Η Θάλασσα, η Φάλαινα και τα Όρια

Χέρμαν Μέλβιλ, Μόμπυ-Ντικ ή Η Φάλαινα, Μετάφραση: Α.Κ.Χριστοδούλου, εκδόσεις GUTENBERG, 1991, σελ. 900

«Ωραία, τι σκέφτεσαι λοιπόν γι’ αυτό που έλεγες, να δεις τον κόσμο; Θες να κάνεις το γύρο του Κέιπ-Χορν για να δεις κάτι περισσότερο ε; Δεν μπορείς να δεις τον κόσμο απ’ αυτού που είσαι;»

Δεν είναι ίσως ιδιαίτερα πρωτότυπη ιδέα να παρουσιάσει κανείς από τη Νέα Οικολογία το Μόμπυ-Ντικ. Το βιβλίο θεωρείται κλασικό. Ήδη από το 1850, χρονιά της συγγραφής και της πρώτης του έκδοσης, συγκίνησε και εξακολουθεί να συγκινεί γενιές αναγνωστών παγκοσμίως. «Για να γράψεις ένα μεγάλο βιβλίο πρέπει να διαλέξεις ένα μεγάλο θέμα», επισημαίνει κάπου ο συγγραφέας Χέρμαν Μέλβιλ. Όμως, επειδή τα μεγάλα θέματα -και κατ’ αντιστοιχία τα μεγάλα βιβλία- είναι πάντα επίκαιρα, οι εκ νέου αναφορές δεν μπορεί παρά να είναι δικαιολογημένες.*

Ο Μόμπυ-Ντικ είναι ασυνήθιστα μεγάλο βιβλίο: μεγάλο σε όγκο (περίπου 900 σελίδες) και σε λογοτεχνική αξία, ένα πραγματικό έπος της θάλασσας. Ακόμη και ο πρωταγωνιστής της πλοκής του περιπαίζει τα συνήθη, τα περί τον άνθρωπο και τις δραστηριότητές του μεγέθη: πρόκειται για το βασιλιά των κητωδών, τη γιγάντια σπερμοφάλαινα, όπου «μια ανέμελη παιδικότητα λικνίζεται καβάλα σε μια τιτάνια δύναμη…» και γίνεται θρύλος.

Κύριο χαρακτηριστικό του βιβλίου είναι τα πολλαπλά επίπεδα στα οποία ξετυλίγεται η πλοκή του. Τα στοιχεία που αλληλοσυμπλέκονται και οριοθετούν τη ραχοκοκαλιά της δράσης αλλάζουν συνεχώς περιβάλλον και διαστάσεις. Ο χωροχρόνος είναι έννοια πραγματική, ουτοπική αλλά και συμβολική. Ο ίδιος ο συγγραφέας είναι ταυτόχρονα αφηγητής, δευτεραγωνιστής, χρονογράφος, ερευνητής, παρατηρητής και φιλόσοφος. Ζώντας την ιστορία του την εμπλουτίζει με υλικό που αντλεί από τη σωρευμένη εμπειρία της ανθρωπότητας. Η διαίσθηση, η φημολογία, η παράδοση,  δεισιδαιμονία εναλλάσσονται με τη λογική, την επιστημοσύνη, την ανάλυση, τον φιλοσοφικό στοχασμό.

Οι ήρωες του Μόμπυ-Ντικ είναι πρόσωπα με πολλές και συχνά αντικρουόμενες όψεις: τις όψεις-είδωλα, τις όψεις του εσώτερου εαυτού τους, τις ιδεατές τους όψεις. Γι’ αυτό και οι μεταξύ τους σχέσεις, κάθετες και οριζόντιες, υφαίνουν ένα πολύχρωμο δίχτυ επαλληλοτήτων, αντιθέσεων, τελικά συναισθηματικών δεσμών. Ο ιθαγενής Κουίκουεγκ, ο συνετός Στάρμπακ, ο παράτολμος Σταμπ, ο μετριοπαθής Φλασκ και βέβαια ο πλοίαρχος Αχαάβ αναδεικνύονται μέσα από το πάθος που προάγει έναν ανθρώπινο χαρακτήρα σε ήρωα. Ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί, σε εξαιρετικά ενδιαφέροντες συνδυασμούς, έχουν μερτικό στον κίνδυνο, τη μοναξιά, το όραμα, την επιτυχία, το λάθος, τη δημιουργία, την αυταπάτη, το θάνατο, την άμυνα, την ήττα, , τη χαλάρωση, τον πόνο, τη σιωπή. Η ιστορία τους συναρπάζει, γιατί θα μπορούσε να είναι η ιστορία του καθενός μας.

Ο Μόμπυ-Ντικ συνιστά μια σπουδή στη σημειολογία των διαστάσεων και κυρίως των αποστάσεων. Το υγρό στοιχείο δεσπόζει, συμβολίζει το απόλυτο όριο, την αρχή και το τέλος της ζωής. Το βιβλίο διαθέτει υπόθεση και λόγο ύπαρξης, επειδή υφίσταται ο «ακυβέρνητος ωκεανός που, αγκομαχώντας και φρουμάζοντας σαν το αφηνιασμένο πολεμικό άτι που έχει χάσει τον αναβάτη του, τρέχει και κατακλύζει την υδρόγειο». Ο ωκεανός, επίσης, φιλοξενεί τη φάλαινα κι η φάλαινα είναι μια μικρογραφία της δύναμής του, της εξουσίας του, των απρόβλεπτων όψεών του, οι οποίες περιγράφονται ιδιαίτερα γλαφυρά. Η δύναμη αυτή, όμως, κρύβει μια επικίνδυνη γοητεία, που προκαλεί και συνταράζει την ανθρώπινη ψυχή. Τα προσχήματα καταργούνται, οι στόχοι παίρνουν σάρκα και οστά. Και ο ναυτικός ακροβατεί, ρισκάρει τη ζωή του ανάμεσα στο μακριά και στο κοντά. Μακριά είναι η πατρίδα, η οικογένεια, οι φίλοι κι οι δεσμοί, η ασφάλεια. Μα όταν φεύγει έρχεται όλο και πιο κοντά στο στόχο του, στον πραγματικό του εαυτό. Το ταξίδι υπόσχεται την αυτοπραγμάτωση αλλά το τίμημα είναι σκληρό γιατί συνοδεύεται από τον πόνο του αποχωρισμού.

Στα 136 κεφάλαια του βιβλίου ο Μέλβιλ καταπιάνεται σχεδόν με όλες τις τεχνικές χειρισμού του λόγου: με την αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο (ημερολόγιο) καθώς και σε τρίτο, που άλλοτε θυμίζει κλασικό μυθιστόρημα κι άλλοτε σενάριο κινηματογραφικής ταινίας, με τον θεατρικό διάλογο (πρόζα) που δίνει έμφαση στην ελεύθερη στιχομυθία και την ανάδειξη των προσώπων, με τη λογοτεχνική- ποιητική γραφή που αφήνει περιθώρια για ρεμβασμό, ενδοσκόπηση αλλά και συνειδητή αποστασιοποίηση από την κεντρική πλοκή, με το χρονικό που συμπυκνώνει το εμπειρικό, ιστορικό και ρεαλιστικό στοιχείο σ’ ένα αυτόνομο νοηματικό μόρφωμα, με το επιστημονικό δοκίμιο, τέλος, που αξιοποιεί την έρευνα, τη συλλογή στοιχείων και τη συνθετική ικανότητα για να παράγει καινοτόμο γνώση. Κάποτε ξεκούραστα υποκειμενικός, σαν άλλος Ηρόδοτος με τις παρεκβάσεις του και τα διηγήματα-σφήνες στη δομή του Μόμπυ-Ντικ, κι άλλοτε αυστηρά κι «ορθόδοξα» αντικειμενικός όπως ο Θουκυδίδης, εντυπωσιάζει με τις γνώσεις του για τις «διαστάσεις του σκελετού της φάλαινας» και για τη «φάλαινα σαν κατοχυρωμένο θήραμα».

Η λεπτομέρεια είναι ίσως το άλλοθι των μεγάλων μεγεθών. Οι εικόνες, οι ήχοι, τα χρώματα, ο ιδιωματικός λόγος αποδίδουν με πιστότητα την ατμόσφαιρα ενός πλαισίου και μια εποχής, καθώς και τις ανθρωπογεωγραφικές παραμέτρους. Η ζωντανή περιγραφή μιας βεγγέρας στα φαλαινοθηρικά, μιας ναυτικής ανταρσίας, καθώς και του εθιμοτυπικού που έπεται της αιχμαλωσίας μιας φάλαινας συνθέτουν ένα γοητευτικό καλειδοσκόπιο, ένα μαντάλα με χιλιάδες σύμβολα. Το ερώτημα, ωστόσο, που θέτει το βιβλίο παραμένει αναπάντητο και μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης: Ποιος είναι ο Μόμπυ-Ντικ και ποιος ο σκοτεινός Αχαάβ, ποιος απ’ τους δύο ο νικητής και ποιος ο ηττημένος;

Ο ίδιος ο Χέρμαν Μέλβιλ αποφεύγει να πάρει σαφή θέση, τρέφει και στηρίζει και τους δύο μέχρι την τελευταία σελίδα. Ο Αχαάβ «μονάχα αισθάνεται, αισθάνεται, αισθάνεται». Ο Αχαάβ «είναι πάνω από το κοινό μέτρο˙ο Αχαάβ και σε κολέγια έχει πάει και με τους κανίβαλους έχει ζήσει˙έχει γνωρίσει πράγματα πολύ πιο αξιοθαύμαστα από τα κύματα˙έχει καρφώσει τη φλογερή λόγχη του σε εχθρούς πιο δυνατούς και παράξενους από τις φάλαινες…» Αλλά από την άλλη πλευρά, «μακάρι ο Αχαάβ να ’χε ακουμπήσει πάνω σε κάποιον περισσότερες φορές στη ζωή του», μακάρι να άφηνε τον εαυτό του να καθρεφτιστεί «μέσα σ’ ένα ανθρώπινο μάτι». Γιατί σαν ήρωας που ξεπηδά μέσα από το αρχαίο δράμα και τη σαιξπηρική τραγωδία – ένας ακόμη Προμηθέας, Ορέστης ή Άμλετ – αφιερώνεται στο σκοπό του και φτάνει μέχρι την ύβρη για να τον φέρει σε πέρας. Εκδικούμενος συντρίβεται, κυνηγημένος ο ίδιος καταδιώκει την άσπρη φάλαινα που, αφήνοντάς τον ανάπηρο σωματικά, απείλησε να ακρωτηριάσει την υπερηφάνεια και την αξιοπρέπειά του. Ο Αχαάβ είναι παγιδευμένος «στο βαθύτερο και απρόσιτο είναι του», τραγικά ελεύθερος μέσα στη μοναξιά του. Ο Αχαάβ είναι ο απόλυτος διώκτης του εαυτού του.

Ο Μόμπυ-Ντικ, αντίθετα, είναι το στοιχείο που δεν έχει ταυτότητα γιατί ο καθένας του προσδίδει τη δική του. Νόμος της φύσης, προσωποποίηση των δυνάμεων του κακού, άγραφο δίκαιο, πεπρωμένο, ή απλώς μια ιδιότροπη σπερμοφάλαινα, ο Μόμπυ-Ντικ εξασφαλίζει τη λύση και την κάθαρση. Ο Μόμπυ-Ντικ είναι υπεράνω ορίων, γιατί ο ίδιος εκπροσωπεί το απόλυτο όριο, «συνδυάζει και μεγάλο σώμα και σκέψη βαθιά», αλλά «ακόμη και στο παιχνίδι του βλέπεις τη δύναμή του». Διωκόμενος από και διώκωντας τον Μόμπυ-Ντικ συνειδητοποιείς ότι «τύχη, ελεύθερη βούληση και αναγκαιότητα δεν είναι καθόλου ασυμβίβαστα πράγματα, συνεργάζονται όλα μαζί στο ίδιο υφαντό». Κι η ιστορία επαναλαμβάνεται…

Η παρούσα έκδοση του Μπόμπυ-Ντικ χρωστάει σίγουρα πολλά στον μεταφραστή της, Α.Κ. Χριστοδούλου. Οι εκδόσεις GUTENBERG προγραμματίζουν, ωστόσο, μια ιδιαίτερα φιλόδοξη έκδοση του έργου σε έξι τόμους: οι τέσσερις θα περιλαμβάνουν το αρχικό αμερικανικό κείμενο μ’ ένα υποσελίδιο κριτικό υπόμνημα κι αντικριστά την ελληνική μετάφραση. Οι δύο τελευταίοι θα περιλαμβάνουν τα σχόλια του μεταφραστή, σημειώσεις, γλωσσάρια και πίνακες. Δεν ξέρουμε αν όλ’ αυτά ακούγονται κάπως υπερβολικά. Η έλλειψη -πάντως- χαρτών, εικονογράφησης κι ενός λεξικού ναυτικών όρων και εκφράσεων υπήρξε μειονέκτημα της κατά τα άλλα φροντισμένης πρώτης έκδοσης.

*Βλ. και το άρθρο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου με τίτλο «Το κυνήγι της φάλαινας» στο τεύχος 23, σελ. 32-39, της «Νέας Οικολογίας».

Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στο τεύχος Ιανουαρίου του 1995, σελ. 46-47, του περιοδικού «Νέα Οικολογία».

Διασκευή του βιβλίου, σε σενάριο του συγγραφέα Ρέι Μπράντμπερι, γυρίστηκε ταινία για τη μεγάλη οθόνη από τον Τζον Χιούστον, το 1956, με πρωταγωνιστή έναν καταπληκτικό Γκρέγκορι Πεκ στο ρόλο του Αχαάβ.