Έχω τη θάλασσα καιρό να τη φιλήσω
και δεν μ’ αφήνει η καταχνιά να τραγουδήσω.
Μοιάζουν τα κύματα βαρκάκια ορφανεμένα
κι έχουν στο διάβα τους μια θέση και για μένα.
Όταν γεμίζει το φεγγάρι και βαραίνει,
στους ουρανούς περιπλανώμενο ασθμαίνει,
τα βήματά μου πως μικραίνουν και ζαρώνουν,
λες κι έχουν πρόσωπο κι αυτά και βαλαντώνουν.
Τότε μαζεύω δεντρολίβανο απ’ τον κήπο,
στους φίλους στέλνω ένα μήνυμα πως λείπω
και στο φαρόσπιτο τ’ απόμερο σταλίζω,
να λυτρωθώ από τις λέξεις μου ελπίζω.
Σκάνε στα βράχια των θαλάσσιων πλασμάτων
κάμποσα όνειρα σαν Άσμα των Ασμάτων
κι απ’ όλα ένα μνημονεύει τη γενιά μου,
την Κυμοθόη, την Αμφιτρίτη, τη γιαγιά μου.
Το καλοδέχομαι και βγαίνω στο καρτέρι,
να το ιστορήσω στης παλίρροιας τ’ αγέρι,
για να το πάρει στην αόρατή του πλάτη,
να τ’ απιθώσει σε βυθό στρωμένο αχάτη.
Να κολατσίζουν απ’ αυτό φώκιες, δελφίνια,
σαν ξεκλειδώνει σκουριασμένα φινιστρίνια
και σ’ όποιον σκιάζεται και δεν τολμά να ζήσει,
να τον παιδεύει για να μην κακοφορμίσει.
