Χελιδονίσματα

Κόκκινη κλωστή δεμένη
μ’ άσπρη στριφογυρισμένη,
Μάρτη θα καλωσορίσει,
παραμύθι ν’ αρχινήσει!

Από πάνω σαν τηγάνι,
από κάτω σαν μπαμπάκι,
από πίσω σαν ψαλίδι.
Τι είναι; το χελιδονάκι!

Χελιδόνι το αγόρι,
χελιδόνι το κορίτσι.
Ξέσπασε μια καταιγίδα
κι άρχισαν τα πίτσι-πίτσι.

-Θες το ταίρι μου να γίνεις
και στη ζέστη και στο κρύο;
-Οπωσδήποτε, Καλέ μου!
Η αγάπη θέλει δύο!

Έτσι έγιναν ζευγάρι
με χαρούμενες λαλίτσες
και φθινόπωρο σαν ήρθε
ετοιμάσανε βαλίτσες.

-Θα σε πάω σ’ άλλα μέρη
που ο ήλιος χρυσολάμπει,
να ζεστάνει τις καρδιές μας,
τις χελιδονοουρές μας.

-Φύγαμε, γλυκό μου ταίρι,
με το σμήνος μας παρέα
για της Αφρικής τα μέρη.
Η ζωή εκεί είν’ ωραία!

Στο ταξίδι το μεγάλο
θάλασσες, στεριές διαβήκαν
και την έρημο Σαχάρα
πως θα προσπεράσουν βρήκαν.

Κινδυνεύσαν, κουραστήκαν,
μείναν νηστικά, μουσκέψαν
από τις κακοκαιρίες
κι από χίλιες κακουχίες.

Δυνατότερες φτερούγες,
ράμφη απειλητικά,
τα κυνήγησαν με πείσμα:
τα πουλιά τ’ αρπακτικά!

Μα τα δυο μας χελιδόνια
πίστευαν στον εαυτό τους,
και πετούσαν μ’ οδηγό τους,
το αλάνθαστο ένστικτό τους.

Στήριζε το ένα τ’ άλλο,
σ’ όποιον έβρισκαν καιρό.
Έτσι γίνεται όταν είναι
το ζευγάρι ταιριαστό.

Τα κατάφεραν σπουδαία!
Έφτασαν στην Αφρική,
πέρασαν ονειρεμένα
και δυνάμωσαν πολύ.

Κι έφτασε η ώρα πάλι
στην πατρίδα να γυρίσουν,
για να χτίσουν τη φωλιά τους,
με μωρά να τη γεμίσουν.

Άνοιξη! Η φύση ανθίζει.
Χελιδόνια φτερουγίζουν!
Το κατάλληλο σημείο
ψάχνουν, τη φωλιά τους χτίζουν.

Να μια μονοκατοικία
με σκεπή από κεραμίδια,
που ’χει κήπο ανθισμένο,
μ’ έντομα και σαμιαμίδια.

-Ό,τι πρέπει είναι, καλή μου,
τούτο εδώ το μπαλκονάκι,
για να χτίσουμε τα δυο μας
το ζεστό μας το σπιτάκι!

Κελαηδά γλυκά τ’ αγόρι
στη κομψή του χελιδόνα
και εκείνη ΝΑΙ! του λέει
και αρχίζουν τον αγώνα.

Σβόλους φτιάχνουν με τη λάσπη,
τους κολλάνε στη σειρά,
και με μαστοριά μεγάλη
σχηματίζεται η φωλιά.

Μία τρύπα αφήνουν μόνο
σαν τσεπούλα ανοιχτή,
για να μπαίνουν και να βγαίνουν
οι γονείς κι οι νεοσσοί.

Τα μικρά χελιδονάκια
περιμένουν στη σειρά,
αφού βγήκαν απ’ τ’ αυγά τους
και πεινάνε τρομερά.

Έχουνε πολλά να μάθουν:
να πετούν, πώς να τραφούν,
ν’ αποφεύγουν τους κινδύνους,
πως το ταίρι τους να βρουν.

Το φθινόπωρο σαν έρθει
να πετάξουν στα ζεστά,
μ’ όλα τα πουλιά τα άλλα,
τα αποδημητικά.

Μέσα στο βαρύ χειμώνα
χιονοθύελλα ξεσπά
και την έρημη φωλίτσα
τη χαλά και τη σκορπά.

Τα παιδιά πολύ λυπούνται,
ψάχνουν λύση για να βρουν,
το κακό να διορθώσουν
και ξανά να υποδεχθούν

με χαρές τα χελιδόνια
στα λημέρια τα γνωστά,
σαν η Άνοιξη προβάλλει
με το Μάρτη της μπροστά.

Τα βιβλία τους διαβάζουν
στο διαδίκτυο ερευνούν
κι επιστήμονες σπουδαίους
στο τηλέφωνο ρωτούν.

-Πώς να φτιάξουμε ωραία
μια χελιδονοφωλιά,
για να έχουμε πουλάκια
στο μπαλκόνι μας ξανά;

Όλα γίνονται αν έχεις
γνώση, αγάπη, υπομονή.
Με καλή συνεργασία
πάντα η λύση θα βρεθεί.

Κι έτσι άνθρωποι και φύση
θα μπορούν αρμονικά
να μοιράζονται τον κόσμο
και να ζουν μαγευτικά!