Δήμητρα Π. Πυργελή, ένα πιάνο χωρίς ουρά διηγείται, σειρά: διάφορα και διαφορετικά, εκδόσεις Ηλίβατον, Αθήνα 2026

Η Δήμητρα Πυργελή είναι πολλά πράγματα, σίγουρα περισσότερα από αυτά που μας πληροφορεί το βιογραφικό της και όλα «μυρίζουν» αγάπη και ταλέντο. Το Σεπτέμβρη στα γενέθλιά μου, η Χρυσούλα Καρολίδου μου χάρισε το νέο της βιβλίο, “ένα πιάνο χωρίς ουρά διηγείται”. Το διάβασα μονορούφι την πρώτη φορά νύχτα, αργά, όταν το σπίτι είχε ησυχάσει. Το ξαναδιάβασα σήμερα τα ξημερώματα, που το σπίτι ακόμη κοιμόταν. Είμαι πρωινός τύπος και πολλά γεννάει το μυαλό μου το γλυκοχάραμα, έτσι έκατσα κι έγραψα τις εντυπώσεις μου. Επειδή η Δήμητρα γράφει όμορφα. Κι επειδή με την ιδιότητα της πολύπειρης βιβλιοπώλισσας και της εμψυχώτριας λεσχών ανάγνωσης, πάντα φροντίζει, αξιοποιεί δημιουργικά και προβάλει τα βιβλία όλων μας. Της αξίζει να λέμε δυνατά πόσο το εκτιμάμε και την ευγνωμονούμε γι’ αυτό.

Η αφήγησή της με συνεπήρε. Δεν ήταν μόνο επειδή τιμά και σέβεται την ελληνική γλώσσα και τη χειρίζεται πολύ καλά. Δεν είναι μόνο επειδή το ύφος γραφής της σε περιβάλλει με θαλπωρή κι αγκαλιάζει τον εσωτερικό σου κόσμο όπως μια σοφή, καλοσυνάτη παραμυθού που σου αφηγείται στοργικά τις ιστορίες της. Είναι κι επειδή εργάστηκε συστηματικά και φιλόπονα και έσκυψε ενδελεχώς στις πηγές, άψυχες και έμψυχες, μετουσιώνοντας τα ερευνητικά της ευρήματα σ’ ένα κείμενο που ισορροπεί αριστοτεχνικά ανάμεσα στη μυθοπλασία και την ιστορική, κοινωνική, οικονομική και πολυπολιτισμική πραγματικότητα της εποχής που πραγματεύεται.

Διαβάζοντας το βιβλίο μεταφέρεσαι νοερά αλλά και αισθητικά σ’ ένα καλογυρισμένο ντοκιμαντέρ εποχής, το οποίο παρακολουθείς προσηλωμένος, ενίοτε έκθαμβος, αλλά και συμμετέχεις σ’ αυτό ως ενεργητικός κομπάρσος, με όλες σου τις αισθήσεις. Η Δήμητρα Πυργελή μας παρουσιάζει τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στην αφήγησή της με κατανόηση, ενσυναίσθηση, συμπόνια, αλλά και περίσκεψη, αναστοχασμό, σαν να είναι και να μην είναι ταυτόχρονα και η ίδια ένα από αυτά. Η αφήγησή της έχει μια γλύκα, μια ηρεμία, μια νοσταλγία, που δεν γίνεται -ωστόσο- αυτοσκοπός. Θέτει τον αναγνώστη σε εγρήγορση για να μάθει και να νιώσει περισσότερα, αλλά χωρίς να παραμυθιαστεί. Η επίγνωση του παρελθόντος με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ενάργεια κι αντικειμενικότητα συνιστά θεμελίωση και εφαλτήριο ώστε να κατανοηθεί καλύτερα το παρόν και να οικοδομηθεί όραμα για το μέλλον. Στο υπόβαθρο της αφήγησης ακούγεται ψιθυριστά μελωδία πιάνου και μάλιστα όχι οποιαδήποτε μελωδία και όχι από οποιονδήποτε μουσικό και συνθέτη, αλλά από τον κορυφαίο μας Μάνο Χατζιδάκι.

Το βιβλίο ως αντικείμενο είναι εξαιρετικά καλαίσθητο. Ποιοτικό χαρτί, άψογη εκτύπωση. Χαίρεσαι να το αγγίζεις, να το φυλλομετράς. Οι νότες του πενταγράμμου ως γράμματα του αλφαβήτου συνιστούν μια πανέμορφη γραφιστική πινελιά σε τίτλους και υποτίτλους κεφαλαίων ως αρχιγράμματα.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

Τον χρόνο δεν ξέρω να τον μετρώ. Μου φαίνεται πως έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που γεννήθηκα στην παγωμένη Ρωσία και ακολούθησα τον κύριό μου στα ταξίδια του που μας έφεραν τελικά στην Ελλάδα και στην Ξάνθη, την «Αρχόντισσα της Θράκης». Εκεί ρίξαμε άγκυρα.

Στην «πόλη με τα χίλια χρώματα», το «Μικρό Παρίσι» της ακμής του καπνού, σε καιρούς πολυτάραχους και αντιφατικούς, ο κύριός μου κι εγώ ζήσαμε πολύ όμορφα μαζί. Κι εγώ, μια ασυνήθιστη για πιάνο ζωή, που μου επεφύλαξε και ένα μεγάλο δώρο.

Μια μικρή αλλά μεστή ιστορία από την εποχή της μεγάλης άνθισης της Ξάνθης, την αυγή του 20ου αιώνα, μέσα από τα μάτια ενός ασυνήθιστου ξενομερίτη.

Για μια πόλη, γέφυρα και σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης. Μια καλλιέργεια χρυσάφι, τα καπνά, που έφερε πλούτο, επενδύσεις και εργατικά χέρια. Για δυο κόσμους, του πλούτου και του μόχθου. Έναν οικισμό που έγινε αρχιτεκτονικό στολίδι και πολυπολιτισμική κυψέλη που έσφυζε από ζωή. Με πρωταγωνιστές που τους ένωσε το καπνεμπόριο και τους έδεσαν η φιλία και η μουσική. Υπαρκτά πρόσωπα που άφησαν το αποτύπωμά τους στην πόλη και την ιστορία… και ένα από αυτά, ανεξίτηλο σημάδι στην Τέχνη.

Στο «αφτί» του οπισθοφύλλου του βιβλίου διαβάζουμε:

Η ιστορία είναι κράμα μυθοπλασίας και πραγματικότητας.

Ο Ισαάκ Ντανιέλ, η Άννα Αλτουνιάν, η οικογένεια Χατζιδάκι ήταν υπαρκτά πρόσωπα που απέκτησαν μεταξύ τους στενές σχέσεις, συμπορεύτηκαν στην Ξάνθη των αρχών του 20ου αιώνα και συνδέθηκαν άρρηκτα με την εξέλιξή της.

Το πιάνο ανήκε πράγματι στον Ισαάκ Ντανιέλ και όντως έκανε σε αυτό τα πρώτα του μαθήματα ο μικρός τότε Μάνος Χατζιδάκις με καθηγήτρια την Άννα Αλτουνιάν.

Η οικία Ντανιέλ, το αρχοντικό, στην οποία έζησε μερικά από τα παιδικά του χρόνια και ο συνθέτης, είναι το κτίριο στο οποίο στεγάζεται σήμερα ο Πολυχώρος Τέχνης και Σκέψης.

Η συγγραφέας αντλεί το υλικό της από γραπτές πηγές αλλά και από προφορικές μαρτυρίες ανθρώπων που είτε έζησαν την ίδια εποχή με τους πρωταγωνιστές και τους γνώριζαν είτε μεγάλωσαν ακούγοντας τις ιστορίες τους. Μαρτυρίες που ταξίδεψαν από στόμα σε στόμα, άντεξαν στο χρόνο και έφτασαν ως τις μέρες μας.