Νοέμβρης

Με κόβουν οι καθρέφτες σου, Νοέμβρη, και ματώνω.
Κάθε που σέρνεις το χορό του Χρόνου, βαλαντώνω.
Πώς να σηκώσω τη σιωπή που εντός σου απαγκιάζει
και δάκρυα αστραπόβροντα στα μάτια μου σταλάζει;

Ανοίγω τους φεγγίτες μου να μπει ο νιος χειμώνας
και δέομαι οι στρατώνες σου να ’ταν περιστεριώνας.
Κι αντί για νέφη χάλκινα που κουρταλούν παιάνες,
πιτσούνια να ’ναι οι αντάρες σου, παιχνίδια σε αλάνες.

Στρωτές και καλοβάδιστες ν’ απλώνονται οι στράτες,
με τις ελιές σου ορθόκλαδες, βαρύ καρπό γεμάτες.
Κι αυτές σου οι Μαυροθάλασσες που αναπαμό δεν έχουν,
πλατιές να γίνουν αγκαλιές, τους ξένους να συντρέχουν.

Κι όποτε σμίγουν οι λυγμοί με τους μεγάλους πόνους,
αφήνοντας και τους θεούς με τους εαυτούς τους μόνους,
πάψε, Νοέμβρη, τους θυμούς και τις αμάχες σβήσε
και κάθε Γόρδιο Δεσμό με μια σπαθιά σου λύσε.

Γαλήνεψε. Απ’ τις βραγιές του ωραίου σου προσώπου
ας ξεφυτρώσει αψύς βλαστός, παρηγοριά του ανθρώπου.
Και στις παλαίστρες τα όνειρα μπροστάρηδες ας βγούνε,
οι ξαστεριές που λαχταρώ, στ’ αλήθεια να συμβούνε.