Πέντε και κάτι. Το χάραμα σήμερα κέρασε αγέρα μυρωμένο από τους βασιλικούς, τις μαντζουράνες, το δυόσμο και τη ρίγανη στις γλάστρες, ανοιχτές -επιτέλους- μπαλκονόπορτες και κουρτίνες κυματούσες. Ασυνήθιστα έλαμπαν δυο άστρα πάνω από την απέναντι πολυκατοικία. Είχε κάτι το σαγηνευτικά μαγνητικό η όψη τους, φωτεινές μαρκίζες που διαφήμιζαν την εξωτική πραμάτεια τ’ ουρανού.
Στο πόδι, αν και ακόμη η νύστα καλά κρατεί, να προλάβει πριν ξυπνήσει το σπίτι. Είναι γεμάτο το κεφάλι σαρανταπέντε καθαρόαιμα άλογα στις εσχατιές του κόσμου. Πουλιά που παραβγαίνουν στο κελαηδητό, μπράτσα άγρυπνα, μάτια ποντισμένα στο μεδούλι της αγάπης. Ποιος άρπαξε τη γυναίκα του Ακρίτη;
Βιάζεται. Ψαχουλεύει στην κουζίνα. Κάπου παράπεσε η λίστα με τα χρωστούμενα στο φαρμακείο.
Μπρίκι στο καμινέτο, τσακμάκι, φλόγα. Νερό για τον διπλό ελληνικό, τέσσερις κουταλιές καφέ, μαύρη ζάχαρη στη μύτη του κουταλιού. Δεν πίνεται σκέτος ο άτιμος, ό,τι και να λένε οι γιατροί.
Βιάζεται. Να προλάβει πριν ξυπνήσει το σπίτι. Ξέχασε τη σκόνη πλυντηρίου και τη σκόνη για τον πουρέ. Ποιος πάει πάλι για τις σκόνες στο εμπορικό.
Το φεγγάρι γεμίζει, θα ξεχειλίσει από τον εαυτό του αύριο μεθαύριο και θα είναι, λέει, του οξύρρυγχου. Ινδιάνικα κόλπα στις Μεγάλες Λίμνες και ψάρια άφθονα του γλυκού νερού, για να τραφεί η φυλή. «Το φεγγάρι πάνωθέ μου ασημένιο τάλιρο», για κάθε βαλάντιο, στην Νέα Σμύρνη, στην Καλλιθέα, στο Φάληρο, στο Μοσχάτο, στον Πειραιά, στο Κερατσίνι, στη Δραπετσώνα που παλεύουμε να φτιάξουμε ζωή.
Πρέπει να γραφτεί σε κολυμβητήριο το παιδί. Ψάρια του γλυκού νερού καταντήσαμε, στα όνειρά μας μόνο αγναντεύουμε της Ελλάδος τα νησιά. Δουλεύουμε και δεν φτάνουμε. Ποτέ και για κανένα δεν είμαστε ικανοποιητικά αρκετοί. Και περνάει ο χρόνος, ο ακαμάτης, μειδιώντας συμπονετικά.
Βιάζεται. Στον δεξί της κρόταφο συνωστίζονται οι ανείπωτες λέξεις. Σπρώχνουν την πέτσα της κάθε «κανονικής» μέρας να τη γδάρουν, να ξεσκιστεί. Αθόρυβα εκπυρσοκροτούν. Κι εκείνη σφαδάζει υπομονετικά. Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία. Των ανείπωτων λέξεων. Των ακαταλόγιστων πράξεων.
Βιάζεται. Να προλάβει πριν ξυπνήσει το σπίτι. Η νευρολόγος παραθερίζει εις τας Ευρώπας. Αλλά η γιαγιά άνοιξε πρόσφατα λογαριασμούς με την άνοια και δεν χαμπαριάζει από άδειες και διακοπές.
Βιάζεται. Αδημονεί να ξεκινήσει το καραβάνι στο στέρνο της. Πρέπει να πετύχει διάνα την πρώτη φράση. Αν βρει το σωστό τέμπο, τον κατάλληλο βηματισμό από την αρχή, οι άλλες απλά θ’ ακολουθήσουν ρέοντας καταρρακτωδώς ως την όαση.
Βιάζεται. Το χέρι τρέμει από τη νύστα, το μπρίκι γλιστράει, πέφτει από το καμινέτο. Ο διπλός ελληνικός χύνεται άπιωτος ολούθε. Πάνω της, στο νεροχύτη, στα ντουλάπια, στο καινούργιο καλοκαιρινό χαλί της κουζίνας. Έχει το χρώμα του φωτεινού, ακατέργαστου πηλού και σχέδια λευκά, σε παράταξη. Ρόμβους, γραμμές, κάθετες, γραμμές τεθλασμένες, τρίγωνα, τετράγωνα το ένα μέσα στο άλλο. Ένα μικρό σύμπαν που κείτεται οριζοντιωμένο στο πάτωμα.
Βιαζόταν. Τώρα στέκεται ακίνητη για μερικά δευτερόλεπτα, ν’ αναμετρηθεί με τη ζημιά. Μετά επανέρχεται αργά, νωχελικά. Πρώτα σβήνει τη φλόγα στο καμινέτο. Μετά παίρνει χαρτί κουζίνας για να «ρουφήξει» τον χυμένο καφέ. Φέρνει το ειδικό υγρό για τους λεκέδες και βουρτσάκι για το χαλί. Τρίβει μεθοδικά. Στην αρχή απαλά, μετά με δύναμη. Τα τρίγωνα, τα τετράγωνα, τους ρόμβους, τις γραμμές. Τα μοτίβα της κάθε στιγμής. Ξέρει πως θα μείνουν σημάδια. Αχνά ίσως, αλλά σημάδια. Τα παράσημα κάθε ανθρώπου «κανονικού». Τρίβει και φιλοσοφεί.
Δεν βιάζεται πια. Το σπίτι έχει ξυπνήσει. Αλλάζει ρούχα. Τα σαρανταπέντε καθαρόαιμα άλογα μπήκαν στο παχνί. Τα νυχτοπούλια σώπασαν, πέταξαν γι’ άλλα βιλαέτια. Άφησαν στο πόδι τους κάτι ξεψυχισμένους τζίτζικες που τερερίζουν το κύκνειο άσμα τους στα γερασμένα πεύκα του πάρκου της γειτονιάς. Τ’ αστέρια έβαλαν πλώρη για την επόμενη νύχτα. Η γυναίκα του Ακρίτη μπορεί και να ξαναπαντρεύτηκε. Ας πρόσεχε κι αυτός, να μην την άφηνε χρόνους και καιρούς μονάχη κι έρημη σαν καλαμιά στον κάμπο για να πιλαλάει στα σκοτάδια και να φυλάει τα σύνορα. Κάθε επιλογή έχει το τίμημά της.
Ο καφές χύθηκε. Έμεινε η κούπα με το «Σπίτι που ονειρεύεται» άδεια, σαν ορφανή. Κι όμως, σκέφτεται, δεν μπορεί. Κάτι καλό θα υπάρχει στον αδόκητο χαμό. Κάτι καλό πρέπει πάντα να υπάρχει σε κάθε εμπόδιο, σε κάθε αποτυχία, σε κάθε αναποδιά, σε κάθε απώλεια.
Δεν βιάζεται πια. Το σπίτι έχει ξυπνήσει. Ξεπλένει τα λερωμένα ρούχα, να προλάβει να σβήσει τον λεκέ απ’ τον καφέ. Δεν μπορεί, κάτι καλό θα υπάρχει να πιαστεί απ’ αυτό. Να πάει παρακάτω.
Και ξάφνου, φως εκ φωτός. Το μυαλό της πετούσε με παράπονο στ’ ανέφικτα και δεν το είχε συνειδητοποιήσει τόση ώρα: μόλις γλύτωσε από έγκαυμα δεύτερου, μπορεί και τρίτου βαθμού. Ο καφές, ναι, χύθηκε. Μα δεν είχε προλάβει να βράσει το νερό.

Πορσελάνινη κούπα με εκτύπωση του έργου “Το σπίτι που ονειρεύεται” του ζωγράφου Μιχαήλ Οικονόμου, από την Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ, Μέτσοβο