Σοφία Μαντουβάλου, Ο άγιος, γυμνός, διηγήματα, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2024

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διάβασα:

«Αληθινά γεγονότα που εκπλήσσουν τη ζωή φωτίζουν με την ελευθερία του μύθου βαθύτερες αλήθειες. Τα γεγονότα έχουν συμβεί σε διαφορετικό χρόνο και τόπο, αλλά οι ιστορίες τους μιλάνε με τα ίδια πάντα λόγια για τον ίδιο πάντα λόγο: τις ενέδρες αχαλίνωτης φαντασίας, με αίσιο ή αναίσιο τέλος, που στήνει άθελά της η ζωή.

Η συγγραφέας, με χιούμορ και υπερρεαλιστική διάθεση, σαρκάζει και αποδομεί τα στερεότυπα, προσδιορίζει τις έμφυλες ταυτότητες, σπάει τη θεμελιωμένη πατριαρχία, και απελευθερώνει τα υποταγμένα στις θρησκευτικές και κοινωνικές συμβάσεις συναισθήματα».

Και μετά το πήρα απ’ το τέλος προς την αρχή, δεν ξέρω γιατί. Ίσως γιατί για μένα η Σοφία Μαντουβάλου είναι ένα πρόσωπο που εκτός του ότι αγαπώ και σέβομαι, θαυμάζω απεριόριστα. Από φοιτήτρια, πολύ πριν τη γνωρίσω. Και μου βγάζει πάντοτε κάτι το υπερβατικά και οικεία ταυτόχρονα ανατρεπτικό η μορφή και η παρουσία της. Είναι επιβλητική, αλλά χωρίς να τρομάζει. Είναι πειραχτήρι, αλλά χωρίς να ειρωνεύεται. Είναι σοφή, αλλά χωρίς να γίνεται διδακτική. Είναι καλλιτέχνης, αλλά χωρίς να υψώνει τείχη απέναντι στον αδαή.

Από διήγημα σε διήγημα το πρώτο που με κατέκτησε ήταν το υποδόριο χιούμορ της με γεύση πικραμύγδαλου. Θα μου πείτε, μα έχει γεύση το χιούμορ; Ε, της Σοφίας για μένα έχει. Με αφήγηση κυρίως τριτοπρόσωπη, φλεγματική αλλά όχι ψυχρόαιμη και με ματιά ψυχολόγου – παρατηρητή πλησιάζει τις ηρωίδες και τους ήρωές της περιγράφοντας με δημοσιογραφική δεινότητα τα πάθη και τα παθήματά τους. Δεν τους κρίνει, ούτε τους συμπονά, γνωρίζει πολύ καλά να τηρεί αποστάσεις από τη συναισθηματική εμπλοκή μαζί τους, αφήνοντας χώρο στον αναγνώστη γι’ αυτήν.

Οι 22 διηγήσεις της θυμίζουν άλλοτε ταινίες μικρού μήκους και άλλοτε θεατρικά μονόπρακτα. Ο σκηνικός χώρος και χρόνος κάθε μιας, τα «πεδία δράσης» όπως τα ονομάζει, λειτουργεί ως ένας ακόμη άψυχος αλλά καθ’ όλα ενεργός συμπρωταγωνιστής. Οι γειτονιές της Αθήνας (Εξάρχεια, Γκύζη, Νέος Κόσμος, Φυλακές Αβέρωφ, Κυψέλη), ο Πειραιάς, το Κερατσίνι, η Πάρος, η Βόρεια Ελλάδα, η Μάνη, η Μεγαλόνησος αλλά και η Βοστώνη, η Νέα Υόρκη, το Παρίσι, το Βερολίνο, από το 1915 ως το 2017, προσφέρουν τον κοινωνικοπολιτικό, ηθογραφικό και πολιτιστικό καμβά πάνω στον οποίο η συγγραφέας υφαίνει ως αριστοτέχνης την περπατησιά των ηρωίδων και ηρώων της στην περιπέτεια του βίου τους. Στα μάτια του αναγνώστη παρελαύνει μια τοιχογραφία χαρακτήρων που ζωγραφίζεται άλλοτε με απαλά, νοσταλγικά, ευάλωτα, ατμοσφαιρικά και άλλοτε με σκληρά, έντονα, παραβατικά θερμά χρώματα. Χαρακτήρες της διπλανής πόρτας που ζυμώνονται μέσα σε κληρονομιές νοσηρότητας, παθογόνων στερεοτύπων και ψυχοσυναισθηματικών ελλείψεων, εμμονών και τραυμάτων που άλλοτε οδηγούνται στην κάθαρση με αίσιο τέλος και άλλοτε με βίαιο, δραματικό και εγκληματικό.

Βιβλία σαν κι αυτό συνήθως με αφήνουν με την καρδιά σφιγμένη και το στομάχι ανάστατο. Όχι όμως το συγκεκριμένο. Το μυστικό είναι η προσωπικότητα της συγγραφέα του. Το αόρατο χάρισμά της να εμπνέει αισιοδοξία και ν’ αφήνει μια χαραγματιά ελπίδας ακόμη και μέσα στην πιο βαθιά σκοτεινιά. Ν’ αγκαλιάζει σαν αύρα ανακουφιστική, θεραπευτική τα πυρωμένα κολαστήρια των ηρωίδων και ηρώων της και την κρίσιμη στιγμή της καταβύθισής τους να θυμίζει τη ζωογόνο επιλογή της ανάδυσης. Σ’ έναν κόσμο που έρποντας απεκδύεται το απονεκρωμένο του κουκούλι, για ν’ αναγεννηθεί ως πεταλούδα έτοιμη να φτερουγίσει και να ρισκάρει να ερωτευθεί και να ζήσει ξανά.