Αμάραντη

Σήμερα θα ’χες τη γιορτή σου
κι εγώ θα γιόρταζα μαζί σου.
Μα εσύ προτίμησες τα νέφη
απ’ τις κιθάρες και το ντέφι.

Φόρεσες τ’ άσπρα, τα λινά σου,
τ’ αστραφτερά χαμόγελά σου
και με του Ζέφυρου το χέρι
ταξίδεψες σ’ αλλότρια μέρη.

Άδειασε η ντάπια, το λιμάνι,
βουβάθηκε το παιδομάνι.
Σταγόνες κίτρο στο ποτήρι,
μαυροντυμένο τρεχαντήρι.

Ξέρω, θα μου ’λεγες δεν πρέπει
να βρίσκει το μαράζι σκέπη.
Θα ’χες γαρδένιες στο μπαλκόνι
και στην καρδιά σου χελιδόνι.

Λείπεις κι η λύπη με λιπαίνει
κι η ανημπόρια μου βαθαίνει.
Αλλά με σώζει η ανασεμιά σου
κι η ανυπότακτη αγκαλιά σου.

Σαν θ’ ανταμώσουμε και πάλι
σε άλλης διάστασης το σάλι,
θα ξαναγράψουμε ιστορία
για μιαν αμάραντη φιλία.