Ζει η ποίηση για παιδιά;

Στις 10 Φεβρουαρίου 2018, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς η παρακάτω συνέντευξη που έδωσα στο δημοσιογράφο, συγγραφέα και αγαπητό φίλο Κώστα Στοφόρο. Το θέμα της ήταν “Τα παιδιά και η ποίηση”. Μία συζήτηση με αφορμή την έκδοση του βιβλίου μου “Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων” από τις Εκδόσεις Βάρφη (2017) σε εικονογράφηση Έφης Κοκκινάκη. Την παραθέτω και εδώ γιατί πιστεύω ότι αξίζει να ξεκινήσει ένας διάλογος με αυτό το θέμα. Και να τοποθετήσουμε ξανά την ποίηση (και όχι μόνο για παιδιά) στο προσκήνιο. Η 9η Φεβρουαρίου ορίστηκε από το Υπουργείο Παιδείας και γιορτάζεται και από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου ως Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας 2018. Καταθέτω αυτές τις σκέψεις ως ένα μικρό φόρο τιμής, μια που η ποίηση είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες της γλώσσας μας και έχει τιμηθεί και αγαπηθεί, σπουδάζεται και διαβάζεται παγκοσμίως, και εξαιτίας της.

   

  • Πώς σκέφτηκες να γράψεις «Tο Αλφαβητάρι των ποιημάτων»;

Ποιήματα γράφω από παιδί. Είναι το είδος του λόγου που με γοητεύει περισσότερο. Στο σχολείο, ενώ όλα τα άλλα παιδιά κρατούσαν λευκώματα με τις γνωστές ερωτήσεις που όλοι κάποτε απαντήσαμε, εγώ γέμιζα τετράδια αντιγράφοντας ποιήματα που μου άρεσαν, μελοποιημένους στίχους που αγαπούσα να ακούω, δημοτικά τραγούδια, μαντινάδες που μου έλεγαν ο παππούς και η γιαγιά μου από την Κρήτη. Όταν έδειχνα ποιήματά μου σε δασκάλους και αργότερα καθηγητές μου, όλοι μιλούσαν επαινετικά για αυτά και με προέτρεπαν να συνεχίσω να γράφω. Όχι ότι υπήρχε βέβαια περίπτωση να σταματήσω ποτέ, αφού έτσι ζω, εκφράζομαι και επικοινωνώ. Όταν το 2004 άρχισα να υπηρετώ σε δημόσια σχολεία, η ποίηση έγινε εξαρχής ένα από τα βασικά εργαλεία και «όπλα» μου για να προσεγγίσω τα παιδιά προσχολικής ηλικίας. Όχι μόνο για να σκεφθούν, να κρίνουν, να μάθουν και να εμπεδώσουν, αλλά και για να νιώσουν, να φανταστούν, να μοιραστούν, να εκφραστούν, να επικοινωνήσουν, να οραματιστούν, να κοινωνικοποιηθούν. Από τις πρώτες σχολικές παραστάσεις που οργάνωσα με μαθητές μου ήταν μια διασκευή μου του «Ερωτόκριτου» σε 90 τετράστιχα, που ενθουσίασε μικρούς και μεγάλους. ‘Έβλεπα την απήχηση που είχε ο έμμετρος λόγος στα νήπια και αναρωτιόμουν γιατί δεν εκδίδεται και δεν προβάλλεται η ποίηση για παιδιά. Όσες φορές προσπάθησα αργότερα να προτείνω κάτι αντίστοιχο σε εκδότες, η απάντηση ήταν αρνητική.

Το φθινόπωρο του 2015, λίγες μέρες πριν λήξει η προθεσμία υποβολής των έργων στον τότε διαγωνισμό της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, σκέφτηκα να κάνω την αποκοτιά και να στείλω ποιήματα. Με το σκεπτικό ότι αν διακριθούν, μπορεί η συζήτηση για την ποίηση και μάλιστα για την ποίηση που απευθύνεται και στα παιδιά να ανοίξει ξανά. Εγώ τουλάχιστον, θα έκανα ό,τι μπορούσα για να την προκαλέσω. Επέλεξα το να συνθέσω ένα «Αλφαβητάρι Ποιημάτων» για συμβολικούς αλλά και για πρακτικούς – ουσιαστικούς λόγους. Επειδή ένα αλφαβητάρι είναι πάντα καλοδεχούμενο στο σχολείο, στο σπίτι, παντού. Ειδικά αν τα γράμματά του μιλούν για πράγματα που αφορούν όλους μας. Έτσι, ετοίμασα τη συλλογή και την έστειλα στο διαγωνισμό με το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσα στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια: «Εύα Αγνώστου». Η συλλογή διακρίθηκε με Εύφημο Μνεία Ποίησης. Δύο χρόνια μετά, το 2017, κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τις Εκδόσεις Βάρφη, με την εξαιρετική εικονογράφηση της Έφης Κοκκινάκη. Ένα βιβλίο όπως το ονειρευόμουν…

  • Ποια θέματα προσεγγίζουν τα ποιήματά σου στο βιβλίο «Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων»;

Τα θέματα των ποιημάτων μου αφορούν στην οικογενειακή, στη σχολική, στην κοινωνική ζωή, στη σχέση μας με τη φύση και το περιβάλλον, στο ατελείωτο ταξίδι αναζήτησης του αληθινού εαυτού μας, στην εμβάθυνση σε θεμελιώδη συναισθήματα όπως η αγάπη, ο φόβος, ο πόνος, ο θυμός, η αγωνία, το δέος μπροστά στην απώλεια, η αμηχανία και η αγανάκτηση μπροστά στα διάφορα στερεότυπα…Υπάρχουν ποιήματα που μοιάζουν με παραμυθοπαίχνιδα, προκαλούν την αυτοέκφραση, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα, τη διέγερση των αισθήσεων. Ποιήματα που φιλοσοφούν, παίζουν θέατρο, αναδεικνύουν την πολιτική σκέψη, επεξεργάζονται και προτείνουν θεμελιώδεις στάσεις και αξίες της ζωής μας. Αλλά όλα είναι ποιήματα από καρδιάς και απευθύνονται πρωτίστως στην καρδιά. Φτιαγμένα από λέξεις που πρώτα τις νιώθεις και μετά τις σκέφτεσαι. Και ίσως και να επιλέξεις να τις θυμάσαι. Αρκετά, μάλιστα, από αυτά, τα έχω γράψει στο σχολείο, μαζί με τους μαθητές μου. Ωστόσο, δεν απευθύνονται μόνο στα παιδιά. Η ποίηση, άλλωστε, δεν έχει ηλικία κατά τη γνώμη μου. Θα έλεγα ότι είναι αιώνια έφηβη, ακροβάτισσα στο μεταίχμιο της ύπαρξής μας, που πότε βγάζει προς τα έξω την παιδικότητα και πότε την ενήλικη πλευρά μας.

  • Ένα βιβλίο με ποιήματα για παιδιά αποτελεί τόλμημα για το συγγραφέα και τον εκδότη;

Ως συγγραφέας θα πω ότι η περιπέτεια της έκθεσης στο κοινό μέσα από ένα γραπτό κείμενο αποτελεί τόλμημα έτσι κι αλλιώς. Αλλά η ανάγκη της έκφρασης και της επικοινωνίας, ο έρωτας της λογοτεχνίας πάντα υπερισχύουν. Η ποίηση, βέβαια, είναι ένα πολύ απαιτητικό είδος λόγου. Παιδεύει και εκπαιδεύει αέναα τόσο αυτόν που επιχειρεί να τη γράψει, όσο και αυτόν που επιχειρεί να τη διαβάσει, να τη νιώσει, να την κατανοήσει. Η ποίηση για παιδιά, ειδικότερα, έχει ακόμη μεγαλύτερες απαιτήσεις από το δημιουργό της. Γιατί εδώ το αναγνωστικό του κοινό διαθέτει χαρακτηριστικά που οφείλει να λάβει υπόψη του με μεγάλη υπευθυνότητα, ευαισθησία, βαθιά γνώση της παιδικής ψυχοσύνθεσης. Επειδή θέλει δεν θέλει, εκτός από συγγραφέας και ποιητής, όταν απευθύνεται σε παιδιά γίνεται και εμψυχωτής – παιδαγωγός. Όσο για τους εκδότες, μπορώ να φανταστώ την απάντηση που θα έδιναν σε αυτήν την ερώτηση, αλλά θα προτιμούσα να την απευθύνετε στους ίδιους. Γιατί βλέπουν και αξιολογούν το λογοτεχνικό έργο που εκδίδουν από άλλη οπτική γωνία, εξίσου σημαντική με αυτή των δημιουργών του.

  • Διαπιστώνουμε πως οι φορείς που βραβεύουν παιδικά βιβλία – με εξαίρεση τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά – δεν έχουν θεσπίσει κάποιο βραβείο ποίησης. Πώς το κρίνεις αυτό;

Δεν θα το κρίνω, δεν είναι αυτός ο ρόλος μου. Και ίσως ακουστεί παράξενο που θα σας εξομολογηθώ πως από παιδί δεν συμπαθούσα τους διαγωνισμούς και τα βραβεία, τον πρωταθλητισμό γενικά. Μου προκαλούσαν μια αμηχανία και μια στενοχώρια. Γιατί διαχωρίζουν τους ανθρώπους σε νικημένους και ηττημένους, σε μπροστάρηδες και ουραγούς, σε πρωταγωνιστές και σε απλούς κομπάρσους. Και σε τοποθετούν, αν διακριθείς, στα ψηλότερα σκαλοπάτια μιας κλίμακας που στην πραγματικότητα ανεβοκατεβαίνεις συνεχώς από τότε που αρχίζεις να καταλαβαίνεις τον εαυτό σου. Σήμερα μπορεί να κατάφερες να φτάσεις στο ψηλότερο σκαλί, αύριο μπορεί να βρεθείς πάλι στο προτελευταίο. Έτσι είναι τ’ ανθρώπινα. Τίποτα δεν διαρκεί για πολύ. Και όλες οι κορυφές ξεπερνιούνται. Αυτό που έχει σημασία είναι η δημιουργική κίνηση και δράση, η αέναη προσπάθεια να γίνεσαι όλο και καλύτερος, η αυτοπραγμάτωση, η προσφορά με το έργο σου στους άλλους ανθρώπους. Και η συνειδητότητα αυτής της αδιάκοπης προσπάθειας.

Τα βραβεία δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός, μια de facto καταξίωση στον όποιο στίβο. Δεν μπορούν να σου αλλάξουν τη ζωή και την πορεία. Εσύ με τις επιλογές και με το ήθος σου θα το πράξεις ή δεν θα το πράξεις αυτό. Με ή χωρίς βραβεία. Αντιμετωπίζω τα βραβεία ως ένα τρόπο να βρεθούμε όλοι όσοι αγαπάμε κάτι πολύ, την ποίηση, τη λογοτεχνία γενικά, για να κουβεντιάσουμε για όσα μας ενώνουν πνευματικά και μας δονούν ψυχικά. Σήμερα διαλέξαμε το δικό σου κείμενο που θεωρούμε με τα υποκειμενικά μας κριτήρια, όσοι επιλέγουμε, ότι αξίζει να ασχοληθούμε κάπως περισσότερο μ’ αυτό. Το διαλέξαμε για να το βγάλουμε λίγο πιο μπροστά, να το χαρούμε, να το συζητήσουμε, να δουλέψουμε πράγματα μέσα μας και έξω μας με αφορμή αυτό. Με αυτό το σκεπτικό με λυπεί πολύ και με προβληματίζει η απουσία της ποίησης από τους διαγωνισμούς και τις βραβεύσεις των βιβλίων για παιδιά. Και τη θεωρώ αδικαιολόγητη.

  • Αν και γράφονται και εκδίδονται εξαιρετικές ποιητικές συλλογές, η σχέση των Ελλήνων με την ποίηση νομίζω έχει πάψει να είναι αυτή που ήταν στο παρελθόν. Που το αποδίδεις;

Η σχέση των Ελλήνων με τον εαυτό τους, με τη γλώσσα τους και με τον τόπο τους έχει πάψει να είναι αυτή που ήταν στο παρελθόν. Πως θα γλίτωνε η ποίηση; Ας μην έχουμε αυταπάτες…Τα παιδιά στο σχολείο παπαγαλίζουν και «ξεσηκώνονται» με τα εφήμερα σουξέ των νυχτερινών κέντρων και ξαφνιάζονται όταν τους βάζεις να ακούσουν το «Γεια σου κύριε Μενεξέ» του Ελύτη σε μουσική Δημήτρη Λάγιου, ή το «Βάρκα στο γιαλό» του Θεοδωράκη. Το ίδιο και οι γονείς τους: «Μα διδάσκετε ποίηση στα μικρά παιδιά; Μπορούν να την καταλάβουν;». Το καψουροτράγουδο είναι φαίνεται πιο κατανοητό…Κι όμως. Τα παιδιά μπορούν να καταλάβουν τα πάντα. Αρκεί να σταθείς στο ύψος τους, να τα κοιτάξεις στα μάτια και να τους δείξεις πόσο όμορφα είναι αυτά τα τραγούδια και τα ποιήματα, πόσο τα αγαπάς και πόσο τα πιστεύεις τα λόγια τους, με το δικό σου δημιουργικό τρόπο. Τρόπο θέλει η ποίηση. Όπως κάθε τι στη ζωή μας. Αγάπης τρόπο. Και πάθος για το Ωραίο, για αυτό που έχει Νόημα.

  • Θα μπορούσε το σχολείο, η εκπαίδευση, να αλλάξει τα πράγματα και πώς;

Αν δεν μπορεί το σχολείο να αλλάξει τα πράγματα, δεν θα μπορέσει κανείς. Το θέμα είναι αν το θέλουμε, αν το πιστεύουμε και αν θα το επιτρέψουμε στον εαυτό μας. Και με ποιους εκπαιδευτικούς λειτουργούς θα το επιχειρήσουμε. Πως θα τους μορφώσουμε και θα τους στηρίξουμε στο έργο τους, πως θα τους επιμορφώνουμε, για να γίνονται όλο και καλύτεροι. Το θέμα έχει πολλές διαστάσεις, ρίζα, κορμό, κλαδιά, φλέβες και ψυχή. Και είναι πρωτίστως πολιτικό. Συνοψίζεται σε μία και μόνο λέξη, που από μόνη της είναι ποίηση: τη λέξη «όραμα». Αν υπάρχει όραμα, βρίσκουμε και τους τρόπους πραγμάτωσής του.

“Τούς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν”

 

Μιχαήλ Δαμασκηνός, φορητή εικόνα, τέλη 16ου αι., Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα

30 Ιανουαρίου, των Τριών Ιεραρχών αύριο. Και όχι, δεν έδωσα τη…φωτοτυπία τους στα παιδιά για να τη χρωματίσουν. Τους είπα με λίγα, απλά λόγια κάποια πράγματα για τη ζωή και το έργο τους, τονίζοντας ότι εκτός από καλοί άνθρωποι ήταν και καλοί δάσκαλοι. Γι’ αυτό τους τιμούμε αύριο. Και αναρωτήθηκα πώς το κατάφεραν αυτό. Να γίνουν τόσο καλοί δάσκαλοι, δηλαδή, ώστε τόσα χρόνια μετά από την εποχή που έζησαν και δίδαξαν, να τους θυμόμαστε και να τους θαυμάζουμε. Να ζητάμε στην προσευχή μας να μας φωτίσουν για ν’ ακολουθήσουμε το παράδειγμά τους. Ρώτησα τα παιδιά να μου πουν τη γνώμη τους. Πώς μπορεί κάποιος να γίνει καλός δάσκαλος; Τί προσόντα πρέπει να έχει; Τί πρέπει να κάνει; Πώς να συμπεριφέρεται; Οι απαντήσεις τους ήταν άκρως διαφωτιστικές, όπως πάντα.

 

Ένας καλός δάσκαλος πρέπει:

– να μάθει γράμματα, να σπουδάσει

– να ξέρει να γράφει αριθμούς

– να μη φωνάζει και να μη θυμώνει

– να είναι πάντα χαρούμενος και να χαμογελά

– να μιλάει όμορφα

– να μπορεί να μάθει τα γράμματα που ξέρει εκείνος και στους άλλους

– να ακούει όλα τα παιδιά

– να ζωγραφίζει ωραία

– να διαβάζει τα βιβλία απέξω, χωρίς βοήθεια

– να μαθαίνει τα παιδιά να τραγουδούν και να χορεύουν

– να δείχνει στα παιδιά πώς να παίζουν ήσυχα, χωρίς να μαλώνουν

– να ξέρει να παίζει μπάλα

– να μαθαίνει στα παιδιά να μην κάνουν ζημιές

– να μαθαίνει στα παιδιά να περιμένουν τη σειρά τους

– να ξέρει να μιλάει στο μικρόφωνο

– να έχει πολύ μυαλό, εξυπνάδα και ιδέες

– να μπορεί να θυμάται πολλά πράγματα

– να έχει φαντασία και να μη σταματά να ονειρεύεται

– να προσέχει και ν’ αγαπάει όλα τα παιδιά

– να γεννάει συνέχεια καινούργια πράγματα

– να μπορεί να ξεχωρίσει το καλό απ’ το κακό

Σκεφτόμουν τα λόγια των παιδιών και θαύμασα για άλλη μια φορά την καταπληκτική τους ικανότητα να εστιάζουν στην ουσία των πραγμάτων και να την εκφράζουν καθαρά και ξάστερα χωρίς περικοκλάδες και συμβιβασμούς. Και συγκρίνοντας τα λόγια τους με αυτά του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ψιθύρισα: “Πείτε τα παιδιά μας, χρυσόστομα, διδάξτε μας! Και μακάρι να έχουμε τ’ αυτιά, τις καρδιές και τα μυαλά μας ανοιχτά να σας ακούσουμε. Και να το πάρουμε το μάθημά μας, δάσκαλοι, γονείς, όλοι μας”…

Από το “Αλφαβητάρι των Ποιημάτων” μου, εκδόσεις Βάρφη, με εικόνες της Έφης Κοκκινάκη

“Ὁ δάσκαλος ὅμως δέ διδάσκει μόνο μέ λόγια, ἀλλά καί μέ ἔργα, γιατί αὐτή εἶναι ἡ ἄριστη διδασκαλία τοῦ δασκάλου. Γιατί καί ὁ κυβερνήτης, ὅταν βάζει δίπλα του τό μαθητή, τοῦ δείχνει βέβαια πώς νά κρατάει τό τιμόνι, ἀλλά προσθέτει καί λόγια στήν πράξη, καί δέ λέγει μόνο, οὔτε ἐργάζεται μόνο. Τό ἴδιο καί ὁ οἰκοδόμος, ἀφοῦ τοποθετήσει δίπλα του ἐκεῖνον πού θέλει νά μάθει πῶς χτίζεται ὁ τοῖχος, τοῦ δείχνει βέβαια μέ τήν πράξη, τοῦ δείχνει ὅμως καί μέ λόγια. Τό ἴδιο κάνει καί ὁ ὑφαντής καί κεντητής καί χρυσοχόος καί χαλκουργός, καί κάθε τέχνη ἔχει τό δάσκαλό της καί μέ λόγια καί μέ ἔργα. Ἐπειδή λοιπόν καί ὁ Χριστός ἦρθε νά μᾶς διδάξει κάθε ἀρετή, γι’ αὐτό καί λέγει νά κάνουμε καί τά κάμνει ὁ ἴδιος. Γιατί λέγει “ὅποιος ἔκαμε καί δίδαξε, αὐτός θά ὀνομασθεῖ μεγάλος στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν” (Ματθ. ε΄ 19).

“Οἰκοδομεῖτε ὁ ἕνας τόν ἄλλον” (Α΄ Θεσ. ε΄ 11). Οὔτε βεβαίως θέλει ὁ Θεός νά βοηθεῖ ὁ χριστιανός μόνον τόν ἑαυτό του, ἀλλά νά οἰκοδομεῖ καί ἄλλους ὄχι μόνο μέ τή διδασκαλία, ἀλλά καί μέ τή συμπεριφορά του, διότι τίποτε δέν φέρει τόσον πρός τό δρόμο τῆς ἀληθείας, ὅσον ἡ συνέπεια τῆς συμπεριφορᾶς, οὔτε βεβαίως προσέχουν τόσον εἰς τά λόγια μας, ὅσον εἰς τά ἔργα μας… Καί ὁ Χριστός ἐμακάρισε αὐτούς λέγων “εἶναι μακάριος ἐκεῖνος πού θά ἐκτελέσει τάς ἐντολάς καί θά διδάξει” (Ματθ. ε΄ 19). Πρόσεξε ότι πρῶτα ἔθεσε τήν πράξιν και μετά τήν διδασκαλίαν. Διότι ὅταν προηγεῖται ἡ πρᾶξις, καί ἄν ἀκόμη δέν ἀκολουθεῖ ἡ διδασκαλία, εἶναι ἀρκετόν νά διδάξουν τά ἔργα λαμπρότερα ἀπό τήν φωνήν ἐκείνους πού μᾶς παρακολουθοῦν. Αὐτό λοιπόν ἄς ἐπιζητοῦμεν, παντοῦ νά διδάσκωμεν πρῶτα μέ τά ἔργα μας καί ὕστερα μέ τά λόγια, διά νά μήν ἀκούσωμεν καί ἡμεῖς ἀπό τόν Παῦλον, “Σύ πού διδάσκεις ἄλλον, τόν ἑαυτό σου δέν διδάσκεις;” (Ρωμ. β΄ 21).

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Μια σχολική τσάντα σκέφτεται και γράφει…

   

Μ’ άφησαν μόνη σήμερα.

Με κλείδωσαν σε μια κρύα, σκοτεινή αίθουσα για όλο το Σαββατοκύριακο.

Ούτε που σκέφτηκαν να μ’ αδειάσουν να ξελαφρώσω μια σταλιά, να πάρω αέρα. Να θυμηθώ την ελκυστική σιλουέτα μου, αυτήν που εμφανίζεται πλέον μόνο στις εκδρομές. Μπουκωμένη με φωτοτυπίες και φυλλάδες μ’ εγκατέλειψαν.

Νομίζουν ότι έτσι θα ξεγελάσουν το Νικόλα, τη μεγάλη του αδερφή, τη μαμά του, τον μπαμπά του, τη γιαγιά και τον παππού του. Ότι θα τους κάνουν να πιστέψουν πως το σχολείο έγινε ως εκ θαύματος λιγότερο απειλητικό και απαιτητικό για την καθημερινότητά τους. Λες κι αυτό εξαρτάται απ’ το αν θα κλειδώσουν εμένα μια Παρασκευή κάθε μήνα σε μια κρύα, σχολική αίθουσα. Λες και όλοι αυτοί που φταίνε επειδή το σχολείο κατέληξε να γίνει ένας μπαμπούλας κι ένας βραχνάς για την ελληνική οικογένεια, θα πάψουν να φταίνε επειδή τιμώρησαν εμένα.

Αλλά εγώ θυμάμαι πολύ καλά τις ιστορίες και τις παροιμίες που λέει η γιαγιά του στο Νικόλα, όταν τον παίρνει από το σχολείο τα μεσημέρια, αφού και οι δύο του γονείς παλεύουν για την επιβίωση. Καθώς με σέρνει όσο πιο απαλά μπορεί, έτσι ασήκωτη που είμαι, για να μην ξεσηκώσουν τη γειτονιά τα φθαρμένα μου ροδάκια (ροβολάνε θρασύτατα είναι η αλήθεια πάνω στην ξεχαρβαλωμένη άσφαλτο), την ακούω που του ψιθυρίζει:

«Φταίει ο γάιδαρος, Νικόλα μου, και δέρνουν το σαμάρι».

Θυμάμαι και τα λόγια του μπαμπά του Νικόλα, που όταν διάβασε την υπουργική απόφαση που ανήγγειλε την τιμωρία μου, μονολόγησε πικρά:

«Στρουθοκαμηλίζουμε αφόρητα πλέον ως χώρα. Κι όπως πάντα, την πληρώνει η παιδεία».

Αμέσως έτρεξα και άνοιξα ένα λεξικό για να καταλάβω που έφταιξε η καημένη η στρουθοκάμηλος και τι πληρώνει η παιδεία. Κράτησα και σημειώσεις για να ρωτήσω τη δασκάλα του Νικόλα, τη Δευτέρα το πρωί. Αλλά πολύ φοβάμαι ότι επειδή αυτή η ερώτηση είναι εκτός της διδακτέας ύλης, δεν θα ξέρει ή δεν θα θέλει να μου απαντήσει…

Θυμάμαι και τον παππού του Νικόλα, παλαίμαχο ναυτικό, που συμπλήρωσε τον μπαμπά του, κουνώντας το κεφάλι απογοητευμένος:

«Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν».

Βαρκούλες είπε ο παππούς ο ναυτικός και τα φερμουάρ μου ανοιγόκλεισαν θριαμβευτικά, γιατί βρήκα πώς θα απαλλαγώ από τις αμέτρητες βαρετές φωτοτυπίες. Βαρκούλες θα τις κάνω! Είδα προχθές το Νικόλα που έφτιαχνε χάρτινες βαρκούλες με τα άλλα πρωτάκια στο διάλειμμα και κάτι κουτσοέμαθα. Βαρκούλες κι αεροπλανάκια. Θα παρακολουθήσω και την αδερφή του που μαθαίνει τη μέθοδο origami στη δημιουργική απασχόληση και θα πάρω ιδέες. Θα δανειστώ και τα χρώματα της μαμάς του που στο λιγοστό ελεύθερο χρόνο της ζωγραφίζει για να χαλαρώνει και θα τα βάψω όλα πολύχρωμα. Και τις βαρκούλες και τ’ αεροπλανάκια και τους τοίχους και τα θρανία και τις καρέκλες και τα πατώματα εδώ μέσα. Και το προαύλιο και τα κάγκελα και τα σκαλοπάτια και τις τούρκικες τουαλέτες. Ως και τα ταβάνια θα βάψω γαλάζια με άσπρα συννεφάκια και παραδείσια πουλιά και μπουκαμβίλιες φλογάτες και αερόστατα σαν ουράνια τόξα. Γιατί πνίγονται τα καημένα τα παιδιά μέσα σε όλα αυτά τα κακοτυπωμένα, ανούσια χαρτιά. Ασφυκτιούν σαν πιόνια μέσα σε άχρωμους τοίχους με μαυρόασπρες υποχρεώσεις, σκυθρωπούς αξιωματικούς και γκρίζα άλογα. Σ’ ένα μαυρόασπρο μάθημα που τα ξεμαθαίνει να χαμογελούν. Στο σχολείο σκακιέρα όπου υποχρεώνονται να «χτίσουν» τη μαθητική τους καριέρα.

Μ’ άφησαν μόνη σήμερα.

Με κλείδωσαν σε μια κρύα, σκοτεινή αίθουσα για όλο το Σαββατοκύριακο. Αλλά εγώ σκέφτομαι και γράφω…Εσείς;

Η σχολική τσάντα του Νικόλα

 

 

Χρόνος Προσωπικός

Θέλω να πετάξω πολλά.
Να τακτοποιήσω άλλα.
Να καταλάβω περισσότερα.
Να θυμώνω όλο και λιγότερο.
Ν’ αλλάζω σελίδα γρηγορότερα.
Θέλω γαλήνη που να διαρκεί.
Θέλω ομορφιά που επιτέλους να επιβάλλεται, να νικά.
Θέλω καθαρές δουλειές. Στρογγυλά λόγια. Μετρημένες αποστάσεις.
Θέλω σωφροσύνη.
Τη σιωπή αυτών που είναι πραγματικά δυνατοί.
Την ευαισθησία και την καρτερικότητα των αιωνόβιων δέντρων.
Τη θρεπτική αύρα των γεννημάτων της μητέρας γης.
Θέλω χώμα στα δάχτυλά μου και θάλασσα στα μάτια μου.
Θέλω φρέσκο αεράκι στο μυαλό μου.
Θέλω να βαδίζω αργά, σίγουρη ότι θα φτάσω με τον εαυτό μου ακέραιο
κι ότι αυτό είναι που έχει νόημα.
Όχι το με ποια σειρά.
Όχι το πόσο κόστισε.
Όχι το πόσοι το είδαν.
Αλλά το ποιοι το ένιωσαν.
Και το γιατί έφτασα, όπως έφτασα, εκεί που έφτασα.
Θέλω να είμαι Πρόσωπο απέναντί σου, αφέντη Χρόνε.
Στάσου μια στιγμή και άκου με.
Θα σου το τραγουδήσω.

Σαράντα μαύρα άλογα σ’ ένα χρυσό αλώνι
γυροβολιές με φέρνουνε, με κάψα και με χιόνι.

Στα μάτια έχουν κάρβουνο και στις οπλές ασήμι
κι η ανάσα τους η αχνιστή μου παίζει αργό ταξίμι.

– Τι θες, Κυρά, και με κεντάς, ποια έγνοια σε παιδεύει;
Σε ποια σαράντα κύματα ο νους σου ταξιδεύει;

Ας μ’ άνοιγες τη θύρα σου να κάτσω στο σοφρά σου,
με προσφοράκι και ρακί να θρέψω την καρδιά σου.

– Κόπιασε Χρόνε, αγέραστε, χαϊνη, διαβατάρη.
Σαν το δικό σου κέρασμα κανένας δεν τρατάρει.

Μόνο τραγούδι μη μου πεις, δε θέλω γλεντοκόπι
κι ακόμη ας μη με τέλεψαν τα βάσανα κι οι κόποι.

Θέλω μονάχα μια στιγμή ακίνητος να μείνεις,
για να κοιτάξω στην αρχή της σκοτεινής σου δίνης.

Κι έπειτα γίνε, Χρόνε μου, κελαρυστό ποτάμι,
να πλύνω πλάι στις όχθες σου το ξομπλιαστό μου χράμι.

Να το απλώσω ανάερα σε μιας ελιάς τη ράχη,
που ολόρθη πάντα στέκεται σ’ ειρήνη και σε μάχη.

Κι όταν στεγνώσει, Χρόνε μου, κάθε δική σου στάλα,
καθώς θα κάνει ο ηλιάτορας στα λιόκλαδα τραμπάλα,

στη ρίζα της αγκαλιαστά να στρώσω το υφαντό μου,
να κουβεντιάζει της ελιάς το παιδικό όνειρό μου.

Κι εκεί να γείρω ήσυχη, σοφά αποφασισμένη,
από ζωή και θάνατο να μάθω ό,τι μου μένει.

Τα Χριστούγεννα της Νιφάδας και του Σκουφάκη

Δε χρειάζονται πολλά για μια χαρούμενη χριστουγεννιάτικη γιορτή στο σπίτι, στην παρέα, ή στο σχολείο. Δυο κούκλες, ένας Σκουφάκης και μια Νιφάδα, τα παιδιά, οι οικογένειές τους, εμείς όλοι από κοντά, με κέφι, αγάπη, τσαχπινιά, ωραία μουσική και τραγούδια και τα παραδοσιακά μας γιορτινά γλυκά. Χρόνια Πολλά και Γελαστά!

Τα Χριστούγεννα της Νιφάδας και του Σκουφάκη

Σ:…Μπα, μπα, μπα! Τί βλέπω; Συμβαίνει τίποτα; Νιφάδα! Ε, Νιφάδα, που κρύφτηκες πάλι; Τρέξε γρήγορα να δεις! Τρέξε, σου λέω!

Ν: Ουφ πια! Ούτε να χουζουρέψει κανείς στο ασημένιο συννεφάκι του δεν μπορεί. Τί έπαθες, φιλαράκι μου, και ξεφωνίζεις έτσι;

Σ: Τρέξε, Νιφάδα, να δεις παιδιά! Τόσα παιδιά μαζεμένα δε θα έχεις ξαναδεί!

Ν: Τι παιδιά, καλέ; Πάλι είσαι νηστικός και ονειρεύεσαι ξύπνιος;

Σ: Να, εκεί απέναντι! Παιδιά ξανθά, παιδιά μελαχρινά, παιδιά κοκκινομάλλικα. Παιδιά με γυαλιά, με κοτσιδάκια, με γένια, με μουστάκια, παιδιά με μακριά παλτά, μπουφάν, λουστρινάκια και μπότες. Παιδιά μεγάλα, παιδιά μικρά, παιδιά τοσοδούλικα και παιδιά γιγάντιαααααα!

Ν: Δεν είμαστε στα καλά μας! Τί ασυναρτησίες λες, Σκουφάκη μου; Μήπως το χιόνι το ’στρωσε μέσα στο κεφαλάκι σου; Ακούς εκεί «παιδιά…γιγάντια»!

Σ: Μα, βρε Νιφάδα, δεν τα βλέπεις εκεί που κάθονται και μας κοιτάζουν περίεργα; Λες να είναι επικίνδυνα;

Ν: Χαχαχαχαχα! Χοχοχοχοχο! Χιχιχιχιχι! Χρόνια είχα να γελάσω έτσι! Σκουφάκη μου, είσαι στ’ αλήθεια φοβερός! Αυτοί που βλέπεις να κάθονται απέναντι είναι τα παιδιά της τάξης της κυρίας Εύης, μαζί με τους γονείς, τ’ αδερφάκια, τις γιαγιάδες, τους παππούδες και τους φίλους τους. Ήρθαν να γιορτάσουμε παρέα τα Χριστούγεννα. Γι’ αυτό δεν ήρθατε, παιδιά;

Σ: Τα Χριστούγεννα; Τί να γιορτάσουμε, δηλαδή; Τον Άι Βασίλη που θα ’ρθει από την…Πιτσαρία και θα μας φέρει τον καινούργιο χρόνο μαζί με τους βοσκούς και τα προβατάκια;

Ν: Αχ, Σκουφάκη μου! Εσύ θα με τρελάνεις μια και καλή! Πώς τα μπέρδεψες πάλι έτσι; Τί σχέση έχει ο Άι Βασίλης, που δεν ήρθε ασφαλώς από την… πιτσαρία αλλά από την Καισαρεία, με τη φάτνη όπου γεννήθηκε ο Χριστός;

Σ: Δεν τα είπα σωστά, Νιφάδα μου;

Ν: Όχι βέβαια! Συγκεντρώσου και δώσε βάση! Τα Χριστούγεννα τα γιορτάζουμε στις 25 Δεκεμβρίου, κάθε χρόνο. Ο Χριστός γεννήθηκε μέσα στη βαρυχειμωνιά, σε μια μικρή πόλη της Παλαιστίνης, τη Βηθλεέμ και…

Σ: Πω πω πω, ονόματα και χρονολογίες! Μα πώς μπορείς και τα θυμάσαι απέξω; Τί λέτε κι εσείς, παιδιά, μικρά μεγάλα και γιγαααάντια; Δεν είναι σοφή η φίλη μου η Νιφάδα;

Ν: Μη με διακόπτεις, τέλος πάντων! Άσε με να τα μπουρδουκλώσω…εεε, να ολοκληρώσω, ήθελα να πω. Το ξέρεις ότι μου δημιουργείς άγχος;

Σ: Εγώ δεν είμαι βλάχος! Και σε προκαλώ να μη με ξαναπαρακαλέσεις έτσι!

Ν: Έχω άγχος είπα, όχι ότι είσαι βλάχος, καλέ! Με παρακαλείς, θες να πεις, να μη σε αποκαλέσω ξανά έτσι. Όταν κανείς μπουκώνεται συνεχώς με μελομακάρονα και κουραμπιέδες, αυτά παθαίνει. Χάνει τα λόγια του! Πού είχα μείνει; Α, ναι! Σου έλεγα, λοιπόν, για τη Βηθλεέμ και για τη φάτνη, όπου μέσα στο καταχείμωνο και με το λαμπρότερο άστρο να φέγγει στον ουρανό, γεννήθηκε ο μικρός Χριστός…

Σ: Νιφαδούλα, θα μου λύσεις μια απορία;

Ν: Εντάξει, πες την. Αλλά περίμενε πρώτα να φορέσω το…φωτοστέφανό μου! Θ’ αγιάσω τόση υπομονή που κάνω με σένα!

Σ: Τί είναι η φάτνη; Πουλάνε τίποτα κρουασάν εκεί; Μήπως μελωμένα τουλουμπάκια που μ’ αρέσουν, μιαμ μιαμ, σλουρπ;

Ν: Θα πάθουν τα νεύρα μου, χριστουγεννιάτικα! Ο νους σου συνέχεια στο φαγητό βρίσκεται. Η φάτνη είναι μια μικρή σπηλιά, που χρησιμεύει για αχυρώνας. Κι είναι ακόμη το σπιτάκι, ο στάβλος, δηλαδή, όπου κουρνιάζουν τα ζώα στην εξοχή, όταν έχει κακοκαιρία και παγωνιά.

Σ: Και γιορτάζουμε επειδή ο Χριστός γεννήθηκε σ’ ένα τέτοιο σπιτάκι;

Ν: Βέβαια, γιατί αυτό σημαίνει πολλά για μας.

Σ: Αααχ και βααχ, είναι μεγάλη αδικία! Αδύνατο να το υποφέρω, Νιφάδα μου!

Ν: Ποιο πάλι, βρε Σκουφάκη;

Σ: Να! Εγώ γεννήθηκα σε κοτζάμ μαιευτήριο στην Αθήνα κι όχι σ’ ένα καλυβάκι στην ερημιά. Αλλά κανείς δεν σκέφτηκε να γιορτάσει προς τιμή μου…Σκουφούγεννα!

Ν: Αααα, εσύ δεν τρώγεσαι με τίποτα! Μα δεν καταλαβαίνεις τη διαφορά;

Σ: Έχει διαφορά, σοφή μου κουκουβάγια…εεε Νιφάδα;

Ν: Ο Χριστός είναι το παιδί του Θεού! Γεννήθηκε για να φέρει στον κόσμο την ειρήνη και την αγάπη. Καθόλου δεν τον ένοιαζε αν θα γεννηθεί σε παλάτι ή σε φτωχοκάλυβο. Ήθελε μόνο να μας δείξει ότι μπορεί κάποιος να είναι σπουδαίος και ταυτόχρονα ταπεινός. Κι όχι να έρθει σα βασιλιάς ντυμένος στα χρυσά Του, για να μας επιβάλει με το ζόρι το θέλημά Του…

Σ: Με συγχωρείς, Νιφάδα μου, δεν το είχα καταλάβει. Ευτυχώς, όμως, που έχω εσένα φίλη μου και μου τα εξηγείς όλα τόσο ωραία!

Ν: Ε, παιδιά! Μου υπόσχεστε ότι δε θα μαρτυρήσετε πουθενά την κοτσάνα που αμόλησε σήμερα ο Σκουφάκης;…Μπράβο σας! Είστε τόσο καλά παιδιά! Ε, Σκουφάκη, πού πήγες πάλι; Γιατί κρύβεσαι; Μην ντρέπεσαι, τα παιδιά δε θα σε μαρτυρήσουν. Δε θα τα ευχαριστήσεις;

Σ: Ευχαριστώ, μικρά, μεγάλα και γιγααααάντια παιδιά, είστε όλα πολύ καλόκαρδα κι ευγενικά!

Ν: Λοιπόν, Σκουφάκη μου, πώς λες να γιορτάσουμε εμείς τα φετινά Χριστούγεννα; Έτσι θα τη βγάλουμε, μοναχούληδες, χωρίς παρέα, τραγούδι και χορό;

Σ: Και χωρίς λιχουδιές; Ε, όχι, ασφαλώς! Μμμμ, ξέρεις τί λέω εγώ, Νιφαδούλα μου; Να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα μαζί με ΟΟΟΟΟΟΛΑ τα παιδιά, αν φυσικά μας θέλουν στην παρέα τους. Συμφωνείς;

Ν: Αγαπητέ μου Σκουφάκη, αυτή ήταν η ωραιότερη ιδέα που κατέβασε το μελωμένο τουλουμπάκι, εεε…μυαλουδάκι σου σήμερα! Μπορώ να μη συμφωνήσω μαζί σου; Μας θέλετε στην παρέα σας, παιδιά; ΓΙΟΥΠΙ, Ο ΛΑ ΡΙ ΛΑ ΛΑ!

ΝΙΦΑΔΑ ΚΑΙ ΣΚΟΥΦΑΚΗΣ ΜΑΖΙ:

Είναι μούρλια, είναι τρέλα!
Βλέπω μια βαθιά πιατέλα,
με γλυκίσματα γεμάτη
και μια πίτα τόσο αφράτη,
που θα ορμήσω, δε βαστάω
κι άλλο να μη σας κρατάω!

Τέλειωσε η παράστασή μας,
αλλά όχι κι η γιορτή μας!
Φάτε, πιείτε και χορέψτε
και στο σπίτι μετά τρέξτε!
Κι αν κρυώνετε λιγάκι,
πιείτε ένα ζεστό τσαγάκι!

Τ Ε Λ Ο Σ

  

Το τραγούδι της παράστασης: “Μέρα γιορτινή!”

Ένα χειμώνα θα σου φέρω
να ντύσεις τ’ όνειρο με χιόνι
κι ένα πορτοκαλί παγώνι
να φτιάξεις ήλιο σαν πουλί.

Μ’ ένα αλεξίπτωτο – καράβι,
θα σκαρφαλώσω ως τ’ αστέρια
κι όλα του κόσμου τα μαχαίρια
θα τα κλειδώσω φυλακή.

Καινούργια μέρα, γιορτινή!
Χριστουγεννιάτικο φιλί
απ’ την καρδιά μου θα σου δώσω
και δε θα σε ξαναμαλώσω!

Καινούργια μέρα, γιορτινή,
μ’ Άγιο Βασίλη στη σκεπή!
Το δώρο που ’φερε για σένα,
δεν το ’φερε γι’ άλλον κανένα,

γιατί έχεις φίλο σου εμένα
κι εγώ έχω φίλη μου εσένα!

Γνωρίζοντας το Συνήγορο του Παιδιού

Ανασκαλεύοντας το αρχείο μου για να βρω υλικό για τη σημερινή Ημέρα Δικαιωμάτων του Παιδιού, έπεσα πάνω σε μία συνέντευξη που πήρα για την αντίστοιχη ημέρα του Νοεμβρίου του 2003 από τον αγαπημένο φίλο και Συνήγορο του Παιδιού στην Ελλάδα, Γιώργο Μόσχο για το παιδικό ένθετο «Οι Ερευνητές πάνε παντού» της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ. Μια που οι «Ερευνητές» δεν κυκλοφορούν πια, σας την παρουσιάζω εδώ, γιατί πιστεύω ότι πραγματικά αξίζει τον κόπο να την αποθηκεύσουμε στο μυαλό και στην καρδιά μας. Και όχι μόνο αυτό. Να αναλάβουμε δράση, σε καθημερινή βάση, για χάρη των παιδιών…

Τί θα έλεγε ένα αίνιγμα, η λύση του οποίου θα ήταν «ο Συνήγορος του Παιδιού»;

Φωτίζει δρόμους σκοτεινούς, χωρίς να ανάβει φώτα.

Στηρίζει των παιδιών φωνές, αφού τα ακούσει πρώτα.

Βοηθάει τις δυνάμεις τους, χωρίς να ’ναι κοντά τους.

Στέκει μαζί στις μάχες τους κι ας μένει μακριά τους.

 Τί είναι;

Ο Συνήγορος του Παιδιού!

Που είναι το σπίτι του Συνηγόρου του Παιδιού, από πότε εγκαταστάθηκε σε αυτό και τί…μαγειρεύει στην κουζίνα του;

Το «σπίτι» του Συνηγόρου του Παιδιού βρίσκεται στο κτίριο του Συνηγόρου του Πολίτη, στην οδό Χατζηγιάννη Μέξη 5, στην Αθήνα (κοντά στο Μέγαρο Μουσικής και στο ξενοδοχείο Χίλτον) και ονομάζεται Κύκλος Δικαιωμάτων του Παιδιού. Εκεί βρίσκομαι από τον Ιούλιο του 2003, οπότε ανέλαβα τις νέες μου ευθύνες, μαζί με μια εξαιρετική ομάδα 15 συνεργατών. Αν ρωτάτε για την κουζίνα μας, θα σας πω ότι, έχοντας για υλικά μαγειρικής τη Διεθνή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Παιδιού και τους υπόλοιπους νόμους της χώρας μας, ως συνταγές τις εμπειρίες Συνηγόρων του Παιδιού από άλλες χώρες του κόσμου, ως μαγειρικά σκεύη τα εργαλεία που έχει προβλέψει ο  Νόμος για το Συνήγορο του Πολίτη, και χρησιμοποιώντας επίσης τις γνώσεις και τη φαντασία μας, προσπαθούμε να φτιάξουμε τα πιο πετυχημένα φαγητά. Βλέπετε ο Συνήγορος του Παιδιού δημιουργήθηκε στη χώρα μας μόλις φέτος και χρειάζεται πολύ προσοχή για να ικανοποιήσουμε όσους δοκιμάζουν τα προϊόντα της δουλειάς μας.

Θέλετε να μας φτιάξετε το…πορτραίτο του Συνηγόρου του Παιδιού με φανταστικά υλικά; Αν ήταν χρώμα, μυρωδιά, στοιχείο της φύσης, μεταφορικό μέσο, εργαλείο και παιχνίδι, τι θα ήταν και γιατί;

Ο Συνήγορος του Παιδιού είναι κάτι σα φύλακας άγγελος των δικαιωμάτων όλων των παιδιών που μένουν στη χώρα μας, δηλαδή κάθε προσώπου που δεν έχει κλείσει ακόμη τα 18 του χρόνια. Αν χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας για να περιγράψουμε την ταυτότητα του Συνηγόρου του Παιδιού, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει το χρώμα ενός ουράνιου τόξου, δηλαδή χωράει όλα τα χρώματα που συναντούμε στη φύση. Είναι, ας πούμε, κάτι σαν ένα ιπτάμενο ποδήλατο, που προσπαθεί να οδηγήσει τα παιδιά εκεί ακριβώς που επιθυμούν και αξίζει να ζουν. Αν ήταν στοιχείο της φύσης, θα μεταμορφωνόταν τη μια στιγμή σε αεράκι που ξεσηκώνει τη δύναμη του κάθε παιδιού για να μπορεί να χαρεί τη συμμετοχή, τη μάθηση, την ψυχαγωγία και την ελεύθερη έκφραση και την επόμενη στιγμή θα γινόταν νερό που σβήνει τη φωτιά της καταπίεσης, της διάκρισης, της αδικίας και της εκμετάλλευσης.   

Πώς θα συμπληρώνατε μια ακροστιχίδα, στην οποία οι λέξεις που θα σχηματίζονταν θα ήταν «ο Συνήγορος του Παιδιού»;

Θα δοκιμάσω μέσα από την ακροστιχίδα να σας μιλήσω για μερικά σημαντικά στοιχεία  και επιδιώξεις του Συνηγόρου του Παιδιού:

Σπάει τη μοναξιά και τη σιωπή των παιδιών που αδικούνται.

Υψώνει το λόγο για ίσα δικαιώματα όλων των παιδιών.

Νικά την αδιαφορία και ερευνά παραβιάσεις σε βάρος παιδιών.

Ηχεί τη φωνή, τα αιτήματα και τις προτάσεις των παιδιών.

Γκρεμίζει τα τείχη που εμποδίζουν την έκφραση και την επικοινωνία τους.

Ορθώνει πύργους προστασίας απέναντι στην εκμετάλλευση.

Ρίχνει φως εκεί που το σκοτάδι απειλεί την προσωπικότητα των παιδιών.

Οδηγεί τα παιδιά προς τους ενήλικες που μπορούν να τα βοηθήσουν.

Στηρίζει τους αδύνατους και τους αδικημένους.

Τολμά να προτείνει αλλαγές προς το συμφέρον των παιδιών.

Ονομάζει τα δικαιώματα του παιδιού και ενημερώνει όλους για αυτά.

Υποδέχεται και καθοδηγεί τα παιδιά στην προάσπιση των δικαιωμάτων τους.

Παρεμβαίνει σε φορείς και ιδρύματα που ασχολούνται με το παιδί.

Απευθύνει συστάσεις και προτάσεις στους φορείς.

Ιχνογραφεί προτάσεις για την προσαρμογή της νομοθεσίας.

Διεκδικεί μέτρα και πολιτικές για το παιδί.

Ισχυροποιεί τη θέση των παιδιών στην οικογένεια και την κοινωνία.

Οργανώνει συναντήσεις και εκδηλώσεις για τα δικαιώματα του παιδιού.

Υποστηρίζει την εφαρμογή της διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του παιδιού.Βάζουν και κάποιοι άλλοι το χεράκι τους, για να πετύχει αυτά που…μαγειρεύει ο Συνήγορος του Παιδιού; Έχετε προσλάβει καμιά νεράιδα με μαγικό ραβδάκι;

Για να πετύχει στην αποστολή του ο Συνήγορος του Παιδιού χρειάζεται να έχει κύρος και να απολαμβάνει το σεβασμό της κοινωνίας. Η πετυχημένη πορεία του Συνηγόρου του Πολίτη μέχρι σήμερα και η σπουδαία ομάδα των συνεργατών μου, με κάνουν να νοιώθω ότι δεν υστερούμε πολύ από τη…νεράιδα με το μαγικό ραβδάκι στο χέρι. Βέβαια για μας το πιο σπουδαίο είναι να δώσουμε σε όλα τα παιδιά να καταλάβουν ότι το μαγικό ραβδί για τις λύσεις στα προβλήματα της ζωής τους το κρατούν πριν από όλους αυτά τα ίδια. Τα παιδιά πρέπει να είναι οι πρώτοι καλοί υπερασπιστές των δικαιωμάτων τους, έχοντας στο ένα τσεπάκι το μαγικό ραβδί της νεράιδας, δηλαδή τη δύναμη, και στο άλλο το μικρό σοφό τους γρύλο, τη γνώση! Όταν χρειάζονται τη δική μας βοήθεια μπορούν να μας απευθύνονται στο τηλέφωνο 801.11.32000.

Στα παραμύθια, υπάρχουν «οι καλοί» και «οι κακοί» ήρωες και συνήθως αγωνίζονται οι μεν ενάντια στους δε. Στη σημερινή πραγματικότητα, ποιοι θεωρείτε ότι είναι «οι κακοί» από τους οποίους κινδυνεύουν τα παιδιά και πως θα ήταν αποτελεσματικό να τους αντιμετωπίζουμε;

Οι «κακοί» από τους οποίους κινδυνεύουν τα παιδιά είναι κυρίως όσοι μεγάλοι δεν έμαθαν να αναγνωρίζουν ότι και τα παιδιά είναι υποκείμενα δικαιωμάτων στη ζωή. Καμιά φορά συμβαίνει αυτοί που υποτίθεται ότι έχουν αποστολή να τα προστατεύουν να είναι οι πρώτοι που παραβιάζουν τα δικαιώματά τους!

Τι σας εμπνέει, τι σας προβληματίζει και τι σας φοβίζει στο νέο σας ρόλο στο Συνήγορο του Παιδιού;

Με εμπνέει η δύναμη των παιδιών, που έμαθα να τη συναντώ μιλώντας μαζί τους, παίζοντας, μαθαίνοντας, δημιουργώντας. Χρησιμοποιώντας την ομαδική δουλειά, μπορούμε εμείς οι μεγάλοι να μάθουμε από τα παιδιά, αλλά και να τους δώσουμε να καταλάβουν πόσα μπορούν τα ίδια να κάνουν για να υπερασπιστούν καλύτερα τα δικαιώματά τους. Με φοβίζει κυρίως το ότι οι μεγάλοι δεν έμαθαν ακόμη να παίρνουν στα σοβαρά τα θέματα των παιδιών. Ιδίως όσοι από μας έχουμε περισσότερη εξουσία στα χέρια μας, νομίζουμε ότι μπορούμε να ξεμπερδεύουμε εύκολα με μερικές ευχές στο όνομα των παιδιών, και ύστερα να περιοριζόμαστε στις δικές μας προτεραιότητες και τα συμφέροντά μας, ξεχνώντας τις πραγματικές ανάγκες των παιδιών. Ίσως χρειαζόμαστε ένα ξυπνητήρι που κάθε τόσο να μας υπενθυμίζει: Θυμάσαι τι χρειάζεται να κάνεις για τα παιδιά; Ποιο είναι το καλύτερό σας όνειρο για τα παιδιά του κόσμου;

Το όνειρό μου δανείζεται λίγο από τα όνειρα των παιδιών που μπόρεσα να συναντήσω στη ζωή μου, στο σπίτι μου, σε γειτονιές, σχολεία, ιδρύματα, ακόμη και σε φυλακές: Φαντάζομαι παιδιά που βοηθούνται από τους μεγάλους να βρίσκουν τη χαρά στην κάθε τους στιγμή. Ανακαλύπτοντας την απόλαυση του παιχνιδιού πίσω από τη γνώση και το αντίστροφο, της φαντασίας πίσω από τη λογική, της ελεύθερης δημιουργίας πίσω από την αποστολή. Απολαμβάνοντας ίσες ευκαιρίες, άσχετα από την καταγωγή, τη γλώσσα και το χρώμα του δέρματός τους. Και γνωρίζοντας να ξεφεύγουν τις παγίδες, κρατώντας σφικτά κάποιο έμπιστο χέρι δικού τους. Το όνειρό μου μοιάζει ίσως με ένα λούνα-παρκ στο οποίο μπαινοβγαίνουν όλοι κερδισμένοι και χαρούμενοι.

Γιώργο Μόσχο, σ’ ευχαριστούμε πολύ! Θα είμαστε στο πλάι σας!

http://www.0-18.gr/ 

 

“Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων”

Κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2017 «Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων» μου, από τις εκδόσεις Βάρφη, σε εικονογράφηση Έφης Κοκκινάκη. Δεν είναι απλώς ένα αξιοπρόσεκτο βιβλίο, καλαίσθητο και προσεγμένο όπως πολλοί ήδη λένε σε μένα, στους συνεργάτες και στον εκδότη μου. Είναι ένα ψηφιδωτό των ηλικιών, των βιωμάτων, των ονείρων, των πραγματικοτήτων, των προσωπικών μύθων, των σκέψεων και των συναισθημάτων μου, από τότε που άρχισα να ψηλαφίζω και να εξερευνώ τον εαυτό μου μέχρι σήμερα. Είναι ο τρόπος που λατρεύω την ελληνική γλώσσα, τα ακούσματα και τα διαβάσματά μου, οι ανάσες, οι αφηγήσεις, οι φλυαρίες και οι σιωπές μου, από τότε που ξεκίνησα να συλλαβίζω. Είναι οι εικόνες που φανταζόμουν να αγκαλιάζουν τις λέξεις μου και που τους έδωσε σάρκα και οστά με το πολύπλευρο ταλέντο της η Έφη Κοκκινάκη. Η Έφη, που κάποιο αόρατο νήμα μας συνέδεε ποιος ξέρει από πότε, χωρίς να το γνωρίζουμε, και μία άγνωστη δύναμη με έσπρωξε να επικοινωνήσω μαζί της όταν είδα έργα της στο διαδίκτυο, για να της προτείνω, μεταξύ άλλων, να εικονογραφήσει ποιήματα. Ό,τι πιο παράξενο και απρόσμενο, δηλαδή, της είχαν προτείνει μέχρι τότε στην επαγγελματική της ζωή. 

«Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων» μου, το έστειλα σε πολλούς εκδότες προς αξιολόγηση, μεγάλους, μεσαίους και μικρότερους (η διαβάθμιση αφορά αποκλειστικά στην ποσότητα των τίτλων που εκδίδουν και διακινούν κάθε χρόνο, που ασφαλώς σχετίζεται και με την οικονομική τους δυνατότητα). Η απάντησή τους ήταν αρνητική, τις περισσότερες φορές χωρίς αιτιολόγηση, κάποιες φορές με την ευγενική επισήμανση ότι δεν εκδίδουν ποιήματα για παιδιά, επειδή δεν υπάρχει ενδιαφέρον από το αναγνωστικό – αγοραστικό κοινό. Κι ας είχε προηγηθεί και η Εύφημος Μνεία Ποίησης από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, το 2015.Αποφάσισα να εγκαταλείψω την Αθήνα και να κατευθυνθώ βόρεια, όπου κάτι μου έλεγε ότι η ποίηση θα αντιμετωπιζόταν λιγότερο πραγματιστικά. Με το ρομαντικό και παθιασμένο έρωτα που της αξίζει, δηλαδή. Η διαίσθησή μου απεδείχθη σωστή. Ο Χρήστος Βάρφης μου εξομολογήθηκε πολύ σύντομα ότι δεν περίμενε να διαβάσει ολόκληρη τη συλλογή για ν’ αποφασίσει. Στο γράμμα Γ ο κύβος ερρίφθη. Τα υπόλοιπα είναι πλέον ιστορία. Σαν να τα είχαμε συμφωνήσει πριν ακόμη τα συζητήσουμε. Και το πιο καταπληκτικό για μένα ήταν ότι ο Χρήστος συμφώνησε να έχει το βιβλίο τετράχρωμη ολοσέλιδη εικονογράφηση, κάθε γράμμα – ποίημα και σαλόνι, που λέμε στο σινάφι. Και να βγει σε μεγάλο, «χορταστικό» για το χέρι και το μάτι μέγεθος, με σκληρό εξώφυλλο. Μεγαλείο, δηλαδή. Δε χρειάστηκε να δει παρά ένα μόνο δείγμα δουλειάς της Έφης και η περιπέτεια ξεκίνησε. Αθήνα – Ρόδος on line καθημερινά, για μήνες. Μέσα από αυτήν την ιδιόμορφη και απροσδόκητη εξ αποστάσεως συνεργασία, γεννήθηκε παράλληλα και μια καινούργια και πολλά υποσχόμενη φιλία. Μια φιλία που ουσιαστικά την κυοφόρησε ο κοινός κώδικας επικοινωνίας που σφυρηλάτησαν οι λέξεις μου με τις ζωγραφιές της. Αν δεν το ζήσει κάποιος, δύσκολα ίσως μπορεί να το κατανοήσει. Αλλά αν ταιριάζουν τα χνώτα του με τα δικά μας, όπως έλεγαν και οι πρόγονοι και οι δικοί μου και της Έφης (άλλη σύμπτωση;) στη Σητεία της Ανατολικής Κρήτης, σίγουρα θα το ψυχανεμιστεί… Ένα μήνα πριν κυκλοφορήσουμε, το δημιουργικό τρίγωνο Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Ρόδος, καρποφόρησε πατρίδα για τα ποιήματά μου. Η συναίσθηση ότι ένα παιδικό μου όνειρο έγινε πραγματικότητα στην ωριμότητά μου, είναι απλώς απερίγραπτη…Τα 24 ποιήματα στο Αλφαβητάρι μας δεν είναι γραμμένα μόνο για παιδιά. Η ποίηση, άλλωστε, δεν έχει ηλικία για μένα. Θα έλεγα ότι είναι αιώνια έφηβη, ακροβάτισσα στο μεταίχμιο της ύπαρξής μας, που πότε βγάζει προς τα έξω την παιδικότητα και πότε την ενήλικη πλευρά μας. Τα θέματα των ποιημάτων μου αφορούν στην οικογενειακή, στη σχολική, στην κοινωνική ζωή, στη σχέση μας με τη φύση και το περιβάλλον, στο ατελείωτο ταξίδι αναζήτησης του αληθινού εαυτού μας, στην εμβάθυνση σε θεμελιώδη συναισθήματα όπως η αγάπη, ο φόβος, ο πόνος, ο θυμός, η αγωνία, το δέος μπροστά στην απώλεια, η αμηχανία και η αγανάκτηση μπροστά στα διάφορα στερεότυπα…Υπάρχουν ποιήματα που μοιάζουν με παραμυθοπαίχνιδα, προκαλούν την αυτοέκφραση, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα, τη διέγερση των αισθήσεων. Ποιήματα που φιλοσοφούν, παίζουν θέατρο, αναδεικνύουν την πολιτική σκέψη, επεξεργάζονται και προτείνουν θεμελιώδεις στάσεις και αξίες της ζωής μας. Αλλά όλα είναι ποιήματα από καρδιάς και απευθύνονται πρωτίστως στην καρδιά. Φτιαγμένα από λέξεις που πρώτα τις νιώθεις και μετά τις σκέφτεσαι. Και ίσως και να επιλέξεις να τις θυμάσαι…Αλλά πολύ μίλησα για μένα. Καιρός να δώσω το λόγο και στην Έφη Κοκκινάκη, που -ως εκ θαύματος- την έπεισα να μου δώσει συνέντευξη, ώστε να τη γνωρίσετε καλύτερα κι εσείς (και για να θυμηθώ και τα παλιά μου χούγια στους «Ερευνητές που πάνε παντού» της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ).

Ποιο από τα ποιήματά μου σε δυσκόλεψε περισσότερο να το εικονογραφήσεις και γιατί;

Το «Τ τ… Τριανταφυλλιά», γιατί είναι ίσως από τα πιο ιδιαίτερα ποιήματα του βιβλίου όπου τίποτα από αυτά που σου έχουν “μάθει” δεν θυμίζει αυτόν τον τόσο ξεχωριστό τρόπο προσέγγισης της έννοιας του “χρόνου”.

Για ποιο από τα ποιήματα η έμπνευση σε επισκέφθηκε «ακαριαία» και η ζωγραφιά προέκυψε άμεσα και αβίαστα;

Στο «Υ υ, η νεράιδα Υπομονή» που ήταν ίσως και η πρώτη ζωγραφιά που έκανα για το βιβλίο. Ήταν σαν η ίδια η νεράιδα να μου έδινε να πιω από την πηγή της υπομονής, αφού ξεκινούσα ένα απολαυστικά δημιουργικό ταξίδι, που κράτησε μήνες…Ποιο ποίημα σε έκανε να χαμογελάς ενώ το ζωγράφιζες και ποιο να δακρύζεις;

Κανένα δε με έκανε να δακρύζω. Χαμογελούσα σε κάθε ζωγραφιά που έκανα για κάθε ένα ποίημα. Όλα τα ποιήματα είναι «χρωματισμένα» με λεπτές διαβαθμίσεις μιας εσωτερικής παλέτας και προκαλούν μέσα σου μία γρήγορη εκκίνηση συναισθημάτων. Ένα εσωτερικό ρυθμό που δε σε αφήνει να σταθείς εδώ κι εκεί, μόνο σε συνεπαίρνει και σε ταξιδεύει!

Ποιο από τα ποιήματα θα αφιέρωνες σε ένα πρόσωπο που αγαπάς πολύ;

Το «Λ λ Λύκε, λύκε, είσ’ εδώ;». Θα το αφιέρωνα σε όλους εμάς που με το φόβο έχουμε χτίσει “φυλακές” (κι έχουμε κάνει τεράστιο λάθος γι’ αυτό). Θα το αφιέρωνα με αγάπη μεγάλη μαζί με τον καθρέφτη που δείχνει τον χειρότερο μας εαυτό, όπως ακριβώς μου το αφιέρωσαν κι εμένα οι Δάσκαλοι μου.

Υπάρχει κάποιο ποίημα που το ένιωσες τόσο δικό σου, ώστε θα μπορούσες, πιθανόν, να το είχες γράψει εσύ;

Κανένα δεν το ένοιωσα τόσο δικό μου ώστε να μπορούσα να το έχω γράψει εγώ… Όμως με όλα τα ποιήματα, ζωγραφίζοντας γι’ αυτά, γεννήθηκε μια σχέση που συγχρόνως με τον καιρό μετατρεπόταν σε μια παράξενη οικειότητα, σαν κι αυτή που έχουν οι παλιοί αδερφικοί φίλοι μεταξύ τους.Ξανακοιτώντας από κάποια απόσταση το βιβλίο, υπάρχει κάποιο ποίημα που θα το ζωγράφιζες σήμερα διαφορετικά;

ΟΛΑ. Γιατί ένα βιβλίο παρόλο που τυπώνεται, δε σταματάει να εξελίσσεται, αφού ακολουθεί τη δημιουργική διαδικασία της ψυχής σου, που κι εκείνη με τη σειρά της εξελίσσεται συνεχώς…

Πώς υποδέχτηκαν οι δικοί σου άνθρωποι, συγγενείς, φίλοι, συνάδελφοι, οι μαθητές σου, αυτή σου τη δουλειά; Υπάρχει κάποια στιγμή που θεωρείς ξεχωριστή και θα ήθελες να τη μοιραστείς;

Όταν άνοιγαν «Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων», κοιτούσα τα μάτια τους, το πρόσωπο τους, για να μαντέψω τα συναισθήματα τους… Όμως η πιο δυνατή στιγμή ήταν σε μία τάξη του σχολείου μου. Παιδιά 14 χρονών που κρατούν στα χέρια τους ένα βιβλίο με ποιήματα και ζωγραφιές είναι κιόλας μια εικόνα που με συγκινεί. Στην αρχή χαζεύουν τις εικόνες και θαυμάζουν την “τεχνική”, το “ρεαλισμό”, όπου υπάρχει…Τους εξηγώ ότι οι εικόνες που βλέπουν είναι συνδεδεμένες με το κάθε ποίημα κι ότι εγώ ως εικονογράφος έπρεπε να “πλάσω” το δικό μου ποίημα με χρώματα δίπλα στο ποίημα με τις λέξεις. Έτσι, αυθόρμητα, άρχισαν να διαβάζουν…Η φωνή της Αθηνάς ήταν δυνατή, σα να διάβαζε σε ένα αόρατο θέατρο και οι συμμαθητές της άκουγαν. Δεν χρειαζόταν να πω το συνηθισμένο “παιδιά κάντε ησυχία να ακούσουμε”. Αυτή ήταν ίσως από τις πιο δυνατές στιγμές που έχω ζήσει ως εκπαιδευτικός. Συγκινήθηκα…έκρυψα το λυγμό μου…Τα παιδιά, έστω και για λίγο, είχαν ταξιδέψει με την ποίηση!Τί είναι η ζωγραφική για σένα;

Όλος μου ο χρόνος, τα φτερά μου, οι ψίθυροι της καρδιάς μου. Η παιδική μου ηλικία. Ένα μεγάλο δώρο για το οποίο χρωστώ ευγνωμοσύνη σε αυτόν που μου το χάρισε.

Ποιο είναι το όνειρό σου για το μέλλον σου ως ζωγράφος;

Να συνεχίσω να ζωγραφίζω όσο πιο αληθινά γίνεται!

Αν σου ζητούσαν να περιγράψεις με τρεις μόνο λέξεις «Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων», ποιες θα διάλεγες;

Ποίηση, Ελευθερία, Καρδιά.

Έφη Κοκκινάκη, σ’ ευχαριστώ…

Το Τικ και το Τακ της καρδιάς μας

Το πρώτο τρίμηνο κάθε σχολικής χρονιάς είναι πάντα και δύσκολο και ενδιαφέρον. Δύσκολο γιατί όλοι προσπαθούμε, ο καθένας με τον τρόπο του, να γνωριστούμε μεταξύ μας και να προσαρμοστούμε στις καινούργιες συνθήκες της ζωής μας για τον προσεχή χρόνο. Και αφού το καταφέρουμε, να βρούμε τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους συμβίωσης και δημιουργικής συνεργασίας, στοχεύοντας πάντα στο καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, δεδομένων των συνθηκών μέσα στις οποίες καλούμαστε να δράσουμε και να αντιδράσουμε. Αναμετριούνται συνεχώς οι προσωπικότητές μας, οι ανάγκες μας, η αγωγή που έχουμε ή που δεν έχουμε πάρει από τις οικογένειές μας, οι προσδοκίες μας από το σχολικό περιβάλλον και από τους συμμαθητές, τους δασκάλους μας, τους γονείς των μαθητών μας, τους συναδέλφους μας, τους εξωτερικούς συνεργάτες μας, την τοπική αυτοδιοίκηση, την κοινωνία που περιβάλλει το σχολείο μας. Οι ισορροπίες είναι πολύ ευαίσθητες, οι κρίσεις και τα συναισθηματικά ξεσπάσματα πολύ συχνά. Αλλά το πρώτο τρίμηνο κάθε σχολικής χρονιάς είναι και ενδιαφέρον για τους ίδιους ακριβώς λόγους για τους οποίους είναι δύσκολο και για έναν παραπάνω: γιατί όλη αυτή η δυσκολία εγκυμονεί τόσο κινδύνους όσο και δημιουργικές προκλήσεις. Προκλήσεις να δουλέψεις με τον εαυτό σου και να τον ξεπεράσεις για άλλη μια φορά. Ως παιδαγωγός, ως γονιός, ως μαθητής, ως συνεργάτης, ως επιστήμονας, ως επαγγελματίας, ως δημόσιος λειτουργός, ως εμψυχωτής, ως πολίτης, ως συνάνθρωπος.

Ένα από τα δύσκολα απογεύματα του φετινού Οκτωβρίου, με 22 παιδιά στο ολοήμερο και από τα τρία τμήματα της σχολικής μας μονάδας, λόγω απουσίας με μακροχρόνια αναρρωτική άδεια της δεύτερης συναδέλφου, έφερα στην τάξη το βιβλίο «Το Τικ και το Τακ» της αγαπημένης φίλης, δασκάλας και συγγραφέα Γιολάντας Τσορώνη – Γεωργιάδη, που έχει εικονογραφήσει η Νίκη Λεωνίδου και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαββάλας. Ανήκει στη σειρά «Βιβλία που προάγουν τη συναισθηματική νοημοσύνη» και το μήνυμα που αναγράφεται στο εξώφυλλό του μας λέει: «Μαλώματα και τσακωμοί κάνουν καρδιές να χωριστούν, υπάρχει όμως τρόπος ξανά να ενωθούν!». Ήταν ό,τι έπρεπε για μας…

Η υπόθεση του βιβλίου περιγράφεται στο οπισθόφυλλο ως εξής: «Ο Μένιος και ο Μέντιος, τα γαϊδουράκια, μάλωσαν και χώρισαν. Πολύ στενοχωρήθηκε ο Μένιος με τον τσακωμό. Πονούσε η καρδιά του. Δεν έκανε πια ΤΙΚ ΤΑΚ, μόνο ΤΙΚ χτυπούσε. Έτρεξε στον καρδιολόγο, έκανε κούρα ομορφιάς, καθάρισε το στάβλο του, πήγε για ψώνια, τους φίλους επισκέφθηκε της άλλης γειτονιάς. Όμως το ΤΑΚ συνέχιζε να μη χτυπά. Ώσπου συνάντησε τη γιαγιά του. Μα τι τον συμβούλεψε να κάνει κι άρχισε δειλά το ΤΑΚ και πάλι να χτυπά;».

Επέλεξα να μπω αμέσως στο ψητό. Προετοιμαστήκαμε για την ανάγνωση, κάνοντας τη συνηθισμένη μας σχετική τελετουργία, ώστε να υπάρξει ηρεμία, άνεση και συγκέντρωση. Αφού έδειξα το εξώφυλλο και παρουσίασα τους συντελεστές του βιβλίου, ξεκίνησα την ανάγνωσή του, δείχνοντας παράλληλα τις απλές και ξεκάθαρες εικόνες του. Τα παιδιά «μάντευαν» και συμπλήρωναν τις λέξεις που δεν πρόφερα με το στόμα αλλά περιέγραφα με μια χειρονομία ή με μια έκφραση του προσώπου μου, με τη στάση του σώματός μου (π.χ. «καρδιά», «πονάει», «τον χτύπησε στην πλάτη», «στομάχι», «του έκαναν μασάζ», κ.ά.). Κάθε φορά που ο ήρωας προσπαθούσε να αντιμετωπίσει το πρόβλημά του και αποτύγχανε επαναλάμβανα τη φράση «Όμως η καρδιά του εξακολουθούσε να μην κάνει ΤΙΚ ΤΑΚ» και τα παιδιά συμπλήρωναν εν χορώ «Έκανε μόνο ΤΙΚ», κάτι που τους άρεσε πάρα πολύ, τα βοηθούσε να παραμείνουν συγκεντρωμένα και τα έκανε να νιώθουν ικανοποίηση και περηφάνια αφού διαβάζαμε μαζί την ιστορία κι ας μην ξέρουν ακόμη να διαβάζουν…

Στο σημείο που ο ήρωας επιστρέφει απογοητευμένος στο στάβλο του, επειδή κανένας από τους τρόπους που χρησιμοποίησε για να λύσει το πρόβλημά του δεν καρποφόρησε και πριν συναντήσει την καλή γιαγιά του, σταμάτησα την ανάγνωση.

  • «Παιδιά, ο Μένιος δεν κατάφερε να κάνει την καρδιά του να χτυπήσει πάλι κανονικά, να κάνει ΤΙΚ ΤΑΚ. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση του, αν αντιμετωπίζατε το πρόβλημά του;», ρώτησα τα παιδιά. Οι απαντήσεις που πήρα αυθόρμητα και με μεγάλη προθυμία, αφού όλοι είχαν να μοιραστούν μια παρόμοια εμπειρία, με έκαναν να χαμογελάσω από μέσα μου και να υποκλιθώ για άλλη μια φορά στη σοφία, τη συναισθηματική νοημοσύνη και τη διορατικότητα των παιδιών.
  • «Εγώ, κυρία, όταν μαλώσω με το φίλο μου, του λέω αστεία. Μου λέει μετά κι εκείνος, γελάμε και ξεχνάμε τον τσακωμό».
  • «Εγώ, κυρία, στην αρχή θυμώνω πολύ και φεύγω από κοντά της, μετά από λίγο, όμως, πάω και λέω στη φίλη μου όλα καλά, μην ανησυχείς και τα ξαναβρίσκουμε.
  • «Εγώ, κυρία, λέω συγνώμη στο φίλο μου αν κάνω κάτι που δεν του αρέσει ή τον πονέσω και συνεχίζουμε να παίζουμε».
  • «Εγώ, κυρία, όταν μαλώνουμε με την αδερφή μου, της δίνω κάτι που της αρέσει και τα ξαναβρίσκουμε».
  • «Εγώ, κυρία, όταν μαλώσω με το φίλο μου, κάθομαι μαζί του στο ίδιο παγκάκι, κοιταζόμαστε λίγο στα μάτια και αμέσως γινόμαστε πάλι φίλοι».
  • «Εγώ, κυρία, αν μαλώσω με τους φίλους μου, τους ζωγραφίζω μια καρδιά και τα ξαναβρίσκουμε».
  • «Εγώ, κυρία, όταν μαλώνω με τις φίλες μου, μετά από λίγο τους μιλάω με το καλό και τα ξεχνάμε όλα».
  • «Εγώ, κυρία, αν μαλώσω με το αδερφάκι μου, το αγκαλιάζω και του δίνω ένα φιλάκι κι αμέσως αγαπιόμαστε πάλι».
  • Είστε καταπληκτικοί παιδιά, μακάρι να σας μοιάζαμε εμείς οι μεγάλοι!, τους είπα, τους χειροκρότησα και τους έδωσα συγχαρητήρια. Μετά συνέχισα την ανάγνωση του παραμυθιού για να μάθουμε τι τελικά έγινε με το Μένιο και το Μέντιο και όλοι μαζί χαρήκαμε και χειροκροτήσαμε το αίσιο τέλος.

Μιλήσαμε λίγο για το τι είναι τα αντίθετα και οι αντιθέσεις που υπάρχουν στη ζωή μας, στις σχέσεις μας, στη φύση, στο περιβάλλον μας γενικά και που μπορεί κάποιες στιγμές να μας δυσκολεύουν, αλλά σίγουρα κάνουν την καθημερινότητά μας πιο ενδιαφέρουσα και πιο όμορφη.

Επειδή φέτος στο σχολείο μας πολλά παιδιά μας αντιμετωπίζουν δυσκολίες εκφοράς και άρθρωσης του λόγου, σκέφτηκα να αξιοποιήσω την ιστορία για να φτιάξουμε ένα λεκτικό παιχνίδι μίμησης, ταύτισης και αντιστοίχισης, αξιοποιώντας μικρές λέξεις-συλλαβές όπως το τικ τακ του τίτλου του βιβλίου που διαβάσαμε.

Έτσι, σκεφτήκαμε, μιμηθήκαμε και καταγράψαμε ήχους από τη φύση, τα ζώα και τα πουλιά και από αντικείμενα, καθώς και ήχους που παράγουμε εμείς σε διάφορες στιγμές μας και είναι μονοσύλλαβες ή δισύλλαβες επαναλαμβανόμενες λέξεις. Με τις λέξεις αυτές παίξαμε στην αρχή προφορικά και μετά φτιάξαμε καρτέλες δημιουργώντας το δικό μας αυτοσχέδιο επιτραπέζιο παιχνίδι.

Το ρολόι και η καρδιά μας κάνουν τικ τακ.

Το τρένο κάνει τσαφ τσουφ.

Οι βροντές και τα βεγγαλικά κάνουν μπαμ μπουμ.

Η καμπάνα κάνει ντιν νταν.

Οι σταγόνες της βροχής κάνουν πλιτς πλατς.

Το αυτοκίνητο, όταν κορνάρουμε, κάνει μπιπ μπιπ.

Το φορτηγό, όταν παίρνει μπροστά, κάνει βρουμ βρουμ.

Το κουδούνι της εξώπορτας στο σπίτι μας κάνει γκλιν γκλον.

Το κουδούνι του σχολείου κάνει ντριν ντριν.

Η μπάλα του μπάσκετ κάνει μπόινγκ μπόινγκ.

Η πυροσβεστική, το ασθενοφόρο και το περιπολικό κάνουν ίου ίου.

Τα περισσότερα πουλιά κάνουν τσίου τσίου.

Ο κούκος κάνει κου κου.

Η κουκουβάγια κάνει κουκου βα.

Ο σκύλος κάνει γαβ γαβ.

Η γάτα κάνει νιαρ νιαρ.

Το πρόβατο κάνει μπε μπε.

Ο γάιδαρος κάνει γκαρ γκαρ.

Η αγελάδα κάνει μου μου.

Όταν τινάζουμε τα χαλιά κάνουν παφ πουφ.

‘Όταν γελάμε κάνουμε χα χα.

Όταν κλαίνε τα μωρά κάνουν ουά ουά.

Όταν φτερνιζόμαστε κάνουμε ααα ψού.

Όταν τραγουδάμε λέμε λα λα.

Όταν κλαψουρίζουμε κάνουμε σνιφ σνιφ.

Όταν σβήνουμε τα κεριά της τούρτας μας κάνουμε φου φου.

Όταν μιλάμε ασταμάτητα ακούγεται μπλα μπλα.

Όταν τρώμε κάτι νόστιμο κάνουμε μιαμ μιαμ.

Όταν σπάμε αμύγδαλα κάνουν τσάκα τσουκ.

Όταν χειροκροτούμε κάνουμε κλαπ κλαπ.

Όταν ανοιγοκλείνουμε τα ντοσιέ μας κάνουν κλατς κλουτς.

Όταν πετάμε ένα βότσαλο στη θάλασσα κάνει μπλιμ μπλουμ.

Εμπνευστήκαμε από την ιστορία του Μένιου και του Μέντιου και φιλοτεχνήσαμε ζωγραφιές και ένα σύνθημα που θα το φτιάξουμε ταμπέλα και θα το αναρτήσουμε δίπλα στους κανόνες της τάξης μας:

«Τα Παιχνίδια, οι Αγκαλιές και τα Αστεία

κάνουν Καλό στη Φιλία και στην Υγεία!»

Ως επίλογο και για να το γιορτάσουμε, τους τραγούδησα και μάθαμε το αγαπημένο σμυρνέικο τραγούδι “Τικ τικ τικι τικι τακ”: https://www.youtube.com/watch?v=GrVOw8ejqG0.

Ήταν ένα παραγωγικό από πολλές απόψεις απόγευμα, παρόλο που είχα πάει στο σχολείο άρρωστη και πονεμένη. Αλλά για μένα ένα είναι το φάρμακο δια πάσαν νόσον: η συγγραφή και η ανάγνωση, η δημιουργικότητα, οι τέχνες, ο πολιτισμός. Το Τικ και το Τακ της καρδιάς μας.

Στρείδι και φάλαινα

…Είχε πια σκοτεινιάσει και το στρείδι κούρνιασε στο βράχο του αποκαμωμένο από την ένταση της ημέρας και γρήγορα αποκοιμήθηκε. Τότε είδε ένα όνειρο, από αυτά που όταν ξυπνάς συνεχίζεις να τα θυμάσαι και να τα σκέφτεσαι.

Έγινε, λέει, σεισμός στη θάλασσα και τα πάντα ανατράπηκαν: ό, τι βρισκόταν πάνω, πήγε κάτω. Ό,τι ήταν προσκολλημένο, απελευθερώθηκε. Ό,τι ήταν πολύχρωμο έγινε άχρωμο. Ό,τι ήταν θηρευτής έγινε θήραμα. Κι ό,τι ήταν ασφαλές, μετακόμισε στην πιο μεγάλη ανασφάλεια.

Το στρείδι αποκολλήθηκε βίαια από το βράχο του και βρέθηκε να κλυδωνίζεται σαν ακυβέρνητο βαρκάκι στον αφρό. Και πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, παρασύρθηκε από τα ρεύματα στα βάθη του ωκεανού. Το καινούργιο του περιβάλλον το φόβιζε και ταυτόχρονα το γοήτευε. Τη μια στιγμή σκεφτόταν ότι ήταν ένα στρείδι με αλλιώτικη μοίρα από τη μοίρα των άλλων στρειδιών. Αυτή η σκέψη το έκανε να νιώθει ικανοποίηση και μια ψίχα υπεροψία. Και την άλλη στιγμή βυθιζόταν στην πιο μεγάλη απελπισία, γιατί δεν ήξερε πως να επιβιώσει σ’ ένα περιβάλλον άγνωστο για τα μέχρι τότε δεδομένα του. Ο ωκεανός δεν έμοιαζε σε τίποτα με την αγαπημένη του ακτή. Φαινόταν απρόσιτος και το στρείδι συνειδητοποίησε με λύπη ότι εδώ δεν είχε κανένα φίλο.

Ξαφνικά άκουσε ένα υπόκωφο βουητό και το ρυθμικό πλατάγισμα από δυνατά πτερύγια. Ήταν μια γαλάζια φάλαινα θεόρατη σα βουνό και ευλύγιστη σα φίδι, παρά τον τεράστιο όγκο της.

Μα τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα, έφτασε το τέλος μου. Το δίχως άλλο η φάλαινα θα με καταπιεί…, σκέφτηκε τρομοκρατημένο το στρείδι. Η φάλαινα πλησίαζε απειλητικά, εκτοξεύοντας με ρυθμό το σιντριβάνι της. Το στρείδι έλεγε την προσευχή του και παράλληλα αγωνιζόταν να ξυπνήσει, για να μην ονειρευτεί τη στιγμή του θανάτου του. Τότε έγινε κάτι αναπάντεχο.

Τώρα εσύ κλείστηκες ερμητικά στον εαυτό σου και άλλαξες δέκα χρώματα από το φόβο σου, γιατί είσαι σίγουρο ότι θα σε κάνω μια χαψιά και όλα θα τελειώσουν εδώ. Αλλά εγώ θα διαφωνήσω. Μπας και νομίζεις ότι είσαι κανένας καταπληκτικός μεζές; Ή μήπως φαντάστηκες ότι εγώ απλώς ανοίγω τη στοματάρα μου και καταπίνω ό,τι κυκλοφορεί σε ακτίνα μισού χιλιομέτρου; Όχι αγαπητό μου στρείδι, δεν θα σου κάνω τη χάρη να σε φάω! Θα μου χαλάσεις τη γεύση, γιατί είσαι ξένο σώμα στο δικό μου κόσμο. Άντε, τράβα το δρόμο σου, αν καταφέρεις ποτέ να τον βρεις, έτσι που κυκλοφορείς επτασφράγιστο. Γύρνα στα λημέρια σου. Και να θυμάσαι: το δύσκολο στη ζωή είναι να μη φαγωθείς! Αν φαγωθείς, καθάρισες!…, μουρμούρισε με στόμφο η φάλαινα. Και κάνοντας μια εντυπωσιακή κατάδυση, χάραξε ρότα προς το βορρά. Τότε ήταν που το στρείδι, απορημένο, ξύπνησε. Και άρχισε να σκέφτεται το παράδοξο αυτό όνειρο…

Οι ανήσυχες μέρες του Αυγούστου

Χτες ήταν η μέρα της ομίχλης. Έζωσε το χωριό, άναψε τα τζάκια μέσα στην καρδιά του Αυγούστου, ύγρανε μάτια, δάχτυλα, σακάκια, στοχασμούς. Έκανε αφρόλουτρο ο Θεός με καυτό νερό κι οι ατμοί αγκάλιασαν τις κορυφογραμμές, τα διάσελα, τις ορδές των ελάτων, τα χαμολούλουδα, τα ζωηρά ζουζούνια, τ’ αγριόχορτα και τους γαιοσκώληκες.

Βάδιζε στα τυφλά. Μπήκε ολόκληρη μέσα στα σύννεφα, γέμισε σταγόνες από τα φιλιά τους. Δεν υπάρχει μοναξιά όταν αφήνεσαι να σ’ αρπάξει ο κόσμος, να σε παιδέψει, να σε χαρεί. Δεν υπάρχει θάνατος όταν κάθε στιγμή βιώνεις ξυπνήματα κι αποκοιμίσματα γύρω σου, πλάι σου κι εντός σου. Δεν υπάρχει αδιέξοδο όταν και για το πιο μικρό ανθάκι, κάθε μέρα, ξημερώνει μια άλλη μέρα.

Σήμερα ίππευσε για πρώτη φορά. Κράτα γερά το χαλινάρι και μίλα του γλυκά του Ψαρή. Ίσια το κορμί στην κατηφόρα, τα πέλματα στους αναβατήρες τεντωμένα, όπως όταν ανεβαίνεις μια τσουλήθρα ανάποδα. Οι μηροί κολλημένοι στα πλευρά του αλόγου. Για τροχασμό το χαλινάρι εναλλάξ δεξιά – αριστερά και ελαφριά πίεση των ποδιών στην κοιλιά του αλόγου. Στην ανηφόρα γέρνεις το σώμα προς τα εμπρός, να δώσεις ώθηση. Μη φοβάσαι, δεν πέφτεις.

Και τώρα, Άρτεμη, εσύ και ο στόχος. Στερέωσε το βέλος, δώσε στο τόξο ελαφριά κλίση προς τα πάνω κι αριστερά και τέντωσε τη χορδή κιαλάροντας ταυτόχρονα στο κέντρο. Μην το πολυζορίζεις, απαλά και με τη μία.

Κι όταν βρεις με το ποδήλατο στο δασικό, κράτα το τιμόνι γερά και σταθερά. Πετάλι δυνατά. Φρένο ποτέ απότομα. Απόφευγε τ’ αγκάθια, τις μυτερές πέτρες, τις νωπές λασπουριές. Ν’ ανασηκώνεις το κορμί όταν το πέρασμα είναι πολύ κακοτράχαλο. Στην άσφαλτο να προσέχεις τα καμιόνια τα φορτωμένα κορμούς. Τις ταχύτητες να τις αλλάζεις μία μία σκάλα και με το μαλακό.

Τη νύχτα άναψαν φωτιά στο Κόρπου και έψησαν λουκάνικα και μπριζόλες. Με ντομάτα, πατάτα βραστή, τυρί, ψωμί και μπύρες κάτω από έναν μαγικό ουρανό. Χνάρι αρκούδας, λαγό, σκαντζόχοιρο, κουκουβάγια και αλεπού συνάντησαν στο δρόμο τους. Ο Θοδωρής πήρε το δαυλό και τον εκσφενδόνισε στο διάστημα για να παραστήσει, λέει, το φλεγόμενο μετεωρίτη.

Τους τραγούδησε. Και δεν έλεγε να σταματήσει έτσι όπως την άκουγαν εκστατικοί, άνθρωποι, άνεμοι και ξωτικά.

Φεγγάρι ανέτειλε φτενό με σάρκα από οπάλι

κι έριξε μαύρη πετονιά στου κόσμου την αγκάλη.

Στη μια άκρα είχε για δόλωμα έρωτα σταμναγκάθι,

στην άλλη όλα της αυλής των δυνατών τα πάθη.

Ας ήταν σφιχτοπλέξουδη η πετονιά του σκάλα

σαν αίλουρος να τιναχτώ στα ύψη τα μεγάλα.

Να μη με πιάνει απόγνωση μ’ αυτά που αντικρύζω

όταν στα στενοσόκακα μονάχη σεργιανίζω.

Κι όταν γκρεμίζεται η καρδιά σ’ ολάχνιστο καμίνι

να την καθίζω στο σοφρά σεμνά να τρωγοπίνει.

Γιατί είναι αφρός στη θάλασσα, στην έρημο αντιλόπη

κι όταν τ’ αστέρια αυτοκτονούν σ’ αρχαίο ναό μετόπη.

Δεν έχει αγάπη να κρυφτεί, προσκέφαλο να γείρει

στον άνεμο σκορπίζεται σαν ανεμώνης γύρη.

Τη θέλει ο γιος του λιονταριού μα εκείνη δεν τον θέλει.

Κάλλιο στ’ αλάτι λεύτερη παρά δετή στο μέλι.

Κι αν έρθει εκείνη η στιγμή κι η ώρα η αγιασμένη

που δεν θα υπάρχει τίποτα για να το περιμένει,

δεν λαχταρά κάτι πολύ και δυνατό να γίνει

μόν’ στης λεβάντας τον ανθό δροσοσταλιά να μείνει.

Ελάτη, Αύγουστος 1995, στα λημέρια του Κόζιακα.