Συγγραφέας και Έμπνευση

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Απ’ τ’ άγρια χαράματα στο πόδι είμαι ο καημένος

μα παραμένω ο καψερός μακριά σου νυχτωμένος.

Καλώ τις Μούσες τις εννιά, καλώ την Ειμαρμένη

μα η ριμάδα η Έμπνευση, αλλού είναι σπιτωμένη.

Έλα, μωρό μου, πρόβαλλε στη ρούγα, φανερώσου!

Λησμόνα τα τσαλίμια σου και στο σοφρά μου στρώσου.

Σου ’χω πιοτί απ’ τον ασκό, μεζέ απ’ το μαγκάλι.

Μην προσπερνάς, να σε χαρώ, δες το κακό μου χάλι.

 

ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Ποιος είσαι εσύ που νόμισες πως πλάστηκα για σένα;

Καλέ, για ποια με πέρασες; Τα ’χεις, θαρρώ, χαμένα.

Εγώ είμαι άπιαστο πουλί, πατημασιά του αγέρα,

με γαλιφιές δεν μ’ αποκτάς, μα ούτε με φοβέρα.

Παράτα τα καμώματα, ξέχνα τα παρακάλια

και μη φορτώνεις τάματα, κεριά τα μανουάλια.

Μονάχα δείξε τι φυλάς χωμένο στο κεμέρι

και με ποιανού παλικαρά συντάσσεσαι τ’ ασκέρι.

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Τι σου ’πανε; Τι άκουσες, Αγάπη μου, για μένα;

Δεν έχω άλλο τίποτες στο νου μου από σένα.

 

ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Βρε εμένα μη μου τα πουλάς για νούφαρα τα σάπια,

τη φάρα των καλλιτεχνών τη σπούδασα στη ντάπια.

Η μύτη προπορεύεται από την ξιπασιά σας.

Μονά ζυγά γουστάρετε τα οφίτσια δικά σας.

Σαν γράψει ο Χι κάτι καλό, του Φι στραβώνει η μούρη

Ο Ψι τον θάβει στους Μι, Νι κι ο Πι αλλάζει γούρι.

Δυο να βρεθούν να συμφωνούν, κατόρθωμα μεγάλο,

καλή για να ’χεις κριτική, κρατάς χοντρό ρεγάλο.

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Εγώ δεν είμαι απ’ αυτούς που ζουν για τη φιγούρα.

Εγώ για σένα, μάτια μου, βαριά έχω καψούρα.

Και μην μας συνερίζεσαι, θεά μου, τους γραφιάδες,

φωτιά μας καίει τα σωθικά, μας πνίγουν οι χαλκάδες.

 

ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Ώρα είναι τώρα να μου πεις τα θύματα πως είστε.

Ανοίξτε τα ματάκια σας και τα δεσμά σας λύστε.

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Πως είναι εύκολο, θαρρείς, να λύσεις τα δεσμά σου;

Πρέπει να ομονοήσουνε τα τρία αφεντικά σου.

Ψυχή και σώμα και μυαλό να βγούνε στο κουρμπέτι

και να το βάλουνε σκοπό αμέτι μουχαμέτι

να δώσουν σάρκα και οστά σε μια γραφή καινούργια

και σ’ όλα τα εμπόδια γι’ αυτήν να κάνουν γιούργια.

 

ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Όλα αυτά που τσαμπουνάς, εμένα δεν με νοιάζουν.

Έχω χορτάσει από έρωτες πού βαριαναστενάζουν.

Πείσε με, άμα το μπορείς, ότι δεν σου κοστίζουν

οι κίνδυνοι κι η μοναξιά που τη γραφή ορίζουν.

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Αλί μου, αυτό που μου ζητάς δεν είναι του χεριού μου.

Εγώ θνητός πορεύομαι από γεννησιμιού μου.

Αν θέλεις έναν ήρωα στο πλάι του ν’ αράξεις,

ψάξε στα νεφοπάζαρα, στο χώμα μην τον ψάξεις.

 

ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Σκιάχτηκες τώρα; Σβήστηκε ο ανήμερός σου πόθος;

Κακιά μητριά η ανάγκη σου κι ο κανακάρης νόθος.

Ν’ απαρνηθεί όποιος μπορεί στα ίσια τη συνήθεια,

αυτός θωρεί κατάματα της Τέχνης την αλήθεια.

Γι’ αυτό σου λέω, σκέψου το καλά πριν μου προσπέσεις.

Δεν είμαι εγώ χρυσό κλουβί με όλες τις ανέσεις.

Εγώ τους βράχους ξεκουνώ, τα κύματα αγριεύω

κι από τα άτια τ’ άλικα ποτέ δεν ξεπεζεύω.

Ξύσε και τα μολύβια σου, ξύσε και τις πληγές σου

κι έλα κατόπι να με βρεις με τις αθιβολές σου.

 

Σχέδιο θεατρικού διαλόγου (απόσπασμα), 6 Φεβρουαρίου 2019. Το σκίτσο από το προσωπικό μου αρχείο.

 

Ακολουθήστε και κάντε like: