Αχάραγο

Τη νύχτα σπρώχνω να διαβεί
να ξημερώσει η μέρα,
γιατί το έβαλε σκοπό
να μου περάσει βέρα.

Κι αν ίσως κι αρραβωνιαστώ
τη σκοτεινή της φύση,
θα πάει ο νότος στο βορρά
κι η ανατολή στη δύση.

Θα βγάλει αγκάθια η καρδιά
κι ο νους θα ξεπορτίσει
και θα πιστέψει πως μπορεί
το μάταιο να νικήσει.

Μα ποιος το μπόρεσε ποτέ
ν’ αντισταθεί στη μοίρα;
Έν’ αχυράκι ο άνθρωπος
μες στης ζωής τη γύρα.

Τη μια στιγμή αγέρωχος
καλπάζει στ’ άλογό του,
την άλλη τον μοιρολογούν,
ξορκίζουν το χαμό του.

Πεθαίνω τα μεσάνυχτα,
το χάραμα γεννιέμαι
κι ανάμεσα καμώνομαι
πως ζω, μα τυραννιέμαι.

Να μ’ απαγάγει ο Θεός
συχνά πυκνά ελπίζω,
γιατί στη γη απόκαμα
χαρά να μη γνωρίζω.

Κι αν ούτε στα επουράνια
δεν βρίσκεις τη γαλήνη,
θα σβήσω απ’ το λεξικό
τη λέξη δικαιοσύνη.