Άτιτλο

Πλημμύρισαν τα διάσελα,
βουλιάξανε οι δρόμοι,
τον κόσμο πια δεν τον βαστούν
του Άτλαντα οι ώμοι.

Ανοίξανε οι ουρανοί,
νερά μας πνίγουν τόνοι,
στον ντόκο πλάι, στον Πειραιά,
φουντάραν τον Αντώνη.

Δελφίνι, Θεέ μου, ας ήμουνα
στην αφρισμένη αμάχη,
να τ’ ανεβάσω το παιδί
στη δυνατή μου ράχη.

Να μη χαθεί η ανάσα του,
να μη σβηστούν τα μάτια,
αυτά που τώρα τα θωρώ
και γίνομαι κομμάτια.

Ο Άη Νικόλας κάτωχρος
στιβάνια μαύρα βάζει
κι απ’ τα ψαρά τα γένια του
το μοιρολόι στάζει.