Του Πανάρετου

Πως γίνεται σε μια στιγμή πυρά το πανηγύρι
κι εκειός που πριν σε δόξαζε, τώρα σε κατασύρει;
Δεν ένιωσες, Πανάρετε, σκληρά πως θα πεθάνεις,
αν το τολμούσες στ’ Άβατο γάμο κρυφό να κάνεις;

Αστόχαστα πως άφησες τον πόθο να φτερώσει,
στης Ερωφίλης τα μαλλιά το χράμι του να στρώσει;
Ταίριαζε δουλευτής εσύ, τσιράκι στο παλάτι,
να λιμπιστείς του βασιλιά τη Μοσχομυρωδάτη;

Ταίριαζε στην αγκάλη σου να πάρεις το φεγγάρι,
που αστράφτει απερινόητο στου κόσμου το πατάρι;
Τώρα τι θ’ απογίνετε στο χειμαδιό του αστρίτη;
Αρκεί που αγαπηθήκατε σ’ ολόχρυσο φεγγίτη;

Μια ολιά μονάχα η έκσταση και τόνοι μύριοι οι πόνοι
για όσους δεν υποταχτούν στης Μοίρας το στημόνι.
Σφαλνώ τα ματοτσίνορα, τα χείλη μου κλειδώνω,
συρομαδιέμαι, αλυχτώ, εννιά φορές ματώνω.

Μα πάλι βάζω με το νου πως ήθελα σας μοιάσω,
αν λάχαινε στου ποιητή την πένα να κουρνιάσω.
Τι αξία έχει μια ζωή στον πάσσαλο δεμένη;
Καλιά στη θράκα του Έρωτα ζευγαρωτά καμένη.

21 Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

    

Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από το έργο “Ερωφίλη” του Γεωργίου Χορτάτση, ένα από τα σπουδαιότερα έργα της κρητικής λογοτεχνίας. Το άνθος της εικόνας αποκαλείται “γαρύφαλλο των ποιητών”. Στη φωτογραφία μια μαθητευόμενη ποιήτρια στην πρώτη της νιότη, εν πλω, με φόντο το Άγιον Όρος.