η σπουδαία ομάδα των συνεργατών μου, με κάνουν να νοιώθω ότι δεν υστερούμε πολύ από τη…νεράιδα με το μαγικό ραβδάκι στο χέρι. Βέβαια για μας το πιο σπουδαίο είναι να δώσουμε σε όλα τα παιδιά να καταλάβουν ότι το μαγικό ραβδί για τις λύσεις στα προβλήματα της ζωής τους το κρατούν πριν από όλους αυτά τα ίδια. Τα παιδιά πρέπει να είναι οι πρώτοι καλοί υπερασπιστές των δικαιωμάτων τους, έχοντας στο ένα τσεπάκι το μαγικό ραβδί της νεράιδας, δηλαδή τη δύναμη, και στο άλλο το μικρό σοφό τους γρύλο, τη γνώση! Όταν χρειάζονται τη δική μας βοήθεια μπορούν να μας απευθύνονται στο τηλέφωνο 801.11.32000.

Στα παραμύθια, υπάρχουν «οι καλοί» και «οι κακοί» ήρωες και συνήθως αγωνίζονται οι μεν ενάντια στους δε. Στη σημερινή πραγματικότητα, ποιοι θεωρείτε ότι είναι «οι κακοί» από τους οποίους κινδυνεύουν τα παιδιά και πως θα ήταν αποτελεσματικό να τους αντιμετωπίζουμε;

Οι «κακοί» από τους οποίους κινδυνεύουν τα παιδιά είναι κυρίως όσοι μεγάλοι δεν έμαθαν να αναγνωρίζουν ότι και τα παιδιά είναι υποκείμενα δικαιωμάτων στη ζωή. Καμιά φορά συμβαίνει αυτοί που υποτίθεται ότι έχουν αποστολή να τα προστατεύουν να είναι οι πρώτοι που παραβιάζουν τα δικαιώματά τους!

Τι σας εμπνέει, τι σας προβληματίζει και τι σας φοβίζει στο νέο σας ρόλο στο Συνήγορο του Παιδιού;

Με εμπνέει η δύναμη των παιδιών, που έμαθα να τη συναντώ μιλώντας μαζί τους, παίζοντας, μαθαίνοντας, δημιουργώντας. Χρησιμοποιώντας την ομαδική δουλειά, μπορούμε εμείς οι μεγάλοι να μάθουμε από τα παιδιά, αλλά και να τους δώσουμε να καταλάβουν πόσα μπορούν τα ίδια να κάνουν για να υπερασπιστούν καλύτερα τα δικαιώματά τους. Με φοβίζει κυρίως το ότι οι μεγάλοι δεν έμαθαν ακόμη να παίρνουν στα σοβαρά τα θέματα των παιδιών. Ιδίως όσοι από μας έχουμε περισσότερη εξουσία στα χέρια μας, νομίζουμε ότι μπορούμε να ξεμπερδεύουμε εύκολα με μερικές ευχές στο όνομα των παιδιών, και ύστερα να περιοριζόμαστε στις δικές μας προτεραιότητες και τα συμφέροντά μας, ξεχνώντας τις πραγματικές ανάγκες των παιδιών. Ίσως χρειαζόμαστε ένα ξυπνητήρι που κάθε τόσο να μας υπενθυμίζει: Θυμάσαι τι χρειάζεται να κάνεις για τα παιδιά; Ποιο είναι το καλύτερό σας όνειρο για τα παιδιά του κόσμου;

Το όνειρό μου δανείζεται λίγο από τα όνειρα των παιδιών που μπόρεσα να συναντήσω στη ζωή μου, στο σπίτι μου, σε γειτονιές, σχολεία, ιδρύματα, ακόμη και σε φυλακές: Φαντάζομαι παιδιά που βοηθούνται από τους μεγάλους να βρίσκουν τη χαρά στην κάθε τους στιγμή. Ανακαλύπτοντας την απόλαυση του παιχνιδιού πίσω από τη γνώση και το αντίστροφο, της φαντασίας πίσω από τη λογική, της ελεύθερης δημιουργίας πίσω από την αποστολή. Απολαμβάνοντας ίσες ευκαιρίες, άσχετα από την καταγωγή, τη γλώσσα και το χρώμα του δέρματός τους. Και γνωρίζοντας να ξεφεύγουν τις παγίδες, κρατώντας σφικτά κάποιο έμπιστο χέρι δικού τους. Το όνειρό μου μοιάζει ίσως με ένα λούνα-παρκ στο οποίο μπαινοβγαίνουν όλοι κερδισμένοι και χαρούμενοι.

Γιώργο Μόσχο, σ’ ευχαριστούμε πολύ! Θα είμαστε στο πλάι σας!

http://www.0-18.gr/ 

 

“Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων”

Κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2017 «Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων» μου, από τις εκδόσεις Βάρφη, σε εικονογράφηση Έφης Κοκκινάκη. Δεν είναι απλώς ένα αξιοπρόσεκτο βιβλίο, καλαίσθητο και προσεγμένο όπως πολλοί ήδη λένε σε μένα, στους συνεργάτες και στον εκδότη μου. Είναι ένα ψηφιδωτό των ηλικιών, των βιωμάτων, των ονείρων, των πραγματικοτήτων, των προσωπικών μύθων, των σκέψεων και των συναισθημάτων μου, από τότε που άρχισα να ψηλαφίζω και να εξερευνώ τον εαυτό μου μέχρι σήμερα. Είναι ο τρόπος που λατρεύω την ελληνική γλώσσα, τα ακούσματα και τα διαβάσματά μου, οι ανάσες, οι αφηγήσεις, οι φλυαρίες και οι σιωπές μου, από τότε που ξεκίνησα να συλλαβίζω. Είναι οι εικόνες που φανταζόμουν να αγκαλιάζουν τις λέξεις μου και που τους έδωσε σάρκα και οστά με το πολύπλευρο ταλέντο της η Έφη Κοκκινάκη. Η Έφη, που κάποιο αόρατο νήμα μας συνέδεε ποιος ξέρει από πότε, χωρίς να το γνωρίζουμε, και μία άγνωστη δύναμη με έσπρωξε να επικοινωνήσω μαζί της όταν είδα έργα της στο διαδίκτυο, για να της προτείνω, μεταξύ άλλων, να εικονογραφήσει ποιήματα. Ό,τι πιο παράξενο και απρόσμενο, δηλαδή, της είχαν προτείνει μέχρι τότε στην επαγγελματική της ζωή. 

«Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων» μου, το έστειλα σε πολλούς εκδότες προς αξιολόγηση, μεγάλους, μεσαίους και μικρότερους (η διαβάθμιση αφορά αποκλειστικά στην ποσότητα των τίτλων που εκδίδουν και διακινούν κάθε χρόνο, που ασφαλώς σχετίζεται και με την οικονομική τους δυνατότητα). Η απάντησή τους ήταν αρνητική, τις περισσότερες φορές χωρίς αιτιολόγηση, κάποιες φορές με την ευγενική επισήμανση ότι δεν εκδίδουν ποιήματα για παιδιά, επειδή δεν υπάρχει ενδιαφέρον από το αναγνωστικό – αγοραστικό κοινό. Κι ας είχε προηγηθεί και η Εύφημος Μνεία Ποίησης από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, το 2015.Αποφάσισα να εγκαταλείψω την Αθήνα και να κατευθυνθώ βόρεια, όπου κάτι μου έλεγε ότι η ποίηση θα αντιμετωπιζόταν λιγότερο πραγματιστικά. Με το ρομαντικό και παθιασμένο έρωτα που της αξίζει, δηλαδή. Η διαίσθησή μου απεδείχθη σωστή. Ο Χρήστος Βάρφης μου εξομολογήθηκε πολύ σύντομα ότι δεν περίμενε να διαβάσει ολόκληρη τη συλλογή για ν’ αποφασίσει. Στο γράμμα Γ ο κύβος ερρίφθη. Τα υπόλοιπα είναι πλέον ιστορία. Σαν να τα είχαμε συμφωνήσει πριν ακόμη τα συζητήσουμε. Και το πιο καταπληκτικό για μένα ήταν ότι ο Χρήστος συμφώνησε να έχει το βιβλίο τετράχρωμη ολοσέλιδη εικονογράφηση, κάθε γράμμα – ποίημα και σαλόνι, που λέμε στο σινάφι. Και να βγει σε μεγάλο, «χορταστικό» για το χέρι και το μάτι μέγεθος, με σκληρό εξώφυλλο. Μεγαλείο, δηλαδή. Δε χρειάστηκε να δει παρά ένα μόνο δείγμα δουλειάς της Έφης και η περιπέτεια ξεκίνησε. Αθήνα – Ρόδος on line καθημερινά, για μήνες. Μέσα από αυτήν την ιδιόμορφη και απροσδόκητη εξ αποστάσεως συνεργασία, γεννήθηκε παράλληλα και μια καινούργια και πολλά υποσχόμενη φιλία. Μια φιλία που ουσιαστικά την κυοφόρησε ο κοινός κώδικας επικοινωνίας που σφυρηλάτησαν οι λέξεις μου με τις ζωγραφιές της. Αν δεν το ζήσει κάποιος, δύσκολα ίσως μπορεί να το κατανοήσει. Αλλά αν ταιριάζουν τα χνώτα του με τα δικά μας, όπως έλεγαν και οι πρόγονοι και οι δικοί μου και της Έφης (άλλη σύμπτωση;) στη Σητεία της Ανατολικής Κρήτης, σίγουρα θα το ψυχανεμιστεί… Ένα μήνα πριν κυκλοφορήσουμε, το δημιουργικό τρίγωνο Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Ρόδος, καρποφόρησε πατρίδα για τα ποιήματά μου. Η συναίσθηση ότι ένα παιδικό μου όνειρο έγινε πραγματικότητα στην ωριμότητά μου, είναι απλώς απερίγραπτη…Τα 24 ποιήματα στο Αλφαβητάρι μας δεν είναι γραμμένα μόνο για παιδιά. Η ποίηση, άλλωστε, δεν έχει ηλικία για μένα. Θα έλεγα ότι είναι αιώνια έφηβη, ακροβάτισσα στο μεταίχμιο της ύπαρξής μας, που πότε βγάζει προς τα έξω την παιδικότητα και πότε την ενήλικη πλευρά μας. Τα θέματα των ποιημάτων μου αφορούν στην οικογενειακή, στη σχολική, στην κοινωνική ζωή, στη σχέση μας με τη φύση και το περιβάλλον, στο ατελείωτο ταξίδι αναζήτησης του αληθινού εαυτού μας, στην εμβάθυνση σε θεμελιώδη συναισθήματα όπως η αγάπη, ο φόβος, ο πόνος, ο θυμός, η αγωνία, το δέος μπροστά στην απώλεια, η αμηχανία και η αγανάκτηση μπροστά στα διάφορα στερεότυπα…Υπάρχουν ποιήματα που μοιάζουν με παραμυθοπαίχνιδα, προκαλούν την αυτοέκφραση, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα, τη διέγερση των αισθήσεων. Ποιήματα που φιλοσοφούν, παίζουν θέατρο, αναδεικνύουν την πολιτική σκέψη, επεξεργάζονται και προτείνουν θεμελιώδεις στάσεις και αξίες της ζωής μας. Αλλά όλα είναι ποιήματα από καρδιάς και απευθύνονται πρωτίστως στην καρδιά. Φτιαγμένα από λέξεις που πρώτα τις νιώθεις και μετά τις σκέφτεσαι. Και ίσως και να επιλέξεις να τις θυμάσαι…Αλλά πολύ μίλησα για μένα. Καιρός να δώσω το λόγο και στην Έφη Κοκκινάκη, που -ως εκ θαύματος- την έπεισα να μου δώσει συνέντευξη, ώστε να τη γνωρίσετε καλύτερα κι εσείς (και για να θυμηθώ και τα παλιά μου χούγια στους «Ερευνητές που πάνε παντού» της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ).

Ποιο από τα ποιήματά μου σε δυσκόλεψε περισσότερο να το εικονογραφήσεις και γιατί;

Το «Τ τ… Τριανταφυλλιά», γιατί είναι ίσως από τα πιο ιδιαίτερα ποιήματα του βιβλίου όπου τίποτα από αυτά που σου έχουν “μάθει” δεν θυμίζει αυτόν τον τόσο ξεχωριστό τρόπο προσέγγισης της έννοιας του “χρόνου”.

Για ποιο από τα ποιήματα η έμπνευση σε επισκέφθηκε «ακαριαία» και η ζωγραφιά προέκυψε άμεσα και αβίαστα;

Στο «Υ υ, η νεράιδα Υπομονή» που ήταν ίσως και η πρώτη ζωγραφιά που έκανα για το βιβλίο. Ήταν σαν η ίδια η νεράιδα να μου έδινε να πιω από την πηγή της υπομονής, αφού ξεκινούσα ένα απολαυστικά δημιουργικό ταξίδι, που κράτησε μήνες…Ποιο ποίημα σε έκανε να χαμογελάς ενώ το ζωγράφιζες και ποιο να δακρύζεις;

Κανένα δε με έκανε να δακρύζω. Χαμογελούσα σε κάθε ζωγραφιά που έκανα για κάθε ένα ποίημα. Όλα τα ποιήματα είναι «χρωματισμένα» με λεπτές διαβαθμίσεις μιας εσωτερικής παλέτας και προκαλούν μέσα σου μία γρήγορη εκκίνηση συναισθημάτων. Ένα εσωτερικό ρυθμό που δε σε αφήνει να σταθείς εδώ κι εκεί, μόνο σε συνεπαίρνει και σε ταξιδεύει!

Ποιο από τα ποιήματα θα αφιέρωνες σε ένα πρόσωπο που αγαπάς πολύ;

Το «Λ λ Λύκε, λύκε, είσ’ εδώ;». Θα το αφιέρωνα σε όλους εμάς που με το φόβο έχουμε χτίσει “φυλακές” (κι έχουμε κάνει τεράστιο λάθος γι’ αυτό). Θα το αφιέρωνα με αγάπη μεγάλη μαζί με τον καθρέφτη που δείχνει τον χειρότερο μας εαυτό, όπως ακριβώς μου το αφιέρωσαν κι εμένα οι Δάσκαλοι μου.

Υπάρχει κάποιο ποίημα που το ένιωσες τόσο δικό σου, ώστε θα μπορούσες, πιθανόν, να το είχες γράψει εσύ;

Κανένα δεν το ένοιωσα τόσο δικό μου ώστε να μπορούσα να το έχω γράψει εγώ… Όμως με όλα τα ποιήματα, ζωγραφίζοντας γι’ αυτά, γεννήθηκε μια σχέση που συγχρόνως με τον καιρό μετατρεπόταν σε μια παράξενη οικειότητα, σαν κι αυτή που έχουν οι παλιοί αδερφικοί φίλοι μεταξύ τους.Ξανακοιτώντας από κάποια απόσταση το βιβλίο, υπάρχει κάποιο ποίημα που θα το ζωγράφιζες σήμερα διαφορετικά;

ΟΛΑ. Γιατί ένα βιβλίο παρόλο που τυπώνεται, δε σταματάει να εξελίσσεται, αφού ακολουθεί τη δημιουργική διαδικασία της ψυχής σου, που κι εκείνη με τη σειρά της εξελίσσεται συνεχώς…

Πώς υποδέχτηκαν οι δικοί σου άνθρωποι, συγγενείς, φίλοι, συνάδελφοι, οι μαθητές σου, αυτή σου τη δουλειά; Υπάρχει κάποια στιγμή που θεωρείς ξεχωριστή και θα ήθελες να τη μοιραστείς;

Όταν άνοιγαν «Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων», κοιτούσα τα μάτια τους, το πρόσωπο τους, για να μαντέψω τα συναισθήματα τους… Όμως η πιο δυνατή στιγμή ήταν σε μία τάξη του σχολείου μου. Παιδιά 14 χρονών που κρατούν στα χέρια τους ένα βιβλίο με ποιήματα και ζωγραφιές είναι κιόλας μια εικόνα που με συγκινεί. Στην αρχή χαζεύουν τις εικόνες και θαυμάζουν την “τεχνική”, το “ρεαλισμό”, όπου υπάρχει…Τους εξηγώ ότι οι εικόνες που βλέπουν είναι συνδεδεμένες με το κάθε ποίημα κι ότι εγώ ως εικονογράφος έπρεπε να “πλάσω” το δικό μου ποίημα με χρώματα δίπλα στο ποίημα με τις λέξεις. Έτσι, αυθόρμητα, άρχισαν να διαβάζουν…Η φωνή της Αθηνάς ήταν δυνατή, σα να διάβαζε σε ένα αόρατο θέατρο και οι συμμαθητές της άκουγαν. Δεν χρειαζόταν να πω το συνηθισμένο “παιδιά κάντε ησυχία να ακούσουμε”. Αυτή ήταν ίσως από τις πιο δυνατές στιγμές που έχω ζήσει ως εκπαιδευτικός. Συγκινήθηκα…έκρυψα το λυγμό μου…Τα παιδιά, έστω και για λίγο, είχαν ταξιδέψει με την ποίηση!Τί είναι η ζωγραφική για σένα;

Όλος μου ο χρόνος, τα φτερά μου, οι ψίθυροι της καρδιάς μου. Η παιδική μου ηλικία. Ένα μεγάλο δώρο για το οποίο χρωστώ ευγνωμοσύνη σε αυτόν που μου το χάρισε.

Ποιο είναι το όνειρό σου για το μέλλον σου ως ζωγράφος;

Να συνεχίσω να ζωγραφίζω όσο πιο αληθινά γίνεται!

Αν σου ζητούσαν να περιγράψεις με τρεις μόνο λέξεις «Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων», ποιες θα διάλεγες;

Ποίηση, Ελευθερία, Καρδιά.

Έφη Κοκκινάκη, σ’ ευχαριστώ…

Το Τικ και το Τακ της καρδιάς μας

Το πρώτο τρίμηνο κάθε σχολικής χρονιάς είναι πάντα και δύσκολο και ενδιαφέρον. Δύσκολο γιατί όλοι προσπαθούμε, ο καθένας με τον τρόπο του, να γνωριστούμε μεταξύ μας και να προσαρμοστούμε στις καινούργιες συνθήκες της ζωής μας για τον προσεχή χρόνο. Και αφού το καταφέρουμε, να βρούμε τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους συμβίωσης και δημιουργικής συνεργασίας, στοχεύοντας πάντα στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, δεδομένων των συνθηκών μέσα στις οποίες καλούμαστε να δράσουμε και να αντιδράσουμε. Αναμετριούνται συνεχώς οι προσωπικότητές μας, οι ανάγκες μας, η αγωγή που έχουμε ή που δεν έχουμε πάρει από τις οικογένειές μας, οι προσδοκίες μας από το σχολικό περιβάλλον και από τους συμμαθητές, τους δασκάλους μας, τους γονείς των μαθητών μας, τους συναδέλφους μας, τους εξωτερικούς συνεργάτες μας, την τοπική αυτοδιοίκηση, την κοινωνία που περιβάλλει το σχολείο μας. Οι ισορροπίες είναι πολύ ευαίσθητες, οι κρίσεις και τα συναισθηματικά ξεσπάσματα πολύ συχνά. Αλλά το πρώτο τρίμηνο κάθε σχολικής χρονιάς είναι και ενδιαφέρον για τους ίδιους ακριβώς λόγους για τους οποίους είναι δύσκολο και για έναν παραπάνω: γιατί όλη αυτή η δυσκολία εγκυμονεί τόσο κινδύνους όσο και δημιουργικές προκλήσεις. Προκλήσεις να δουλέψεις με τον εαυτό σου και να τον ξεπεράσεις για άλλη μια φορά. Ως παιδαγωγός, ως γονιός, ως μαθητής, ως συνεργάτης, ως επιστήμονας, ως επαγγελματίας, ως δημόσιος λειτουργός, ως εμψυχωτής, ως πολίτης, ως συνάνθρωπος.

Ένα από τα δύσκολα απογεύματα του φετινού Οκτωβρίου, με 22 παιδιά στο ολοήμερο και από τα τρία τμήματα της σχολικής μας μονάδας, λόγω απουσίας με μακροχρόνια αναρρωτική άδεια της δεύτερης συναδέλφου, έφερα στην τάξη το βιβλίο «Το Τικ και το Τακ» της αγαπημένης φίλης, δασκάλας και συγγραφέα Γιολάντας Τσορώνη – Γεωργιάδη, που έχει εικονογραφήσει η Νίκη Λεωνίδου και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαββάλας. Ανήκει στη σειρά «Βιβλία που προάγουν τη συναισθηματική νοημοσύνη» και το μήνυμα που αναγράφεται στο εξώφυλλό του μας λέει: «Μαλώματα και τσακωμοί κάνουν καρδιές να χωριστούν, υπάρχει όμως τρόπος ξανά να ενωθούν!». Ήταν ό,τι έπρεπε για μας…

Η υπόθεση του βιβλίου περιγράφεται στο οπισθόφυλλο ως εξής: «Ο Μένιος και ο Μέντιος, τα γαϊδουράκια, μάλωσαν και χώρισαν. Πολύ στενοχωρήθηκε ο Μένιος με τον τσακωμό. Πονούσε η καρδιά του. Δεν έκανε πια ΤΙΚ ΤΑΚ, μόνο ΤΙΚ χτυπούσε. Έτρεξε στον καρδιολόγο, έκανε κούρα ομορφιάς, καθάρισε το στάβλο του, πήγε για ψώνια, τους φίλους επισκέφθηκε της άλλης γειτονιάς. Όμως το ΤΑΚ συνέχιζε να μη χτυπά. Ώσπου συνάντησε τη γιαγιά του. Μα τι τον συμβούλεψε να κάνει κι άρχισε δειλά το ΤΑΚ και πάλι να χτυπά;».

Επέλεξα να μπω αμέσως στο ψητό. Προετοιμαστήκαμε για την ανάγνωση, κάνοντας τη συνηθισμένη μας σχετική τελετουργία, ώστε να υπάρξει ηρεμία, άνεση και συγκέντρωση. Αφού έδειξα το εξώφυλλο και παρουσίασα τους συντελεστές του βιβλίου, ξεκίνησα την ανάγνωσή του, δείχνοντας παράλληλα τις απλές και ξεκάθαρες εικόνες του. Τα παιδιά «μάντευαν» και συμπλήρωναν τις λέξεις που δεν πρόφερα με το στόμα αλλά περιέγραφα με μια χειρονομία ή με μια έκφραση του προσώπου μου, με τη στάση του σώματός μου (π.χ. «καρδιά», «πονάει», «τον χτύπησε στην πλάτη», «στομάχι», «του έκαναν μασάζ», κ.ά.). Κάθε φορά που ο ήρωας προσπαθούσε να αντιμετωπίσει το πρόβλημά του και αποτύγχανε επαναλάμβανα τη φράση «Όμως η καρδιά του εξακολουθούσε να μην κάνει ΤΙΚ ΤΑΚ» και τα παιδιά συμπλήρωναν εν χορώ «Έκανε μόνο ΤΙΚ», κάτι που τους άρεσε πάρα πολύ, τα βοηθούσε να παραμείνουν συγκεντρωμένα και τα έκανε να νιώθουν ικανοποίηση και περηφάνια αφού διαβάζαμε μαζί την ιστορία κι ας μην ξέρουν ακόμη να διαβάζουν…

Στο σημείο που ο ήρωας επιστρέφει απογοητευμένος στο στάβλο του, επειδή κανένας από τους τρόπους που χρησιμοποίησε για να λύσει το πρόβλημά του δεν καρποφόρησε και πριν συναντήσει την καλή γιαγιά του, σταμάτησα την ανάγνωση.

  • «Παιδιά, ο Μένιος δεν κατάφερε να κάνει την καρδιά του να χτυπήσει πάλι κανονικά, να κάνει ΤΙΚ ΤΑΚ. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση του, αν αντιμετωπίζατε το πρόβλημά του;», ρώτησα τα παιδιά. Οι απαντήσεις που πήρα αυθόρμητα και με μεγάλη προθυμία, αφού όλοι είχαν να μοιραστούν μια παρόμοια εμπειρία, με έκαναν να χαμογελάσω από μέσα μου και να υποκλιθώ για άλλη μια φορά στη σοφία, τη συναισθηματική νοημοσύνη και τη διορατικότητα των παιδιών.
  • «Εγώ, κυρία, όταν μαλώσω με το φίλο μου, του λέω αστεία. Μου λέει μετά κι εκείνος, γελάμε και ξεχνάμε τον τσακωμό».
  • «Εγώ, κυρία, στην αρχή θυμώνω πολύ και φεύγω από κοντά της, μετά από λίγο, όμως, πάω και λέω στη φίλη μου όλα καλά, μην ανησυχείς και τα ξαναβρίσκουμε.
  • «Εγώ, κυρία, λέω συγνώμη στο φίλο μου αν κάνω κάτι που δεν του αρέσει ή τον πονέσω και συνεχίζουμε να παίζουμε».
  • «Εγώ, κυρία, όταν μαλώνουμε με την αδερφή μου, της δίνω κάτι που της αρέσει και τα ξαναβρίσκουμε».
  • «Εγώ, κυρία, όταν μαλώσω με το φίλο μου, κάθομαι μαζί του στο ίδιο παγκάκι, κοιταζόμαστε λίγο στα μάτια και αμέσως γινόμαστε πάλι φίλοι».
  • «Εγώ, κυρία, αν μαλώσω με τους φίλους μου, τους ζωγραφίζω μια καρδιά και τα ξαναβρίσκουμε».
  • «Εγώ, κυρία, όταν μαλώνω με τις φίλες μου, μετά από λίγο τους μιλάω με το καλό και τα ξεχνάμε όλα».
  • «Εγώ, κυρία, αν μαλώσω με το αδερφάκι μου, το αγκαλιάζω και του δίνω ένα φιλάκι κι αμέσως αγαπιόμαστε πάλι».
  • Είστε καταπληκτικοί παιδιά, μακάρι να σας μοιάζαμε εμείς οι μεγάλοι!, τους είπα, τους χειροκρότησα και τους έδωσα συγχαρητήρια. Μετά συνέχισα την ανάγνωση του παραμυθιού για να μάθουμε τι τελικά έγινε με το Μένιο και το Μέντιο και όλοι μαζί χαρήκαμε και χειροκροτήσαμε το αίσιο τέλος.

Μιλήσαμε λίγο για το τι είναι τα αντίθετα και οι αντιθέσεις που υπάρχουν στη ζωή μας, στις σχέσεις μας, στη φύση, στο περιβάλλον μας γενικά και που μπορεί κάποιες στιγμές να μας δυσκολεύουν, αλλά σίγουρα κάνουν την καθημερινότητά μας πιο ενδιαφέρουσα και πιο όμορφη.

Επειδή φέτος στο σχολείο μας πολλά παιδιά μας αντιμετωπίζουν δυσκολίες εκφοράς και άρθρωσης του λόγου, σκέφτηκα να αξιοποιήσω την ιστορία για να φτιάξουμε ένα λεκτικό παιχνίδι μίμησης, ταύτισης και αντιστοίχισης, αξιοποιώντας μικρές λέξεις-συλλαβές όπως το τικ τακ του τίτλου του βιβλίου που διαβάσαμε.

Έτσι, σκεφτήκαμε, μιμηθήκαμε και καταγράψαμε ήχους από τη φύση, τα ζώα και τα πουλιά και από αντικείμενα, καθώς και ήχους που παράγουμε εμείς σε διάφορες στιγμές μας και είναι μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες επαναλαμβανόμενες λέξεις. Με τις λέξεις αυτές παίξαμε στην αρχή προφορικά και μετά φτιάξαμε καρτέλες δημιουργώντας το δικό μας αυτοσχέδιο επιτραπέζιο παιχνίδι.

Το ρολόι και η καρδιά μας κάνουν τικ τακ.

Το τρένο κάνει τσαφ τσουφ.

Οι βροντές και τα βεγγαλικά κάνουν μπαμ μπουμ.

Η καμπάνα κάνει ντιν νταν.

Οι σταγόνες της βροχής κάνουν πλιτς πλατς.

Το αυτοκίνητο, όταν κορνάρουμε, κάνει μπιπ μπιπ.

Το φορτηγό, όταν παίρνει μπροστά, κάνει βρουμ βρουμ.

Το κουδούνι της εξώπορτας στο σπίτι μας κάνει γκλιν γκλον.

Το κουδούνι του σχολείου κάνει ντριν ντριν.

Η μπάλα του μπάσκετ κάνει μπόινγκ μπόινγκ.

Η πυροσβεστική, το ασθενοφόρο και το περιπολικό κάνουν ίου ίου.

Τα περισσότερα πουλιά κάνουν τσίου τσίου.

Ο κούκος κάνει κου κου.

Η κουκουβάγια κάνει κουκου βα.

Ο σκύλος κάνει γαβ γαβ.

Η γάτα κάνει νιαρ νιαρ.

Το πρόβατο κάνει μπε μπε.

Ο γάιδαρος κάνει γκαρ γκαρ.

Η αγελάδα κάνει μου μου.

Όταν τινάζουμε τα χαλιά κάνουν παφ πουφ.

‘Όταν γελάμε κάνουμε χα χα.

Όταν κλαίνε τα μωρά κάνουν ουά ουά.

Όταν φτερνιζόμαστε κάνουμε ααα ψού.

Όταν τραγουδάμε λέμε λα λα.

Όταν κλαψουρίζουμε κάνουμε σνιφ σνιφ.

Όταν σβήνουμε τα κεριά της τούρτας μας κάνουμε φου φου.

Όταν μιλάμε ασταμάτητα ακούγεται μπλα μπλα.

Όταν τρώμε κάτι νόστιμο κάνουμε μιαμ μιαμ.

Όταν σπάμε αμύγδαλα κάνουν τσάκα τσουκ.

Όταν χειροκροτούμε κάνουμε κλαπ κλαπ.

Όταν ανοιγοκλείνουμε τα ντοσιέ μας κάνουν κλατς κλουτς.

Όταν πετάμε ένα βότσαλο στη θάλασσα κάνει μπλιμ μπλουμ.

Εμπνευστήκαμε από την ιστορία του Μένιου και του Μέντιου και φιλοτεχνήσαμε ζωγραφιές και ένα σύνθημα που θα το φτιάξουμε ταμπέλα και θα το αναρτήσουμε δίπλα στους κανόνες της τάξης μας:

«Τα Παιχνίδια, οι Αγκαλιές και τα Αστεία

κάνουν Καλό στη Φιλία και στην Υγεία!»

Ως επίλογο και για να το γιορτάσουμε, τους τραγούδησα και μάθαμε το αγαπημένο σμυρνέικο τραγούδι “Τικ τικ τικι τικι τακ”: https://www.youtube.com/watch?v=GrVOw8ejqG0.

Ήταν ένα παραγωγικό από πολλές απόψεις απόγευμα, παρόλο που είχα πάει στο σχολείο άρρωστη και πονεμένη. Αλλά για μένα ένα είναι το φάρμακο δια πάσαν νόσον: η συγγραφή και η ανάγνωση, η δημιουργικότητα, οι τέχνες, ο πολιτισμός. Το Τικ και το Τακ της καρδιάς μας.

Στρείδι και φάλαινα

…Είχε πια σκοτεινιάσει και το στρείδι κούρνιασε στο βράχο του αποκαμωμένο από την ένταση της ημέρας και γρήγορα αποκοιμήθηκε. Τότε είδε ένα όνειρο, από αυτά που όταν ξυπνάς συνεχίζεις να τα θυμάσαι και να τα σκέφτεσαι.

Έγινε, λέει, σεισμός στη θάλασσα και τα πάντα ανατράπηκαν: ό, τι βρισκόταν πάνω, πήγε κάτω. Ό,τι ήταν προσκολλημένο, απελευθερώθηκε. Ό,τι ήταν πολύχρωμο έγινε άχρωμο. Ό,τι ήταν θηρευτής έγινε θήραμα. Κι ό,τι ήταν ασφαλές, μετακόμισε στην πιο μεγάλη ανασφάλεια.

Το στρείδι αποκολλήθηκε βίαια από το βράχο του και βρέθηκε να κλυδωνίζεται σαν ακυβέρνητο βαρκάκι στον αφρό. Και πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, παρασύρθηκε από τα ρεύματα στα βάθη του ωκεανού. Το καινούργιο του περιβάλλον το φόβιζε και ταυτόχρονα το γοήτευε. Τη μια στιγμή σκεφτόταν ότι ήταν ένα στρείδι με αλλιώτικη μοίρα από τη μοίρα των άλλων στρειδιών. Αυτή η σκέψη το έκανε να νιώθει ικανοποίηση και μια ψίχα υπεροψία. Και την άλλη στιγμή βυθιζόταν στην πιο μεγάλη απελπισία, γιατί δεν ήξερε πως να επιβιώσει σ’ ένα περιβάλλον άγνωστο για τα μέχρι τότε δεδομένα του. Ο ωκεανός δεν έμοιαζε σε τίποτα με την αγαπημένη του ακτή. Φαινόταν απρόσιτος και το στρείδι συνειδητοποίησε με λύπη ότι εδώ δεν είχε κανένα φίλο.

Ξαφνικά άκουσε ένα υπόκωφο βουητό και το ρυθμικό πλατάγισμα από δυνατά πτερύγια. Ήταν μια γαλάζια φάλαινα θεόρατη σα βουνό και ευλύγιστη σα φίδι, παρά τον τεράστιο όγκο της.

Μα τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα, έφτασε το τέλος μου. Το δίχως άλλο η φάλαινα θα με καταπιεί…, σκέφτηκε τρομοκρατημένο το στρείδι. Η φάλαινα πλησίαζε απειλητικά, εκτοξεύοντας με ρυθμό το σιντριβάνι της. Το στρείδι έλεγε την προσευχή του και παράλληλα αγωνιζόταν να ξυπνήσει, για να μην ονειρευτεί τη στιγμή του θανάτου του. Τότε έγινε κάτι αναπάντεχο.

Τώρα εσύ κλείστηκες ερμητικά στον εαυτό σου και άλλαξες δέκα χρώματα από το φόβο σου, γιατί είσαι σίγουρο ότι θα σε κάνω μια χαψιά και όλα θα τελειώσουν εδώ. Αλλά εγώ θα διαφωνήσω. Μπας και νομίζεις ότι είσαι κανένας καταπληκτικός μεζές; Ή μήπως φαντάστηκες ότι εγώ απλώς ανοίγω τη στοματάρα μου και καταπίνω ό,τι κυκλοφορεί σε ακτίνα μισού χιλιομέτρου; Όχι αγαπητό μου στρείδι, δεν θα σου κάνω τη χάρη να σε φάω! Θα μου χαλάσεις τη γεύση, γιατί είσαι ξένο σώμα στο δικό μου κόσμο. Άντε, τράβα το δρόμο σου, αν καταφέρεις ποτέ να τον βρεις, έτσι που κυκλοφορείς επτασφράγιστο. Γύρνα στα λημέρια σου. Και να θυμάσαι: το δύσκολο στη ζωή είναι να μη φαγωθείς! Αν φαγωθείς, καθάρισες!…, μουρμούρισε με στόμφο η φάλαινα. Και κάνοντας μια εντυπωσιακή κατάδυση, χάραξε ρότα προς το βορρά. Τότε ήταν που το στρείδι, απορημένο, ξύπνησε. Και άρχισε να σκέφτεται το παράδοξο αυτό όνειρο…

Οι ανήσυχες μέρες του Αυγούστου

Χτες ήταν η μέρα της ομίχλης. Έζωσε το χωριό, άναψε τα τζάκια μέσα στην καρδιά του Αυγούστου, ύγρανε μάτια, δάχτυλα, σακάκια, στοχασμούς. Έκανε αφρόλουτρο ο Θεός με καυτό νερό κι οι ατμοί αγκάλιασαν τις κορυφογραμμές, τα διάσελα, τις ορδές των ελάτων, τα χαμολούλουδα, τα ζωηρά ζουζούνια, τ’ αγριόχορτα και τους γαιοσκώληκες.

Βάδιζε στα τυφλά. Μπήκε ολόκληρη μέσα στα σύννεφα, γέμισε σταγόνες από τα φιλιά τους. Δεν υπάρχει μοναξιά όταν αφήνεσαι να σ’ αρπάξει ο κόσμος, να σε παιδέψει, να σε χαρεί. Δεν υπάρχει θάνατος όταν κάθε στιγμή βιώνεις ξυπνήματα κι αποκοιμίσματα γύρω σου, πλάι σου κι εντός σου. Δεν υπάρχει αδιέξοδο όταν και για το πιο μικρό ανθάκι, κάθε μέρα, ξημερώνει μια άλλη μέρα.

Σήμερα ίππευσε για πρώτη φορά. Κράτα γερά το χαλινάρι και μίλα του γλυκά του Ψαρή. Ίσια το κορμί στην κατηφόρα, τα πέλματα στους αναβατήρες τεντωμένα, όπως όταν ανεβαίνεις μια τσουλήθρα ανάποδα. Οι μηροί κολλημένοι στα πλευρά του αλόγου. Για τροχασμό το χαλινάρι εναλλάξ δεξιά – αριστερά και ελαφριά πίεση των ποδιών στην κοιλιά του αλόγου. Στην ανηφόρα γέρνεις το σώμα προς τα εμπρός, να δώσεις ώθηση. Μη φοβάσαι, δεν πέφτεις.

Και τώρα, Άρτεμη, εσύ και ο στόχος. Στερέωσε το βέλος, δώσε στο τόξο ελαφριά κλίση προς τα πάνω κι αριστερά και τέντωσε τη χορδή κιαλάροντας ταυτόχρονα στο κέντρο. Μην το πολυζορίζεις, απαλά και με τη μία.

Κι όταν βρεις με το ποδήλατο στο δασικό, κράτα το τιμόνι γερά και σταθερά. Πετάλι δυνατά. Φρένο ποτέ απότομα. Απόφευγε τ’ αγκάθια, τις μυτερές πέτρες, τις νωπές λασπουριές. Ν’ ανασηκώνεις το κορμί όταν το πέρασμα είναι πολύ κακοτράχαλο. Στην άσφαλτο να προσέχεις τα καμιόνια τα φορτωμένα κορμούς. Τις ταχύτητες να τις αλλάζεις μία μία σκάλα και με το μαλακό.

Τη νύχτα άναψαν φωτιά στο Κόρπου και έψησαν λουκάνικα και μπριζόλες. Με ντομάτα, πατάτα βραστή, τυρί, ψωμί και μπύρες κάτω από έναν μαγικό ουρανό. Χνάρι αρκούδας, λαγό, σκαντζόχοιρο, κουκουβάγια και αλεπού συνάντησαν στο δρόμο τους. Ο Θοδωρής πήρε το δαυλό και τον εκσφενδόνισε στο διάστημα για να παραστήσει, λέει, το φλεγόμενο μετεωρίτη.

Τους τραγούδησε. Και δεν έλεγε να σταματήσει έτσι όπως την άκουγαν εκστατικοί, άνθρωποι, άνεμοι και ξωτικά.

Φεγγάρι ανέτειλε φτενό με σάρκα από οπάλι

κι έριξε μαύρη πετονιά στου κόσμου την αγκάλη.

Στη μια άκρα είχε για δόλωμα έρωτα σταμναγκάθι,

στην άλλη όλα της αυλής των δυνατών τα πάθη.

Ας ήταν σφιχτοπλέξουδη η πετονιά του σκάλα

σαν αίλουρος να τιναχτώ στα ύψη τα μεγάλα.

Να μη με πιάνει απόγνωση μ’ αυτά που αντικρύζω

όταν στα στενοσόκακα μονάχη σεργιανίζω.

Κι όταν γκρεμίζεται η καρδιά σ’ ολάχνιστο καμίνι

να την καθίζω στο σοφρά σεμνά να τρωγοπίνει.

Γιατί είναι αφρός στη θάλασσα, στην έρημο αντιλόπη

κι όταν τ’ αστέρια αυτοκτονούν σ’ αρχαίο ναό μετόπη.

Δεν έχει αγάπη να κρυφτεί, προσκέφαλο να γείρει

στον άνεμο σκορπίζεται σαν ανεμώνης γύρη.

Τη θέλει ο γιος του λιονταριού μα εκείνη δεν τον θέλει.

Κάλλιο στ’ αλάτι λεύτερη παρά δετή στο μέλι.

Κι αν έρθει εκείνη η στιγμή κι η ώρα η αγιασμένη

που δεν θα υπάρχει τίποτα για να το περιμένει,

δεν λαχταρά κάτι πολύ και δυνατό να γίνει

μόν’ στης λεβάντας τον ανθό δροσοσταλιά να μείνει.

Ελάτη, Αύγουστος 1995, στα λημέρια του Κόζιακα.

Ένας Ερμής μοναδικός…

Ερμής: Ας ξαποστάσουμε λίγο εδώ, Διόνυσε! Πάντα είναι κουραστικά τα ταξίδια για τα μωρά όπως εσύ κι ας είσαι και γιος του Δία! Ουφ, ας στηριχτώ λιγάκι σ’ αυτό το δέντρο. Είσαι και στρουμπουλός και κοψομεσιάστηκα να σε μεταφέρω τόσην ώρα!

Διόνυσος: Ουά, ουά, ουαααααά!

Ερμής: Έλα τώρα, μην κλαις! Σε λίγο φτάνουμε στον Ορχομενό, στη θεία σου την Ινώ και στο θείο σου τον Αθάμαντα, που θα σε φροντίσουν. Στα πούπουλα θα σε μεγαλώσουν!

Διόνυσος: Αγκού, αγκού, φτου!

Ερμής: Καλά, καλά, το ξέρω ότι σου λείπει πολύ η μητέρα σου η Σεμέλη, η όμορφη κόρη του βασιλιά της Θήβας Κάδμου. Μη με γεμίζεις σάλια! Τι να κάνουμε που η θεά  Ήρα είναι τόσο ζηλιάρα; Μόλις μυρίστηκε ότι ο μπερμπάντης ο αντρούλης της αγάπησε τη μαμά σου κι ότι αυτή θα γεννούσε εσένα, της έκανε τη ζωή πατίνι. Εσύ γεννήθηκες πρόωρα κι ο Δίας σ’ έχωσε μέσα στο…μηρό του, για να σε γλυτώσει από βέβαιο χαμό. Τώρα που ξαναγεννήθηκες δυναμωμένος, ανέλαβα εγώ να σε παραδώσω σε καλά χέρια. Κάνε λίγο υπομονή, φτάνουμε!

Διόνυσος: Αααααψού! Ουά ουά!

Ερμής: Μη μου πεις ότι κρυώνεις! Κάτσε να σε σκεπάσω λιγάκι με το μανδύα μου. Όχι, μην κλαψουρίζεις πάλι. Να! Κοίτα, τι ωραίο σταφυλάκι κρατάω στο δεξί χεράκι! Μόλις μεγαλώσεις λίγο, θα το γευθείς και θα ξεχάσεις τη γκρίνια. Τι λέω, μόνο θα το γευθείς; Ξακουστός θεός – προστάτης του αμπελιού, του γλεντιού και του κρασιού θα γίνεις, όλοι στην υγειά σου θα πίνουν! Άντε, πάμε τώρα, αργήσαμε…

Ο Ερμής που κρατάει το μικρό Διόνυσο, είναι ένα από ωραιότερα και πιο γνωστά έργα του περίφημου Αθηναίου γλύπτη Πραξιτέλη. Χρονολογείται στα 330 π.Χ. περίπου (κλασική περίοδος). Βρέθηκε στην αρχαία Ολυμπία, στο χώρο του Ηραίου, ναού αφιερωμένου στη θεά Ήρα. Το υπέροχο αυτό άγαλμα είναι φτιαγμένο από παριανό μάρμαρο και έχει ύψος 2,13 μέτρα. Σήμερα βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας. Το δεξί χέρι του Ερμή λείπει και οι αρχαιολόγοι υποθέτουν ότι ο θεός κρατούσε ένα τσαμπί σταφύλι, που το έδειχνε στο μικρό Διόνυσο, για να τον ευθυμήσει.

Ερωτικό

Να ’χες τα βλέφαρα κλειστά, τα χείλη σκαλοπάτια,
τα σκαλοπάτια ν’ ανεβώ, να σε φιλώ στα μάτια.

Και ν’ αποθέσω στο σοφρά του πιο γλυκού σου ύπνου,
το πρόσφορο και το κρασί του Μυστικού μου Δείπνου.

Να μπω σαν κλέφτης, μάτια μου, στα παραμιλητά σου
και να φυτέψω μια ροδιά για κάθε αποθυμιά σου.

Να μετρηθώ με τον καημό, την αγωνία, τη λήθη
και στης καρδιάς τον αργαλειό να υφάνω παραμύθι,

που να μη λέει για μάγισσες, για δράκους και τελώνια,
μα για σφιχταγκαλιάσματα σ’ ολόλευκα σεντόνια.

Του εγωισμού μου ν’ αρνηθώ το στρουφηχτό κοχύλι
και στο λαιμό σου να δεθώ σα ναυτικού μαντήλι,

για ν’ανασαίνω τ’ άρωμα, το πικραμύγδαλό σου
και να με λογαριάζουνε ολότελα δικό σου.

Στα δόντια να κρατώ σουγιά, να περπατώ στις μύτες,
σε κοντραμπάντο όταν μπλεχτώ μ’ αντάρτες και προφήτες.

Γιατί έχω ανατολίτικο αίμα μες στο κορμί μου,
μ’ από της Δύσης την κλωστή κρεμιέται η ζωή μου.

Ο πίνακας είναι της Έφης Κοκκινάκη

Ερωτικό

Να ’χες τα βλέφαρα κλειστά, τα χείλη σκαλοπάτια,
τα σκαλοπάτια ν’ ανεβώ, να σε φιλώ στα μάτια.

Και ν’ αποθέσω στο σοφρά του πιο γλυκού σου ύπνου,
το πρόσφορο και το κρασί του Μυστικού μου Δείπνου.

Να μπω σαν κλέφτης, μάτια μου, στα παραμιλητά σου
και να φυτέψω μια ροδιά για κάθε αποθυμιά σου.

Να μετρηθώ με τον καημό, την αγωνία, τη λήθη
και στης καρδιάς τον αργαλειό να υφάνω παραμύθι,

που να μη λέει για μάγισσες, για δράκους και τελώνια,
μα για σφιχταγκαλιάσματα σ’ ολόλευκα σεντόνια.

Του εγωισμού μου ν’ αρνηθώ το στρουφηχτό κοχύλι
και στο λαιμό σου να δεθώ σα ναυτικού μαντήλι,

για ν’ανασαίνω τ’ άρωμα, το πικραμύγδαλό σου
και να με λογαριάζουνε ολότελα δικό σου.

Στα δόντια να κρατώ σουγιά, να περπατώ στις μύτες,
σε κοντραμπάντο όταν μπλεχτώ μ’ αντάρτες και προφήτες.

Γιατί έχω ανατολίτικο αίμα μες στο κορμί μου,
μ’ από της Δύσης την κλωστή κρεμιέται η ζωή μου.

 

Ο πίνακας είναι της Έφης Κοκκινάκη

“Ο Αργοναύτης” του Στρατή Μυριβήλη

«…Την άλλη μέρα το μελτέμι φυσούσε δυνατό. Ο ήλιος λαμποκοπούσε μακριά, πάνω στα νερά. Σαν να φτερούγιζαν ξαφνικά, από κύμα σε κύμα, μεγάλα πουλιά με ασημένιες φτερούγες. Το Αιγαίο ξεδιπλωνόταν μαζί και άνθιζε άσπρους αφρούς και κρόσσια. Το μελτέμι σκόρπισε σ’ όλη την επιφάνεια του νερού άσπρα μεταξωτά μαντηλάκια.

Κι η «Φανερωμένη» έφευγε χαρούμενη χορεύοντας και αστράφτοντας μέσα στο φως από τις φρέσκιες μπογιές της, με τα πανιά τέντα. Σήκωσαν από τα πλάγια της κουπαστής και τους μουσαμάδες. Μα πάλι έρχονταν κάθε τόσο δυνατά, δροσερά χτυπήματα από το κύμα, που γέμιζε με τους σπασμένους αφρούς του αέρα. Μοσχοβολούσε φρέσκια η θάλασσα.

Ο Αντρέας χαιρόταν. Ήταν ευτυχισμένος. Ήταν κάτι σαν το μεθύσι αυτή η αίσθηση. Έγλειφε με την άκρη της γλώσσας του τα χείλη και ένιωθε την έντονη γεύση της άρμης στο στόμα του. Να, αυτό ήθελε να νιώθει σε όλη του τη ζωή. Να τρέχει πάνω στη μαβιά θάλασσα, να ακούει τον άνεμο να σκίζεται και να τρέχει στο πρόσωπό του, στα μαλλιά του, στο γιακά του πουκαμίσου του, σαν το δροσερό νερό. Να βλέπει τα μεγάλα πανιά τεντωμένα, να γέρνουν χαριτωμένα από τη μια πλευρά. Και να πιστεύει πως αυτές οι άσπρες φτερούγες είναι φυτρωμένες στους ώμους του. Πως αυτός είναι που τον σηκώνουν πάνω στα κύματα και τον κάνουν να τρέχει μέσα στο βαθύ αυλάκι που οργώνει το πέλαγος….» (σελ. 79).

Υπάρχουν μερικά βιβλία που στη συνείδησή μου έχουν συνδεθεί αναπόσπαστα με το καλοκαίρι. Ίσως επειδή το καλοκαίρι προσφέρεται για ταξιδιάρικες αναγνώσεις. Ίσως επειδή το θέμα τους παραπέμπει με τον τρόπο του σε φευγιό από τα καθιερωμένα και τα καθημερινά. Ίσως επειδή απλά μιλούν για την ακόρεστη δίψα του ανθρώπου να βιώσει την απόλυτη ελευθερία σε όλο της το μεγαλείο και να τραφεί από τους γλυκόπικρους καρπούς της. Σε αυτά τα βιβλία συγκαταλέγω το μυθιστόρημα «Ο Αργοναύτης» του Στρατή Μυριβήλη, ένα από τα δύο παιδικά βιβλία που έγραψε, κυκλοφόρησε το 1936 από τις εκδόσεις Κασταλία και στη συνέχεια από τις εκδόσεις Εστία.

Στην παρούσα έκδοση η φιλόλογος Ανεζίνα Φωτεινού επιχειρεί μία «μεταγλώτισση του έργου στην κοινή νεοελληνική», ώστε να γίνει πιο προσιτό στα σημερινά παιδιά. Έχει σκύψει με μεράκι, αγάπη και σεβασμό επάνω στο πρωτότυπο κείμενο, με αποτέλεσμα αυτό να διαβάζεται απνευστί, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό τη φρεσκάδα, τη γλαφυρότητα και το προσωπικό ύφος του συγγραφέα.

Ο Αντρέας είναι ένας μικρός νησιώτης που στις φλέβες του ρέει αίμα καραβοκύρηδων αλλά η οικογένειά του, χαροκαμένη από τη θάλασσα, ονειρεύεται να τον δει μορφωμένο και γαντζωμένο στη στεριά. «Δασκαλοπαίδι» τον φωνάζουν όλοι στο νησί του, επειδή τα παίρνει τα γράμματα. Αλλά η ψυχή του είναι δοσμένη στο αλμυρό νερό και το μυαλό του κολλημένο στη ζωή και στις περιπέτειες των Αργοναυτών… Η τύχη θα το φέρει έτσι ώστε να βρεθεί μπροστά του η ευκαιρία να επιλέξει μία από τις δύο ρότες: τη στεριανή ή τη θαλασσινή. Η επιλογή του θα τον φέρει αντιμέτωπο όχι μόνο με τη μεγάλο θεριό, τη θάλασσα, αλλά κυρίως με τον ίδιο του τον εαυτό. Και θα τον «βυθίσει» με τρόπο πρωτόγνωρο και για τον αναγνώστη μοναδικό στη χρυσή ωριμότητα.

Ο Στρατής Μυριβήλης προσφέρει σε μικρούς και μεγάλους ένα υπέροχο ανάγνωσμα, όπου αποτυπώνεται γλαφυρά και αγαπητικά μία άλλη νησιωτική Ελλάδα, αυτή που συχνά πυκνά όλο και περισσότεροι νεοέλληνες αναπολούμε, ειδικά όταν βρισκόμαστε για διακοπές μεσούντος του καλοκαιριού στα νησιά μας. Μια Ελλάδα που μπορεί να μη διέθετε οικονομικό πλούτο και τεχνολογικές ανέσεις, αλλά διέθετε σίγουρα περίσσευμα ψυχής, πάθος και ευχαριστία για τη ζωή, ευστροφία, αυθεντικότητα, στιβαρές αξίες και ήθος. Ο νησιώτικος μικρόκοσμος των ηρώων του βιβλίου αστράφτει μαγευτικά σαν λειασμένο από την αλμύρα και τη θερμότητα του ήλιου βότσαλο στη σμαραγδένια ακρογιαλιά της λεξοθάλασσας του Μυριβήλη. Τόσο, που δεν μπορείς να σηκώσεις το βλέμμα από τις κυματιστές αράδες του και το μόνο που θέλεις είναι να γευθείς αχόρταγα το αισθητικό ξεδίψασμα που σου προσφέρουν.

Ο Αντρέας, ως άλλος Ροβινσώνας Κρούσος, θα χρησιμοποιήσει τις γνώσεις, τις παραινέσεις, τις εντυπώσεις, τις συμβουλές και την εμπειρία του βιωματικού μεγαλώματός του μέσα στη φύση και πλάι σε παλαίμαχους βιοπαλαιστές της γης και της θάλασσας, για να επιβιώσει από την περιπέτεια στην οποία τον ρίχνει η απόφασή του να ακολουθήσει τη φωνή της καρδιάς του. Ο Μυριβήλης έχει τη μοναδική ικανότητα να δίνει σάρκα και οστά με το λόγο του στη φύση και τα πλάσματά της, έτσι ώστε διαβάζοντας να τα σκέφτεσαι και να τα νιώθεις συμπρωταγωνιστές στην πλοκή του έργου του, ισάξιους με τους ανθρώπους – ήρωές του. Ακόμη και όταν ο μικρός ναυαγός θα χρειαστεί να αφαιρέσει τη ζωή από κάποια ζώα για να καταφέρει να επιβιώσει, ο τρόπος που αυτές οι δύσκολες στιγμές αποτυπώνονται από το συγγραφέα δεν φοβίζει, δεν προσβάλει, δεν αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη. Ούτε εξανεμίζεται η ευαισθησία, ο θαυμασμός και η αγάπη με την οποία περιγράφει το φυσικό περιβάλλον. Αυτό επιτυγχάνεται εν μέρει και με την αριστοτεχνική ένταξη στην εξέλιξη της ιστορίας του Κουρτ, του σκυλιού που σώζει και περιθάλπει ο Αντρέας, για να γίνει στη συνέχεια ο πιστός και αχώριστος σύντροφός του σε όλες του τις περιπέτειες.

Ένα άλλο ενδιαφέρον και γοητευτικό στοιχείο της πλοκής του έργου είναι η δημιουργική σύνδεση της αφήγησης με στοιχεία από τη μυθολογία και την ιστορία, όπου σημαντικότερο ρόλο παίζουν βέβαια η Αργώ και η Αργοναυτική εκστρατεία. Έτσι, το ανάγνωσμα γίνεται εκτός από ψυχαγωγικό και διδακτικό, με την παιδαγωγική σημασία του όρου, προσφέροντας αφορμές να ψάξουν τα παιδιά περισσότερο τη μυθολογία, να τη «φρεσκάρουν» αν ήδη τη γνωρίζουν, ή να μυηθούν σε αυτήν αν όχι.

Η παρούσα έκδοση ευτύχησε να εικονογραφηθεί από το Νικόλα Ανδρικόπουλο. Οι εικόνες του είναι εξαιρετικές, μυρίζουν ελληνικό καλοκαίρι, νησί, ψάρεμα, βουτιά, ταξίδι. Αριστοτεχνική η προσωπογραφία του θαλασσοδαρμένου ναυτικού που σώζει τον Αντρέα, στη σελίδα 153. Χάρμα οφθαλμών, σχεδόν νιώθεις την ορμή και τη δροσιά της, η σκηνή όπου ο Αντρέας βουτά και ξεκολλά την πίννα από το βυθό (κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου). Ανάλαφρη και τόσο οικεία η εικόνα της σελ. 55, όπου ο Αντρέας με το φίλο του τον Πετρή και το σκυλί του είναι ξαπλωμένοι στην κουπαστή της μπρατσέρας «Φανερωμένη» και κουβεντιάζουν τα όνειρά τους…

Η παρούσα έκδοση συνοδεύεται από παράρτημα με προτάσεις για ψυχαγωγικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες για μικρά και μεγάλα παιδιά. Ταπεινή μου άποψη είναι ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο. Αποτελούν χρήσιμο βοήθημα για εκπαιδευτικούς που θα θελήσουν να παρουσιάσουν το έργο αυτό του Μυριβήλη στις τάξεις τους και να το επεξεργαστούν με τους μαθητές τους. Αλλά δεν είναι αυτός ο βασικός στόχος μιας τέτοιας έκδοσης. Βασικός της στόχος είναι η μύηση των παιδιών (και όχι μόνο) στην καλή λογοτεχνία και στην αισθητική απόλαυση που αυτή εγγυάται. Και πιστεύω ότι έχει επιτευχθεί. Στα συν της έκδοσης η επεξήγηση λέξεων από τη ναυτική ορολογία, όπου αυτή απαντάται στο κείμενο, κάτι που βοηθά και διευκολύνει άμεσα τον αναγνώστη να συνεχίσει απρόσκοπτα την ανάγνωση.

Ο Αντρέας μου θύμισε έναν άλλο πολύ αγαπημένο μου νεαρό-λογοτεχνικό ήρωα, με τον οποίο βρίσκω ότι έχουν πολλά κοινά και ότι θα έκαναν τέλεια παρέα, αν μπορούσαν να γνωριστούν: τον εντεκάχρονο Απελλή της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου από το εξαίρετο βιβλίο της «Καναρίνι και μέντα» (Πατάκης, 1996 η πρώτη έκδοση, 2007 η δέκατη ανατύπωση). Διαβάστε τα αμφότερα και θα με θυμηθείτε!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Ο Αργοναύτης» του Στρατή Μυριβήλη έχει γυριστεί και σε τηλεοπτική σειρά το 1989 από την ΕΤ1, σε σκηνοθεσία του Μάνθου Σαντοριναίου.

https://www.retrodb.gr/wiki/index.php/%CE%9F_%CE%91%CF%81%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%82

https://www.youtube.com/watch?v=Gji5wzq3kFQ

https://www.youtube.com/watch?v=lr1REWpph28

Πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Στρατή Μυριβήλη:

http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=288

Απόσπασμα από το πρωτότυπο έργο: http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/mythology/browse.html?text_id=314

Στρατή Μυριβήλη, «Ο Αργοναύτης», ελεύθερη απόδοση και επιμέλεια Ανεζίνα Φωτεινού, εικονογράφηση Νικόλας Ανδρικόπουλος, εκδόσεις Σαϊτη, Αθήνα 2016