Είχα τον «Όντι» στη βιβλιοθήκη μου από τη χρονιά που κυκλοφόρησε. Τον κοίταζα και με κοίταζε. Μια ίωση που με ταλαιπώρησε αρκετά, έγινε η αφορμή να του ζητήσω να μου κρατήσει παρέα όσο ανάρρωνα. Κι έτσι ήρθε η ώρα του.
Σ’ αυτό της το βιβλίο η χαρισματική Μαίρη Τσόγκα συνθέτει μήνα το μήνα, από την έναρξη το Σεπτέμβριο μέχρι τη λήξη μιας σχολικής χρονιάς τον Ιούνιο, το μεγάλο, πολυδιάστατο και πολυδύναμο ψηφιδωτό της καθημερινότητας των παιδιών που τελειώνουν το δημοτικό και μπαίνουν στην εφηβεία. Σε αυτό το μεταίχμιο όπου εμπλέκονται αξεχώριστα η οικογένεια και το σχολείο, μορφοποιώντας κι επηρεάζοντας καταλυτικά την οντότητα, την έκφραση και την προοπτική τους στη ζωή, τόσο φανερά και βραχυπρόθεσμα όσο και υποσυνείδητα και μακροπρόθεσμα.
«Σκέψου να είσαι 13 χρονών, να μη χωράς πουθενά και να καταφεύγεις σε μια ζωή αόρατη με κουκούλα και μπαλακλάβα.
Σκέψου να έχεις συμμαθητές που σε σπρώχνουν όλο και περισσότερο στο περιθώριο και να μην έχεις να στηριχτείς πουθενά.
Σκέψου μια δασκάλα που θέλει να σε στριμώξει σε κουτάκια και προσπαθώντας να σε αλλάξει να αλλάζει και η ίδια όταν αφουγκράζεται τον ήχο της σιωπής σου.
Σκέψου ξαφνικά και αναπάντεχα να βρεθείς να δουλεύεις στο εξωτερικό με τον απόντα για χρόνια πατέρα σου!
Υπάρχει άραγε ελπίδα καλύτερης ζωής για τον Όντι;
Και πώς βρίσκει κανείς την αληθινή του ταυτότητα και τη θέση του στον κόσμο;», διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Βασικός ήρωας – πρωταγωνιστής του ο Οδυσσέας (Όντι για τους συμμαθητές και φίλους) και από κοντά η κυρία Ναυσικά, η δασκάλα των Αγγλικών στο σχολείο του. Παρακολουθούμε μήνα το μήνα την εξέλιξη της ιστορίας – σχέσης τους μέσα από την αφήγησή τους σε πρώτο πρόσωπο, εναλλάξ. Σα να διαβάζουμε τα προσωπικά κι απόκρυφά τους ημερολόγια, κάτι που μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε πως εισπράττονται, ερμηνεύονται και αντιμετωπίζονται τα γεγονότα και από τις δύο πλευρές.
Παράλληλα, παρακολουθούμε τις στάσεις, δράσεις και αντιδράσεις σε αυτά των γονιών του Οδυσσέα, της οικογένειας της κυρίας Ναυσικάς, των συμμαθητών του και άλλων δασκάλων στο σχολείο. Παράλληλοι βίοι ανθρώπων της διπλανής πόρτας με τα δικά τους προβλήματα, άγχη, αγωνίες, προσδοκίες, ματαιώσεις και αγώνες. Η καθημερινότητα στο σπίτι και το σχολείο όπως την έχουμε ζήσει και τη ζούμε όλοι, ως παιδιά, ως γονείς, ως δάσκαλοι. Αλλά δεν θα σταθώ σε αυτήν, θα σας αποκαλυφθεί ανατρέχοντας στις σελίδες του βιβλίου. Θα πω μόνο ότι αξίζει τον κόπο να το διαβάσετε με ρυθμό, ένα κεφάλαιο – μήνα τη φορά, για να προλαβαίνετε να «μηρυκάζετε» το περιεχόμενο κάθε κεφαλαίου. Έχει σημασία αυτό, πιστέψτε με. Δεν είναι από τα βιβλία που διαβάζονται μονορούφι.
Η Μαίρη Τσόγκα σκιαγραφεί με νοιάξιμο και τρυφερότητα τους χαρακτήρες των ηρώων τους, εμβυθίζοντας τον αναγνώστη στις μύχιες σκέψεις και τις λεπτές αποχρώσεις των συναισθημάτων τους με μια δαντελένια απαλότητα. Δεν τους κρίνει, δεν τους επεξηγεί. Τους περιβάλλει μ’ ένα διακριτικό αεράκι ανθρωπιάς και κατανόησης, χωρίς να τους χαρίζεται στα μελανότερα στοιχεία τους. Στα ηθικά διλήμματα που απορρέουν από τις επιλογές και τις πράξεις τους είναι ξεκάθαρη, κάτι που βοηθά τον έφηβο αναγνώστη να μην παραπαίει στο ίσως αλλά να μπορεί αβίαστα να δει το ναι ή το όχι, το τι είναι ηθικά και κοινωνικά αποδεκτό και τι επικίνδυνο και παραβατικό.
Η γλώσσα της συγγραφέα δεν περιέχει βωμολοχίες, κάτι που σε πολλά από τα βιβλία που απευθύνονται σε εφήβους θεωρείται αποδεκτό, αναμενόμενο, ρεαλιστικό. Η αφήγηση κυλά ήρεμα, ακόμη και οι στιγμές έντασης και βίας περιγράφονται σαν από απόσταση, κάτι που αποδυναμώνει την αρνητική τους επιρροή και τις καθιστά ανήμπορες να θέλξουν το έφηβο ταπεραμέντο με το λάθος τρόπο. Ανακούφιση. Το χάπι, ωστόσο, δεν χρυσώνεται. Τα πράγματα δεν είναι εύκολα, ούτε αυτονόητα. Απαιτεί κόπο, συνεχή προσπάθεια, θάρρος, υπομονή, αξιοπρέπεια, επιμονή και προσωπικό όραμα η πορεία προς την αυτογνωσία. Γίνονται λάθη, προκύπτουν ματαιώσεις, καιροφυλακτεί ο πόνος, η απογοήτευση, η λύπη, η μοναξιά. Αλλά πάντα, στο αντίπαλον δέος, περιμένει η αγκαλιά, η συγνώμη, η νέα οπτική και η εσωτερική αλλαγή που θα βοηθήσει να επουλωθούν και να ξεπεραστούν τα τραύματα και να πάει παρακάτω η ζωή.
Οι εικόνες της Μάριας Μπαχά διαβάζουν εικαστικά τη δυναμική του κειμένου και του προσθέτουν ενέργεια και κίνηση, μια φρέσκια μεταμοντέρνα νότα που θυμίζει γκράφιτι σε τοίχους σχολείων. Η διχρωμία τους, μαύρο με αυτό το χλωροπράσινο της ανοιξιάτικης βλάστησης και της ελπίδας, παραπέμπει άλλοτε σε αιθέρια υδατογραφήματα και άλλοτε σε στιβαρά χαρακτικά. Αφαιρετικά, μυστηριώδη, ταιριαστά με τον ευαίσθητο αλλά και ρηξιλέλευθο ψυχισμό της εφηβείας.
Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση αυτού του εξαιρετικού βιβλίου που προτείνω ανεπιφύλακτα να διαβαστεί όχι μόνο από εφήβους αλλά και από γονείς και εκπαιδευτικούς, μου ήρθαν στο νου οι στίχοι του Γιώργου Σαραντάρη:
Πάλι ο ουρανός…
Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη.
Πάλι σηκώνει τη σημαία
Εμείς μπαίνουμε χωρίς φόβο
Τα μάτια τα πουλιά μαζί μας μπαίνουν
Αστράφτει η πολιτεία αστράφτει ο νους μας
Η φαντασία τους κήπους πλημμυράει
Είναι παιδιά που στέκονται στις βρύσες
Κορυδαλλοί στους όρθρους ακουμπάνε
Στις λεμονιές άγγελοι χορτάτοι
Είναι αηδόνια που παντού ξυπνάνε
Φλογέρες παίζουν έντομα βουίζουν
Είναι τραγούδια η στάχτη των νεκρών
Και οι νεκροί κάπου αναγεννιούνται πάλι
Ολούθε μας μαζεύει ο Θεός
Έχουμε χέρια καθαρά και πάμε.
