Το φως ανάμεσα στους ωκεανούς

to_fos_anamesa_stous_okeanous

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«…Ανοιγόκλεισε τα μάτια και κούνησε γρήγορα το κεφάλι. Του ερχόταν ίλιγγος. Για να επανέλθει προσηλώθηκε στους χτύπους της καρδιάς του, πάτησε γερά στα πόδια του κι ένωσε τις φτέρνες μέσα στις μπότες του. Ύψωσε το ανάστημά του. Διάλεξε ένα σημείο στην πόρτα του φάρου -έναν μεντεσέ που είχε λασκάρει- και αποφάσισε να ξεκινήσει από εκεί. Από κάτι χειροπιαστό. Πρέπει να στραφεί σε κάτι χειροπιαστό, γιατί αν δεν το κάνει, ποιος ξέρει πού θα του παρασύρει ο αέρας το μυαλό και την ψυχή, σαν αερόστατο χωρίς έρμα. Αυτό ήταν το μόνο που τον είχε βοηθήσει να περάσει τα τέσσερα χρόνια αίματος και τρέλας: να ξέρεις ακριβώς πού βρίσκεται το όπλο σου όταν γλαρώνεις για δέκα λεπτά στο όρυγμα· πάντα να ελέγχεις τη μάσκα αερίων· να φροντίζεις να καταλαβαίνουν οι άντρες σου τις διαταγές μέχρι κεραίας. Δε σκέφτεσαι το μέλλον σε χρόνια ή μήνες. Σκέφτεσαι αυτή την ώρα, άντε και την επόμενη. Όλα τα υπόλοιπα είναι εικασίες…» (σελ. 52-53).

Πολλές φορές αναρωτιέμαι ποια είναι τα βασικά, τα θεμελιώδη συστατικά που ορίζουν την καλή λογοτεχνία. Προσπαθώ να νοηματοδοτήσω και να συμπυκνώσω σε έναν ιδεατό μπούσουλα τις αδιαμφισβήτητες αιτίες, τους λόγους που με κάνουν ως αναγνώστρια να δηλώσω απερίφραστα ότι «αυτό είναι ένα καλό, ή ένα εξαιρετικό βιβλίο». Νομίζω ότι τελικά δεν είναι τόσο δύσκολο. Αρκεί ένα βιβλίο να συνδυάζει το χειροπιαστό με το ονειρικό, το πραγματικό με το ιδεατό, αυτό που είμαστε με αυτό που θα θέλαμε να είμαστε, τον παρόντα αγωνιστή και τον μελλοντικό δρέποντα τους καρπούς των κόπων του εαυτό μας. Να μας βυθίζει αβίαστα και τρυφερά αλλά και μεθοδικά, αποφασιστικά, στην εξερεύνηση αγνώστων διαστάσεων του υλικού και του πνευματικού κόσμου, του ανθρωπογενούς και του φυσικού περιβάλλοντος, ακόμη και του σύμπαντος. Να μας προσφέρει αφειδώλευτα γνώσεις, συγκινήσεις, όψεις και απόψεις προσωπικών και συλλογικών εμπειριών και τελικά αφύπνισης, εγρήγορσης και αυτοπραγμάτωσης. Να εξυψώνει τη γλώσσα (αλλιώς τι λογοτεχνία θα ήταν;), να δικαιώνει τους ορατούς και αόρατους στόχους, επιδιώξεις και προσδοκίες τόσο του συγγραφέα του όσο και των αναγνωστών του, μέσω της πλοκής του και του ύφους γραφής του. Να μας ταξιδεύει σταθερά, απογειώνοντας την ελευθερία του μυαλού και των συναισθημάτων μας χωρίς φόβο αλλά με πολύ πάθος, από το ξημέρωμα, τη γέννηση της μυθοπλασίας του, μέχρι το μεσημέρι, την ύβρη και την κορύφωσή της, έως και το λυτρωτικό νύχτωμα, τη λύση της και την δική μας ανακουφιστική κάθαρση.

Σκεπτόμενη όλα τα παραπάνω, μπορώ με κάθε ειλικρίνεια να δηλώσω ότι κατά την ταπεινή μου γνώμη η Αυστραλή συγγραφέας Μ. Λ. Στέντμαν με το παρθενικό της μυθιστόρημα «Το φως ανάμεσα στους ωκεανούς», μας χάρισε ένα εξαιρετικό βιβλίο. Ένα ανάγνωσμα που δεν μπορείς να εγκαταλείψεις παρά μόνο φτάνοντας στην τελευταία του τελεία.

“Στον φάρο ενός μικροσκοπικού νησιού μισή μέρα με καράβι από τις ακτές της δυτικής Αυστραλίας, εργάζεται ο Τομ Σέρμπουρν, που έχει επιζήσει από τη φρίκη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Στο πλευρό του έχει τη νεαρή γυναίκα του, την Ίζι, με την οποία ζει την απόλυτη ευτυχία του έρωτα, που μόνο ένα πράγμα φαίνεται να σκιάζει, η συνειδητοποίηση ότι δε θα μπορέσουν να κάνουν τελικά παιδιά. Ώσπου ένα απριλιάτικο πρωινό στην παραλία εξοκέλλει μια βάρκα. Μέσα στη βάρκα αυτή υπάρχει το άψυχο σώμα ενός άντρα κι ένα μωρό που κλαίει γοερά. Ξεκομμένοι από τον έξω κόσμο, ο Τομ και η Ίζι θ’ αψηφήσουν τους κανόνες της λογικής και τους νόμους των ανθρώπων και θα ακολουθήσουν την καρδιά τους…”.

Έτσι περιγράφεται συνοπτικά στο οπισθόφυλλο του βιβλίου η υπόθεσή του. Ίσως να προϊδεάζει τον υποψήφιο αναγνώστη του για ένα γλυκερό, ρομαντικό ανάγνωσμα. Όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Ο φάρος της Στέντμαν ούτε περικλείει ούτε περιθάλπει την απόλυτη μοναξιά, τον αναχωρητισμό, μια κάπως γραφική ή και εκκεντρική απομόνωση από τα εγκόσμια. Το ακριβώς αντίθετο. Δίνει στέγη και νόημα στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης, της ατομικής αλλά και της κοινωνικής της υπόστασης. Και μας ξαφνιάζει, μας συνταράζει σε κάθε περιδίνηση των κυμάτων, σε κάθε αποστροφή των ανέμων, σε κάθε στροβίλισμα του ουράνιου θόλου, από πάνω και γύρω του. Το σωστό και το λάθος, το δίκαιο και το άδικο, το όμορφο και το άσχημο, το έντιμο και το ανέντιμο, η αλήθεια και το ψεύδος, όπως και το κατά συνθήκη ψεύδος, η γαλήνη και η αντάρα, η σιωπή και η κοσμοχαλασιά, η αμαρτία και η συγχώρεση, ο πόνος και η ίαση, η λήθη και η ανεξίτηλη μνήμη, η ειλικρίνεια και η παρεξήγηση, ο θυμός και η ηρεμία, όλα τα σημαντικά δίπολα της ζωής του ανθρώπου αναπνέουν και εκφράζονται, συγκρούονται και καταλαγιάζουν σε αυτόν το φάρο.

«Πιστεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να κάνουν το σωστό. Ίσως έχουν πολύ διαφορετικές ιδέες για το τι ακριβώς είναι «σωστό», αλλά ελάχιστοι άνθρωποι θα είναι ευχαριστημένοι να ζουν μέσα σ’ αυτό που θεωρούν ότι είναι ψέμα. Η ιστορία βασίζεται εν μέρει σε μια σύγκρουση αξιών. Τα άτομα δίνουν διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικές αξίες. Για μερικούς ανθρώπους, η δικαιοσύνη ίσως είναι η πιο σημαντική αξία. Για άλλους, η ειλικρίνεια. Ο Τομ εκτιμά την ακεραιότητα, το καθήκον, την ειλικρίνεια, την πίστη, την ανάληψη της ευθύνης, τη στωικότητα και την αυτοθυσία. Δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό γι’ αυτόν να είναι αρεστός στους άλλους, αν και συνήθως είναι. Η Ιζαμπέλ, από την άλλη πλευρά, εκτιμά την αγάπη, την καλοσύνη, το χιούμορ και το πάθος. Στην Ιζαμπέλ αρέσει το ν’ αρέσει στους άλλους. Νομίζω ότι αν είσαι υποχρεωμένος να συμπεριφέρεσαι με τρόπο που έρχεται σε αντίθεση με τις βασικές πεποιθήσεις σου για τον κόσμο, αυτό μπορεί να σε καταστρέψει πραγματικά. Στο μέτρο που η ηθική είναι προϊόν των αξιών του καθενός, ναι, είναι πράγματι πολύ ισχυρή», λέει -μεταξύ άλλων- η συγγραφέας σε συνέντευξη που παραχώρησε στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη, στο www.diastixo.gr, στις 15/12/2015.

Το περιβάλλον του φάρου και ο ιδιαίτερος μικρόκοσμός του, που είναι ταυτόχρονα και μικρός και μέγας, όπως θα έλεγε κι ο ποιητής, αποδίδεται με ξεχωριστή φροντίδα και περιγραφική δεινότητα. Η συγγραφέας σίγουρα αγαπά πολύ αυτόν τον τόπο. Δεν είναι δυνατόν να περιγράψεις κάτι με τέτοια ενάργεια, σπαρακτικά όμορφα σε μερικά στιγμιότυπα, αν δεν το έχεις ζήσει με κάποιο τρόπο και αν δεν το αγαπάς βαθιά. Και σίγουρα έχει επιδοθεί στην απαραίτητη ενδελεχή έρευνα για να αποδώσει με ακρίβεια τεχνικές λεπτομέρειες και να διαμορφώσει την καθημερινότητα του ήρωα-φαροφύλακά της με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι απολύτως φυσική και αληθοφανής. Αυτή της η σπουδή, σε συνδυασμό με τις αφηγήσεις του ναυτικού πατέρα μου που άκουγα από παιδί και τη γοητεία που ανέκαθεν ασκούσαν επάνω μου οι φάροι στα διάφορα ταξίδια μου, αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον μου γι’ αυτούς και με έκανε να αναζητήσω περισσότερες πληροφορίες για τους ελληνικούς φάρους στην επίσημη ιστοσελίδα της Υπηρεσίας Φάρων: http://www.hellenicnavy.gr/hosted/yf/index.php/el/.

Οι χαρακτήρες της Στέντμαν είναι πλασμένοι από σάρκα και όνειρα, όπως και όλοι εμείς στην πραγματική ζωή. Καθένας μας θα αναγνωρίσει σε αυτούς δικές του φανερές ή και απόκρυφες πλευρές. Θα ταυτιστεί μαζί τους, θα αναστενάξει, θα υπεκφύγει, θα καθρεφτιστεί ανήμπορος ή παντοδύναμος στα μάτια τους, θα μετέλθει των δεινών τους, θα πονέσει, θα χαρεί, θα μισήσει, θα σκυθρωπιάσει, θα συγχωρέσει ή μπορεί και όχι, θα κάνει τον ανέγνωρο, θα λιγώσει από την ευτυχία τους, θα καμφθεί από την απόγνωσή τους. Μα δεν θα μπορέσει ούτε λεπτό να τους εγκαταλείψει. Η καλύτερη απόδειξη του ταλέντου ενός λογοτέχνη.

Η πλοκή της ιστορίας αναπτύσσεται φυσικά, με τρόπο αριστοτεχνικό και με χρήση της τριτοπρόσωπης αφήγησης σε παρελθόντες χρόνους αλλά και σε ενεστώτα, κάτι που δημιουργεί την αίσθηση της γοργής κινηματογραφικής εξέλιξης στο παρόν, εδώ μπροστά, στο πλάι σου (δεν είναι τυχαίο ότι το μυθιστόρημα έχει ήδη γυριστεί και σε ταινία). Η κορύφωση έρχεται σαν το κύμα που ταξιδεύει από μίλια μακριά φουσκώνοντας σταδιακά, ώσπου να σκάσει με ένταση, φανερή και υπόκωφη, στην ακτή. Κάθε ήρωας, μαζί και αναγνώστης, λαμβάνει αυτό που κυοφόρησε στην ψυχή του, όσο δούλευαν εν αγνοία του ή και με τη σύμπραξή του, στην επιφάνεια ή και στο βυθό του ωκεανού της ζωής, τα γεγονότα. Αλλά διατηρεί πάντα το δικαίωμα της προσωπικής επιλογής. Και αυτό είναι η παντοτινή σκλαβιά κι η μονάκριβη ελευθερία του…

«…Οι ωκεανοί δε σταματούν ποτέ. Δεν έχουν αρχή και τέλος. Ο αέρας δεν παύει ποτέ. Χάνεται μερικές φορές, αλλά μόνο για να πάρει φόρα από κάπου αλλού και μετά επιστρέφει και ρίχνεται στο νησί για να αποδείξει κάτι που ο Τομ δεν καταλαβαίνει. Εδώ η ύπαρξη μετριέται σε κολοσσιαίες κλίμακες. Ο χρόνος μετριέται με εκατομμύρια χρόνια· οι βράχοι που από μακριά μοιάζουν με ζάρια πεταμένα στην ακτή είναι ογκόλιθοι με πλάτος δεκάδων μέτρων, λειασμένοι από χιλιετίες, πεσμένοι στο πλάι έτσι που οι στρώσεις γίνονται κάθετες ρίγες. Ο Τομ παρακολουθεί τη Λούσυ και την Ίζαμπελ που πλατσουρίζουν στην Παραδεισένια Λίμνη, ενώ το κοριτσάκι είναι εκστασιασμένο από τα πιτσιλίσματα, την αλμύρα και τους αστερίες με το εκθαμβωτικό μπλε χρώμα που έχει ανακαλύψει. Παρακολουθεί τα δαχτυλάκια της να γραπώνουν το ζωάκι, το πρόσωπό της να λάμπει από ενθουσιασμό και καμάρι, θαρρείς και είναι δικός της δημιούργημα. «Μπαμπούλη, δες. Ο αστελίας μου!» Ο Τομ δυσκολεύεται να συλλάβει ταυτόχρονα τις δύο χρονικές κλίμακες: την ύπαρξη ενός νησιού και την ύπαρξη ενός παιδιού…» (σελ. 230-231).

«Το φως ανάμεσα στους ωκεανούς» είναι ένα βιβλίο που θα σκέφτεσαι για μέρες, ίσως και μήνες μετά από την ανάγνωσή του. Θα ήταν παράλειψη να μην τονίσω ότι η μετάφραση της Νίνας Μπούρη είναι πραγματικά εμπνευσμένη. Ένα βιβλίο που θα φυλάξεις σε περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη σου και που θα ξαναδιαβάσεις στο μέλλον. Ως ωριμότερος ίσως αναγνώστης, αλλά πάντα διψασμένος για την ομορφιά της αλήθειας και την αλήθεια της ομορφιάς.

Μ. Λ. Στέντμαν, Το φως ανάμεσα στους ωκεανούς, μετάφραση Νίνα Μπούρη, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012

ExLibris_EVI_S

 

Ρίξαμε κάτι ύπνους…

matisse-ypnosΒαγγελίτσα Ανησυχίδου: Κωστάκη, εεε…Κωστάκη! Ξύπνα επιτέλους! Σήμερα θα γράψουμε για τον ύπνο και είσαι ο πλέον κατάλληλος άνθρωπος για να αναπτύξει το θέμα.

Κωστάκης Υπναρίδης: Μμμμ, ζζζζζ, χρρ…φφσττ, χρρ…φφσττ!

Β.Α.: Σταμάτα το ροχαλητό και σήκω να μπούμε στο ψητό!

Κ.Υ.: «Άαααασε με στη βαθιά σκοτούρα
και μην αρχίζεις τη μουρμούρααα!
Κοφ’ το γαζί, μην το τραβούμε,
σβήσε το φως να κοιμηθουουούμε!»…

Β.Α.: «Ξύπνα μικρό μου κι άκουσε,
άκου μινόρε της αυγής…
Αν συνεχίσεις να κοιμάσαι,
εδώ θα γίνει της μουρλής!»…

Κ.Υ.: Εδώ Κωστάκης Πυτζαμίδης, εεε…Υπναρίδης. Αμολήστε τις ερωτήσεις σας, παρακαλώ!

Β.Α.: Τι είναι ο ύπνος, ειδικέ μου; Για μιλήστε μας ολίγον…επιστημονικώς!

Κ.Υ.: Ο ύπνος είναι ξεκούραση για το σώμα, φρεσκάρισμα του εγκεφάλου που «ξεφορτώνεται» τις άχρηστες πληροφορίες και τροφή για τη μνήμη, που δυναμώνει. Δυσκολεύεται ο Τοτός να λύσει την άσκηση στα μαθηματικά; Ας πάρει έναν υπνάκο κι όταν ξυπνήσει, η λύση το μυαλουδάκι του θα… γαργαλήσει! Κάτι ήξερε κι ο Αϊνστάιν που κοιμόταν χορταστικά (δέκα ώρες τουλάχιστον), ύστερα από κάθε του «πάλη» με της φυσικής τα θηρία, παρντόν, τη θεωρία!euphronios-2 Hypnos-Thanatos-Sarpedon

Β.Α.: Αληθεύει ότι όταν κάποιος μαθαίνει ποδήλατο, ή ένα μουσικό όργανο, ο ύπνος μπορεί να του κάνει δωρεάν…φροντιστήριο;

Κ.Υ.: Και βέβαια! Τον βοηθάει να αφομοιώσει ευκολότερα τα νέα δεδομένα και να τα «νοικοκυρέψει» στο μυαλό του. Είναι αυτό που λένε «αυτός κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει!»…

Β.Α.: Πόσες ώρες πρέπει να κοιμόμαστε, γιατρέ μου;

Κ.Υ.: Ζζζζυνεχώς! Ωχ, ωχ, μη βαράς, βρε Βαγγελίτσα! Ένα αστειάκι είπα να κάνω…Οι επιστήμονες λένε ότι οκτώ ώρες ύπνου είναι -κατά μέσον όρο- απαραίτητες για τον άνθρωπο.

ÌÏÕÓÅÉÏ ÌÐÅÍÁÊÇ ÖÙÔÏÃÑÁÖÉÊÏ ÁÑ×ÅÉÏ ÌÐÁËÁÖÁ Ê

Β.Α.: Ναι, αλλά τα παιδιά και οπωσδήποτε τα μωρά πρέπει να κοιμούνται ασφαλώς περισσότερο, ενώ οι ενήλικες λιγότερο. Άλλοι είναι «πρωινοί τύποι» και ξυπνάνε με τις κότες και άλλοι «βραδινοί» και χουζουρεύουν ως το μεσημέρι. Βέβαια, αυτό εξαρτάται κι από τις δουλειές που κάνουν, καθώς και από τις συνθήκες της ζωής τους. Οπότε, όλα είναι σχετικά.

Κ.Υ.: Δυστυχώς, στις μέρες μας ο καθένας κοιμάται όσο μπορεί κι όχι όσο θέλει, ή όσο είναι απαραίτητο. Γι’ αυτό βλέπεις γύρω σου αρκετούς να κυκλοφορούν κατάχλωμοι σαν φαντάσματα, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια. Ενώ εγώ, κοίτα επιδερμίδα που έχω! Πιάσε μαγουλάκι αφράτο σα μαξιλαράκι!

Β.Α.: Εσύ, Κωστάκη μου, μαζί με τον «Κοιμήση» από τα Στρουμφ συστήνετε ξεχωριστή κατηγορία υπναράδων! Ποιος θα μπορούσε να σας συναγωνιστεί;υπνος2

Κ.Υ.: «Η Ωραία Κοιμωμένη» από το παραμύθι του Σαρλ Περό. Ποιος τη χάρη της! Εκατό χρόνια ύπνου χωρίς διακοπή! Μέχρι κι ο Τσαϊκόφσκι έμεινε με το στόμα…χασμουρητό και της έγραψε μουσική για μπαλέτο. Να σου χορέψω καμιά φιγούρα;

Β.Α.: Αυτό είναι από τ’ άγραφα! Εσύ, παιδάκι μου, δεν παίζεσαι!

Κ.Υ.: Την «Κοιμωμένη των Αγράφων» την ξέρεις;KOIMOMENI_TON_AGRAFON

Β.Α.: Κωστάκη, είσαι ξύπνιος, ή παραμιλάς στον ύπνο σου;

Κ.Υ.: Ηρέμησε, ούτε υπνηλία έχω για να κοιμάμαι όρθιος, ούτε…κυκλοφορώ κι υπνοβατώ! Η «Κοιμωμένη των Αγράφων» είναι μια «παρέα» από κορυφογραμμές δυτικά της Καρδίτσας, που το σχήμα τους μοιάζει με γυναίκα που κοιμάται. Την καμαρώνει όλος ο Θεσσαλικός κάμπος! Οι ντόπιοι διηγούνται πως όταν οι θεοί έφτιαξαν τον κόσμο, η οροσειρά των Αγράφων τους προέκυψε κομμάτι άγρια κι απόκρημνη. Αποφάσισαν, λοιπόν, να την κάνουν να φαίνεται πιο ήμερη, σμιλεύοντας επάνω της το σώμα μιας αποκοιμισμένης νεράιδας!

Β.Α.: Πολύ ρομαντικό! Έχεις δει την «Κοιμωμένη», το γνωστότερο ίσως έργο του γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, στο Α’ Κοιμητήριο της Αθήνας; Το άγαλμα αυτό, μοναδικής ομορφιάς και τέχνης, είναι αφιερωμένο στη μνήμη ενός κοριτσιού, της Σοφίας Αφεντάκη, που πέθανε το 1873. Ήταν μόλις 18 χρόνων.koimomeni-700x525+(1)

Κ.Υ.: Και έγινε αθάνατη σαν το «Μαρμαρωμένο Βασιλιά» του θρύλου!

Β.Α.: Κάπου διάβασα ότι ένας στους δέκα ενήλικους δηλώνει ότι υποφέρει από αϋπνία…

Κ.Υ.: Πως είπατε, κυρία μου; Δεν σας αφήνει το άγχος να κλείσετε μάτι και κάθε βράδυ παίρνετε υπνωτικό χάπι; Και κοντά στα ξημερώματα, για να σας έρθει νύστα, ορμάτε στο ψυγείο και καταβροχθίζετε από πάστες της ώρας μέχρι και προχτεσινούς κεφτέδες; Τιιιιιι; Πίνετε και πολλούς καφέδες;

Β.Α.: Κωστάκη, τι έπαθες;

Κ.Υ.: Αχ! Πατάω ένα κουμπί,
έχει αϋπνίες η χοντρή!
Έξω ο βοριάς σφυρίζει,
μα ο Μήτσος ροχαλίζει!
Εμένα για να σηκωθώ,
με σέρνουν με το βίντσι.
Πως μόνο ώρες τέσσερις
κοιμόταν ο Ντα Βίντσι;Museo_del_Prado_-_Goya_-_Caprichos_-_No._43_-_El_sueño_de_la_razon_produce_monstruos

Β.Α.: Που πας, καλέ; Ξέχασες να μου πεις τι είναι ο ύπνος REM!

Κ.Υ.: «Rapid eye movements», που στα ελληνικά θα πει «γρήγορες κινήσεις των ματιών». Είναι ο ύπνος που «φιλοξενεί» τα όνειρα. Αχ, δεν κρατιέμαι άλλο. Θα κοιμηθώ στο φτερό, σαν τον ιπτάμενο… ερωδιό!

Β.Α.: Τίποτα δεν είπαμε για τον ύπνο των ζώων…Το ξέρεις ότι τα λιοντάρια στην Αφρική κοιμούνται ανάσκελα, με τις πατούσες τους στραμμένες προς τον ουρανό;

Κ.Υ.: REM…μου λες, θα κρατήσει πολύ ακόμη ετούτο το μαρτύριο; Άνοιξε και καμιά εγκυκλοπαίδεια μπας και λαγοκοιμηθείς!«Ο `Υπνος και ο αδελφός του Θάνατος», πίνακας του John William Waterhouse.

Λόγια σοφά και…νυσταγμένα!

• «Λίγα φάε, λίγα πιε, θέσε καλά κοιμήσου».
• «Ο ύπνος θρέφει το παιδί κι ο ήλιος το μοσχάρι
και το κρασί το γέροντα τον κάνει παλικάρι».
• «Της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά».
• «Χαρά στο γέρο που αγρυπνά, στο νέο που κοιμάται».
• «Όπου δεις χοντρές μαγούλες, ύπνος είναι και βαρούλες (=βαρεμάρα, τεμπελιά)».
• «Τα ’χει η γρια στο λογισμό της,
τα θωρεί και στ’ όνειρό της».
• «Τον πάτησε ο βραχνάς (ή βαρυπνάς)».
• «Όποιος πεινάει, καρβέλια ονειρεύεται».
• «Κοιμάται κι ονειρεύεται, πως την αυγή παντρεύεται».
• «Τον πλάκωσε το πάπλωμα».
• «Αφέθηκε στην αγκαλιά του Μορφέα».Πίνακας “Young Mother Contemplating Her Sleeping Child in Candlelight” του Albert Anker (1831–1910),

Νανουρίζεστε;

«Ύπνε που παίρνεις τα μωρά,
έλα πάρε και τούτο.
Μικρό μικρό σου το ’δωσα,
μεγάλο φέρε μου το.

Μεγάλο σαν ψηλό βουνό,
ίσιο σαν κυπαρίσσι
κι οι κλώνοι του ν’ απλώνονται
σ΄ Ανατολή και Δύση.

Νάνι του Ρήγα το παιδί,
του βασιλιά τ’ αγγόνι.
Νάνι του Μάη η πασχαλιά,
του Μάρτη χελιδόνι.

Κοιμήσου και παρήγγειλα
στην Πόλη τα προικιά σου,
στη Βενετιά τα ρούχα σου
και τα διαμαντικά σου»…Francesco Trevisani, Luna visits the sleeping Endymion

Κοιμισμένοι…μύθοι!
Έχουμε και λέμε: ο Ύπνος, γιος του Ερέβους και της Νύχτας και θεός του ύπνου, παντρεύτηκε την Πασιθέα, θεά της ξεκούρασης. Ήσυχα και χαλαρά, απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τους Όνειρους. Αυτοί έκαναν στέκι τους μια παραθαλάσσια σπηλιά κάπου στη Δύση, κοντά στα λημέρια του θείου τους, του Θανάτου. Η σπηλιά είχε δυο πύλες. Από τη μία πύλη έστελναν στους ανθρώπους τα «αληθινά» όνειρα, δηλαδή αυτά που περιείχαν κάποιο μήνυμα για τη ζωή τους κι από την άλλη τα «ψεύτικα», τα απλά γεννήματα της φαντασίας. Οι Όνειροι ήταν: ο Μορφέας, θεός των ονείρων στα οποία πρωταγωνιστούσαν διάφορες μορφές και «κουβαλητής» των θεϊκών μηνυμάτων στους θνητούς, ο Φοβήτωρ (φόβος) που ειδικευόταν στους εφιάλτες, ο Φάντασος (φαντασία) που έπλαθε τα παράδοξα και…ακαταλαβίστικα όνειρα και ο Ίκελος. Ζζζζζ!!!«Ο ύπνος του ιππότη» του Αντόνιο ντε Περέντα

Ιούλιος 2016

SPETSES_AΣπέτσες

Σ’ αυτήν την κόχη που φυλάω Θερμοπύλες,
παλαιών ηθών τις λιοπερίχυτες καμπύλες,
δεν το αρνούμαι: μοναξιά είναι η αλήθεια
που δεν λιμνάζει στην κατάκοπη συνήθεια.

Ξύλο κι ασβέστη κι αιχμηρό μου κεραμίδι,
κάτω απ’ τα πούπουλα τροχίζω το κοπίδι.
Εσείς τα τρία η φτενή μου περιουσία
μα πάντα χτίζατε ακατάλυτη ουσία.

Σπουδή τα μάτια των προγόνων και φεγγίτες.
Πως πολεμούσαν ξωτικιές και Δροσουλίτες!
Απτά, υπόκωφα, θυρανοίξια πραγμάτωναν
στο σίδερο έλικες θεμέλια πυράκτωναν.

Κι εσύ ομορφιά μου κορακάτη που φωλιάζεις
σε νύμφης πρόσωπο σαν ξεκαλοκαιριάζεις,
πες μου τι έχω η Ερειπωμένη να προσμένω,
για πόσο ακόμη τη φθορά θα υπομένω;ERMIONI_PEFKOERMIONI_A

Ερμιόνη

Αυτό το δάκρυ στων ρυτίδων σου την άκρη
το χρυσοτρίκλινο στου θέρους το παλάτι,
ποιο μυστικό τάχα ανείπωτο να κρύβει,
ποια αναδυόμενη βρεφοκρατούσα Ήβη;

Αυτό το πράσινο πευκοβελόνας χέρι
που αψηφά κάθε ανυπότακτο αγέρι,
ποιας ρίζας δύναμη να θρέφει γρανιτένια,
ποιας μοναξιάς τη θαλπωρή την κοχυλένια;

Αυτό το κράσπεδο το βραχοσμιλεμένο
που γειτονεύει με το κύμα το αφρισμένο,
σε ποιο υποβρύχιο λημέρι να σε βγάζει,
σε ποιας Νηρηίδας ανεμώνης το περβάζι;

Όλα κυανόλευκα. Κι οι θύρες και τα μάγια
της Ποσειδώνιας πατρίδας μου τα άγια.
Κι εγώ με μάτια σφαλιστά, παλιά ερμάρια,
πουλιά ονειρεύομαι και δίκαια φεγγάρια.ERMIONI_VRAXOS

Πόρτο Χέλι

Εγώ να γράφω. Εσύ να παίζεις, να γελάς, να κολυμπάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ, άπιαστο κύμα, τη ζωή να τραγουδάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ τον κόσμο με γυαλιά παραμυθένια να κοιτάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ στην ξεγνοιασιά σαν γλαροπούλι να βουτάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ, όταν λυγίζω, μες στο φως να με κρατάς.ERMIONI_SKALA

Πραξικόπημα (Τουρκία, ώρα μηδέν)

Σεβαστή Εκάβη κι Ανδρομάχη και Κασσάνδρα εσύ
αφήστε τη μακριά σας κόμη ξέπλεκη.
Δεν ωφελεί πια η τόση δεξιοσύνη στους καλλωπισμούς.
Ποιοι να θαυμάσουν τις περίτεχνες κομμώσεις σας,
τους ελικοειδείς βοστρύχους και τα σκαλιστά διαδήματα;
Οι γιοι, τ’ αδέρφια, οι πατεράδες και οι σύζυγοι,
ως και οι έφηβοι και τ’ άγουρα παιδόπουλα,
στ’ αλώνια χύθηκαν και πολεμούν αχόρταγα.
Τυφλά κι αδέσποτα χτυπούν και αφανίζονται.
Ποιος ο εχθρός; Ποιον απειλεί; Γιατί επιτίθεται;
Κανείς δεν ξέρει. Ούτε στη γηραιά δικαιοσύνη πια ορκίζεται.
Μια μάσκα φόβου αιωρείται στον ορίζοντα.
Σαν αντικρίζονται, ένας αδέκαστος θεός
είναι το νεότευκτο του καθενός το πρόσωπο.
Μια σκοτεινιά. Βουβή οιμωγή. Κι ύστερα έρεβος.
Όταν αγγίζονται, σπίθες οργής εκλύονται.
Ξεσπά μπουρίνι. Κάθε στέρνο κι ένας Κέρβερος.
Κι εσείς οι μάνες, οι θυγατέρες, οι αδερφές,
εσείς οι σύζυγοι κι οι κορασίδες οι μικρές
πάλι με στάχτες το κεφάλι πασπαλίζετε.
Πάλι κραυγάζετε βουβά, πάλι θρηνείτε γοερά.
Πάλι ικέτιδες προσπέφτετε γονυπετείς
ένα στεγνό και άδειο ουρανό εκλιπαρώντας
να μην τρυγήσει άλλο αίμα ο Χάροντας.
Γιατί ήπιε φαρμάκι ναργιλέ και παραφρόνησε
κι ως μακελάρης άρχοντας μυριάδες μάγεψε,
ανύποπτους και ύποπτους αρσενικούς πυρσούς.
Και τώρα παίζει, αφανίζει κάθε φλόγα τους.
Με μία μόνο πατουχιά την κάνει ανάμνηση
θηλιά για σας τα θηλυκά τα ανυπεράσπιστα.
Πόσο σας σκέφτομαι…Λες και το Αιγαίο
μία αβαθής λακκούβα αλάτι μόλις έγινε
και δεν υπάρχει πια στεριά ευσπλαχνική
μια προσευχή κοινή να πούμε, ν’ ατσαλώσουμε.
Δεμένη η θάλασσα βαριανασαίνει κι απελπίζεται.
Ούτε ένας γλάρος με κρωγμό ευοίωνο υπερίπταται
στα σιδερόφρακτα αναιμικά κατάρτια της.
Πόσο πληγώνομαι κάθε στιγμή που ψυχοπιάνεστε
γιατί ένας κρότος τουφεκιού σιμά ακούγεται.
Τι ν’ αποθέσω στη σεμνή σας αγκαλιά
πως ν’ αποσύρω του κλαυθμού και του οδυρμού
τα γκριζοπλόκαμα τ’ ανίερα απ’ το στήθος σας;
Γυναίκα αλύτρωτη η Ειρήνη στα λημέρια σας
μόνο ο Καιάδας σε καιρούς τέτοιους θα έπρεπε.
Σθένος! Μονάχα εσείς ίσως μπορείτε απροσδόκητα
την Ύβρη και τη Νέμεση, το Κράτος και τη Βία να στομώσετε,
αρκεί το ανάστημα στο σκότος να ορθώσετε.
Δεν ξέρω να σας πω το πώς, πολύτιμές μου ομογάλακτες.
Μα προσπαθήστε το. Γιατί άλλη Έξοδος δεν θα υπάρξει πια
από τα κουρνιασμένα στις αγάπες σας φτερά.PERISTERIA_SPETSESCOSTA_BIANCA_A

Costa Bianca

Αν είμαι εγώ αμέτρητα λευκά σπαρμένα βότσαλα,
εσύ είσαι το αχνογάλανο νησί της ουτοπίας μου.
Ένα ποτάμι θάλασσα κυλά ανάμεσά μας.
Θα το διαβούμε; Θα ’ρθει κάποτε η σειρά μας;

Αν είμαι εγώ οι Συμπληγάδες μου οι παλλόμενες,
εσύ είσαι ο Ιάσονας με την Αργώ σου απόντιστη.
Μην βγεις στον πηγαιμό μου, λένε οι μάγισσες.
Θα υποταχτείς; Ή στου Άη Λια το κορφοβούνι θα ταχτείς;

Αν είμαι εγώ των οριζόντων η θεσπέσια επιδερμίδα,
εσύ είσαι ο ποιητής που πελαγοδρομεί ανέστιος.
Βασίλεψέ με. Δες τον κόσμο ν’ ανατέλλει.
Θα το τολμήσεις; Ή θα βυθιστείς για να μ’ αφήσεις;ERMIONI_ATHANATOI

Γαλήνη

Α, η Γαλήνη
Ένα αλαβάστρινο αστέρι μες στη δίνη
Να την αγγίξει η ψυχή μου δεν αφήνει

Μόλις τολμήσω
Το σκοτεινό μου ουρανό να συγυρίσω
Και το διχτάκι μου στο διάβα της να ρίξω

Λέπια φοράει
Γοργά του κόσμου το χαγιάτι προσπερνάει
Και σ’ επτασφράγιστο ναυάγιο βουτάει

Εκεί απαγκιάζει
Κι η αγωνία που με τρώει δεν τη νοιάζει
Αν καλοκαίριασε ή πως ξεχειμωνιάζει

Α, η Γαλήνη
Μία ιέρεια μ’ αλλόκοτη σαγήνη
Ζωγραφισμένη σε νησιώτικο λαγήνι

Δεν μ’ αγαπάει
Τα τάματά μου, τις σπονδές μου αψηφάει
Ούτε στα τρίστρατα για μένα ξενυχτάει

Κι εγώ λιμνάζω
Σε γρανιτένιο προσκεφάλι πλάτη βάζω
Και υπομένω και προσμένω και χειμάζω.VRAXOS

Το καλοκαίρι των Αβάρων

zorba_rammopoulou_to_kalokairiΘαυμάζω και εκτιμώ όσους καταπιάνονται επιτυχώς με τη συγγραφή ιστορικών μυθιστορημάτων και μάλιστα για παιδιά. Είναι ένα είδος δύσκολο και πολύ απαιτητικό. Απαιτεί ενδελεχή και αδιάκοπη μελέτη, βαθιά γνώση του εκάστοτε αντικειμένου και ειλικρινή συνέπεια. Γιατί συνιστά μεγάλη ευθύνη το να προσπαθείς να ακουμπήσεις δημιουργικά την Ιστορία και να αποδώσεις την ιδιαίτερη αύρα και ουσία της μέσα από τη Λογοτεχνία. Και μεγάλη πρόκληση ταυτόχρονα. Όταν το «πάντρεμα», η σύνθεση των δύο καταλήγει σε μια αρμονική και ουσιαστική ένωση των πιο δυναμικών και αξιομνημόνευτων για τις επόμενες γενιές χαρακτηριστικών τους, τα οφέλη είναι απεριόριστα. Στην αντίθετη περίπτωση μπορεί να προκληθεί μεγάλη και διαρκής ζημιά. Αρκεί να αναλογιστούμε τις διάφορες «εθνικές» εμμονές και τα παραφουσκωμένα με φανταστικά τεκμήρια αλήθειας συναφή ιδεολογήματα που εντυπώθηκαν από τα σχολικά μας και όχι μόνο αναγνώσματα στην ευαίσθητη Βίβλο των παιδικών μας χρόνων, οδηγώντας μας συχνά σε αλλεπάλληλες κριτικές αξιολογήσεις και οδυνηρές διαψεύσεις κατά την εφηβεία, τη νεότητα και την ωριμότητα.

Η πολυβραβευμένη Βησσαρία Ζορμπά – Ραμμοπούλου και οι εκδόσεις Κέδρος μας χάρισαν φέτος ένα αξιόλογο ιστορικό μυθιστόρημα, που απευθύνεται σε παιδιά από 12 ετών (πρόταση του εκδότη), με άρωμα Βυζαντίου, μιας εποχής που δεν την αγγίζουν εύκολα οι συγγραφείς παιδικών, εφηβικών και νεανικών βιβλίων. Το γιατί είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση και όχι της παρούσης, με πλήθος ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και διεθνείς προεκτάσεις που αλληλοσυμπληρώνουν η μία την άλλη και δημιουργούν μια παράδοξη κάποτε και σίγουρα όχι πάντα θετική σπείρα προβληματισμών και συμπερασμάτων για την πορεία μας, ως λαού και ως κράτους, στο χωροχρόνο.

Η συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης του βιβλίου, όπως τη διαβάζουμε στο οπισθόφυλλό του, έχει ως εξής: «Άνοιξη του 626 μ.Χ.. Τα στίφη των Αβάρων προελαύνουν πυρπολώντας τα χωριά της Θράκης. Τα στρατεύματα των Περσών στρατοπεδεύουν απέναντι, στη μικρασιατική ακτή. Η Κωνσταντινούπολη πολιορκείται από Βορρά και Ανατολή, ενώ ο αυτοκράτορας απουσιάζει σε εκστρατεία. Μέσα στο χαλασμό, καραβάνια προσφύγων από τα λεηλατημένα χωριά συρρέουν στην Πόλη αναζητώντας προστασία στον ίσκιο των τειχών της. Ανάμεσά τους, τρία ορφανά αδέρφια, η Λυδία, ο Στέφανος και ο Λάζαρος. Στα υπόγεια του μοναστηριού που θα τους φιλοξενήσει, ανακαλύπτουν πως το καραβάνι τους μετέφερε και μια λαθρεπιβάτισσα: την αλλόγλωσση Λενόρ. Μαζί της θα ζήσουν μια απίστευτη περιπέτεια σε μυστικές κρύπτες και υπόγειες στοές, που θα τους φέρει αντιμέτωπους με μεταμφιεσμένους κλέφτες και μυστηριώδεις απαγωγείς. Η καταστροφή του εχθρικού στόλου θα σώσει τη Βασιλεύουσα, ενώ ταυτόχρονα θα οδηγήσει στη λύση του μυστηρίου και στην επανένωση των μελών μιας οικογένειας».

Η συγγραφέας επιλέγει την τριτοπρόσωπη αφήγηση που υποστηρίζει αποτελεσματικά το στόχο της περιγραφικής και παραστατικής παρουσίασης της εποχής σε πολλά επίπεδα: προσωπικό -όσον αφορά στους ήρωές της-, περιβαλλοντικό, οικογεωγραφικό, κοινωνικό, γεωπολιτικό, πολιτισμικό, οικονομικό, θρησκευτικό, λαογραφικό, εθιμικό, ψυχολογικό. Συνθέτει, επίσης, τον γοητευτικά λαβυρινθώδη και πολύχρωμο καμβά πάνω στον οποίο «κεντά» τους χαρακτήρες, τις διαθέσεις και τις ιδιαίτερες στιγμές δράσης αλλά και προσωπικού στοχασμού των ηρώων της. Τα γεγονότα τροφοδοτούν και σε ένα βαθμό πλάθουν τις προσωπικότητές τους και οι προσωπικότητές τους επηρεάζουν κι αναδημιουργούν τα γεγονότα. Ένα στοιχείο που αναζωπυρώνει διαρκώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη για τη συνέχεια της ιστορίας και τροφοδοτεί την καλοδουλεμένη πλοκή με νέες εντάσεις και συγκινήσεις, χωρίς ωστόσο να την «μπουκώνει» με περιπέτεια σε υπερβολικό βαθμό. Γιατί το να μη σου ξεφεύγει το μέτρο στη «δόση» περιπέτειας που εισάγεις σε ένα κείμενο, είναι ένα από τα σπουδαιότερα -πιστεύω- πλεονεκτήματα ενός ιστορικού μυθιστορήματος, παιδικού και όχι μόνο.

Ανάλογα με την πρόθεση και το ταλέντο του συγγραφέα, το παιδί, ο έφηβος, ο νέος αναγνώστης ενός ιστορικού μυθιστορήματος μπορεί να «εκπαιδευθεί» στο να διαβάζει πίσω από τις γραμμές, διευρύνοντας τους γνωστικούς του ορίζοντες με περισσότερη προσωπική έρευνα και ακονίζοντας την κριτική του ικανότητα σε συζητήσεις με οικεία του πρόσωπα. Τα έργα και οι ημέρες γνωστών ιστορικών προσώπων, καθώς συμπλέκονται με τις περιπέτειες και τα πάθη, τα επιτεύγματα και τις αποτυχίες, τις χαρές και τις λύπες, τις ξέγνοιαστες και τις δραματικές στιγμές της ζωής απλών, καθημερινών ανθρώπων που μπορεί να είναι επινόηση του συγγραφέα αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να υπάρχουν και στην πραγματικότητα της εποχής, φωτίζονται από εναλλακτικές οπτικές γωνίες και αποκαλύπτουν ποσότητες και ποιότητες συχνά απροσδόκητες για κάθε αναγνώστη. Η κυρία Βησσαρία Ζορμπά – Ραμμοπούλου, με την υπεύθυνη αξιοποίηση των επιστημονικών της εφοδίων ως φιλολόγου και αρχαιολόγου και με λεξιλόγιο και διαλόγους που αποτυπώνουν πιστά το βυζαντινό βίωμα της εποχής, κινείται εύστοχα προς την κατεύθυνση αυτή. Δεν είναι τυχαίο ότι στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται και σχετικό γλωσσάρι.

Το μυθιστόρημα «Το καλοκαίρι των Αβάρων» είναι ένα όμορφο, καλοδουλεμένο κείμενο, που σε ταξιδεύει με τρόπο εύληπτο και παραστατικό στα πάθη της Βασιλεύουσας εκείνης της εποχής. Δεν είναι λίγες οι στιγμές που προκαλεί στους αναγνώστες αυθεντική συγκίνηση με την ανθρωπιά και την ευαισθησία με την οποία παρουσιάζονται αρκετά στιγμιότυπα από την εξέλιξη της δράσης. Αποπνέει σοβαρότητα και αληθοφάνεια ως προς το ιστορικό του υπόβαθρο αλλά και μια ελαφροπάτητη γοητεία ως προς τη λογοτεχνική του ενσάρκωση. Και εν τέλει πραγματώνει το δύσκολο στόχο της μετατροπής μιας υποβόσκουσας ιστορικής αφήγησης σε απολαυστική λογοτεχνική εμπειρία. Το ατμοσφαιρικό εξώφυλλο της Λέλας Στρούτση συνοψίζει και απογειώνει εικαστικά την ιδιαίτερη «ενέργεια» του βιβλίου.

Βησσαρία Ζορμπά – Ραμμοπούλου, Το καλοκαίρι των Αβάρων, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2016

ExLibris_EVI_S

Απόπλους

(c) Gregynog Hall; Supplied by The Public Catalogue Foundation

Έβρεχε, το τραίνο τραμπαλιζόταν στις γραμμές, το ακορντεόν έπαιζε Τα παιδιά του Πειραιά μπουκωμένο, οι εργάτες είχαν ανάψει φωτιά στις ράγες και κολάτσιζαν γύρω της κουβεντιάζοντας αμίλητοι σαν Ινδιάνοι αρχηγοί σε σύσκεψη. Τι να κατεβάζει άραγε αυτή η βροχή; Έκλεισε την ομπρέλα και την άφησε να την αγγίζει, να κλάψει επάνω της. Γνώρισε ανθρώπους χωρίς ποτέ να μάθει τ’ όνομά τους. Της ήταν αρκετό που χαμογελούσαν χωρίς ν’ απλώνουν το δισάκι για ελεημοσύνη. Όπως η βροχή γεννήθηκε για να πέφτει ελεύθερη. Και μπήκε ο γύφτος με το κλαρίνο, ο αυτοδίδακτος, και μπήκε ο καπετάν-Σπύρος μ’ ένα μουστάκι σαν του Κολοκοτρώνη κι εκείνη διάβαζε τα μάτια του και γύριζε αργά τις σελίδες για να προλαβαίνει να επαναλαμβάνει μέσα της τις καινούργιες λέξεις. Αλλάζει. Της είπε να κοιτάξει βαθιά στα μάτια του για να δει ποια στ’ αλήθεια είναι. Και κοίταξε. Και είδε.

Τα λιμάνια είναι πατρίδες που σε πληγώνουν, γιατί φτιάχτηκαν για να μην ανήκουν σε κανένα, να μην προσφέρουν άσυλο παρά μόνο στα ταξιδιάρικα, στα πλάσματα τα μοναχικά. Περπάτησε στην προκυμαία. Μία ντουζίνα αλητάκια γλάροι της γνέφανε, την καλούσαν. Κοιτούσε μπροστά μα δεν έβλεπε. Η δύση γλύκαινε τον ορίζοντα, τα καράβια έστεκαν αμίλητα, σα σεβάσμιοι γέροντες στον καφενέ του χωριού και ρέμβαζαν με τη μύτη στραμένη στη θάλασσα, την πλάτη γυρισμένη στη στεριά. Και τι δεν θα έδινε για ένα ταξίδι σκάλισμα σε χάρτη χωρίς στεριές. Έστω και μόνη, έστω με μοναδική αποσκευή τον εαυτό της.

Το φεγγάρι βγήκε νωρίς στο πάλκο απόψε. Ανέμισε δυο τρία σύννεφα σ’ έναν ξάστερο ουρανό κι άρχισε να τραγουδά σε γλώσσα ακατάληπτη. Είναι στιγμές που δεν το χωράει ο ουρανός και τότε θέλει να κρυφτεί. Να πέσει μπρούμυτα στα νεφελώματα και να σπάσει κάτι για να μην κλάψει. Το συμπόνεσε.

Μέτρησε εφτά γαλάζια πουλιά μπροστά στο παραθύρι της κι ώσπου να τα μετρήσει αποκοιμήθηκε. Κι έβγαλε, λέει, φτερά σαν του γλάρου και τ’ άπλωσε κάτω από ένα βουρκωμένο, σιωπηλό ουρανό. Και τα φτερά βγάλανε σκοινιά και τ’ άφησαν να πέσουν στη θάλασσα. Και πιάστηκαν απ’ τις άκρες τους τα δελφίνια και τ’ αφρόψαρα κι οι μέδουσες και βάλθηκαν ν’ ανέβουν στα σύννεφα να κατοικήσουν τ’ άστρα. Μα στα μισά τα περιέλαβε ο αναμαλλιάρης ο βοριάς και τραμπαλίστηκαν ίσαμε που γκρεμίστηκαν πίσω. Και άρχισε πάλι να παραδέρνει το πέλαγο, φορτωμένο τα ζωντανά του τα πλάσματα. Κι έγειρε η υδρόγειος να μπατάρει κι ίσα που την πρόφτασε και ξύπνησε.

Μέτρησε εφτά γαλάζια πουλιά μπροστά στο κατώφλι της κι ώσπου να τα μετρήσει άκουσε το λεωφορείο να φρενάρει στη στάση. Και μπαίνοντας μέσα στερέωσε σε μία γωνία το σώμα της και όσο μπορούσε πιο αθόρυβα ξεκλείδωσε και βγήκε. Κι άρχισε να μπαινοβγαίνει σ’ ό,τι σκεφτόταν πιο παράξενο και διαφορετικό και να βλέπει με τα μάτια του τα όμοια και τα συνηθισμένα. Και περνούσαν οι αιώνες σαν τα σποράκια που ανεμίζουν στους δρόμους την άνοιξη, τυλιγμένα στ’ απαλά τους αερόστατα. Και περνούσαν κι επέστρεφαν και ρίζωναν και ξαναφύτρωναν. Ώσπου έφτασε το λεωφορείο στη μέση της πόλης και θυμήθηκε πως το σώμα της την περίμενε στη γωνία με το φεγγίτη ανοιχτό. Κι έτρεξε και κρύφτηκε πάλι μέσα του.

Μέτρησε εφτά γαλάζια πουλιά και πριν φτάσει στο έβδομο ήταν ήδη στο κατάστρωμα κι αγνάντευε το λιμάνι να μικραίνει και να χάνεται στον ορίζοντα. Κι ένιωσε τα πόδια της να πατάνε στο βυθό και τα μαλλιά της να σηκώνουν μιλιούνια αστέρια στους κόμπους τους. Κι ήταν τεράστια κι απόμακρη και συνάμα μικροσκοπική και προσιτή. Κι ήταν έτοιμη για όλα και ταξίδευε και νοιαζόταν για το που πήγαινε σαν να μην ήταν να φτάσει κάποτε και να αφήσει το καράβι. Σαν να μην ήταν να πάψει κάποτε να είναι μάγισσα. Σαν να μην ήταν να μη μπορεί κάποτε να μετράει τα εφτά γαλάζια πουλιά και να την παραλαμβάνουν τα θαύματα.

symvoliko

Παπούτσια με φτερά

vourgiaΗ βούργια είναι μια μάλλινη υφαντή τσάντα που κρατούν στην Κρήτη, μοιάζει με σακίδιο και κρέμεται με κορδόνια από τους ώμους. Τους παλιούς χρόνους, όποτε υπήρχε ανάγκη, χρησίμευε για να κουβαλούν οι άντρες τα πολεμοφόδιά τους. Αλλά πιο συχνά συντρόφευε τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους στον καθημερινό τους μόχθο, καθώς σε αυτήν μετέφεραν τα απαραίτητα, το φαγητό και το κρασί ή το νερό τους. Σήμερα, σε πολλούς κρητικούς γάμους, οι καλεσμένοι βάζουν μέσα σε βούργιες τα δώρα τους προς το ζευγάρι, ή προσφέρονται μικρές βούργιες ως μπομπονιέρες. Η διακόσμηση της βούργιας είναι χαρακτηριστική: μια σειρά από επαναλαμβανόμενα γεωμετρικά μοτίβα σε έντονα χρώματα, που παρά την απλότητά τους υφαίνονται σε αριστοτεχνικούς συνδυασμούς και δημιουργούν ένα εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα, χάρμα οφθαλμών. «Η οργάνωση των μοτίβων σε ζώνες και η συμμετρία του διακόσμου ως προς κατακόρυφο άξονα, είναι χαρακτηριστικά όλων των ξομπλιαστών σακουλιών της Κρήτης: υπάρχει πάντα μία κεντρική ζώνη -σε μερικές περιοχές αυτή η ζώνη αποκτά ιδιαίτερη σημασία- που αποτελεί τον άξονα συμμετρίας για τον διάκοσμο του υφαντού», διαβάζουμε στην ιστοσελίδα του Μουσείου Κρητικής Εθνολογίας. http://www.cretanethnologymuseum.gr/imke/html/gr/222111.html

Η εικόνα της βούργιας που μου είχε χαρίσει αγαπημένο συγγενικό πρόσωπο μια χρονιά που βρέθηκα στη Σητεία, μου ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας το νέο βιβλίο της Μαρίας Παπαγιάννη «Παπούτσια με φτερά». Με τη μαεστρία έμπειρης υφάντρας του λόγου η αγαπημένη Μαρία έπλεξε με οδηγό τη Ρόζα της, την ευάλωτη αλλά χαρισματική κεντρική της ηρωίδα, μια ιστορία αληθινή σαν παραμύθι που ταξίδεψε αξόδευτο από γενιά σε γενιά και παραμυθένια σαν το βίο και την πολιτεία ανθρώπων που μπορεί να είναι γείτονες και φίλοι μας, ανθρώπων σαν κι εμάς. Δεν λείπει κανείς και τίποτα από αυτό το βιβλίο. Όλοι και όλα, άνθρωποι, ζώα, ιδέες, λέξεις, έχουν τη θέση τους, το σχήμα τους, το χρώμα τους, την πραγματικότητά τους, το δίκιο τους, τον καημό τους, το σκοπό τους.

Ο Άρης, ο πατέρας της Ρόζας, είναι γονιός, ψαράς και ποιητής. Είναι ο άνθρωπος που μεταστρέφει με δυο κουβέντες κι ένα χαμόγελο τη σκοτεινή, σκληρή πλευρά της ζωής σε φως και τρυφερότητα. Και όχι μόνο για την κόρη του, αλλά για κάθε πλάσμα που συναντά στο δρόμο του. Ακόμη και για τα αδέσποτα γατιά που ταϊζει και «βαφτίζει» με ονόματα ποιητών και ποιητριών απ’ όλο τον κόσμο. Ακόμη και για τον Καρλίτο, το ξεστρατισμένο αηδονάκι που περιμαζεύει και περιθάλπει χωρίς να του στερήσει την ελευθερία της επιλογής: στο αυτοσχέδιο κλουβάκι του υπογείου της οδού Μοιρών 3 που για χάρη της Ρόζας του έχει ονομάσει «Βασίλειο των Γάτων», ή στο δάσος και όπου λάχει; Και το αηδονάκι, νιώθοντας ότι αυτός ο άνθρωπος είναι βαθύτατα συναισθηματικός, μένει κοντά τους για να συντροφεύει με το κελαΐδισμα του τις καλοσύνες του.

Σε αυτήν την πολύχρωμη «Αυλή των Θαυμάτων», σε αυτήν τη γεμάτη ζωή και δράση «Γειτονιά των Αγγέλων» όπου ξετυλίγεται το κουβάρι της ζωής πολλών και διαφορετικών ανθρώπων, ανθρώπων που η σκούφια τους μπορεί να κρατάει από κάθε γωνιά της γης, η Ρόζα θα μυηθεί στην περιπέτεια του προσωπικού της μεγαλώματος με τρόπους υπέροχα αντισυμβατικούς. Βήμα το βήμα θα υπερβεί ακόμη και την εκ γενετής σωματική της αδυναμία και θα ανακαλύψει αυτά που φαίνονται κι αυτά που δεν φαίνονται. Αυτά που είναι κι αυτά που καμώνονται πως είναι. Αυτά που δεν φοβούνται την εικόνα τους στον καθρέφτη κι αυτά που έχουν για πάντα εξορίσει τους καθρέφτες από τη ζωή τους. Μια πλειάδα από ξεχωριστούς γείτονες, η Ειρήνη η περιπτερού με τον «Μικρό της Παράδεισο», ο Χασίμ, ο μικρός Πακιστανός φίλος της και η οικογένειά του, η Άννα, η υπέροχη πιανίστα που από τότε που χρεοκόπησε ζει στο αυτοκίνητό της και φυτεύει ντομάτες κρυφά στον απέναντι λόφο, η ευαίσθητη Λουίζα που δεν ξαναχόρεψε φλαμένγκο και συντηρεί ένα μικρό Θέατρο – καφέ δίνοντας στέγη σε νέους ονειροπόλους ηθοποιούς και μουσικούς, η καινούργια φίλη της, η Αθηνά με τον αδερφό της τον Κωστή που κατάγονται από τη Συρία, η Λυπημένη κυρία Ελισέντα με τον κατάμαυρο μονόφθαλμο γάτο της τον Γκαμπίτο, και άλλοι πολλοί ακόμη, θαυμαστοί και μοναδικοί, πραγματικοί και ονειρικοί, θα οδηγήσουν τη Ρόζα σε περιπέτειες απίστευτες αλλά και τόσο οικείες για ένα παιδί της ηλικίας της.

Κι όταν, σαν άλλη Αλίκη, η Ρόζα θα πηδήξει μέσα στο σπιρτόκουτο που η ίδια ζωγράφισε με κιμωλία στον τοίχο του δωματίου της, τα θαύματα θα αρχίσουν να συμβαίνουν με ρυθμούς καταιγιστικούς. Ένας δεύτερος κόσμος, η Πολιτεία του Βυθού, υφασμένος με κέφι και φαντασία ανάμεσα στα μοτίβα του πρώτου, για να θυμηθούμε και την κρητική βούργια της αρχής, θα κάνει την εμφάνισή του και θα απαιτήσει την προσοχή της αλλά και την αφοσίωση των αναγνωστών. Η ξαφνιασμένη Ρόζα θα πει τον μυστικό λόγο «στα δέντρα κρέμονται οι λέξεις» και θα μπει στη σκοτεινή σπηλιά όπου συνεδριάζουν ο Βάβελ που μοιάζει με τον Δον Κιχώτη και όλοι όσοι μάχονται ενάντια στους «Γλωσσοκτόνους» δημιουργώντας φωλιές για τις γλώσσες που χάνονται, για την επικοινωνία που φτωχαίνει και υποβαθμίζεται, για τις ιστορίες που ξεχνιούνται, για τα όνειρα που πεθαίνουν…

Η Ρόζα θα αρχίσει να μπαινοβγαίνει από τη μία πολιτεία, αυτήν της οδού Μοιρών όπου ζει με τον πατέρα της μια «κανονική» ζωή, σε εκείνη του σπιρτόκουτου, την Πολιτεία του Βυθού. Και στις δύο θα πρέπει να αγωνιστεί για αυτά που πιστεύει, για αυτούς που αγαπά. Και στις δύο θα αποκτήσει φίλους και συμμάχους, αντιπάλους και εχθρούς. Και στις δύο θα κοιτάξει τον εαυτό της στα μάτια και θα φορέσει παπούτσια με φτερά. Και στις δύο θα παλέψει για να σώσει και για να σωθεί. Και στις δύο θα νικήσει και θα ηττηθεί. Και στις δύο θα ζήσει περιπέτειες που δεν θα φτάνει μια ολόκληρη ζωή για να τις καταλάβει και να τις διηγηθεί. Γιατί και στις δύο θα «αξίζει να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει». Και στις δύο θα τη συντροφεύουν οι λέξεις και η μαγεία τους….

Η Μαρία Παπαγιάννη μας χάρισε ένα βιβλίο – πολύχρωμο υφαντό. Μια «έντυπη» κρητική βούργια για να βάλουμε μέσα το προσφάι και το νερό μας και να ξεκινήσουμε ένα ξομπλιαστό ταξίδι στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. Με ρέουσα, κλιμακωτή γραφή, με την απλότητα και την ευαισθησία της πένας της, με την ιδιαίτερη ματιά της παιδικής αθωότητας που πάντα κομίζει στα βιβλία της, μας προσκαλεί σε μια βουτιά στην αληθινή και διαχρονική αξία της Ανθρωπιάς. Στην αληθινή και διαχρονική αξία της Ποίησης. Στην αληθινή και διαχρονική αξία της Γλώσσας, της κάθε σπάνιας και μοναδικής γλώσσας μέσω της οποίας οι άνθρωποι όπου γης κοινωνούν και επικοινωνούν την Αγάπη, την Ιστορία, την Ταυτότητά τους. Το εξώφυλλο της Φωτεινής Τίκκου είναι απολύτως ταιριαστό με το περιεχόμενο του βιβλίου. Και τα περιεχόμενά του μαζί με τη βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος, μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να εντρυφήσει κανείς στη μαγεία του ποιητικού λόγου έχοντας ανοιχτό στο πλάι του έναν παγκόσμιο χάρτη.Παπούτσια_με_φτερά

Μαρία Παπαγιάννη, Παπούτσια με φτερά, εκδόσεις Πατάκη, 2016

ExLibris2 (s)

 

Αυτό το Φως…

pilosΑυτό το φως είναι πηλός
που τον μαλάζει και ο γέροντας κι ο νιοςagios_stefanos_3

Αυτό το φως είναι ουρανός
είναι η Ανάσταση κι ο Άδης ο πικρόςagios_stefanos

Αυτό το φως είναι λυγμός
είναι ο χαϊνης σου κι ο αρραβωνιαστικόςrethimno_faros

Αυτό το φως είναι σιωπή
θαλασσομοίρα που παιδεύει τη ζωή siteia

Αυτό το φως είναι φρουρός
όταν σιμώνει ο χειρότερος εχθρόςeleftherna

Αυτό το φως είναι καημός
είτε χαϊδεύει, είτε χτυπά σαν κεραυνόςeleftherna_1

Αυτό το φως είναι γιατρός
γιατροπορεύει και το πίσω και το εμπρόςmargarotes_4

Αυτό το φως είναι φωλιά
για τα ξενάκια, της ψυχής σου τα πουλιάeleftherna_3

Αυτό το φως είναι οδηγός
είναι ο δάσκαλος που λάτρεψες μικρόςeleftherna_2

Αυτό το φως είναι η γη
στόμα δεν έχει μα αδιάκοπα λαλείmargarites_kerameio

Αυτό το φως είναι χορός
είναι του Ηφαίστου το καμίνι κι ο τροχόςxoma_anthos

Αυτό το φως όταν ανθεί
σε διαφεντεύει, σε μαγεύει, σε δονείmargarites_paidi

Αυτό το φως είσαι εσύ
όταν αφήνεσαι να παίξεις σαν παιδίetia

Αυτό το φως το υπηρετώ
και ίσως κάποτε και να τ’ αξιωθώ

Οι φωτογραφίες είναι από το ταξίδι μας στην Κρήτη τον Αύγουστο του 2007, τραβηγμένες στον Άγιο Στέφανο και στην Ετιά Σητείας, στο Ρέθυμνο, στις Μαργαρίτες και στον αρχαιολογικό χώρο της Ελεύθερνας, όπου είχαμε την αγαθή τύχη να μας ξεναγήσουν οι εκλεκτοί μας αρχαιολόγοι και καθηγητές κ. Νίκος Σταμπολίδης και κ. Πέτρος Θέμελης. Αναπόλησα έντονα αυτό το υπέροχο ταξίδι με αφορμή τα πρόσφατα εγκαίνια του νέου Μουσείου της Ελεύθερνας, όνειρο και έργο ζωής για τον αγαπημένο μας κ. Νίκο Σταμπολίδη. Και ελπίζω σύντομα να βρεθώ και πάλι εκεί, να λουστώ το Φως του μοναδικού αυτού τόπου και των ξεχωριστών ανθρώπων του…

http://www.mae.com.gr/muomicronupsilonsigmaepsiloniotaomicron.html

 

Ήλιε μου, βασιλιά μου, Σελήνη, αρχόντισσά μου!

2-Claude_Monet,_Impression,_soleil_levant,Musée Marmottan Monet1872_1Ήλιος και Σελήνη

Εσύ αρμενίζεις στα ουράνια
μ’ έναν ολόχρυσο χιτώνα
κι εγώ ανατέλλω σαν πλαγιάζεις
στον ατλαζένιο σου κοιτώνα.

Εσύ καυτά φιλιά μοιράζεις
και παίζεις με τα συννεφάκια
κι εγώ με θρύλους νανουρίζω
τα ξάγρυπνα παραθυράκια.

Εσύ ακέραιος ταξιδεύεις.
Κανείς δεν σε κοιτά στα μάτια.
Κι εγώ αδιάκοπα συνθέτω
τα ασημένια μου κομμάτια.

Ξέρω, δεν θα συναντηθούμε.
Έτσι είναι, Ήλιε, το γραφτό μας.
Μα και οι δυο φωταγωγούμε
στον ίδιο θόλο τ’ όνειρό μας.Donato Creti, Σελήνη

Σεληνιακόν (και ολίγον σατυρικόν…)

Μου φέρνεις πονοκέφαλο
και με πετάς σε δίνη.
Καρφιά σκορπάς στο αίμα μου,
αρχόντισσα Σελήνη.

Γεμίζεις και κορδώνεσαι
και καταντάω ράκος.
Εσύ μια Νύμφη ανύμφευτη
κι εγώ σκυφτός γεράκος.

Ζωγράφοι σε υμνολογούν,
αοιδοί σε εκθειάζουν.
Μα εμένα τα τσαλίμια σου,
Κυρά μου, με ματιάζουν!

Εκλιπαρώ σε, μέριασε
για να ηρεμήσει η Νύχτα.
Τα δίχτυα σου τ’ ακοίμητα
σ’ άλλον πλανήτη ρίχ’ τα.

Αχ φεγγαράκι μου λαμπρό
κι αξόδευτο αργύριο
που με κοιτάς αφ’ υψηλού,
μη με κερνάς μαρτύριο!

Με μάραναν, με σώριασαν
οι φάσεις κι οι γητειές σου.
Δρεπάνι μισοφέγγαρο
θερίζουν οι ματιές σου.

Θωρώ σε και ζαλίζομαι.
Με ζώνουνε τα φίδια.
Τα κάστρα μου όλα καταλείς.
Θρηνώ στ’ αποκαΐδια.

Γιατί κοκκίνισες, καλέ;
Σε θύμωσε ο καθρέφτης;
Εσύ είσαι η Εκλαμπρότατη
κι εκείνος είναι ψεύτης.

Πανσέληνέ μου έρωντα
και φιλντισένιο δάκρυ,
συμμάζεψε τα κάλλη σου,
να βρω απόψε άκρη.

Τα βλέπεις; Με κουζούλανες!
Σεληνιασμένη τρέχω
να μπω στο καβουκάκι μου,
γιατί άλλο δεν αντέχω.

Σβήσε και σύρε στο καλό
να πάψουν οι αντάρες,
γιατί μας ξεθεώσανε
του Πάνα σου οι κιθάρες.

Μα τι σου λέω; Φύρανε,
σκόρπισε το μυαλό μου.
Χωρίς εσένα δεν μπορώ.
Τον χάνω τον εαυτό μου!

Μη! Μη μου πάθεις έκλειψη!
Στάσου στο παραθύρι.
Κι εγώ θα χτίσω απ’ τη γη
στον ουρανό γιοφύρι.

Αλήθεια! Θα εκτοξευτώ
με πύραυλο κοντά σου,
να θέσω ν’ αποκοιμηθώ,
Σελήνη, στα μαλλιά σου!van_gogh_-_starry_night

Πανσέληνος

Άλλοι μεθούν με το φεγγάρι,
κι άλλους φαρμάκια τους τρατάρει.

Άλλοι είναι ήρωες σε ρομάντζο
κι άλλοι αργοσβήνουν σ’ ένα ράντσο.

Αχ ξελογιάστρα εσύ, Σελήνη,
ποιος θα γλυτώσει απ’ τη σαγήνη;

Η φωτεινή σου η οπτασία
μια σκοτεινή κρύβει εξουσία.

Όποια σου όψη κι αν διαλέξω,
το ερώτημα είναι: θα αντέξω;

Evi_monografi

 
 

Παρουσιάζοντας το “Θησαυρό της Εβίτας”

Prosklisi EvitaΗ πρώτη χρονιά της “Χάρτινης Αγκαλιάς”, της Παιδικής Λέσχης Ανάγνωσης των εκδόσεων Καλέντη, έκλεισε με την παρουσίαση του πανέμορφα εικονογραφημένου από την Ίριδα Σαμαρτζή παραμυθιού μου “Ο Θησαυρός της Εβίτας”. Αγαπημένοι φίλοι, συνάδελφοι παιδαγωγοί και συγγραφείς και συνεργάτες, παλιοί και νέοι, καθώς και μαθητές μου με τους γονείς τους, μου έδωσαν χαρά και με τίμησαν με την παρουσία και με την αγάπη τους στις 4 Ιούνη 2016, στον πολυχώρο των εκδόσεων Καλέντη, στο Ελληνικό, κάνοντας τη μέρα αυτή να μου μείνει αξέχαστη. Αυτοσχεδιάζοντας με αφήγηση, θεατρικό παιχνίδι, χορό, μικρές εικαστικές πινελιές και τη μουσική συνοδεία και το υπέροχο τραγούδισμα του συγγραφέα, μουσικού και φίλου Δημήτρη Κάσσαρη μεταφερθήκαμε νοερά στον “Υπόγειο Γλωσσολύτη” και ανακαλύψαμε μαζί με την Εβίτα και τον παιχνιδιάρη γάτο της, το Ζωηρό, “ποιος είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός του κόσμου”.KALENTIS_1

Ευχαριστώ πολύ τις εκδόσεις Καλέντη, ειδικότερα την Κέλλυ Ιωαννίδου-Καλέντη και τη Βασιλική Τζόκα για τη συνεργασία μας και για την έναρξη ενός πολύ ενδιαφέροντος και δημιουργικού ταξιδιού, που όπως φαίνεται θα συνεχιστεί -καλά να είμαστε όλοι- για πολύ πολύ καιρό ακόμη…ZOIROSEVITA_5EVITA_11EVITA_7EVITA_12EVITA_21EVITA_10EVITA_14YPOGEIOS_GLOSOLYTISEVITA_17EVITA_20XRYSANTHOS_XELIEVITA_18ELPIDAEVITA_23DIOGENIS_LAGOSEVITA_16EVITA_24TRIO_1FTEROTI_ELAFINAYPOGEIOS_GLOSSOLYTISGATOS_ZOIROSEVITA_8_1ELPIDA_1EVITA_26

EVITA_1EVITA_2

EVITA_6FTEROTI_ELAFINA_1EVITA_4

Για τα παιδιά που γράφουν εξετάσεις…

chroma_the_great_book_sculpture_by_wetcanvas-d6vmfqoΉθελα απλά να σου πω ότι αυτές οι μέρες δεν είναι διαφορετικές από τις άλλες. Μην ακούς αυτούς που λένε ότι από τις επιδόσεις σου στις εξετάσεις θα εξαρτηθεί το μέλλον σου, η πορεία σου στη ζωή. Γιατί αυτές οι εξετάσεις δεν θα σε αξιολογήσουν πραγματικά. Δεν θα σου εξασφαλίσουν τίποτα, δεν θα σε χαρακτηρίσουν καθόλου. Είναι απλά ένα μικρό, αναπόφευκτο ως ένα βαθμό, εμπόδιο στο δρόμο σου. Μια χάρτινη αλυσίδα που σε κρατάει στα δεσμά της τρία και πλέον χρόνια τώρα και σύντομα θα τη σπάσεις και θα ελευθερωθείς από τα εικονικά και ανούσια δεσμά της. Γιατί κατά βάθος, το ξέρεις κι εσύ πως η αληθινή ζωή είναι αλλού…

Και μη νομίσεις ότι στα λέω αυτά κρίνοντας εκ του ασφαλούς. Πριν κάμποσα χρόνια βρέθηκα κι εγώ στη θέση σου. Δεν ήμουν η σούπερ μαθήτρια-«φυτό», δεν ήμουν η μέτρια ή η αδιάφορη μαθήτρια. Ήμουν μία συνηθισμένο έφηβη, μιας μέσης ελληνικής οικογένειας, που λάτρευε τη λογοτεχνία, τη φύση, τη μουσική και ονειρευόταν ασταμάτητα, έγραφε ασταμάτητα, τόσο στον ύπνο της όσο και στον ξύπνιο της. Ονειρευόταν να σπουδάσει λογοτεχνία και αρχαιολογία, να δει κάποτε τα ποιήματά της δημοσιευμένα, να μοιραστεί με άλλους ανθρώπους την ψίχα της καρδιάς της.

Έδωσα πανελλήνιες εξετάσεις, χωρίς να έχω κάνει ούτε μία ώρα φροντιστήριο, γιατί η οικογένειά μου δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να μου το προσφέρει, αλλά και γιατί οι καθηγητές μου στο λύκειο τη διαβεβαίωναν ότι δεν το χρειάζομαι. Στην κατεύθυνση της «τρίτης δέσμης»: αρχαία ελληνικά, έκθεση, λατινικά, ιστορία. Και ξέρεις ποιο μάθημα ήταν αυτό που μου στέρησε την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο; Διαβάζοντας το σημερινό βιογραφικό μου, ίσως θα δυσκολευτείς να το πιστέψεις. Κι όμως, είναι αλήθεια: η έκθεση! Οι κυρίες/κύριοι βαθμολογητές μου χάρισαν ένα ωραιότατο 11,5. Σε ένα θέμα παρόμοιο με το φετινό, κάτι σαν «με ποια κριτήρια θα επέλεγες τους φίλους σου». Το σοκ για μένα έμοιαζε με γροθιά στο πρόσωπο. Φαντάσου ένα παιδί που το δείχνουν με το δάχτυλο από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, γιατί γράφει πολύ καλές εκθέσεις. Μία έφηβη που οι συμμαθητές της δανείζονται με τη σειρά τα τετράδιά της, για να πάρουν ιδέες στα νέα και στα αρχαία ελληνικά. Νόμιζα ότι μου έκοψαν το κεφάλι, ότι με έστησαν στα δέκα μέτρα και με εκτέλεσαν κανονικά, ότι με βρήκε κατάστηθα το βέλος του Γουλιέλμου Τέλλου. Οι άλλοι μου βαθμοί ήταν υψηλοί, όμως η έκθεση κατάφερε να μου στερήσει το όνειρο των σπουδών. Ντύθηκα στα μαύρα, μέσα έξω. Βίωσα το πένθος της αποτυχίας με ένταση, σχεδόν με απελπισία. Χάθηκα από τις παρέες. Μόνασα. Εκείνο το καλοκαίρι έπιασα την πρώτη μου δουλειά σε πολυκατάστημα. Ήθελα να βιώσω από πρώτο χέρι το πως βγαίνει ο επιούσιος. Ήθελα να ενηλικιωθώ απότομα και οριστικά. Αλλά ήθελα και να ξεθεώσω το θυμό και την απογοήτευσή μου. Έμαθα να πουλώ σερβίτσια πιάτων, μαχαιροπήρουνα, κατσαρόλες και είδη προικός. Και όταν πέρασε το καλοκαίρι, ανασκουμπώθηκα και είπα ότι θα ξαναδοκιμάσω.

Μεγάλα περιθώρια βελτίωσης της βαθμολογίας μου στα άλλα μαθήματα δεν είχα. ΟΙ βαθμοί μου ήταν πολύ καλοί. Τι να «πειράξεις»; Το 19,5 της ιστορίας και των λατινικών; Ή το 17 των αρχαίων; Η έκθεση ήταν το αγκάθι, αυτήν σίγουρα θα την ξαναέδινα. Τελικά ρίσκαρα και με τα αρχαία. Την ήθελα πολύ τη Φιλοσοφική. Και το 17 στα αρχαία έγινε 19. Αλλά δεν ήταν γραφτό να περάσω στη σχολή της πρώτης μου και διακαούς προτίμησης. Γιατί για δεύτερη συνεχή χρονιά στην έκθεση βαθμολογήθηκα με 12,5. Και πέρασα στο Παιδαγωγικό Νηπιαγωγών της Αθήνας. Η φιλόλογός μου στο λύκειο τράβαγε τα μαλλιά της. «Σε έφαγε το προσωπικό ύφος», μου είπε. «Προχώρα, παιδί μου, εσύ θα βρεις το δρόμο σου, αυτό που έχεις μέσα σου, αυτό που είσαι, κάποτε θα λάμψει. Και αυτούς τους τυπολάτρες και τους στενόκαρδους που σε βαθμολόγησαν με αυτόν τον τρόπο, θα τους διαψεύσεις οικτρά».

Γιατί στα λέω όλα αυτά και σε κουράζω, ενώ εσύ έχεις τώρα το άγχος και την αγωνία σου; Για να σου πω ότι κοιτάζοντας σήμερα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, μπορώ να του χαμογελάσω. Για να σου πω «προχώρα, παιδί μου, εσύ θα βρεις το δρόμο σου,  αυτό που έχεις μέσα σου, αυτό που είσαι, κάποτε θα λάμψει». Αρκεί να μην πάψεις ποτέ να το πιστεύεις και να αγωνίζεσαι γι’ αυτό. Να μην πάψεις ποτέ να καλλιεργείς τη γη των ονείρων σου. Αυτήν που δεν ανήκει σε κανένα εξεταστικό σύστημα, δεν ορίζεται από κανέναν διορισμένο αξιολογητή. Αυτήν που είναι η δική σου tabula rasa. Στερέωσε τον εαυτό σου και ετοιμάσου να γράψεις την ιστορία σου. Τη μοναδική και ανεπανάληπτη ιστορία της ζωής σου, που δεν θα βαθμολογηθεί από κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό σου. Από τον εαυτό σου απέναντι στον καθρέφτη του…

Οι Πανελλήνιες εξετάσεις δεν είναι ούτε το τέλος ούτε η αρχή. Είναι απλώς στο έργο της ζωής σου μία -και σίγουρα όχι η σπουδαιότερη και η πολυτιμότερη- σκηνή.

Καλή επιτυχία!

Αφιερωμένο με αγάπη στον ανιψιό μου, Παναγιώτη, και σε όλα τα παιδιά που γράφουν εξετάσεις και μαζί τους και οι οικογένειές τους, όλοι όσοι τα νοιάζονται και τα αγαπούν…