Μια γιορτή ποιητική, μυθική και ιστορική!

«ΕΛΑ ΕΣΥ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΥΡΑ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΑΞΙΔΕΨΕ ΜΑΣ, ΣΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΟΡΜΗΝΕΨΕ ΜΑΣ!…» 

ΡΟΛΟΙ (κατά σειρά εμφάνισης)

1η Μούσα, Κλειώ
2η Μούσα, Πολύμνια
Ηρακλής
3η Μούσα, Ευτέρπη
Ιάσονας
4η Μούσα, Μελπομένη
Ίκαρος
5η Μούσα, Ερατώ
Θησέας
6η Μούσα, Καλλιόπη
Οδυσσέας
7η Μούσα, Θάλεια
Αριστοφάνης
Λυσιστράτη
Πραξαγόρα
Σωκράτης
8η Μούσα, Τερψιχόρη
Καλλιπάτειρα
9η Μούσα, Ουρανία
Διογένης
Μέγας Αλέξανδρος
Περικλής
Φειδίας

ΕΝΑΡΞΗ – ΠΡΟΛΟΓΟΣ

muses-AΜΟΥΣΕΣ

1Η ΜΟΥΣΑ, ΚΛΕΙΩ

Καλώς μας ήρθατε γονείς,
αδέρφια, φιλενάδες,
παππούδες και γιαγιάδες!
Η χρονιά η σχολική
τελειώνει με γιορτή!
Καθίστε αναπαυτικά:
θα ταξιδέψουμε μακριά,
στα χρόνια τα αρχαία,
με το μυαλό και την καρδιά,
με την κυρά – Μυθολογία
και την αρχόντισσα Ιστορία,
να μας μιλούν ελληνικά,
ωραία και αυθεντικά!
Εγώ κι οι οκτώ μου αδερφές,
οι Μούσες είμαστε οι γνωστές.
Κοπέλες σαν τα κρύα νερά
και με χαρίσματα πολλά.
Το θεό Απόλλωνα ακολουθάμε
και του γλυκοτραγουδάμε.
Αν μας ακολουθήσετε,
σύντομα θα γνωρίσετε
ξεχωριστούς ανθρώπους,
στης Ελλάδας μας τους τόπους!
Αρχή ας γίνει δυνατή,
με τον ατρόμητο Ηρακλή!

2η ΜΟΥΣΑ, ΠΟΛΥΜΝΙΑ

Ο Ηρακλής ήταν, παιδιά,
ήρωας από κούνια!
Τέρατα δεν του γλύτωναν,
μα ούτε και…μαμούνια!
Μωράκι βυζανιάρικο
έπνιξε κάτι φίδια
κι ο αδερφός του ο Ιφικλής
τα χρειάστηκε ο δυστυχής!
Ο Δίας ο πατέρας του
κι η μάνα του η Αλκμήνη
ήταν περήφανοι πολύ
για το μικρούλη Ηρακλή.
Μα η δυστροπία μιας θεάς
του έγινε κακός μπελάς.
Η Ήρα ήταν πεισματάρα,
ζηλιάρα και παραπονιάρα:
συνδυασμός εκρηκτικός
σε χαρακτήρα γυναικός!
Για να εκδικηθεί το Δία,
τον έριξε τον Ηρακλή
στα άγρια θηρία!
Δώδεκα άθλους έκανε
για χάρη του Ευρυσθέα,
του θείου του, μέγα φοβιτσιάρη,
που κρύφτηκε σ’ ένα πυθάρι,
δέρμα σαν είδε από λιοντάρι!
Αλλά ας αφήσουμε τον Ηρακλή
την ιστορία του να μας πει!

HRAKLIS

ΗΡΑΚΛΗΣ

Ο Ηρακλής είμαι ο τρανός,
ημίθεος πλέον ξακουστός!
Από παιδάκι μ’ άρεσαν
τ’ αθλητικά αγωνίσματα,
τη βάση όμως δεν έπιανα
στα άλλα διαγωνίσματα.
Μια μέρα που ο δάσκαλος
μ’ έβαλε τιμωρία,
μία καρέκλα άρπαξα
κι όσα είναι τα γράμματα,
τόσα του ’κανα ράμματα,
γιατί είμαι από ράτσα
με ρωμαλέα μπράτσα!
Τους δώδεκα άθλους θα σας πω,
όχι για να το παινευτώ,
αλλά για ν’ αποδείξω,
τι καταφέρνει όταν βρεθεί
η θέληση με την πυγμή,
το θάρρος κι η εξυπνάδα
και του κορμιού η σβελτάδα…
Της Νεμέας το λιοντάρι
το ξεπάστρεψα με χάρη.
Πριν αδειάσει η κλεψύδρα,
πάει κι η Λερναία Ύδρα!
Τις Στυμφαλίδες Όρνιθες
τις έκανα κοκκινιστές,
της Άρτεμης τ’ άγριο ελάφι,
παρά λίγο με πιλάφι
και τον Ερυμάνθιο κάπρο
στο φούρνο με κρασάκι άσπρο!
Μετά με στείλαν αγγαρεία,
στους στάβλους του βασιλιά Αυγεία.
Του ταύρου ήρθε η σειρά,
στην Κρήτη που έκανε ζημιά.
Τ’ ανθρωποφάγα άλογα
δάμασα του Διομήδη,
Πέρασα κι απ’ τις Αμαζόνες,
που είχανε ωραίες ζώνες.
Στο θείο μου έφερα με τα πόδια
Τ’ αφράτα του Γηρυόνη βόδια.
Έπιασα και τον Κέρβερο,
του Άδη το σκυλί το φοβερό!
Κράτησα στους ώμους τον ουρανό
κι απ’ τον Άτλαντα, με πονηριά,
πήρα τα μήλα τα χρυσά!
Αδύνατο να σας τις πω
τις περιπέτειές μου όλες:
θ’ αποκοιμιόσασταν εδώ,
γι’ αυτό, χαιρετώ κι αποχωρώ!

3η ΜΟΥΣΑ, ΕΥΤΕΡΠΗ

Στης Μαγνησίας τα μέρη
ας πάμε τώρα χέρι – χέρι.
Ένα πανέμορφο παιδί
από γενιά βασιλική,
περιπλανιέται μόνο.
Της Ιωλκού το θρόνο
πάει πίσω να γυρέψει,
που του τον είχαν κλέψει!
Περνάει ένα ποτάμι
και το ένα του σανδάλι
μες στο νερό κυλάει…
Τον είδαν μονοσάνδαλο
κι έγινε μέγα σκάνδαλο!
Ιάσων τ’ όνομά του
και το ’λεγε η καρδιά του!

ellinikos-chrysos-chrysomallo-deras-02_A

ΙΑΣΟΝΑΣ

Μόλις με είδε ο θείος μου
στο όμορφο παλάτι,
του γυάλισε το μάτι!
Γιατί είχε λάβει ένα χρησμό,
που έλεγε νέτα – σκέτα:
«Από ένα μονοσάνδαλο
το θρόνο σου θα χάσεις!».
Μου είπε τότε ο πονηρός:
– «Γιε μου, εσύ ’σαι δυνατός!
Για κάνε μου μια χάρη,
πετάξου στην Κολχίδα, φέρε μου
το χρυσόμαλλο τομάρι!».
Σ’ ένα σπουδαίο ναυπηγό,
τον Άργο, ανέθεσα κι εγώ
κι έφτιαξε ένα πλοίο,
γοργόφτερο και δυνατό,
που το βαφτίσαμε «Αργώ».
Για πλήρωμα συγκέντρωσα
πενήντα παλικάρια.
Ο Ηρακλής και ο Θησέας
οι πρώτοι ήταν της παρέας
και τον Ορφέα πήρα,
για να μας παίζει λύρα!
Και τι δε συναντήσαμε
στης θάλασσας τους δρόμους..
Θηρία, άγριους λαούς,
κινδύνους χίλιους, τρομερούς.
Ως και Πέτρες Συμπληγάδες,
που γρήγορα ανοιγόκλειναν
και σ’ έπιαναν ζαλάδες!
Μα εμείς ακολουθήσαμε
ένα περιστεράκι
και στης Κολχίδας φτάσαμε
τ’ ωραίο λιμανάκι.
Η Μήδεια με βοήθησε,
μάγισσα, αρχοντοπούλα,
και τη χρυσόμαλλη προβιά
που λέγανε και «δέρας»,
κλέψαμε από το τέρας,
το δράκο τον ακοίμητο
που τάχα τη φυλούσε,
μα η Μήδεια με μαγικά,
του έφερε ροχαλητά!
Μετά γοργά σαλπάραμε,
πίσω για την πατρίδα.
Τη Μήδεια παντρεύτηκα
κι έτσι νοικοκυρεύτηκα.
Την ιστορία μου σταματώ,
το τέλος της δε θα σας πω,
γιατί είναι λυπημένο.
Απ’ όλα έχει η ζωή,
μα σήμερα έχουμε γιορτή
και ο Ιάσονας εγώ,
όλο χαρά σας χαιρετώ!

4η ΜΟΥΣΑ, ΜΕΛΠΟΜΕΝΗ

«Μες στου Μαγιού τις μυρωδιές,
στα κόκκινα κεράσια,
για δέστε πως χορεύουνε
της Κρήτης τα κοράσια!»…
Εκεί κι ο πρωτομάστορας
ο Δαίδαλος σκαρώνει
τον Τάλω, το Λαβύρινθο
και όλους τους θαμπώνει!
Μ’ από τη δόξα, τις τιμές,
τα πλούτη, τ’ αγαθά του,
να φύγει, να λευτερωθεί
προτίμησε η καρδιά του.
Χαρές δεν έχει η φυλακή,
ακόμη και αν είναι χρυσή…
Η ολόφωτη βασίλισσα,
που Πασιφάη τη λέγαν
και που πολύ τον συμπαθεί,
του φέρνει πούπουλα, κερί
και κάμποσα γερά σκοινιά,
κρυφά να φτιάξει τα φτερά!
Μα να τον! Με το γιόκα του,
τον Ίκαρο, πετάνε!
Πολύ ψηλά ανεβαίνουνε.
Αχ, θα τα καταφέρουνε;

daedalus-icarus-stamp

 

ΙΚΑΡΟΣ

«Κοίτα πατέρα πως πετώ,
έφτασα ως τον ουρανό!
Λίγο ακόμη και θαρρώ
θα…κουτουλήσω το Θεό!
Όχι πατέρα, μη μου λες
να χαμηλώσω και μην κλαις.
Τι; Δε σ’ ακούω καθαρά…
Θα λιώσουν, είπες, τα φτερά;
Ξέρεις πως είναι να ’σαι νέος,
έξυπνος, δυνατός κι ωραίος;
Τον κίνδυνο δε λογαριάζεις,
μέχρι και τη φωτιά αγκαλιάζεις!
Άχου, φωτιά είπα κι ο ήλιος
δεν αστειεύεται εδώ πάνω…
Πατέρα, τα φτερά μου χάνω.
Πέφτω, πριν ζήσω, θα πεθάνω!…».
Μια θάλασσα κι ένα νησί
πήρανε τ’ όνομά μου.
Στην ιστορία έμεινε
αυτή η αποκοτιά μου.
Ικάριο το πέλαγος
και το νησί Ικαρία.
Παιδιά, ποτέ μην κάνετε
τέτοια ανοησία!
Οι μικροί έχουν ορμή,
μα οι μεγάλοι έχουν πείρα.
Αν ακούτε τους γονείς,
πρώτα θα ωφεληθείτε εσείς!

5η ΜΟΥΣΑ, ΕΡΑΤΩ

Στην Αθήνα τώρα ας πάμε,
για να δούμε ένα λεβέντη.
Στα ανάκτορα όταν πήγε,
έγινε μεγάλο γλέντι.
Του βασιλιά Αιγέα γιος
ήτανε ο μορφονιός.
Βασιλικό σπαθί κρατούσε,
χρυσά ποδήματα φορούσε.
Τον γνώρισε ο βασιλιάς
σαν τον αντίκρισε, μεμιάς!
Απ’ την Τροιζήνα ξεκινώντας
κι ως την Αθήνα περπατώντας,
με κακούργους και ληστές
μάχες έδωσε πολλές.
Και πριν να μπει μέσα στην πόλη,
ήδη γι’ αυτόν μιλούσαν όλοι.
Θησέας είναι τ’ όνομά του,
πολλά τα κατορθώματά του!

ΘΗΣΕΑΣ

ΘΗΣΕΑΣ

Ο δρόμος μου έκρυβε πολλές
παγίδες και κακοτοπιές.
Τον Περιφήτη τον κουτσό,
γίγαντα, του Ηφαίστου γιο,
του αλατιού τον έκανα.
Το Σίνη, τον σκληρό ληστή
κι αυτόν τον έκανα αλοιφή,
που τους φτωχούς διαβάτες
σε λυγισμένα πεύκα
έδενε απ’ τα πόδια
και δίχως να τους λυπηθεί,
τους σκότωνε μια και καλή.
Πελώριο αγριογούρουνο
με το σπαθί μου σούβλισα
και τον κακούργο Σκείρωνα
σ’ ένα γκρεμό τον τσούλησα!
Κάπου κοντά στον Κηφισό,
βρίσκω τον αποκρουστικό
το γίγαντα Προκρούστη.
Στο μικρό του κρεβατάκι
ξάπλωσα το τερατάκι
και τον έκοψα κιμά,
όπως έκανε η αφεντιά του
στα αθώα θύματά του.
Όλοι γνωρίζετε ασφαλώς
τι έκανα στην Κρήτη.
Πήγα με τους Αθηναίους,
επτά νέες κι επτά νέους,
το φόρο να πληρώσουμε,
για πάντα να ξεχρεώσουμε.
Νίκησα το Μινώταυρο
και μ’ ένα κουβαράκι,
βγήκαμε απ’ το Λαβύρινθο,
ώσπου να πεις νεράκι!
Την Αριάδνη φίλησα,
την πήρα απ’ το χεράκι
κι όλοι μαζί το σκάσαμε:
το Μίνωα ξεγελάσαμε!
Αλλά την ξέχασα στη Δήλο
κι έπιασε το Διόνυσο φίλο,
το θεό του αμπελιού,
του κρασιού και του γλεντιού.
Μα φτάνοντας στον Πειραιά,
ένα λάθος πλήρωσα ακριβά:
μαύρα αφήνω τα πανιά,
ξεχνάω να βάλω τα λευκά
κι ο πατέρας μου ο Αιγέας
βουτάει στα βράχια από ψηλά.
Κι από τότε, το λέω και κλαίω,
το πέλαγο είπαμε Αιγαίο!

6η ΜΟΥΣΑ, ΚΑΛΛΙΟΠΗ

Φίλες και φίλοι, ετοιμαστείτε,
τους ήρωες τους Ομηρικούς
τώρα να υποδεχτείτε!
Ο ποιητής ο Όμηρος,
πρώτος μέσα στους πρώτους,
αθάνατα τα έπη του
άφησε στους ανθρώπους.
«Ιλιάδα» και «Οδύσσεια»,
έργα τέχνης ωραία,
με φαντασία, έμπνευση,
μηνύματα σπουδαία.
Τα ’χουν κάνει συναυλίες,
θέατρο, μα και ταινίες.
Αν δεν τα ’χετε διαβάσει,
σας το λέω: έχετε χάσει!
Ορίστε, να κι ο Οδυσσέας
και παραπέρα ο Αχιλλέας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Σαν πατήσαμε την Τροία,
μ’ έπιασε η νοσταλγία
στην Ιθάκη να γυρίσω,
τους δικούς μου να φιλήσω.
Στα πέλαγα ανοίχτηκα
με τους συμπατριώτες,
μα έγραφε το ριζικό μου
να φτάσω μόνος στο χωριό μου.
Τους Κίκονες νικήσαμε,
κάτι αγριανθρώπους.
Στων Λωτοφάγων φτάσαμε τη χώρα:
– «Αν δοκιμάσετε λωτό,
θα τα ξεχάσετε όλα
και γυναίκα και παιδιά
και την πατρίδα τη γλυκιά!»,
είπα στους συντρόφους.
Κι όλους τους ξεμυαλισμένους,
στο πλοίο κουβάλησα δεμένους.
Τον Κύκλωπα, ένα γίγαντα,
γιόκα του Ποσειδώνα,
μ’ ένα κοντάρι τύφλωσα.
Και ο θεός της θάλασσας
οργίστηκε, μας έριξε
στο μάτι του κυκλώνα.
Τον ασκό με τους ανέμους
οι πιο περίεργοι άνοιξαν.
Τότε ο Αίολος θυμώνει
και στα κύματα μας χώνει.
Οι Λαιστρυγόνες ήτανε
θεόρατοι σαν κάστρα,
ανθρωποφάγοι τρομεροί!
Όσοι γλυτώσαν απ’ αυτούς,
θυσίες κάναν στους θεούς…
Στης Κίρκης τα χρυσά παλάτια
αυτούς που κάνανε το μάγκα,
όλους τους έφαγε η μαρμάγκα!
Η μάγισσα η πονηρή
τους δίνει γουρουνιών μορφή.
Τρέχω, τραβάω το σπαθί,
τη φοβερίζω στη στιγμή
κι έτσι ξανάκανε ανθρώπους
τους καημένους τους συντρόφους!
Σαλπάρουμε έπειτα και πάλι
και φτάνουμε σ’ ένα ακρογιάλι,
που οι γλυκόλαλες Σειρήνες
σου παίρνανε το νου για μήνες.
– «Δέστε με», είπα, «στο κατάρτι
να μου περάσει το γινάτι
κι αν σας φωνάζω να με λύσετε,
εσείς να με περιφρονήσετε».
Σαν είδα Χάρυβδη και Σκύλλα,
τότε, παιδιά μου, όλα τα είδα!
Τέτοια αλλόκοτα θηρία,
γεννάει μόνο η φαντασία.
Μου φάγαν κάμποσους συντρόφους…
Μα κι οι υπόλοιποι χαθήκαν,
όταν τα βόδια λιμπιστήκαν,
του θεού Ήλιου και τα σφάξαν.
Μονάχο, λιποθυμισμένο,
άγρια φουρτούνα με ξεβράζει
στης Καλυψώς την αγκαλιά,
που ήταν νύμφη με καρδιά.
Πολύ μ’ αγάπησε αυτή,
μα εγώ μελαγχολούσα.
Σκεφτόμουν την πατρίδα μου
κι έκλαιγα και θρηνούσα…
Στο τέλος με λυπήθηκε
και μ’ άφησε να φύγω.
Μα στων Φαιάκων το νησί
ναυάγησα σε λίγο.
Εκεί με βρήκε η Ναυσικά,
κόρη από βασιλική γενιά.
Με πήρε ευθύς μαζί της,
με πήγε στους γονείς της.
Ο βασιλιάς Αλκίνοος
αφού με περιποιήθηκε,
μου ’δωσε πλοίο και δώρα
και να ’μαι σπίτι τώρα!
Βάζει ένα χέρι η Αθηνά,
προστάτιδα θεά μου,
και τους μνηστήρες ξέκανα,
που τρώγαν τα υπάρχοντά μου.
Το γιο μου τον Τηλέμαχο
συνάντησα επιτέλους,
την Πηνελόπη την πιστή,
που με περίμενε κι αυτή.
Ο Οδυσσέας είμαι εγώ:
με είπαν πολυμήχανο.
Έκοβε το μυαλό μου,
και όσα και να πέρασα,
πίστευα στον εαυτό μου!

7η ΜΟΥΣΑ, ΘΑΛΕΙΑ

Πολλά σας είπαν σοβαρά
τα προηγούμενα παιδιά.
Ας πούμε κι ένα αστείο
σ’ ετούτο το σχολείο!
Στου γιαλού τα άσπρα βράχια,
παίζουν μπάλα δυο…βατράχια
και στου Μήτσου το κοτέτσι
τρώνε οι Όρνιθες γιουβέτσι!
Στράτα – στράτα η Λυσιστράτη
λέει «στους άντρες κάντε κράτει!»
κι η κυρά η Πραξαγόρα
θέλει ψήφο εδώ και τώρα!
Η ζωή είναι κωμωδία,
ένα τσουβαλάκι αστεία.
Και δεν υπάρχει απ’ αυτό
τίποτα πιο τραγικό…
Αυτό λέει ο Αριστοφάνης
κι ο περιπτεράς ο Φάνης!

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Αγαπητοί μου, τη ζωή
τη φιλοσόφησα πολύ.
Αντί να τρέχω σε πορείες,
έγραφα φίνες κωμωδίες.
«Εκκλησιάζουσες» και «Λυσιστράτη»
και «Όρνιθες» και «Βάτραχοι»
κι η ξακουσμένη «Ειρήνη»,
που τα στραβά και τ’ άδικα
στον τοίχο όλα τα στήνει,
από τα έργα μου τα σωσμένα
είναι τα πλέον φημισμένα!
Κανένα εγώ δεν άφηνα
να κάτσει σε χλωρό κλαρί:
πολιτικούς, στρατιωτικούς,
ιερείς και καλλιτέχνες,
χα!, όλους τους κανόνιζα,
αν ήταν ψεύτες, κλέφτες.
Η πένα μου έτσουζε πολύ,
γιατί είχα φλέβα κωμική.
Τα πλήθη τα διασκέδαζα
και την κοιλιά μου γέμιζα!
Πολλοί δε με χωνεύανε,
κακίες μαγειρεύανε,
αλλά εγώ επέμενα
και πάντα αστέρι έμενα!
Ας περάσει η Λυσιστράτη
να μας πει κι εκείνη κάτι!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Τ’ όνομά μου, Λυσιστράτη.
Μ’ είπαν θηλυκό αντάρτη!
Τους μάγκες κάνω τ’ αλατιού
και είμαι πάντα του κουτιού.
Ψηλή, ωραία, κι έξυπνη,
καταφερτζού, τσαχπίνα,
σε φασαρίες έμπλεξα
τους άντρες στην Αθήνα.
Πολέμους κάνανε αυτοί
κι εμείς οι κακομοίρες
βάσανα είχαμε πολλά
και μέναμε και χήρες.
Του λόγου μου δεν άντεξα
και ένα μεσημέρι
με τις γυναίκες κλείστηκα
στης Ακρόπολης τα μέρη.
Από τους άντρες αποχή
κι από τα σπίτια μας μαζί,
αποφασίσαμε οι νιες,
οι ώριμες και οι γριές.
Μας κοροϊδεύαν στην αρχή.
Μετά την πάτησαν αυτοί!
Άλλος έκαψε το φαγητό,
του διπλανού κλαίει το μωρό,
ο τρίτος έβαλε μπουγάδα
και τον έπιασε ζαλάδα!
Γιατί εύκολο είναι να το λες,
πως του νοικοκυριού οι δουλειές
είναι για τα παιδάκια.
Κι είναι ευρύτερα γνωστό,
ότι απέξω απ΄το χορό,
πολλά λεν τραγουδάκια!
Πολλά μηχανευτήκανε
για να μας βγάλουν έξω,
μα εγώ δε διανοήθηκα
στιγμή να τους πιστέψω.
Φωτιές ανάψαν, ο καπνός
για να μας φέρει βήχα,
μα εμείς τους καταβρέξαμε:
τη λύση πάλι βρήκα!
Τους αστυνόμους φέρανε
Που τάχα μας συλλάβανε,
μα με τις ξεσκονίστρες μας
καρούμπαλα τους κάναμε!
Αφού καλά τους ψήσαμε,
στα σπίτια μας γυρίσαμε.
Μόνο η ειρήνη έχει χαρές
και φιλιά και αγκαλιές.
Ο πόλεμος είναι συμφορά
και φέρνει κλάματα πολλά.
Σαν όλοι συμφωνήσαμε,
ευτυχισμένοι ζήσαμε!
Για πλησίασε Πραξαγόρα,
για να συνεχίσεις τώρα…

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ

Βρε γλωσσά Αριστοφάνη,
σαν πολλά μας τα ’πες, φτάνει!
Σεις οι άντρες, κουτσομπόλες
λέτε τις γυναίκες όλες.
Μα σαν βρείτε ευκαιρία,
στιγμή δεν κάνετε ησυχία.
Σαν τα κοκόρια τρώγεστε
και παίζετε τ’ αντράκια
και δος του πόλεμοι και βία…
Αχ! Μ’ έπιασε απελπισία!
Μου ήρθε, λοιπόν, μία ιδέα
και σας τη φέραμε ωραία:
ντυθήκαμε οι γυναίκες άντρες,
στολίδια βγάλαμε και χάντρες
και στη Βουλή ψηφίσαμε,
ειρήνη αποφασίσαμε,
δημοκρατία για όλους,
αρσενικούς και θηλυκούς.
Πήγαμε σπίτια μας μετά
και ούτε γάτα, ούτε ζημιά!
Το γυναικείο το μυαλό
λένε πως είναι κοφτερό.
Μα ξέρω κι έναν άντρα
τίμιο, δίκαιο, σοφό,
που έμεινε στην ιστορία
και δίδασκε φιλοσοφία.
Τον λέγανε Σωκράτη.
Σωκράτη, πες μας κάτι!

1.-José-Maria-de-Medeiros-Death-of-Socrates-1878_A

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ένα ξέρω και το λέω,
ότι τίποτα δεν ξέρω!
Μια ολόκληρη ζωή
ερευνούσα τα γιατί.
Έκανα όλο ερωτήσεις
και απέφευγα τις κρίσεις.
Ο άνθρωπος, είπα, ο σωστός
πρέπει να είναι ταπεινός.
Όποιον τα ξέρει δήθεν όλα,
θρασύ τον λέμε και ξερόλα!
Πολύ αγαπούσα τα παιδιά.
Τα δίδασκα στην Αγορά.
Μιλούσαμε για ιδέες,
με νεανικές παρέες.
Για πιο καλό μου μαθητή
είχα τον ξύπνιο Πλάτωνα,
αλλά και τους υπόλοιπους
χαιρόμουν και καμάρωνα.
Μα όπως πάντα γίνεται
αν κάποιος ξεχωρίζει,
ελάχιστοι τον αγαπούν,
οι πιο πολλοί τονε φθονούν…
Κάποιοι με συκοφάντησαν
ότι τους νέους χαλάω.
Με σύρανε το γέροντα,
στη φυλακή να πάω.
Σκασιαρχείο μου είπανε
οι φίλοι μου να κάνω,
γιατί αλλιώς, αλίμονο,
έπρεπε να πεθάνω.
Μα εγώ όσο έζησα στη γη,
είχα περηφάνια και τιμή.
Το δηλητήριο ήπια,
γελώντας το αντίο είπα.
Για αιώνες λέγανε μετά:
– «Δάσκαλε, μας τιμούσες!».
Κανείς δεν είπε: «Δίδασκες
και νόμους δεν τηρούσες!».

8η ΜΟΥΣΑ, ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ

Ας πάμε τώρα, φίλοι μου,
βόλτα στην Ολυμπία.
Εκεί θα συναντήσουμε
μια αληθινή κυρία.
Στην αρχαία εποχή,
οι Αγώνες οι Ολυμπιακοί
είχαν οκάδες δόξα
και μια σταλίτσα…λόξα!
Γυναίκες δεν αφήνανε
στο στάδιο να μπούνε,
ούτε να είναι θεατές,
ούτε ν’ αγωνιστούνε.
Μα μία τους την έσκασε
και στις κερκίδες έκατσε.
Τη νόμισαν για άντρα
και πέρασε τη μάντρα…
Μα αν τότε οι Ολυμπιακοί
είχαν κουσούρια δύο,
πολύ φοβάμαι σήμερα
έχουν…σαράντα δύο!
Αστείο είναι τα λεφτά
να γίνονται όλα δρόμοι
και Coca Cola να ρουφάν
ως κι οι λαμπαδηδρόμοι;
Καλλιπάτειρα, εμπρός, βγες
και την ιστορία σου πες!

ΑΘΛΗΤΕΣ

ΚΑΛΛΙΠΑΤΕΙΡΑ

Θρύλο την ιστορία μου
έκαναν, είναι αλήθεια
και τη διηγιούνται οι άνθρωποι,
όπως τα παραμύθια.
Το ποίημα που θα σας πω
είναι του Λορέντζου Μαβίλη.
Τα λέει ωραία ο ποιητής,
μάστορας της στιχουργικής!
« – Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πως μπήκες;
Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία εδώθε.
– Έχω ανήψι, τον Ευκλέα,
τρία αδέρφια, γιο, πατέρα ολυμπιονίκες.
Να μ’ αφήσετε πρέπει, ελλανοδίκες,
και εγώ να καμαρώσω μες στα ωραία
κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα
παλεύουν, θαυμαστές ψυχές αντρίκιες.
Με τις άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια
στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζει,
με της αντρειάς τ’ αμάραντα προνόμια.
Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
σε αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
ύμνος χρυσός του Πινδάρου».

9η ΜΟΥΣΑ, ΟΥΡΑΝΙΑ

Ας φύγουμε απ’ τους αθλητές
και τα στεφάνια απ’ αγριελιές.
Καταμεσίς της Αγοράς,
τρώει ο Διογένης.
Τύπος απλός και λαϊκός,
πάμπτωχος αλλά καυστικός,
τα λόγια δε μασούσε,
ούτε κι όταν πεινούσε!
– «Είναι μέρος η Αγορά,
Διογένη, για να τρως κουκιά;
Σταμάτα, ρίχνεις ψίχουλα,
τα μάρμαρα λερώνεις
κι εδώ είν’ επίσημη γωνιά.
Βρε, τι καμώματα είν’ αυτά;».

Jacques_Gamelin_-_Alexandre_et_Diogène_A

ΔΙΟΓΕΝΗΣ

Για να σου πω, κορίτσι μου,
μη με παραζορίζεις
και τη δική σου την κοιλιά
μονάχα να ορίζεις.
Στην Αγορά εγώ πείνασα,
στην Αγορά θα φάω
κι είναι απολύτως φυσικό,
να τρώω όταν πεινάω!
Οι πλούσιοι τρώνε συνέχεια
μα όποιος ζει μες στην ανέχεια,
για να βγει το ξεροκόμματο,
κάνει ως και τον…αόμματο!
Δεν ντρέπομαι, το μαρτυράω,
πως ζητιανεύω για να φάω.
Πολλοί αμολάνε τα σκυλιά τους,
για να φυλούν τα υπάρχοντά τους.
Μα εγώ δεν έχω τίποτα,
κανένα δε φοβάμαι
και μέρα μεσημέρι
φανό κρατώ στο χέρι.
ΑΝΘΡΩΠΟ, ακούστε με, ζητώ,
που μ’ άνθρωπο να μοιάζει
και να μην το ’χει σύστημα
ψέματα ν’ αραδιάζει.
Όλοι τον πλούτο κυνηγούν,
το παν για χάρη του πουλούν…
Πέστε μου, τι να κάνω;
Να πέσω να πεθάνω;
Μα ποιος είν’ τούτος ο ψηλός,
που ’ρθε ντυμένος σα γαμπρός;

ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Δεν είμαι φίλε μου γαμπρός,
αλλά μεγάλος στρατηγός!
Αλέξανδρο με λένε.
Σίγουρα θα ’χεις ακουστά
για τη δική μου τη γενιά,
τους ξακουσμένους Μακεδόνες
που βασιλεύαν για αιώνες.
Τους Έλληνες οδήγησα
στα βάθη της Ασίας,
χαράζοντας τα σύνορα
μιας αυτοκρατορίας.
Το Βουκεφάλα δάμασα,
το πιο ατίθασο άτι,
σαν ήμουνα μικρό παιδί.
Κι ο βασιλιάς ο Φίλιππος:
– «Γιε μου, η Μακεδονία
είναι για σένα πια μικρή!»,
μου είπε με χαρά πολλή
και μου ’δωσε τα ηνία.
Τους Πέρσες κατατρόπωσα,
ίδρυσα πολιτείες.
Σαν το λιοντάρι άντεχα
σ’ όλες τις κακουχίες.
Μα τη σοφία σου θαυμάζω
και μπροστά σ’ όλους σου τάζω,
κάθε σου επιθυμία
να εκπληρωθεί με προθυμία.
Διογένη, ό,τι θέλεις ζήτα!

ΔΙΟΓΕΝΗΣ

Πολύ με ζάλισες και κοίτα,
πρώτα απ’ όλα, κάνε πέρα:
ήλιο μου κρύβεις και αέρα.
Τίποτε άλλο δε ζητώ,
μέριασε, για να ζεσταθώ!
Κάνε μου αυτή τη χάρη,
στάσου μακριά απ’ το πιθάρι!

ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Μα τους θεούς, ορκίζομαι
Αλέξανδρος αν δεν ήμουν,
σίγουρα θα ευχόμουνα,
Διογένης να γινόμουνα!

250px-Pericles_Pio-Clementino_Inv269

ΠΕΡΙΚΛΗΣ

Τι βλέπω; Μαζευτήκανε
προσώπατα σπουδαία
και φτιάξαν την καλύτερη
για μια γιορτή παρέα.
Έρχομαι και εγώ ευθύς,
ο δοξασμένος Περικλής.
Ηγέτης μα και στρατηγός
ήμουν εγώ ξεχωριστός!
Στα χρόνια που διοικούσα,
τον 5ο αιώνα, τον Χρυσό,
η Αθήνα ήταν διαμαντόπετρα
στης γης το δαχτυλίδι.
Άλλο αν σήμερα η φτωχή
πνίγεται στο σκουπίδι…
Μάζεψα γύρω μου ικανούς
σοφούς και καλλιτέχνες
κι όλοι μαζί ασκήσανε
τις πιο ωραίες τέχνες!
Τον Παρθενώνα έχτισαν
Ικτίνος, Καλλικράτης.
Τους νόμους όλοι σέβονταν:
σπανίως παραβάτης.
Δημοκρατία στέριωσα,
πολίτευμα σπουδαίο,
που αφήνει για να γεννηθεί
το κάθε τι ωραίο.
Τι λες κι εσύ γλύπτη Φειδία,
που έμεινες στην ιστορία;

ΦΕΙΔΙΑΣ

Με τα δυο μου γερά χέρια,
έφτιαξα αγάλματα σπουδαία:
Το χρυσελεφάντινο το Δία
στο θρόνο του, στην Ολυμπία,
την Αθηνά Παλλάδα,
που δόξασε όλη την Ελλάδα.
Στο μάρμαρο το πεντελικό
έδινα ζωή εγώ.
Τι να πρωτοθυμηθώ;
Όποτε πάτε στα μουσεία,
λέτε «αυτό είναι έργο του Φειδία».
Στα όνειρά μου έρχονταν
συχνά πυκνά οι Μούσες,
οι κοπελούδες οι εννιά,
που φέρνουν έμπνευση, χαρά
και μου χαρίσαν μια ζωή,
γεμάτη, δημιουργική.
Δε μένει παρά να σας πω,
αντίο απ’ το σχολείο αυτό.
Πέρασε κιόλας μια χρονιά,
σαν ποταμάκι που κυλά…
Εύχομαι σ’ όλα τα παιδιά
υγεία, πρόοδο, χαρά
και στους γονείς και συγγενείς
να είναι πάντα ευτυχείς,
που έχουν για θησαυρούς τους,
τις κόρες και τους γιους τους!

ΤΕΛΟΣ

Το κείμενό μου αυτό “ανεβάστηκε” ως θεατρική παράσταση στη γιορτή λήξης του σχολικού έτους το καλοκαίρι του 2004, στο 2ο Νηπιαγωγείο Πετρούπολης.