Ζητούσε συχνά πυκνά ένα ζευγάρι παραμάνες. Έπρεπε να υπάρχουν πάντα εύκαιρες, για να στερεώνει τα μετέωρα, τα επισφαλή. Την πάνα του μωρού, ένα ξηλωμένο στρίφωμα, τις ποδιές και τα πετσετάκια ώσπου να τους ράψει θηλιές από κορδέλες σατέν, για να μην πέφτουν από τα κρεμαστράκια της κουζίνας και σέρνονται στα μωσαϊκά.
Ήταν η προέκταση των δαχτύλων της. Άλαλοι, ακούραστοι βοηθοί, πιστοί στο καθήκον, βρέξει χιονίσει. Με λιακάδες και ομίχλες. Με ξαφνικά αστραπόβροντα, που τα φοβόταν, ψέλλιζε ωχ ωχ ωχ και λούφαζε μακριά απ’ τα παράθυρα. Όταν ξέμενε από παραμάνες, με περίμενε στην εξώπορτα να μου το πει. Λες και θα χαλούσε η τάξη του κόσμου χωρίς αυτές. Θ’ αμφισβητούνταν η νοικοκυροσύνη της, το καμάρι της γειτονιάς. Παραμάνες και λίγα μέτρα λάστιχο για τις μαραμένες σούρες στις πολυφορεμένες φούστες της και στα βαμβακερά σορτσάκια του μικρού. Από του Τσιάπη στην Ομήρου, στη Νέα Σμύρνη, ή από του Καλυβιώτη στην Ερμού, στο Σύνταγμα. Σπανίως έβγαινε να τις πάρει μόνη της. Ήταν ο φύλακας του σπιτιού, η θεά Εστία ακλόνητη, ριζωμένη στην παραστιά. Κι όμως, περνούσαν όλα από τα χέρια της, ειδικά από το δεξί με το στραβωμένο μικρό δαχτυλάκι, από εκείνο το γκρέμισμα στα παιδικά της χρόνια. Πράμα δεν έλειπε, πράμα δεν περίσσευε.
Τον Όμηρο και τον Ερμή τους είχε ακουστά μόνο από τα μεγαλόφωνα διαβάσματά μας. Εκείνη μόνο ως τη δευτέρα τάξη του Δημοτικού μπόρεσε να πάει. Σχολειό της τα χωράφια με το πετροκεντητό αλωνάκι, τ’ αμπέλια με τη χρυσαφένια σουλτανίνα, τα χαλκοπράσινα λιόφυτα, τα κηπούλια με τα ζαρζαβατικά πλάι στις λιγοστές πηγές κι ο Μακρύγιαλος με το πυροφάνι του παππού στο νότιο Κρητικό. Κι όμως, δεν έμεινε ήρωας, θεός κι ημίθεος που να μην γνώρισε απέξω κι ανακατωτά.
Διάβασέ το δυνατά, να σ’ ακούω, έλεγε όσο σφύριζε η χύτρα για να ψηθεί το κοκκινιστό. Κυριακή πρωί, επανάληψη όλα τα μαθήματα. Ώσπου να τα πούμε νεράκι. Μέχρι που σταματήσαμε να διαβάζουμε στην κουζίνα μαζί της, μεγαλόφωνα. Κλεινόμασταν στο δωμάτιό μας και όλα γίνονταν σιωπηλά, άντε ψιθυριστά. Μεγαλώσαμε. Περπατήσαμε τη ζωή μας. Ταξιδεύαμε, επιστρέφαμε. Αλλά εκείνη δεν μεγάλωνε. Και μας περίμενε πάντα χαμογελαστή, με τα κοκκινιστά της, με τα πετσετάκια της και με τις παραμάνες της. Ή έτσι θέλαμε να πιστεύουμε.
Ώσπου οι παραμάνες άρχισαν να χρειάζονται για να συγκρατούν τη δική της πάνα. Τις φούστες τις πολυφορεμένες που πια το σώμα της, τζιτζίκι αποξηραμένο σε πεύκινη κορμοστασιά, χανόταν ανάμεσά τους. Τα ξηλωμένα στριφώματα και τα πετσετάκια που πια δεν καλόβλεπε για να τους ράψει τα σατέν κορδελάκια-θηλιές. Μέχρι που τεμπέλιασαν για τα καλά στο καλάθι των ραφτικών. Η κυρά τους πέταξε με τους αγριόκυκνους επιστρέφοντας στα αιώνια πατρογονικά. Μα οι παραμάνες δεν ορφάνεψαν, δεν παράπεσαν. Τις κράτησα για λίγο στα χέρια μου, όπως ένα αρχέγονο, πολύτιμο φυλαχτό. Και μετά τις απίθωσα προσεκτικά πλάι στα μολύβια μου, στ’ αγαπημένα χαρτικά. Θα συνεχίσουν αλλιώς την καλή δουλειά. Κι η μάνα θα χαίρεται από εκεί ψηλά.
