Σε βλέπω και ταράζομαι, ανθίζω, βαλαντώνω
και δέρμα πέτρινο, αψύ, να γαντζωθείς σου στρώνω.
Ευωδιαστός λαβύρινθος στα χόρτα ξεφυτρώνει
και η κοντέσα η Μέλισσα το μίτο της απλώνει.
Έχεις πουλί ή λέλουδο, χαρά μου, στην καρδιά σου
κι όλο το φως εκούρνιασε μέσα στην αγκαλιά σου;
Εγώ θ’ αγγίξω ουρανό, σου λέω. Δεν με πιστεύεις.
Σ’ ανοίγω την καρδούλα μου κι εσύ με πιλατεύεις.
Λευκή κυματοθάλασσα θα γίνω στα όνειρά σου,
καϊκια ασημοσκάλιστα να βγουν στα μάγουλά σου.
Θαρρείς πως όταν ξανοιχτείς μακριά μου θα γλυτώσεις.
Μάθε πως γη με ουρανό ποτέ δεν θα ενώσεις.
Μα αν κάποτε αποσυναχτείς και ψάξεις για απάγκιο,
του λόγου μου θα καρτερώ σ’ απάνεμο μουράγιο.
Καρδιά μου αποσυνάγωγη και μοσχαναθρεμμένη,
με μοσχομπίζελο φιλί ποιος σ’ έχει μαγεμένη;
Τη ρότα σου ν’ ακολουθώ, μίσχε μου, άφησέ με
κι αν ίσως και σ’ απαρνηθώ, άπονα κλάδεψέ με.
Δεν νιώθω εγώ από φώλιασμα πυκνό, σφιχτοπλεγμένο.
Εγώ είμαι βέλος αιχμηρό, μαβί, αγκουσεμένο.
Σε μια διχάλα αιμάτινη εσκάλωσε η ζωή μου
κι απ’ όταν σε αντίκρυσα, δεν είναι πια δική μου.
Τα νιάτα και τα κάλλη μου ανθίζω και σκορπάω
μα όσο και να προσπαθώ, σιμά σου δεν φτουράω.
Μικρά φτεράκια λίκνισες στο φύσημα του αγέρα
κι ευθύς ανατρανίσανε τα λούλουδα από πέρα.
Σφραγίδα πάτησε ο Θεός στο λευκοπίνακά του,
πρασινοκαθαρόγραψε και τα παράπονά του.
Μου μήνυσε η καλόγνωμη, η ντροπαλή βιολέτα,
την Άνοιξη σα λαχταράς να ‘ρθει, Καλομελέτα.
Πιες, φάγε από τα χέρια μου και ρίζωσε στο χώμα,
γιατί σ’ εκείνο ομνύουνε δικοί κι εχθροί σου ακόμα.
Και στάξε στην ανάσα μου το συννεφένιο δάκρυ,
που γαλαξίες κανάκεψε στου ορίζοντα τα μάκρη.
Κι αν απαντήσω τέρατα στις απαρχές του κόσμου,
βούργια αραχνοϋφαντη για κατευόδιο δος μου.
Να τα νικήσω, να τραφεί της λήθης το μπουμπούκι
κι ο τζίτζικας, ο αρχοντογιός, ν’ αρχίσει το μπουζούκι.
Με ενός γλάρου σκιρτήματα στ’ ατλάζι κεντημένα
να πω καλωσορίσματα της Άνοιξης γραμμένα.
