Του Αρπιστή

Τα μυώδη μπράτσα του σιγοτραγουδούν
κι ίσως με το αριστερό του πόδι να κρατάει το ρυθμό.
Πουλιά αποδημητικά οι χιλιετίες
στις χορδές της άρπας του πάλλονται
πότε παρούσες, πότε απούσες στη στρατόσφαιρα.
Με τον κορμό ορθόστητο τη μελωδία εγκυμονεί.
Γνωρίζει εκείνος ν’ αγκαλιάζει ασυλλόγιστα.
Ταξίδεψε, πριν λάβει έννοια και μορφή, μες στη λευκότητα.
Πως κάρπισε το μάρμαρο μια τέτοια τρυφερότητα;
Τον σμίλεψε του Αιγαίου η αλμύρα κι οι φουρτούνες του
οι πλευστοί μύθοι, οι καρπερές παραλογές, οι ιστορίες του.
Δεν καταδέχτηκε με το μαχαίρι να πολιτευθεί.
Το γόνα έκλινε στης Γαίας την άφατη ιερότητα.
Πότε ελεύθερος και πότε ομοιοκατάληκτος
σ’ ένα σκοπό ιαματικό σεμνά αφιερώθηκε.
Ποιος ξέρει ο γεννήτοράς του αν λυτρώθηκε
όταν τον θρόνιασε στο κοντοπόδαρο σκαμνί.
Είναι στ’ αλήθεια υπαρκτός ή τον φαντάστηκε
μια υποχθόνια θεά στο μελανό κατώι της;
Ή μήπως χάρισμά της η φασκομηλιά τον έταξε
μίτους ν’ αφήνει στα περβάζια των γυμνών νησιών
κι έξαφνα εκείνα το γλαυκό το φως να ενδύονται;
Στην ξενιτιά ασφυκτιά, ανάσες στείλτε του.
Μ’ ένα απέθαντο αγριόγιδο ψυχώστε τον.
Κι έπειτα ανέρωτο κρασί γλυκοποτίστε τον
να ψιθυρίσει τα στυφά τα λιανοτράγουδα
κι ας βαλαντώσει υπερφίαλα η φύτρα του.
Τότε μπορεί της ναυαρχίδας της τ’ ακρόπρωρο
απ’ τα πλοκάμια του Ερέβους ν’ αποκολληθεί.
Να ξεψυχήσουν οι κλαυθμοί, οι ολιγωρίες κι οι έριδες
του νόστου ο κόνδυλος ως κρίνος ν’ αναγεννηθεί
κι ο Αρπιστής του επιτέλους να ξεσηκωθεί.

Ο «Αρπιστής» εκτίθεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.
Το ποίημα “Του Αρπιστή” περιλαμβάνεται στο βιβλίο της Αναστασίας Κατσικογιάννη – Μπάστα “Γλυπτά στην εξορία”, Εκδόσεις Ειρήνη, Καλαμάτα, 2026