“Ο Αργοναύτης” του Στρατή Μυριβήλη

«…Την άλλη μέρα το μελτέμι φυσούσε δυνατό. Ο ήλιος λαμποκοπούσε μακριά, πάνω στα νερά. Σαν να φτερούγιζαν ξαφνικά, από κύμα σε κύμα, μεγάλα πουλιά με ασημένιες φτερούγες. Το Αιγαίο ξεδιπλωνόταν μαζί και άνθιζε άσπρους αφρούς και κρόσσια. Το μελτέμι σκόρπισε σ’ όλη την επιφάνεια του νερού άσπρα μεταξωτά μαντηλάκια.

Κι η «Φανερωμένη» έφευγε χαρούμενη χορεύοντας και αστράφτοντας μέσα στο φως από τις φρέσκιες μπογιές της, με τα πανιά τέντα. Σήκωσαν από τα πλάγια της κουπαστής και τους μουσαμάδες. Μα πάλι έρχονταν κάθε τόσο δυνατά, δροσερά χτυπήματα από το κύμα, που γέμιζε με τους σπασμένους αφρούς του αέρα. Μοσχοβολούσε φρέσκια η θάλασσα.

Ο Αντρέας χαιρόταν. Ήταν ευτυχισμένος. Ήταν κάτι σαν το μεθύσι αυτή η αίσθηση. Έγλειφε με την άκρη της γλώσσας του τα χείλη και ένιωθε την έντονη γεύση της άρμης στο στόμα του. Να, αυτό ήθελε να νιώθει σε όλη του τη ζωή. Να τρέχει πάνω στη μαβιά θάλασσα, να ακούει τον άνεμο να σκίζεται και να τρέχει στο πρόσωπό του, στα μαλλιά του, στο γιακά του πουκαμίσου του, σαν το δροσερό νερό. Να βλέπει τα μεγάλα πανιά τεντωμένα, να γέρνουν χαριτωμένα από τη μια πλευρά. Και να πιστεύει πως αυτές οι άσπρες φτερούγες είναι φυτρωμένες στους ώμους του. Πως αυτός είναι που τον σηκώνουν πάνω στα κύματα και τον κάνουν να τρέχει μέσα στο βαθύ αυλάκι που οργώνει το πέλαγος….» (σελ. 79).

Υπάρχουν μερικά βιβλία που στη συνείδησή μου έχουν συνδεθεί αναπόσπαστα με το καλοκαίρι. Ίσως επειδή το καλοκαίρι προσφέρεται για ταξιδιάρικες αναγνώσεις. Ίσως επειδή το θέμα τους παραπέμπει με τον τρόπο του σε φευγιό από τα καθιερωμένα και τα καθημερινά. Ίσως επειδή απλά μιλούν για την ακόρεστη δίψα του ανθρώπου να βιώσει την απόλυτη ελευθερία σε όλο της το μεγαλείο και να τραφεί από τους γλυκόπικρους καρπούς της. Σε αυτά τα βιβλία συγκαταλέγω το μυθιστόρημα «Ο Αργοναύτης» του Στρατή Μυριβήλη, ένα από τα δύο παιδικά βιβλία που έγραψε, κυκλοφόρησε το 1936 από τις εκδόσεις Κασταλία και στη συνέχεια από τις εκδόσεις Εστία.

Στην παρούσα έκδοση η φιλόλογος Ανεζίνα Φωτεινού επιχειρεί μία «μεταγλώτισση του έργου στην κοινή νεοελληνική», ώστε να γίνει πιο προσιτό στα σημερινά παιδιά. Έχει σκύψει με μεράκι, αγάπη και σεβασμό επάνω στο πρωτότυπο κείμενο, με αποτέλεσμα αυτό να διαβάζεται απνευστί, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό τη φρεσκάδα, τη γλαφυρότητα και το προσωπικό ύφος του συγγραφέα.

Ο Αντρέας είναι ένας μικρός νησιώτης που στις φλέβες του ρέει αίμα καραβοκύρηδων αλλά η οικογένειά του, χαροκαμένη από τη θάλασσα, ονειρεύεται να τον δει μορφωμένο και γαντζωμένο στη στεριά. «Δασκαλοπαίδι» τον φωνάζουν όλοι στο νησί του, επειδή τα παίρνει τα γράμματα. Αλλά η ψυχή του είναι δοσμένη στο αλμυρό νερό και το μυαλό του κολλημένο στη ζωή και στις περιπέτειες των Αργοναυτών… Η τύχη θα το φέρει έτσι ώστε να βρεθεί μπροστά του η ευκαιρία να επιλέξει μία από τις δύο ρότες: τη στεριανή ή τη θαλασσινή. Η επιλογή του θα τον φέρει αντιμέτωπο όχι μόνο με τη μεγάλο θεριό, τη θάλασσα, αλλά κυρίως με τον ίδιο του τον εαυτό. Και θα τον «βυθίσει» με τρόπο πρωτόγνωρο και για τον αναγνώστη μοναδικό στη χρυσή ωριμότητα.

Ο Στρατής Μυριβήλης προσφέρει σε μικρούς και μεγάλους ένα υπέροχο ανάγνωσμα, όπου αποτυπώνεται γλαφυρά και αγαπητικά μία άλλη νησιωτική Ελλάδα, αυτή που συχνά πυκνά όλο και περισσότεροι νεοέλληνες αναπολούμε, ειδικά όταν βρισκόμαστε για διακοπές μεσούντος του καλοκαιριού στα νησιά μας. Μια Ελλάδα που μπορεί να μη διέθετε οικονομικό πλούτο και τεχνολογικές ανέσεις, αλλά διέθετε σίγουρα περίσσευμα ψυχής, πάθος και ευχαριστία για τη ζωή, ευστροφία, αυθεντικότητα, στιβαρές αξίες και ήθος. Ο νησιώτικος μικρόκοσμος των ηρώων του βιβλίου αστράφτει μαγευτικά σαν λειασμένο από την αλμύρα και τη θερμότητα του ήλιου βότσαλο στη σμαραγδένια ακρογιαλιά της λεξοθάλασσας του Μυριβήλη. Τόσο, που δεν μπορείς να σηκώσεις το βλέμμα από τις κυματιστές αράδες του και το μόνο που θέλεις είναι να γευθείς αχόρταγα το αισθητικό ξεδίψασμα που σου προσφέρουν.

Ο Αντρέας, ως άλλος Ροβινσώνας Κρούσος, θα χρησιμοποιήσει τις γνώσεις, τις παραινέσεις, τις εντυπώσεις, τις συμβουλές και την εμπειρία του βιωματικού μεγαλώματός του μέσα στη φύση και πλάι σε παλαίμαχους βιοπαλαιστές της γης και της θάλασσας, για να επιβιώσει από την περιπέτεια στην οποία τον ρίχνει η απόφασή του να ακολουθήσει τη φωνή της καρδιάς του. Ο Μυριβήλης έχει τη μοναδική ικανότητα να δίνει σάρκα και οστά με το λόγο του στη φύση και τα πλάσματά της, έτσι ώστε διαβάζοντας να τα σκέφτεσαι και να τα νιώθεις συμπρωταγωνιστές στην πλοκή του έργου του, ισάξιους με τους ανθρώπους – ήρωές του. Ακόμη και όταν ο μικρός ναυαγός θα χρειαστεί να αφαιρέσει τη ζωή από κάποια ζώα για να καταφέρει να επιβιώσει, ο τρόπος που αυτές οι δύσκολες στιγμές αποτυπώνονται από το συγγραφέα δεν φοβίζει, δεν προσβάλει, δεν αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη. Ούτε εξανεμίζεται η ευαισθησία, ο θαυμασμός και η αγάπη με την οποία περιγράφει το φυσικό περιβάλλον. Αυτό επιτυγχάνεται εν μέρει και με την αριστοτεχνική ένταξη στην εξέλιξη της ιστορίας του Κουρτ, του σκυλιού που σώζει και περιθάλπει ο Αντρέας, για να γίνει στη συνέχεια ο πιστός και αχώριστος σύντροφός του σε όλες του τις περιπέτειες.

Ένα άλλο ενδιαφέρον και γοητευτικό στοιχείο της πλοκής του έργου είναι η δημιουργική σύνδεση της αφήγησης με στοιχεία από τη μυθολογία και την ιστορία, όπου σημαντικότερο ρόλο παίζουν βέβαια η Αργώ και η Αργοναυτική εκστρατεία. Έτσι, το ανάγνωσμα γίνεται εκτός από ψυχαγωγικό και διδακτικό, με την παιδαγωγική σημασία του όρου, προσφέροντας αφορμές να ψάξουν τα παιδιά περισσότερο τη μυθολογία, να τη «φρεσκάρουν» αν ήδη τη γνωρίζουν, ή να μυηθούν σε αυτήν αν όχι.

Η παρούσα έκδοση ευτύχησε να εικονογραφηθεί από το Νικόλα Ανδρικόπουλο. Οι εικόνες του είναι εξαιρετικές, μυρίζουν ελληνικό καλοκαίρι, νησί, ψάρεμα, βουτιά, ταξίδι. Αριστοτεχνική η προσωπογραφία του θαλασσοδαρμένου ναυτικού που σώζει τον Αντρέα, στη σελίδα 153. Χάρμα οφθαλμών, σχεδόν νιώθεις την ορμή και τη δροσιά της, η σκηνή όπου ο Αντρέας βουτά και ξεκολλά την πίννα από το βυθό (κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου). Ανάλαφρη και τόσο οικεία η εικόνα της σελ. 55, όπου ο Αντρέας με το φίλο του τον Πετρή και το σκυλί του είναι ξαπλωμένοι στην κουπαστή της μπρατσέρας «Φανερωμένη» και κουβεντιάζουν τα όνειρά τους…

Η παρούσα έκδοση συνοδεύεται από παράρτημα με προτάσεις για ψυχαγωγικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες για μικρά και μεγάλα παιδιά. Ταπεινή μου άποψη είναι ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο. Αποτελούν χρήσιμο βοήθημα για εκπαιδευτικούς που θα θελήσουν να παρουσιάσουν το έργο αυτό του Μυριβήλη στις τάξεις τους και να το επεξεργαστούν με τους μαθητές τους. Αλλά δεν είναι αυτός ο βασικός στόχος μιας τέτοιας έκδοσης. Βασικός της στόχος είναι η μύηση των παιδιών (και όχι μόνο) στην καλή λογοτεχνία και στην αισθητική απόλαυση που αυτή εγγυάται. Και πιστεύω ότι έχει επιτευχθεί. Στα συν της έκδοσης η επεξήγηση λέξεων από τη ναυτική ορολογία, όπου αυτή απαντάται στο κείμενο, κάτι που βοηθά και διευκολύνει άμεσα τον αναγνώστη να συνεχίσει απρόσκοπτα την ανάγνωση.

Ο Αντρέας μου θύμισε έναν άλλο πολύ αγαπημένο μου νεαρό-λογοτεχνικό ήρωα, με τον οποίο βρίσκω ότι έχουν πολλά κοινά και ότι θα έκαναν τέλεια παρέα, αν μπορούσαν να γνωριστούν: τον εντεκάχρονο Απελλή της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου από το εξαίρετο βιβλίο της «Καναρίνι και μέντα» (Πατάκης, 1996 η πρώτη έκδοση, 2007 η δέκατη ανατύπωση). Διαβάστε τα αμφότερα και θα με θυμηθείτε!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Ο Αργοναύτης» του Στρατή Μυριβήλη έχει γυριστεί και σε τηλεοπτική σειρά το 1989 από την ΕΤ1, σε σκηνοθεσία του Μάνθου Σαντοριναίου.

https://www.retrodb.gr/wiki/index.php/%CE%9F_%CE%91%CF%81%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%82

https://www.youtube.com/watch?v=Gji5wzq3kFQ

https://www.youtube.com/watch?v=lr1REWpph28

Πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Στρατή Μυριβήλη:

http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=288

Απόσπασμα από το πρωτότυπο έργο: http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/mythology/browse.html?text_id=314

Στρατή Μυριβήλη, «Ο Αργοναύτης», ελεύθερη απόδοση και επιμέλεια Ανεζίνα Φωτεινού, εικονογράφηση Νικόλας Ανδρικόπουλος, εκδόσεις Σαϊτη, Αθήνα 2016

 

Η παπαρούνα της καρδιάς

Paparouna_CoverΤο 1922, ο «Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας», με πρόεδρο την Αύρα Θεοδωρακοπούλου, ίδρυσε το «Ίδρυμα Απόρων Κορασίδων η Εθνική Στέγη», με σκοπό τη στέγαση ορφανών κοριτσιών προσφύγων. Τα πρώτα χρόνια λειτούργησε στην Καλλιθέα, στις εγκαταστάσεις της Χαροκοπείου Οικοκυρικής και Επαγγελματικής Σχολής Θηλέων.  Αργότερα, στην προσφυγική περιοχή της τότε Κοινότητας Νέας Σμύρνης, παραχωρείται οικόπεδο στην οδό Βάρνης 1, στο οικοδομικό τετράγωνο μεταξύ των οδών «Αρτάκης, Στενημάχου, Βάρνης και Εθνικής Στέγης», στο οποίο ανεγέρθηκε κτήριο χάρη στο προσωπικό ενδιαφέρον που επέδειξε ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος. Το αρχικό κτήριο κτίστηκε με σχέδια και επίβλεψη των μηχανικών Σούλη και Κωνσταντινίδη, ενώ το 1938 προστέθηκε νέα πτέρυγα σε σχέδιο του αρχιτέκτονα Π. Μανουηλίδη. Είναι ένα κτήριο με μεγάλο κήπο, που διαθέτει ευρύχωρες και φωτεινές αίθουσες. Η μεταφορά του ορφανοτροφείου στο κτήριο της Ν. Σμύρνης έγινε το Νοέμβριο του 1932. Διευθύντρια τότε ήταν η Άννα Παπαδημητρίου. Το 1934 στέγαζε 108 κορίτσια ηλικίας 7-15 ετών. Η Εθνική Στέγη λειτούργησε ως ορφανοτροφείο ως το 1988. Την τελευταία χρονιά που λειτούργησε, φιλοξενούσε 12 παιδιά. Όταν έπαψε να λειτουργεί ως ορφανοτροφείο, η χρήση του κτηρίου παραχωρήθηκε δωρεάν από το ομώνυμο φιλανθρωπικό σωματείο στο Δήμο Ν. Σμύρνης. Από τότε μέχρι σήμερα φιλοξενεί παιδικό σταθμό και στεγάζει πολιτιστικές δραστηριότητες του Δήμου.

Το κτήριο αυτό βρίσκεται στη γειτονιά μου. Μεγάλωσα πλάι του. Θυμάμαι ότι όταν πήγαινα δημοτικό περνούσαμε απέξω για να πάμε για εκκλησιασμό στην Αγία Φωτεινή ή για εκδρομή στο άλσος, μια ολόκληρη στρατιά παιδιά. Και προσπαθούσαμε να δούμε τα κορίτσια που έπαιζαν στον κήπο, πίσω από την ψηλή μάντρα. Κάθε Χριστούγεννα και κάθε Πάσχα συγκεντρώναμε με τους δασκάλους μας τρόφιμα, παιχνίδια και βιβλία για το ορφανοτροφείο. Ήθελα πάρα πολύ να μας αφήσουν να τους τα πάμε εμείς, τα παιδιά. Να περάσουμε αυτήν την πανύψηλη μάντρα και να μπούμε στο «άβατον». Έτσι μου φαινόταν τότε, γιατί ποτέ εμείς, τα υπόλοιπα παιδιά, τα τυχερά, που ζούσαμε με τους γονείς μας και είχαμε όλα τα καλά, δεν δρασκελίσαμε το κατώφλι του. Τα πράγματα που συγκεντρώναμε, τα βάζαμε σε μεγάλα πακέτα και τους τα πήγαιναν πάντα οι μεγάλοι. Οι δάσκαλοί μας, ή κάποιοι υπάλληλοι του Δήμου. Με το παιδικό μου μυαλό φανταζόμουν ότι αυτά τα κορίτσια εκεί μέσα είχαν κάτι το απαγορευμένο επάνω τους, κάτι που δεν έπρεπε εμείς οι απέξω να δούμε. Αυτό με γέμιζε λύπη και απογοήτευση. Αυτή η θεόρατη γκρίζα μάντρα είχε γίνει μέσα μου το όριο που χώριζε τον κανονικό κόσμο από έναν άλλο, λιγότερο προνομιούχο, μυστηριώδη και ίσως και επικίνδυνο. Απορούσα και θύμωνα μαζί. Κι αναρωτιόμουν τι θα γίνονταν όταν θα μεγάλωναν όλα αυτά τα μοναχικά, άτυχα κορίτσια. Που ήταν παιδιά, σαν κι εμένα, σαν κι εσένα…

Αυτές τις σκέψεις μου έφερε στο μυαλό το βιβλίο της Κατερίνας Τζαβάρα. Και με συγκίνησε πολύ. Γιατί, χωρίς να το ξέρει, άγγιξε ευαίσθητες χορδές της ψυχής μου, αναμόχλευσε παιδικά βιώματα, σκάλισε ίχνη από απουσίες, αγάπες ανεκπλήρωτες. Την ευχαριστώ γι’ αυτό. Για την αναπάντεχη υγρασία στα μάτια μου.

Σκέφτομαι συχνά ότι μου είναι όλο και πιο δύσκολο πλέον να πάρω ένα παιδικό βιβλίο στα χέρια μου και να συγκινηθώ αληθινά, αυθόρμητα. Ν’ αφήσω την ψυχή μου να το νιώσει και το θυμικό μου να τεθεί σε εγρήγορση και όχι να βάλω μπροστά το μυαλό για να σκεφθεί, να εκλογικεύσει, να αξιολογήσει, να αξιοποιήσει. Να προηγηθεί ως αναγνώστης ο παιδικός και όχι ο ενήλικος εαυτός μου. Γιατί άραγε; Ο ποιητής το έχει πει προ πολλού, ίσως θα πρέπει πάλι να το θυμηθούμε, να ακουμπήσουμε τον πολύτιμο ετούτο λόγο του πλάι στον καθρέφτη μας…

«…Γιατί καὶ τὸ τραγοῦδι τὸ φορτώσαμε μὲ τόσες μουσικὲς
ποὺ σιγά-σιγὰ βουλιάζει 
καὶ τὴν τέχνη μας τὴ στολίσαμε τόσο πολὺ ποὺ φαγώθηκε
ἀπὸ τὰ μαλάματα τὸ πρόσωπό της 
κι εἶναι καιρὸς νὰ ποῦμε τὰ λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ
ψυχή μας αὔριο κάνει πανιά…».

(Γιώργος Σεφέρης, Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, απὸ τη Συλλογὴ «Ποιήματα», εκδόσεις Ίκαρος,  20η έκδοση, Αθήνα 2000).

Ίσως πάλι παρασυρόμαστε από τις επιταγές των καιρών που θέλουν τη ζωή μας και άρα και τη γραφή μας σύντομη, λιγόλογη, αστόλιστη και αφαιρετική, γιατί ο χρόνος στην καθημερινότητά μας δεν περισσεύει. Ή γιατί έτσι το διάβασμα γίνεται ευκολότερο και πιο κατανοητό και προσιτό σε περισσότερους. Συχνά διαβάζω βιβλία που μοιάζουν με καλογραμμένο διαφημιστικό μήνυμα ή με δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο, στοπ. Από την άλλη πλευρά είναι της μόδας, τάση της εποχής, η προσπάθεια να γίνουμε όλο και πιο ευρηματικοί, όλο και πιο πρωτότυποι, όλο και πιο εντυπωσιακοί και απροσδόκητοι στον τρόπο που αφηγούμαστε μια ιστορία. Και αρχίζουμε να υπονοούμε αντί να εννοούμε, να «φωνάζουμε» ή και να κομπάζουμε. Οι λέξεις μας γίνονται επιθετικές, ξεχύνονται να αρπάξουν τους αναγνώστες απ’ όπου μπορούν και να τους κάνουν οπαδούς τους. Οι λέξεις μας βγαίνουν στο κυνήγι της δημοτικότητας και των πωλήσεων, ξεχνώντας τον αληθινό σκοπό της ύπαρξής τους και το από πού κρατάει η σκούφια τους. Σαν μονομάχοι στην αρένα του επικοινωνιακού κυκλώνα, όπου η κοινωνία μας έχει αφεθεί έρμαιο, καθισμένη απερίσκεπτα, ηδονικά, ίσως και λίγο αδιάφορα ακριβώς στο μάτι του…

Αγάπησα με την πρώτη ανάγνωση την «Παπαρούνα της καρδιάς», επειδή δεν είναι ένα τέτοιο κείμενο. Είναι μία ήσυχη, τρυφερή εξομολόγηση αγαπημένων, ένα απαλό θρόισμα του αγέρα στις παρυφές του κοντινού δάσους, ζωογόνο για όλα τα πλάσματά του. Ένα ταπεινό μα τόσο απαραίτητο για τη ζωή αυλάκι νερό, σε φροντισμένο περιβόλι. Μια μελωδία που κουβεντιάζει σιγανά τις ιστορίες και τα βιώματα άλλων καιρών, που όλο νομίζουμε ότι παρήλθαν και όλο επανέρχονται, με αλλοτριωμένα ήθη και δραματικότερες συνθήκες ίσως, αλλά με τα ίδια, διαχρονικά γνώριμα συναισθήματα. Είναι ένα κείμενο που, χωρίς να στερείται τη φρεσκάδα της σύγχρονης γραφής, αποπνέει τη γλύκα, την άδολη αγάπη και την ωριμότητα της παλιάς. Ένα κείμενο που δεν σε μπουκώνει με την τρυφερότητά του. Απλά, γαλήνια, σε «ξεκλειδώνει». Για να επιτρέψεις στον εαυτό σου να τη νιώσει χωρίς λογοκρισία.

Το ορφανό κορίτσι της ιστορίας έχει ένα όνειρο, αλλά χωρίς φωνή. Ένα σποράκι στο χώμα, πλάι στο παγκάκι που κάθεται και ζωγραφίζει, μεγαλώνει μαζί του, το ίδιο αθόρυβα. Η ζωή τους μοιάζει να ξετυλίγεται χωρίς εκπλήξεις. Αλλά ένα αγόρι πίσω από το τζάμι θα αλλάξει τα δεδομένα. Και αυτό θα συμβεί επειδή θα προσπαθήσει να επικοινωνήσει με νου και με καρδιά…

Η Ρένια Μεταλληνού χάρισε στην «Παπαρούνα της καρδιάς» την εικονογράφηση που της ταίριαζε. Οι ζωγραφιές της, με τις αδρές, ξεκάθαρες γραμμές, έχουν κίνηση και μια απαλή ένταση που σε αιχμαλωτίζει. Η καθαρότητα των χρωμάτων στο τοπίο που κάθε φορά πλαισιώνει τα πρόσωπα και μοιάζει να αλλάζει παράλληλα με τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, δημιουργεί μια ευχάριστη οικειότητα. Σα να σε βάζει σε μια τρυφερή αγκαλιά. Τα μάτια ξεκουράζονται, η ψυχή γαληνεύει. Τα γήινα χρώματά της είναι πραγματικά υπέροχα. Τα πρόσωπα των παιδιών αθώα, ήμερα, παιδικά. Οι μικροί αναγνώστες θα γοητευθούν, οι μεγάλοι θα αναπολήσουν…

Η έκδοση φροντισμένη στο σύνολό της, συνοδεύεται από CD με μουσική της Ιόλης Ρώσσιου και αφήγηση από τη Μαριλένα Καββαδά. Ένα όμορφο βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από μικρούς και μεγάλους. Και αφού διαβαστεί, σίγουρα θα αγαπηθεί.

Κατερίνα Τζαβάρα, Η παπαρούνα της καρδιάς, εικονογράφηση: Ρένια Μεταλληνού, εκδόσεις βιβλιοδιάπλους, Θεσσαλονίκη, 2015

ExLibris_EVI_S

 

Το φιλί της λύκαινας

fili_lykainasΥπάρχουν μερικά βιβλία που έχουν τη μαγική ικανότητα να μην σε αφήνουν να τα αφήσεις. Με την πρώτη ανάγνωση παίρνεις απλώς μια μυρωδιά, με τη δεύτερη αρχίζεις σιγά σιγά να διακρίνεις γεύσεις. Με την τρίτη σου ανοίγει η όρεξη και δεν ξέρω σε ποια χορταίνεις και πότε αρχίζεις σιγά σιγά να χωνεύεις την αναγνωστική εμπειρία που σου πρόσφεραν τόσο ευγενικά και πλουσιοπάροχα, ώστε να μεγαλώσεις λίγο περισσότερο, λίγο βαθύτερα. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι και «Το φιλί της λύκαινας». Ο βίος και η πολιτεία ενός παππού, έτσι όπως τον αφηγείται στο δωδεκάχρονο εγγονό του. Και παράλληλα ο βίος και η πολιτεία μιας ελληνικής οικογένειας, της ίδιας της Ελλάδας αλλά και του κόσμου ολόκληρου στους πρόσφατους χρόνους, αρχής γενομένης από το 1939, έτος γέννησης του παππού Πέτρου Δίγκου.

Τα περισσότερα από τα θεμελιώδη ζητήματα που απασχολούν τον άνθρωπο θίγονται σε αυτό το βιβλίο. Οι προσωπικές και οικογενειακές σχέσεις, η αγωνία που έχεις ως παιδί να βρεις τον εαυτό σου και να ακολουθήσεις αυτό που πραγματικά ποθεί η ψυχή σου μεγαλώνοντας, τα προγονικά βάρη και κληρονομιές, ψυχικές και πνευματικές κυρίως, οι ευαίσθητες ισορροπίες στη σχέση άνδρα – γυναίκας και το αντίχτυπο που μπορεί να έχει ο άτσαλος, ανώριμος, συχνά εγωιστικός χειρισμός τους σε ένα γάμο, η στάση και οι επιλογές κάθε ανθρώπου ως πολίτη μπροστά σε αυτό που συμβαίνει στο μικρόκοσμό του, στη χώρα του, στην κοινωνία, στον πλανήτη, η ευθύνη για το φυσικό περιβάλλον που βάλλεται πανταχόθεν και ποικιλότροπα από τη μικρονοϊκότητα και την απληστία των εκάστοτε δυνατών, η αδιάκοπη αναμέτρηση του καλού με το κακό όπως εκφράζεται πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά με τους πολέμους, την προσφυγιά, τις κοινωνικές αδικίες, την κατάλυση της δημοκρατίας, την απαξίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αξιών και ιδανικών και τον ιδεολογικό και ηθικό μηδενισμό που ακολουθεί. Όλα αυτά χωράνε στην αφήγηση του παππού προς τον εγγονό και προς την Αγγελίνα, την παιδική του αγάπη που συναντά εντελώς απρόσμενα και κινηματογραφικά μετά από χρόνια, αφού όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος, για να συνυφανθεί και πάλι το νήμα της κοινής τους ζωής από εκεί που κόπηκε.

Μη φανταστείτε, ωστόσο, ότι με αυτό το βαρυσήμαντο περιεχόμενο το ίδιο το βιβλίο είναι βαρύ και ασήκωτο ως ανάγνωσμα. Κάθε άλλο. Και εδώ δεν μπορείς παρά να υποκλιθείς μπροστά στην εξαίρετη τέχνη του λόγου της κυρίας Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου. Η γραφή της, τα υπέροχα ελληνικά της, απλή και άμεση, ρέει στρωτά, γλυκά και αγαπητικά σαν ποταμάκι μέλι που ευφραίνει, κινητοποιεί και εμψυχώνει τον αναγνώστη. Ακόμη κι όταν περιγράφει τον πόνο, το θυμό, την κακουχία, τη δυστυχία, τον όλεθρο, την απώλεια, δεν σε αφήνει να πληγωθείς. Έχει τον τρόπο της να σε κρατά δυνατό και ήρεμο στις επάλξεις, χωρίς, ωστόσο, να σου χαϊδεύει τ’ αυτιά. Γιατί τα μηνύματα που θέλει να περάσει τα περνάει, όσο δύσκολα και σκληρά κι αν είναι, ισορροπώντας αριστοτεχνικά ανάμεσα στην ωμότητα του ρεαλισμού και στην παρηγορία του φανταστικού. Ο λόγος της, με την τρυφερότητα και την ευγένεια που εκπέμπει, είναι πραγματικά ιαματικός και θεραπευτικός όχι μόνο για το παιδί αναγνώστη αλλά και για κάθε αναγνώστη. Ίσως ακόμη περισσότερο για τον ενήλικο.

Και κάτι ακόμη που πραγματικά με ανακούφισε: ο εγγονός Φραγκής είναι ένα «κανονικό» παιδί. Ένας προέφηβος που σκέφτεται, μιλά, συμπεριφέρεται, όπως ένα παιδί της ηλικίας του. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί στα βιβλία που απευθύνονται στους εφήβους και τους νέους οι συνομίληκοί τους ήρωες είναι απαραίτητο και προτιμητέο να εμφανίζονται μονίμως οργισμένοι, βίαιοι, κακότροποι, βαριεστημένοι και βρομόστομοι. Ακόμη κι αν αυτά τα χαρακτηριστικά συνιστούν –κανείς δεν αντιλέγει- μία όψη της εφηβείας, υπάρχει και το είδος της εφηβικής αντίδρασης και «επανάστασης» που γίνεται αθόρυβα, αβίαστα, ανθρώπινα και ίσως πιο ουσιαστικά. Και πιστεύω ότι η καλή λογοτεχνία δύναται να προσφέρει αυτήν ακριβώς την πολύτιμη υπηρεσία: να αναδεικνύει όλες τις πλευρές της ανθρώπινης υπόστασης το ίδιο εμπεριστατωμένα και αποκαλυπτικά και κυρίως να προτείνει, με τον τρόπο της, την επιθυμητή.

Και ποιος ο ρόλος της λύκαινας σε αυτήν την ιστορία; Εδώ αναδεικνύεται το…φιλί της έμπνευσης, η εύνοια της Μούσας και η μαστοριά της συγγραφέα. Ο τρόπος που αξιοποιεί το εύρημα του μικρού λύκου, τον οποίο σώζει από βέβαιο θάνατο και περιθάλπει και υιοθετεί ο παππούς, για να τον αναγάγει σε σύμβολο και να τον εμπλέξει πολύτροπα αλλά τόσο ταιριαστά στην αφήγησή της και στις περιπέτειες των ηρώων της, είναι αξιοθαύμαστος. Η λύκαινα της συγγραφέα είναι πανταχού παρούσα και τις αγωνίες και προσδοκίες μας εκπληρούσα. Μπορεί να είναι η μητέρα τροφός, η γυναίκα σύντροφος, η λατρεμένη κόρη, ο ανεκπλήρωτος παιδικός μας έρωτας, η πατρίδα που άλλοτε μας συντρίβει και μας δαγκώνει κι άλλοτε μας χαϊδεύει στοργικά και μας στερεώνει ξανά στα πόδια μας, ο καλός καγαθός ή ο κακός κι ανάποδος εαυτός μας. Ή μπορεί να είναι και μία πραγματική λύκαινα: μία μοναδική εκπρόσωπος της άγριας φύσης, αυτής που αδιάκοπα, αδιάκριτα και αδάκρυτα απομυζούμε καταστρέφοντάς την, ακρίτως θεωρώντας ότι είναι ανεξάντλητη και ότι ως παντοδύναμο και νοήμον είδος δεν θα έχουμε συνέπειες. Το λογοπαίγνιο, η αλληγορία, ο συμβολισμός διατρέχουν ολόκληρο το βιβλίο, κεντούν αριστοτεχνικά την πλοκή του και κρατούν αμείωτο και συνεχές το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του βιβλίου που αγάπησα πολύ, είναι οι μικρές παρεκβάσεις που συναντά ο αναγνώστης διάσπαρτες στην κυρίως αφήγηση και της προσδίδουν ιδιαίτερη ζωντάνια, ενώ παράλληλα εξακοντίζουν ριπές νέας μάθησης στις ήδη υπάρχουσες γνωστικές του αποσκευές αλλά και γνήσιας συγκίνησης στο θυμικό του. Καθώς οι περιπέτειες του παππού κατά τις ταραγμένες δεκαετίες της νεότητάς του εξελίσσονται σε μία προσωπική Οδύσσεια, μια εγχώρια αλλά και παγκόσμια περιπλάνηση, μια σειρά από μικρότερες αφηγήσεις μέσα στην κεντρική αφήγηση συνιστούν μία ιδιότυπη ιστοριογραμμή με οικογεωγραφικές, πολιτιστικές, λαογραφικές και ψυχολογικές προεκτάσεις. Όπως αυτή για την ασίγαστη διαμάχη μεταξύ Χιλής και Περού με αφορμή την πατρότητα του ποτού Πίσκο Σάουερ, για τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης και τη συνομιλία του με το λύκο, για τη λίμνη Ουακατσίνα στο Περού και το σοφό γέρο πρόσφυγα από το Θιβέτ που παρομοίαζε τον ανθρώπινο πόνο με το αλάτι στο νερό, για την ερμηνεία της έκλειψης της σελήνης από τη σουηδική μυθολογία, για την ιστορία του Βορειοηπειρώτη μετανάστη στη Μελβούρνη με τη λύκαινα και την απροσδόκητη φιλία της με το γερασμένο γαϊδαράκο, για την ιστορία του αγρότη στη Βραζιλία που για ό,τι του συνέβαινε μονολογούσε «καλό, κακό ποιος ξέρει;». Γιατί όπως λέει στον «τελευταίο σταθμό» του και ο ποιητής «…κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα…» (Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, φιλ. επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Αθήνα 1972, σ. 214-215).

Με γοητεύει πάντα ο τρόπος που η κυρία Λότη (ας μου επιτραπεί η αναφορά σε αυτήν με το μικρό της όνομα, καθώς την έχω κοντά μου μέσω του έργου της από τότε που ξεκίνησα να διαβάζω και τη νιώθω μέλος της οικογένειάς μου κατά κάποιον τρόπο) δεν σκιαγραφεί απλώς τους ήρωές της γράφοντας: ζει και συμπάσχει μαζί τους και αυτό δημιουργεί την κοινή τους μυθ-ιστορία. Έχουν γίνει πάμπολλες αναλύσεις για το ιδιαίτερο αυτό χαρακτηριστικό της γραφής της από τους πλέον ειδικούς, μπορείτε πάντα να ανατρέξετε σε αυτούς. Το βιβλίο της αυτό τελειώνει με μία απώλεια. Ο παππούς εγκαταλείπει τα εγκόσμια ήρεμα, τρυφερά, με τους αγαπημένους του στο πλάι του, ολοκληρώνοντας έναν κύκλο ζωής που δεν του λείπει τίποτα και που αναδεικνύει όλη την ομορφιά, τα φανερά και κρυφά νοήματα και τη μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης. Όμως, τι περίεργο! Δεν νιώθεις λύπη, δεν μένει μια πικρή γεύση στα χείλη σου, δεν αισθάνεσαι ότι έχασες κάποιον ή κάτι αγαπημένο, ή ακόμη ότι το βιβλίο και η θαλπωρή και απόλαυση που σου προσέφερε, πάνε και τελείωσαν. Αντίθετα, σε πλημμυρίζει μια γαλήνη και μια ευωχία. Νιώθεις πλούσιος, προικισμένος, ευλογημένος. Νιώθεις τυχερός ως άνθρωπος. Και συνεχίζεις τη μέρα ή τη νύχτα σου μηρυκάζοντας ευτυχισμένος τις σελίδες του…

Ο παππούς Πέτρος από «Το φιλί της λύκαινας» της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου και «Ο ψεύτης παππούς» της Άλκης Ζέη εκπροσωπούν επάξια την τρίτη ηλικία στη λογοτεχνία μας και συνιστούν ένα αχτύπητο δίδυμο ηρώων μοναδικά προσιτών και αγαπημένων μέσα στο μεγαλείο τους. Είναι οι παππούδες που όλοι θα θέλαμε να έχουμε. Παραδοσιακοί και μοντέρνοι ταυτόχρονα. Με τα παραμύθια τους και με τις διαδικτυακές τους “εξορμήσεις”. Και το πιο καταπληκτικό είναι ότι η δυναμική τους ξεφεύγει από τα όρια της φαντασίας και της έμπνευσης των δημιουργών τους και εισχωρεί αβίαστα στα προσωπικά μας βιώματα. Γιατί κάποιοι από μας μπορεί και να τους είχαμε πραγματικά…

Θα μπορούσα να γράψω σελίδες πολλές για «Το φιλί της λύκαινας». Θα ήθελα κάποια στιγμή να το δω στον κινηματογράφο ως ταινία ή ως προσεγμένη τηλεοπτική σειρά για όλη την οικογένεια. Νομίζω ότι θα το σκέφτομαι και θα ανατρέχω σε αυτό για καιρό, για μια ζωή. Ότι θα το κουβεντιάζω στο γιο μου και -αν αξιωθώ να γίνω γιαγιά- και στο εγγόνι μου. Ότι θα το προτείνω στους μαθητές μου και στους γονείς των μαθητών μου ανεξαρτήτως ηλικίας. Ότι θα προσπαθήσω να το αφομοιώσω όσο πιο εποικοδομητικά μπορώ και να το χτίσω ραχοκοκαλιά στη δική μου τη ζωή και στην εξέλιξή μου ως γραφιά. Κι ότι θα ευγνωμονώ όλους αυτούς τους παππούδες και τους εγγονούς που μας αποδεικνύνουν με τους λόγους και τις πράξεις τους ότι η ζωή συνεχίζεται εκθαμβωτικά όμορφη και γεμάτη χυμούς σε πείσμα κάθε αντιξοότητας. Κι ας μην έχουν «ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου», όπως έγραψε ο μέγας Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο αριστουργηματικό διήγημά του “Το μοιρολόι της φώκιας”.

Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, Το φιλί της λύκαινας, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2016

exlibris_evi_s

Το φως ανάμεσα στους ωκεανούς

to_fos_anamesa_stous_okeanous

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«…Ανοιγόκλεισε τα μάτια και κούνησε γρήγορα το κεφάλι. Του ερχόταν ίλιγγος. Για να επανέλθει προσηλώθηκε στους χτύπους της καρδιάς του, πάτησε γερά στα πόδια του κι ένωσε τις φτέρνες μέσα στις μπότες του. Ύψωσε το ανάστημά του. Διάλεξε ένα σημείο στην πόρτα του φάρου -έναν μεντεσέ που είχε λασκάρει- και αποφάσισε να ξεκινήσει από εκεί. Από κάτι χειροπιαστό. Πρέπει να στραφεί σε κάτι χειροπιαστό, γιατί αν δεν το κάνει, ποιος ξέρει πού θα του παρασύρει ο αέρας το μυαλό και την ψυχή, σαν αερόστατο χωρίς έρμα. Αυτό ήταν το μόνο που τον είχε βοηθήσει να περάσει τα τέσσερα χρόνια αίματος και τρέλας: να ξέρεις ακριβώς πού βρίσκεται το όπλο σου όταν γλαρώνεις για δέκα λεπτά στο όρυγμα· πάντα να ελέγχεις τη μάσκα αερίων· να φροντίζεις να καταλαβαίνουν οι άντρες σου τις διαταγές μέχρι κεραίας. Δε σκέφτεσαι το μέλλον σε χρόνια ή μήνες. Σκέφτεσαι αυτή την ώρα, άντε και την επόμενη. Όλα τα υπόλοιπα είναι εικασίες…» (σελ. 52-53).

Πολλές φορές αναρωτιέμαι ποια είναι τα βασικά, τα θεμελιώδη συστατικά που ορίζουν την καλή λογοτεχνία. Προσπαθώ να νοηματοδοτήσω και να συμπυκνώσω σε έναν ιδεατό μπούσουλα τις αδιαμφισβήτητες αιτίες, τους λόγους που με κάνουν ως αναγνώστρια να δηλώσω απερίφραστα ότι «αυτό είναι ένα καλό, ή ένα εξαιρετικό βιβλίο». Νομίζω ότι τελικά δεν είναι τόσο δύσκολο. Αρκεί ένα βιβλίο να συνδυάζει το χειροπιαστό με το ονειρικό, το πραγματικό με το ιδεατό, αυτό που είμαστε με αυτό που θα θέλαμε να είμαστε, τον παρόντα αγωνιστή και τον μελλοντικό δρέποντα τους καρπούς των κόπων του εαυτό μας. Να μας βυθίζει αβίαστα και τρυφερά αλλά και μεθοδικά, αποφασιστικά, στην εξερεύνηση αγνώστων διαστάσεων του υλικού και του πνευματικού κόσμου, του ανθρωπογενούς και του φυσικού περιβάλλοντος, ακόμη και του σύμπαντος. Να μας προσφέρει αφειδώλευτα γνώσεις, συγκινήσεις, όψεις και απόψεις προσωπικών και συλλογικών εμπειριών και τελικά αφύπνισης, εγρήγορσης και αυτοπραγμάτωσης. Να εξυψώνει τη γλώσσα (αλλιώς τι λογοτεχνία θα ήταν;), να δικαιώνει τους ορατούς και αόρατους στόχους, επιδιώξεις και προσδοκίες τόσο του συγγραφέα του όσο και των αναγνωστών του, μέσω της πλοκής του και του ύφους γραφής του. Να μας ταξιδεύει σταθερά, απογειώνοντας την ελευθερία του μυαλού και των συναισθημάτων μας χωρίς φόβο αλλά με πολύ πάθος, από το ξημέρωμα, τη γέννηση της μυθοπλασίας του, μέχρι το μεσημέρι, την ύβρη και την κορύφωσή της, έως και το λυτρωτικό νύχτωμα, τη λύση της και την δική μας ανακουφιστική κάθαρση.

Σκεπτόμενη όλα τα παραπάνω, μπορώ με κάθε ειλικρίνεια να δηλώσω ότι κατά την ταπεινή μου γνώμη η Αυστραλή συγγραφέας Μ. Λ. Στέντμαν με το παρθενικό της μυθιστόρημα «Το φως ανάμεσα στους ωκεανούς», μας χάρισε ένα εξαιρετικό βιβλίο. Ένα ανάγνωσμα που δεν μπορείς να εγκαταλείψεις παρά μόνο φτάνοντας στην τελευταία του τελεία.

“Στον φάρο ενός μικροσκοπικού νησιού μισή μέρα με καράβι από τις ακτές της δυτικής Αυστραλίας, εργάζεται ο Τομ Σέρμπουρν, που έχει επιζήσει από τη φρίκη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Στο πλευρό του έχει τη νεαρή γυναίκα του, την Ίζι, με την οποία ζει την απόλυτη ευτυχία του έρωτα, που μόνο ένα πράγμα φαίνεται να σκιάζει, η συνειδητοποίηση ότι δε θα μπορέσουν να κάνουν τελικά παιδιά. Ώσπου ένα απριλιάτικο πρωινό στην παραλία εξοκέλλει μια βάρκα. Μέσα στη βάρκα αυτή υπάρχει το άψυχο σώμα ενός άντρα κι ένα μωρό που κλαίει γοερά. Ξεκομμένοι από τον έξω κόσμο, ο Τομ και η Ίζι θ’ αψηφήσουν τους κανόνες της λογικής και τους νόμους των ανθρώπων και θα ακολουθήσουν την καρδιά τους…”.

Έτσι περιγράφεται συνοπτικά στο οπισθόφυλλο του βιβλίου η υπόθεσή του. Ίσως να προϊδεάζει τον υποψήφιο αναγνώστη του για ένα γλυκερό, ρομαντικό ανάγνωσμα. Όμως δεν είναι καθόλου έτσι. Ο φάρος της Στέντμαν ούτε περικλείει ούτε περιθάλπει την απόλυτη μοναξιά, τον αναχωρητισμό, μια κάπως γραφική ή και εκκεντρική απομόνωση από τα εγκόσμια. Το ακριβώς αντίθετο. Δίνει στέγη και νόημα στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης, της ατομικής αλλά και της κοινωνικής της υπόστασης. Και μας ξαφνιάζει, μας συνταράζει σε κάθε περιδίνηση των κυμάτων, σε κάθε αποστροφή των ανέμων, σε κάθε στροβίλισμα του ουράνιου θόλου, από πάνω και γύρω του. Το σωστό και το λάθος, το δίκαιο και το άδικο, το όμορφο και το άσχημο, το έντιμο και το ανέντιμο, η αλήθεια και το ψεύδος, όπως και το κατά συνθήκη ψεύδος, η γαλήνη και η αντάρα, η σιωπή και η κοσμοχαλασιά, η αμαρτία και η συγχώρεση, ο πόνος και η ίαση, η λήθη και η ανεξίτηλη μνήμη, η ειλικρίνεια και η παρεξήγηση, ο θυμός και η ηρεμία, όλα τα σημαντικά δίπολα της ζωής του ανθρώπου αναπνέουν και εκφράζονται, συγκρούονται και καταλαγιάζουν σε αυτόν το φάρο.

«Πιστεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να κάνουν το σωστό. Ίσως έχουν πολύ διαφορετικές ιδέες για το τι ακριβώς είναι «σωστό», αλλά ελάχιστοι άνθρωποι θα είναι ευχαριστημένοι να ζουν μέσα σ’ αυτό που θεωρούν ότι είναι ψέμα. Η ιστορία βασίζεται εν μέρει σε μια σύγκρουση αξιών. Τα άτομα δίνουν διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικές αξίες. Για μερικούς ανθρώπους, η δικαιοσύνη ίσως είναι η πιο σημαντική αξία. Για άλλους, η ειλικρίνεια. Ο Τομ εκτιμά την ακεραιότητα, το καθήκον, την ειλικρίνεια, την πίστη, την ανάληψη της ευθύνης, τη στωικότητα και την αυτοθυσία. Δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό γι’ αυτόν να είναι αρεστός στους άλλους, αν και συνήθως είναι. Η Ιζαμπέλ, από την άλλη πλευρά, εκτιμά την αγάπη, την καλοσύνη, το χιούμορ και το πάθος. Στην Ιζαμπέλ αρέσει το ν’ αρέσει στους άλλους. Νομίζω ότι αν είσαι υποχρεωμένος να συμπεριφέρεσαι με τρόπο που έρχεται σε αντίθεση με τις βασικές πεποιθήσεις σου για τον κόσμο, αυτό μπορεί να σε καταστρέψει πραγματικά. Στο μέτρο που η ηθική είναι προϊόν των αξιών του καθενός, ναι, είναι πράγματι πολύ ισχυρή», λέει -μεταξύ άλλων- η συγγραφέας σε συνέντευξη που παραχώρησε στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη, στο www.diastixo.gr, στις 15/12/2015.

Το περιβάλλον του φάρου και ο ιδιαίτερος μικρόκοσμός του, που είναι ταυτόχρονα και μικρός και μέγας, όπως θα έλεγε κι ο ποιητής, αποδίδεται με ξεχωριστή φροντίδα και περιγραφική δεινότητα. Η συγγραφέας σίγουρα αγαπά πολύ αυτόν τον τόπο. Δεν είναι δυνατόν να περιγράψεις κάτι με τέτοια ενάργεια, σπαρακτικά όμορφα σε μερικά στιγμιότυπα, αν δεν το έχεις ζήσει με κάποιο τρόπο και αν δεν το αγαπάς βαθιά. Και σίγουρα έχει επιδοθεί στην απαραίτητη ενδελεχή έρευνα για να αποδώσει με ακρίβεια τεχνικές λεπτομέρειες και να διαμορφώσει την καθημερινότητα του ήρωα-φαροφύλακά της με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι απολύτως φυσική και αληθοφανής. Αυτή της η σπουδή, σε συνδυασμό με τις αφηγήσεις του ναυτικού πατέρα μου που άκουγα από παιδί και τη γοητεία που ανέκαθεν ασκούσαν επάνω μου οι φάροι στα διάφορα ταξίδια μου, αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον μου γι’ αυτούς και με έκανε να αναζητήσω περισσότερες πληροφορίες για τους ελληνικούς φάρους στην επίσημη ιστοσελίδα της Υπηρεσίας Φάρων: http://www.hellenicnavy.gr/hosted/yf/index.php/el/.

Οι χαρακτήρες της Στέντμαν είναι πλασμένοι από σάρκα και όνειρα, όπως και όλοι εμείς στην πραγματική ζωή. Καθένας μας θα αναγνωρίσει σε αυτούς δικές του φανερές ή και απόκρυφες πλευρές. Θα ταυτιστεί μαζί τους, θα αναστενάξει, θα υπεκφύγει, θα καθρεφτιστεί ανήμπορος ή παντοδύναμος στα μάτια τους, θα μετέλθει των δεινών τους, θα πονέσει, θα χαρεί, θα μισήσει, θα σκυθρωπιάσει, θα συγχωρέσει ή μπορεί και όχι, θα κάνει τον ανέγνωρο, θα λιγώσει από την ευτυχία τους, θα καμφθεί από την απόγνωσή τους. Μα δεν θα μπορέσει ούτε λεπτό να τους εγκαταλείψει. Η καλύτερη απόδειξη του ταλέντου ενός λογοτέχνη.

Η πλοκή της ιστορίας αναπτύσσεται φυσικά, με τρόπο αριστοτεχνικό και με χρήση της τριτοπρόσωπης αφήγησης σε παρελθόντες χρόνους αλλά και σε ενεστώτα, κάτι που δημιουργεί την αίσθηση της γοργής κινηματογραφικής εξέλιξης στο παρόν, εδώ μπροστά, στο πλάι σου (δεν είναι τυχαίο ότι το μυθιστόρημα έχει ήδη γυριστεί και σε ταινία). Η κορύφωση έρχεται σαν το κύμα που ταξιδεύει από μίλια μακριά φουσκώνοντας σταδιακά, ώσπου να σκάσει με ένταση, φανερή και υπόκωφη, στην ακτή. Κάθε ήρωας, μαζί και αναγνώστης, λαμβάνει αυτό που κυοφόρησε στην ψυχή του, όσο δούλευαν εν αγνοία του ή και με τη σύμπραξή του, στην επιφάνεια ή και στο βυθό του ωκεανού της ζωής, τα γεγονότα. Αλλά διατηρεί πάντα το δικαίωμα της προσωπικής επιλογής. Και αυτό είναι η παντοτινή σκλαβιά κι η μονάκριβη ελευθερία του…

«…Οι ωκεανοί δε σταματούν ποτέ. Δεν έχουν αρχή και τέλος. Ο αέρας δεν παύει ποτέ. Χάνεται μερικές φορές, αλλά μόνο για να πάρει φόρα από κάπου αλλού και μετά επιστρέφει και ρίχνεται στο νησί για να αποδείξει κάτι που ο Τομ δεν καταλαβαίνει. Εδώ η ύπαρξη μετριέται σε κολοσσιαίες κλίμακες. Ο χρόνος μετριέται με εκατομμύρια χρόνια· οι βράχοι που από μακριά μοιάζουν με ζάρια πεταμένα στην ακτή είναι ογκόλιθοι με πλάτος δεκάδων μέτρων, λειασμένοι από χιλιετίες, πεσμένοι στο πλάι έτσι που οι στρώσεις γίνονται κάθετες ρίγες. Ο Τομ παρακολουθεί τη Λούσυ και την Ίζαμπελ που πλατσουρίζουν στην Παραδεισένια Λίμνη, ενώ το κοριτσάκι είναι εκστασιασμένο από τα πιτσιλίσματα, την αλμύρα και τους αστερίες με το εκθαμβωτικό μπλε χρώμα που έχει ανακαλύψει. Παρακολουθεί τα δαχτυλάκια της να γραπώνουν το ζωάκι, το πρόσωπό της να λάμπει από ενθουσιασμό και καμάρι, θαρρείς και είναι δικός της δημιούργημα. «Μπαμπούλη, δες. Ο αστελίας μου!» Ο Τομ δυσκολεύεται να συλλάβει ταυτόχρονα τις δύο χρονικές κλίμακες: την ύπαρξη ενός νησιού και την ύπαρξη ενός παιδιού…» (σελ. 230-231).

«Το φως ανάμεσα στους ωκεανούς» είναι ένα βιβλίο που θα σκέφτεσαι για μέρες, ίσως και μήνες μετά από την ανάγνωσή του. Θα ήταν παράλειψη να μην τονίσω ότι η μετάφραση της Νίνας Μπούρη είναι πραγματικά εμπνευσμένη. Ένα βιβλίο που θα φυλάξεις σε περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη σου και που θα ξαναδιαβάσεις στο μέλλον. Ως ωριμότερος ίσως αναγνώστης, αλλά πάντα διψασμένος για την ομορφιά της αλήθειας και την αλήθεια της ομορφιάς.

Μ. Λ. Στέντμαν, Το φως ανάμεσα στους ωκεανούς, μετάφραση Νίνα Μπούρη, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012

ExLibris_EVI_S

 

Το καλοκαίρι των Αβάρων

zorba_rammopoulou_to_kalokairiΘαυμάζω και εκτιμώ όσους καταπιάνονται επιτυχώς με τη συγγραφή ιστορικών μυθιστορημάτων και μάλιστα για παιδιά. Είναι ένα είδος δύσκολο και πολύ απαιτητικό. Απαιτεί ενδελεχή και αδιάκοπη μελέτη, βαθιά γνώση του εκάστοτε αντικειμένου και ειλικρινή συνέπεια. Γιατί συνιστά μεγάλη ευθύνη το να προσπαθείς να ακουμπήσεις δημιουργικά την Ιστορία και να αποδώσεις την ιδιαίτερη αύρα και ουσία της μέσα από τη Λογοτεχνία. Και μεγάλη πρόκληση ταυτόχρονα. Όταν το «πάντρεμα», η σύνθεση των δύο καταλήγει σε μια αρμονική και ουσιαστική ένωση των πιο δυναμικών και αξιομνημόνευτων για τις επόμενες γενιές χαρακτηριστικών τους, τα οφέλη είναι απεριόριστα. Στην αντίθετη περίπτωση μπορεί να προκληθεί μεγάλη και διαρκής ζημιά. Αρκεί να αναλογιστούμε τις διάφορες «εθνικές» εμμονές και τα παραφουσκωμένα με φανταστικά τεκμήρια αλήθειας συναφή ιδεολογήματα που εντυπώθηκαν από τα σχολικά μας και όχι μόνο αναγνώσματα στην ευαίσθητη Βίβλο των παιδικών μας χρόνων, οδηγώντας μας συχνά σε αλλεπάλληλες κριτικές αξιολογήσεις και οδυνηρές διαψεύσεις κατά την εφηβεία, τη νεότητα και την ωριμότητα.

Η πολυβραβευμένη Βησσαρία Ζορμπά – Ραμμοπούλου και οι εκδόσεις Κέδρος μας χάρισαν φέτος ένα αξιόλογο ιστορικό μυθιστόρημα, που απευθύνεται σε παιδιά από 12 ετών (πρόταση του εκδότη), με άρωμα Βυζαντίου, μιας εποχής που δεν την αγγίζουν εύκολα οι συγγραφείς παιδικών, εφηβικών και νεανικών βιβλίων. Το γιατί είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση και όχι της παρούσης, με πλήθος ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και διεθνείς προεκτάσεις που αλληλοσυμπληρώνουν η μία την άλλη και δημιουργούν μια παράδοξη κάποτε και σίγουρα όχι πάντα θετική σπείρα προβληματισμών και συμπερασμάτων για την πορεία μας, ως λαού και ως κράτους, στο χωροχρόνο.

Η συνοπτική περιγραφή της υπόθεσης του βιβλίου, όπως τη διαβάζουμε στο οπισθόφυλλό του, έχει ως εξής: «Άνοιξη του 626 μ.Χ.. Τα στίφη των Αβάρων προελαύνουν πυρπολώντας τα χωριά της Θράκης. Τα στρατεύματα των Περσών στρατοπεδεύουν απέναντι, στη μικρασιατική ακτή. Η Κωνσταντινούπολη πολιορκείται από Βορρά και Ανατολή, ενώ ο αυτοκράτορας απουσιάζει σε εκστρατεία. Μέσα στο χαλασμό, καραβάνια προσφύγων από τα λεηλατημένα χωριά συρρέουν στην Πόλη αναζητώντας προστασία στον ίσκιο των τειχών της. Ανάμεσά τους, τρία ορφανά αδέρφια, η Λυδία, ο Στέφανος και ο Λάζαρος. Στα υπόγεια του μοναστηριού που θα τους φιλοξενήσει, ανακαλύπτουν πως το καραβάνι τους μετέφερε και μια λαθρεπιβάτισσα: την αλλόγλωσση Λενόρ. Μαζί της θα ζήσουν μια απίστευτη περιπέτεια σε μυστικές κρύπτες και υπόγειες στοές, που θα τους φέρει αντιμέτωπους με μεταμφιεσμένους κλέφτες και μυστηριώδεις απαγωγείς. Η καταστροφή του εχθρικού στόλου θα σώσει τη Βασιλεύουσα, ενώ ταυτόχρονα θα οδηγήσει στη λύση του μυστηρίου και στην επανένωση των μελών μιας οικογένειας».

Η συγγραφέας επιλέγει την τριτοπρόσωπη αφήγηση που υποστηρίζει αποτελεσματικά το στόχο της περιγραφικής και παραστατικής παρουσίασης της εποχής σε πολλά επίπεδα: προσωπικό -όσον αφορά στους ήρωές της-, περιβαλλοντικό, οικογεωγραφικό, κοινωνικό, γεωπολιτικό, πολιτισμικό, οικονομικό, θρησκευτικό, λαογραφικό, εθιμικό, ψυχολογικό. Συνθέτει, επίσης, τον γοητευτικά λαβυρινθώδη και πολύχρωμο καμβά πάνω στον οποίο «κεντά» τους χαρακτήρες, τις διαθέσεις και τις ιδιαίτερες στιγμές δράσης αλλά και προσωπικού στοχασμού των ηρώων της. Τα γεγονότα τροφοδοτούν και σε ένα βαθμό πλάθουν τις προσωπικότητές τους και οι προσωπικότητές τους επηρεάζουν κι αναδημιουργούν τα γεγονότα. Ένα στοιχείο που αναζωπυρώνει διαρκώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη για τη συνέχεια της ιστορίας και τροφοδοτεί την καλοδουλεμένη πλοκή με νέες εντάσεις και συγκινήσεις, χωρίς ωστόσο να την «μπουκώνει» με περιπέτεια σε υπερβολικό βαθμό. Γιατί το να μη σου ξεφεύγει το μέτρο στη «δόση» περιπέτειας που εισάγεις σε ένα κείμενο, είναι ένα από τα σπουδαιότερα -πιστεύω- πλεονεκτήματα ενός ιστορικού μυθιστορήματος, παιδικού και όχι μόνο.

Ανάλογα με την πρόθεση και το ταλέντο του συγγραφέα, το παιδί, ο έφηβος, ο νέος αναγνώστης ενός ιστορικού μυθιστορήματος μπορεί να «εκπαιδευθεί» στο να διαβάζει πίσω από τις γραμμές, διευρύνοντας τους γνωστικούς του ορίζοντες με περισσότερη προσωπική έρευνα και ακονίζοντας την κριτική του ικανότητα σε συζητήσεις με οικεία του πρόσωπα. Τα έργα και οι ημέρες γνωστών ιστορικών προσώπων, καθώς συμπλέκονται με τις περιπέτειες και τα πάθη, τα επιτεύγματα και τις αποτυχίες, τις χαρές και τις λύπες, τις ξέγνοιαστες και τις δραματικές στιγμές της ζωής απλών, καθημερινών ανθρώπων που μπορεί να είναι επινόηση του συγγραφέα αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να υπάρχουν και στην πραγματικότητα της εποχής, φωτίζονται από εναλλακτικές οπτικές γωνίες και αποκαλύπτουν ποσότητες και ποιότητες συχνά απροσδόκητες για κάθε αναγνώστη. Η κυρία Βησσαρία Ζορμπά – Ραμμοπούλου, με την υπεύθυνη αξιοποίηση των επιστημονικών της εφοδίων ως φιλολόγου και αρχαιολόγου και με λεξιλόγιο και διαλόγους που αποτυπώνουν πιστά το βυζαντινό βίωμα της εποχής, κινείται εύστοχα προς την κατεύθυνση αυτή. Δεν είναι τυχαίο ότι στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται και σχετικό γλωσσάρι.

Το μυθιστόρημα «Το καλοκαίρι των Αβάρων» είναι ένα όμορφο, καλοδουλεμένο κείμενο, που σε ταξιδεύει με τρόπο εύληπτο και παραστατικό στα πάθη της Βασιλεύουσας εκείνης της εποχής. Δεν είναι λίγες οι στιγμές που προκαλεί στους αναγνώστες αυθεντική συγκίνηση με την ανθρωπιά και την ευαισθησία με την οποία παρουσιάζονται αρκετά στιγμιότυπα από την εξέλιξη της δράσης. Αποπνέει σοβαρότητα και αληθοφάνεια ως προς το ιστορικό του υπόβαθρο αλλά και μια ελαφροπάτητη γοητεία ως προς τη λογοτεχνική του ενσάρκωση. Και εν τέλει πραγματώνει το δύσκολο στόχο της μετατροπής μιας υποβόσκουσας ιστορικής αφήγησης σε απολαυστική λογοτεχνική εμπειρία. Το ατμοσφαιρικό εξώφυλλο της Λέλας Στρούτση συνοψίζει και απογειώνει εικαστικά την ιδιαίτερη «ενέργεια» του βιβλίου.

Βησσαρία Ζορμπά – Ραμμοπούλου, Το καλοκαίρι των Αβάρων, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2016

ExLibris_EVI_S

Παπούτσια με φτερά

vourgiaΗ βούργια είναι μια μάλλινη υφαντή τσάντα που κρατούν στην Κρήτη, μοιάζει με σακίδιο και κρέμεται με κορδόνια από τους ώμους. Τους παλιούς χρόνους, όποτε υπήρχε ανάγκη, χρησίμευε για να κουβαλούν οι άντρες τα πολεμοφόδιά τους. Αλλά πιο συχνά συντρόφευε τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους στον καθημερινό τους μόχθο, καθώς σε αυτήν μετέφεραν τα απαραίτητα, το φαγητό και το κρασί ή το νερό τους. Σήμερα, σε πολλούς κρητικούς γάμους, οι καλεσμένοι βάζουν μέσα σε βούργιες τα δώρα τους προς το ζευγάρι, ή προσφέρονται μικρές βούργιες ως μπομπονιέρες. Η διακόσμηση της βούργιας είναι χαρακτηριστική: μια σειρά από επαναλαμβανόμενα γεωμετρικά μοτίβα σε έντονα χρώματα, που παρά την απλότητά τους υφαίνονται σε αριστοτεχνικούς συνδυασμούς και δημιουργούν ένα εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα, χάρμα οφθαλμών. «Η οργάνωση των μοτίβων σε ζώνες και η συμμετρία του διακόσμου ως προς κατακόρυφο άξονα, είναι χαρακτηριστικά όλων των ξομπλιαστών σακουλιών της Κρήτης: υπάρχει πάντα μία κεντρική ζώνη -σε μερικές περιοχές αυτή η ζώνη αποκτά ιδιαίτερη σημασία- που αποτελεί τον άξονα συμμετρίας για τον διάκοσμο του υφαντού», διαβάζουμε στην ιστοσελίδα του Μουσείου Κρητικής Εθνολογίας. http://www.cretanethnologymuseum.gr/imke/html/gr/222111.html

Η εικόνα της βούργιας που μου είχε χαρίσει αγαπημένο συγγενικό πρόσωπο μια χρονιά που βρέθηκα στη Σητεία, μου ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας το νέο βιβλίο της Μαρίας Παπαγιάννη «Παπούτσια με φτερά». Με τη μαεστρία έμπειρης υφάντρας του λόγου η αγαπημένη Μαρία έπλεξε με οδηγό τη Ρόζα της, την ευάλωτη αλλά χαρισματική κεντρική της ηρωίδα, μια ιστορία αληθινή σαν παραμύθι που ταξίδεψε αξόδευτο από γενιά σε γενιά και παραμυθένια σαν το βίο και την πολιτεία ανθρώπων που μπορεί να είναι γείτονες και φίλοι μας, ανθρώπων σαν κι εμάς. Δεν λείπει κανείς και τίποτα από αυτό το βιβλίο. Όλοι και όλα, άνθρωποι, ζώα, ιδέες, λέξεις, έχουν τη θέση τους, το σχήμα τους, το χρώμα τους, την πραγματικότητά τους, το δίκιο τους, τον καημό τους, το σκοπό τους.

Ο Άρης, ο πατέρας της Ρόζας, είναι γονιός, ψαράς και ποιητής. Είναι ο άνθρωπος που μεταστρέφει με δυο κουβέντες κι ένα χαμόγελο τη σκοτεινή, σκληρή πλευρά της ζωής σε φως και τρυφερότητα. Και όχι μόνο για την κόρη του, αλλά για κάθε πλάσμα που συναντά στο δρόμο του. Ακόμη και για τα αδέσποτα γατιά που ταϊζει και «βαφτίζει» με ονόματα ποιητών και ποιητριών απ’ όλο τον κόσμο. Ακόμη και για τον Καρλίτο, το ξεστρατισμένο αηδονάκι που περιμαζεύει και περιθάλπει χωρίς να του στερήσει την ελευθερία της επιλογής: στο αυτοσχέδιο κλουβάκι του υπογείου της οδού Μοιρών 3 που για χάρη της Ρόζας του έχει ονομάσει «Βασίλειο των Γάτων», ή στο δάσος και όπου λάχει; Και το αηδονάκι, νιώθοντας ότι αυτός ο άνθρωπος είναι βαθύτατα συναισθηματικός, μένει κοντά τους για να συντροφεύει με το κελαΐδισμα του τις καλοσύνες του.

Σε αυτήν την πολύχρωμη «Αυλή των Θαυμάτων», σε αυτήν τη γεμάτη ζωή και δράση «Γειτονιά των Αγγέλων» όπου ξετυλίγεται το κουβάρι της ζωής πολλών και διαφορετικών ανθρώπων, ανθρώπων που η σκούφια τους μπορεί να κρατάει από κάθε γωνιά της γης, η Ρόζα θα μυηθεί στην περιπέτεια του προσωπικού της μεγαλώματος με τρόπους υπέροχα αντισυμβατικούς. Βήμα το βήμα θα υπερβεί ακόμη και την εκ γενετής σωματική της αδυναμία και θα ανακαλύψει αυτά που φαίνονται κι αυτά που δεν φαίνονται. Αυτά που είναι κι αυτά που καμώνονται πως είναι. Αυτά που δεν φοβούνται την εικόνα τους στον καθρέφτη κι αυτά που έχουν για πάντα εξορίσει τους καθρέφτες από τη ζωή τους. Μια πλειάδα από ξεχωριστούς γείτονες, η Ειρήνη η περιπτερού με τον «Μικρό της Παράδεισο», ο Χασίμ, ο μικρός Πακιστανός φίλος της και η οικογένειά του, η Άννα, η υπέροχη πιανίστα που από τότε που χρεοκόπησε ζει στο αυτοκίνητό της και φυτεύει ντομάτες κρυφά στον απέναντι λόφο, η ευαίσθητη Λουίζα που δεν ξαναχόρεψε φλαμένγκο και συντηρεί ένα μικρό Θέατρο – καφέ δίνοντας στέγη σε νέους ονειροπόλους ηθοποιούς και μουσικούς, η καινούργια φίλη της, η Αθηνά με τον αδερφό της τον Κωστή που κατάγονται από τη Συρία, η Λυπημένη κυρία Ελισέντα με τον κατάμαυρο μονόφθαλμο γάτο της τον Γκαμπίτο, και άλλοι πολλοί ακόμη, θαυμαστοί και μοναδικοί, πραγματικοί και ονειρικοί, θα οδηγήσουν τη Ρόζα σε περιπέτειες απίστευτες αλλά και τόσο οικείες για ένα παιδί της ηλικίας της.

Κι όταν, σαν άλλη Αλίκη, η Ρόζα θα πηδήξει μέσα στο σπιρτόκουτο που η ίδια ζωγράφισε με κιμωλία στον τοίχο του δωματίου της, τα θαύματα θα αρχίσουν να συμβαίνουν με ρυθμούς καταιγιστικούς. Ένας δεύτερος κόσμος, η Πολιτεία του Βυθού, υφασμένος με κέφι και φαντασία ανάμεσα στα μοτίβα του πρώτου, για να θυμηθούμε και την κρητική βούργια της αρχής, θα κάνει την εμφάνισή του και θα απαιτήσει την προσοχή της αλλά και την αφοσίωση των αναγνωστών. Η ξαφνιασμένη Ρόζα θα πει τον μυστικό λόγο «στα δέντρα κρέμονται οι λέξεις» και θα μπει στη σκοτεινή σπηλιά όπου συνεδριάζουν ο Βάβελ που μοιάζει με τον Δον Κιχώτη και όλοι όσοι μάχονται ενάντια στους «Γλωσσοκτόνους» δημιουργώντας φωλιές για τις γλώσσες που χάνονται, για την επικοινωνία που φτωχαίνει και υποβαθμίζεται, για τις ιστορίες που ξεχνιούνται, για τα όνειρα που πεθαίνουν…

Η Ρόζα θα αρχίσει να μπαινοβγαίνει από τη μία πολιτεία, αυτήν της οδού Μοιρών όπου ζει με τον πατέρα της μια «κανονική» ζωή, σε εκείνη του σπιρτόκουτου, την Πολιτεία του Βυθού. Και στις δύο θα πρέπει να αγωνιστεί για αυτά που πιστεύει, για αυτούς που αγαπά. Και στις δύο θα αποκτήσει φίλους και συμμάχους, αντιπάλους και εχθρούς. Και στις δύο θα κοιτάξει τον εαυτό της στα μάτια και θα φορέσει παπούτσια με φτερά. Και στις δύο θα παλέψει για να σώσει και για να σωθεί. Και στις δύο θα νικήσει και θα ηττηθεί. Και στις δύο θα ζήσει περιπέτειες που δεν θα φτάνει μια ολόκληρη ζωή για να τις καταλάβει και να τις διηγηθεί. Γιατί και στις δύο θα «αξίζει να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει». Και στις δύο θα τη συντροφεύουν οι λέξεις και η μαγεία τους….

Η Μαρία Παπαγιάννη μας χάρισε ένα βιβλίο – πολύχρωμο υφαντό. Μια «έντυπη» κρητική βούργια για να βάλουμε μέσα το προσφάι και το νερό μας και να ξεκινήσουμε ένα ξομπλιαστό ταξίδι στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. Με ρέουσα, κλιμακωτή γραφή, με την απλότητα και την ευαισθησία της πένας της, με την ιδιαίτερη ματιά της παιδικής αθωότητας που πάντα κομίζει στα βιβλία της, μας προσκαλεί σε μια βουτιά στην αληθινή και διαχρονική αξία της Ανθρωπιάς. Στην αληθινή και διαχρονική αξία της Ποίησης. Στην αληθινή και διαχρονική αξία της Γλώσσας, της κάθε σπάνιας και μοναδικής γλώσσας μέσω της οποίας οι άνθρωποι όπου γης κοινωνούν και επικοινωνούν την Αγάπη, την Ιστορία, την Ταυτότητά τους. Το εξώφυλλο της Φωτεινής Τίκκου είναι απολύτως ταιριαστό με το περιεχόμενο του βιβλίου. Και τα περιεχόμενά του μαζί με τη βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος, μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να εντρυφήσει κανείς στη μαγεία του ποιητικού λόγου έχοντας ανοιχτό στο πλάι του έναν παγκόσμιο χάρτη.Παπούτσια_με_φτερά

Μαρία Παπαγιάννη, Παπούτσια με φτερά, εκδόσεις Πατάκη, 2016

ExLibris2 (s)