Αυτός ο Σεπτέμβρης
Άφησε πίσω του το άξενο κι ανερυθρίαστο καλοκαίρι
Στάθηκε στο κατώφλι μου με μια καλαθούνα σταφύλια μαυροδάφνη
Δεν έκρουσε το ρόπτρο, ένιωσα την αύρα του
Ευωδίαζε θυμίαμα, ρίγανη και γιασεμί
Κελάρυζε λιανοτράγουδα βαλσαμόχορτα
Δείξε μου, κόσμε, το φιλί και σπάσε το σπαθί μου
και σ’ ένα μίσχο αρωδαμού φώλιασε τη ζωή μου
Η πουκαμίσα του στο χρώμα του αμέθυστου
Άγριοι κρόκοι και κυκλάμινα του βουνού
ξετσούμιζαν σεμνά απ’ τα στριφώματά της
Στο σβέρκο κρυφομανταρισμένο το φυλαχτό, δαντέλλα κοπανέλι με ροδοπέταλα κι αρισμαρί του Επιταφίου
Είδα κι ένα χελιδόνι να ξεφτερώνει αγουροξυπνημένο
ανάμεσα στις χρυσοκαφετιές του μπούκλες
Σιμώνει η αποδημία, του έγνεψε,
Ετοιμάσου
Πως με μαγεύουν οι παλάμες του Σεπτέμβρη
Αυτά τα κληματόφυλλα που στερεώνουν την ιερουργία της Ινδίκτου
Αυτοί οι κόμποι στις ενώσεις που ιχνογραφούν τη νέα σοδειά
Στη μέση του ζωσμένα τα κλειδιά των προπατόρων
Βαριά, σκαλισμένα στο χαλκό, σφυρήλατα στο αμόνι
Ένα για το κυρίως σπίτι, ένα για τα κατώγια, το τρίτο το μικρότερο για τη σοφίτα
Μπροστά στα γυμνασμένα πόδια του τα κιούπια και τα πιθάρια με τα γεννήματα
Καρσί στην καρδιά, το δισάκι με το προσφάι
Στη βράκα του κεντημένα αγριοπερίστερα και πέρδικες
Τα σανδάλια του πετσί και καραβόσκοινο, με μια χάντρα στη διχάλα γαλαζοπράσινη
Αυτός ο Σεπτέμβρης, με το τετράδιο και το κοντύλι υπό μάλης
Πόσα ποιήματα φυλλοροεί για χάρη μου
Πόσα λακτίσματα σε ξέφωτα φθινοπωρινά
Πόσες νεροσυρμές σ’ αδέσποτα και ιλαρά νεφελώματα
Αυτός ο Σεπτέμβρης, ο Ερωτιδεύς κι ο Ανεμπόδιστος
Τ’ ονειρεμένο καταφύγιο στο κράσπεδο της ανατολής
Αυτός ο Σεπτέμβρης, ο παντοτινά γενέθλιος
Επιτέλους, καλωσόρισε
