Αναχωρούν οι ποιητές με τα σκασμένα χείλη,
στην κάψα του καλοκαιριού σταλίζει τ’ ασφοδίλι.
Η σκοτεινή τους θάλασσα ποτέ της δεν μερεύει
τρεις νύχτες αναπαύεται και δεκατρείς αντρειεύει.
Καλομελέτα κι έρχεται το ζόρικο μελτέμι,
να χτίσει πετροκάραβα με σμίλη και καλέμι.
Σαράντα μέρες χαίρεται ο Άδης τη σοδειά του
κι ύστερα κλαίει κι οδύρεται στη μαύρη μοναξιά του.
Αν κάτεχα το γιατρικό, του έρωτα το ξόδι,
θα του ’δινα να το γευτεί με στάρι και με ρόδι.
Γιατί λατρεύει τη ζωή, την Κύπριδα ως Άρης,
μα να την έχει δεν μπορεί σαν είν’ περαματάρης.
Ας είχ’ ο ουρανός φωνή κι ας έπιανε το ντέφι,
για να χορέψουν το συρτό τ’ αστέρια με τα νέφη.
Να μερακλώνουν οι θνητοί και θαρρετά να ελπίζουν
πως και τ’ αψήλου οι ψυχές δεν παύουν να γλεντίζουν.
Γιατί είν’ ο αγώνας άνισος στου Διγενή τ’ αλώνια,
πουλάκια διαβατάρικα τ’ αξόδευτά μας χρόνια.
Καρδιά μου αλαφροΐσκιωτη και σώμα μου νερένιο,
μαχαίρι κράτα πήλινο κι αδράχτι σιντεφένιο.
Κι όταν σε ψάξει ο θηρευτής με στόμα πεινασμένο,
μην κλάψεις που ’φτασε νωρίς, μα πες σε περιμένω!
