Εορταστικό, όπως Ελλάδα, όπως Ευαγγελία…

Δεν ξέρω αν είμαι κομιστής καλών ειδήσεων,
ή αχθοφόρος ξεχασμένων συγκινήσεων.

Αν προσομοιάζω με παράξενο ακροκέραμο,
που εγκαταλείφθηκε στη Σμύρνη ή στην Πέραμο.

Δεν ξέρω αν γίνομαι το όνομα που φέρω,
αν καταφέρνω λίγο απ’ όλα και συμφέρω,

ή αν πλανιέμαι σαν παράουρη στα λιμάνια,
μ’ ένα φανάρι στα ανθρώπινα χαρμάνια.

Δεν ξέρω αν όσοι μ’ αγαπάτε το εννοείτε,
ή αν καμώνεστε το θαύμα πως μπορείτε.

Οι δάσκαλοί μου απορούν μαζί μου ακόμη.
Δεν αποφαίνονται, ταράζω τους τη γνώμη.

Μα τι γραφτά είναι αυτά που παραδίδω,
πως το μπορώ και στο εφήμερο ενδίδω.

Δεν το μπορώ. Ορίστε, το ’πα. Ησυχάστε.
Το μεροδούλι μεροφάι πάλι πιάστε.

Απλά, μια άλλη τριβελίζει στο μυαλό μου
και ώρες ώρες δεν γνωρίζω τον εαυτό μου.

Αυτή μιλά όταν βουτώ βαθιά στις ρίμες.
Αυτή τροχίζει τους σπονδύλους μου με λίμες.

Αυτή παθαίνει αφλογιστία, γίνεται στάχτη,
όταν την πνίγει το βουβό τoυ δίκιου άχτι.

Αυτή παθιάζεται με έρωτες αντάρτες.
Αυτή προσεύχεται σ’ αραχνιασμένους χάρτες.

Αυτή αντιστέκεται στη λήθη, στη ρουτίνα
κι ακούει αφύλαχτη κάθε ύπουλη Σειρήνα.

Όλα τ’ ανήκουστα αυτή τα τραγουδάει.
Πίνει νεράκι του Θεού κι όμως μεθάει.

Ποσώς δεν νοιάζεται η μοίρα της τι φτιάνει,
το ίδιο της κάνει αν θα ζήσει ή θα πεθάνει.

Αυτή είναι ελεύθερη και πράμα δεν χρωστάει.
Δεν αγκουσεύεται και δεν παρακαλάει.

Αυτή σας λέω με του λόγου μου δεν μοιάζει.
Κι όμως τη λένε Ευαγγελία και γιορτάζει.

Λένε πως μου πάνε τα μπλε. Σίγουρα πάντως όταν βρίσκομαι μέσα σ’ αυτά, και γιορτάζω και αγαλλιάζω. Ειδικά φέτος, 25 Μαρτίου 2021, 200 χρόνια μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης ενάντια στον οθωμανικό ζυγό.

Χρόνια πολλά, φωτεινά κι ελεύθερα σε όλες και όλους τους συνονόματους, σε όλες και όλους όσους είναι, αισθάνονται, περηφανεύονται, αγωνιούν και το παλεύουν να παραμείνουν Ελληνίδες και Έλληνες.