“Τούς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν”

 

Μιχαήλ Δαμασκηνός, φορητή εικόνα, τέλη 16ου αι., Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα

30 Ιανουαρίου, των Τριών Ιεραρχών αύριο. Και όχι, δεν έδωσα τη…φωτοτυπία τους στα παιδιά για να τη χρωματίσουν. Τους είπα με λίγα, απλά λόγια κάποια πράγματα για τη ζωή και το έργο τους, τονίζοντας ότι εκτός από καλοί άνθρωποι ήταν και καλοί δάσκαλοι. Γι’ αυτό τους τιμούμε αύριο. Και αναρωτήθηκα πώς το κατάφεραν αυτό. Να γίνουν τόσο καλοί δάσκαλοι, δηλαδή, ώστε τόσα χρόνια μετά από την εποχή που έζησαν και δίδαξαν, να τους θυμόμαστε και να τους θαυμάζουμε. Να ζητάμε στην προσευχή μας να μας φωτίσουν για ν’ ακολουθήσουμε το παράδειγμά τους. Ρώτησα τα παιδιά να μου πουν τη γνώμη τους. Πώς μπορεί κάποιος να γίνει καλός δάσκαλος; Τί προσόντα πρέπει να έχει; Τί πρέπει να κάνει; Πώς να συμπεριφέρεται; Οι απαντήσεις τους ήταν άκρως διαφωτιστικές, όπως πάντα.

 

Ένας καλός δάσκαλος πρέπει:

– να μάθει γράμματα, να σπουδάσει

– να ξέρει να γράφει αριθμούς

– να μη φωνάζει και να μη θυμώνει

– να είναι πάντα χαρούμενος και να χαμογελά

– να μιλάει όμορφα

– να μπορεί να μάθει τα γράμματα που ξέρει εκείνος και στους άλλους

– να ακούει όλα τα παιδιά

– να ζωγραφίζει ωραία

– να διαβάζει τα βιβλία απέξω, χωρίς βοήθεια

– να μαθαίνει τα παιδιά να τραγουδούν και να χορεύουν

– να δείχνει στα παιδιά πώς να παίζουν ήσυχα, χωρίς να μαλώνουν

– να ξέρει να παίζει μπάλα

– να μαθαίνει στα παιδιά να μην κάνουν ζημιές

– να μαθαίνει στα παιδιά να περιμένουν τη σειρά τους

– να ξέρει να μιλάει στο μικρόφωνο

– να έχει πολύ μυαλό, εξυπνάδα και ιδέες

– να μπορεί να θυμάται πολλά πράγματα

– να έχει φαντασία και να μη σταματά να ονειρεύεται

– να προσέχει και ν’ αγαπάει όλα τα παιδιά

– να γεννάει συνέχεια καινούργια πράγματα

– να μπορεί να ξεχωρίσει το καλό απ’ το κακό

Σκεφτόμουν τα λόγια των παιδιών και θαύμασα για άλλη μια φορά την καταπληκτική τους ικανότητα να εστιάζουν στην ουσία των πραγμάτων και να την εκφράζουν καθαρά και ξάστερα χωρίς περικοκλάδες και συμβιβασμούς. Και συγκρίνοντας τα λόγια τους με αυτά του Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ψιθύρισα: “Πείτε τα παιδιά μας, χρυσόστομα, διδάξτε μας! Και μακάρι να έχουμε τ’ αυτιά, τις καρδιές και τα μυαλά μας ανοιχτά να σας ακούσουμε. Και να το πάρουμε το μάθημά μας, δάσκαλοι, γονείς, όλοι μας”…

Από το “Αλφαβητάρι των Ποιημάτων” μου, εκδόσεις Βάρφη, με εικόνες της Έφης Κοκκινάκη

“Ὁ δάσκαλος ὅμως δέ διδάσκει μόνο μέ λόγια, ἀλλά καί μέ ἔργα, γιατί αὐτή εἶναι ἡ ἄριστη διδασκαλία τοῦ δασκάλου. Γιατί καί ὁ κυβερνήτης, ὅταν βάζει δίπλα του τό μαθητή, τοῦ δείχνει βέβαια πώς νά κρατάει τό τιμόνι, ἀλλά προσθέτει καί λόγια στήν πράξη, καί δέ λέγει μόνο, οὔτε ἐργάζεται μόνο. Τό ἴδιο καί ὁ οἰκοδόμος, ἀφοῦ τοποθετήσει δίπλα του ἐκεῖνον πού θέλει νά μάθει πῶς χτίζεται ὁ τοῖχος, τοῦ δείχνει βέβαια μέ τήν πράξη, τοῦ δείχνει ὅμως καί μέ λόγια. Τό ἴδιο κάνει καί ὁ ὑφαντής καί κεντητής καί χρυσοχόος καί χαλκουργός, καί κάθε τέχνη ἔχει τό δάσκαλό της καί μέ λόγια καί μέ ἔργα. Ἐπειδή λοιπόν καί ὁ Χριστός ἦρθε νά μᾶς διδάξει κάθε ἀρετή, γι’ αὐτό καί λέγει νά κάνουμε καί τά κάμνει ὁ ἴδιος. Γιατί λέγει “ὅποιος ἔκαμε καί δίδαξε, αὐτός θά ὀνομασθεῖ μεγάλος στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν” (Ματθ. ε΄ 19).

“Οἰκοδομεῖτε ὁ ἕνας τόν ἄλλον” (Α΄ Θεσ. ε΄ 11). Οὔτε βεβαίως θέλει ὁ Θεός νά βοηθεῖ ὁ χριστιανός μόνον τόν ἑαυτό του, ἀλλά νά οἰκοδομεῖ καί ἄλλους ὄχι μόνο μέ τή διδασκαλία, ἀλλά καί μέ τή συμπεριφορά του, διότι τίποτε δέν φέρει τόσον πρός τό δρόμο τῆς ἀληθείας, ὅσον ἡ συνέπεια τῆς συμπεριφορᾶς, οὔτε βεβαίως προσέχουν τόσον εἰς τά λόγια μας, ὅσον εἰς τά ἔργα μας… Καί ὁ Χριστός ἐμακάρισε αὐτούς λέγων “εἶναι μακάριος ἐκεῖνος πού θά ἐκτελέσει τάς ἐντολάς καί θά διδάξει” (Ματθ. ε΄ 19). Πρόσεξε ότι πρῶτα ἔθεσε τήν πράξιν και μετά τήν διδασκαλίαν. Διότι ὅταν προηγεῖται ἡ πρᾶξις, καί ἄν ἀκόμη δέν ἀκολουθεῖ ἡ διδασκαλία, εἶναι ἀρκετόν νά διδάξουν τά ἔργα λαμπρότερα ἀπό τήν φωνήν ἐκείνους πού μᾶς παρακολουθοῦν. Αὐτό λοιπόν ἄς ἐπιζητοῦμεν, παντοῦ νά διδάσκωμεν πρῶτα μέ τά ἔργα μας καί ὕστερα μέ τά λόγια, διά νά μήν ἀκούσωμεν καί ἡμεῖς ἀπό τόν Παῦλον, “Σύ πού διδάσκεις ἄλλον, τόν ἑαυτό σου δέν διδάσκεις;” (Ρωμ. β΄ 21).

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Μια γιορτή ποιητική, μυθική και ιστορική!

«ΕΛΑ ΕΣΥ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΥΡΑ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΑΞΙΔΕΨΕ ΜΑΣ, ΣΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΟΡΜΗΝΕΨΕ ΜΑΣ!…» 

ΡΟΛΟΙ (κατά σειρά εμφάνισης)

1η Μούσα, Κλειώ
2η Μούσα, Πολύμνια
Ηρακλής
3η Μούσα, Ευτέρπη
Ιάσονας
4η Μούσα, Μελπομένη
Ίκαρος
5η Μούσα, Ερατώ
Θησέας
6η Μούσα, Καλλιόπη
Οδυσσέας
7η Μούσα, Θάλεια
Αριστοφάνης
Λυσιστράτη
Πραξαγόρα
Σωκράτης
8η Μούσα, Τερψιχόρη
Καλλιπάτειρα
9η Μούσα, Ουρανία
Διογένης
Μέγας Αλέξανδρος
Περικλής
Φειδίας

ΕΝΑΡΞΗ – ΠΡΟΛΟΓΟΣ

muses-AΜΟΥΣΕΣ

1Η ΜΟΥΣΑ, ΚΛΕΙΩ

Καλώς μας ήρθατε γονείς,
αδέρφια, φιλενάδες,
παππούδες και γιαγιάδες!
Η χρονιά η σχολική
τελειώνει με γιορτή!
Καθίστε αναπαυτικά:
θα ταξιδέψουμε μακριά,
στα χρόνια τα αρχαία,
με το μυαλό και την καρδιά,
με την κυρά – Μυθολογία
και την αρχόντισσα Ιστορία,
να μας μιλούν ελληνικά,
ωραία και αυθεντικά!
Εγώ κι οι οκτώ μου αδερφές,
οι Μούσες είμαστε οι γνωστές.
Κοπέλες σαν τα κρύα νερά
και με χαρίσματα πολλά.
Το θεό Απόλλωνα ακολουθάμε
και του γλυκοτραγουδάμε.
Αν μας ακολουθήσετε,
σύντομα θα γνωρίσετε
ξεχωριστούς ανθρώπους,
στης Ελλάδας μας τους τόπους!
Αρχή ας γίνει δυνατή,
με τον ατρόμητο Ηρακλή!

2η ΜΟΥΣΑ, ΠΟΛΥΜΝΙΑ

Ο Ηρακλής ήταν, παιδιά,
ήρωας από κούνια!
Τέρατα δεν του γλύτωναν,
μα ούτε και…μαμούνια!
Μωράκι βυζανιάρικο
έπνιξε κάτι φίδια
κι ο αδερφός του ο Ιφικλής
τα χρειάστηκε ο δυστυχής!
Ο Δίας ο πατέρας του
κι η μάνα του η Αλκμήνη
ήταν περήφανοι πολύ
για το μικρούλη Ηρακλή.
Μα η δυστροπία μιας θεάς
του έγινε κακός μπελάς.
Η Ήρα ήταν πεισματάρα,
ζηλιάρα και παραπονιάρα:
συνδυασμός εκρηκτικός
σε χαρακτήρα γυναικός!
Για να εκδικηθεί το Δία,
τον έριξε τον Ηρακλή
στα άγρια θηρία!
Δώδεκα άθλους έκανε
για χάρη του Ευρυσθέα,
του θείου του, μέγα φοβιτσιάρη,
που κρύφτηκε σ’ ένα πυθάρι,
δέρμα σαν είδε από λιοντάρι!
Αλλά ας αφήσουμε τον Ηρακλή
την ιστορία του να μας πει!

HRAKLIS

ΗΡΑΚΛΗΣ

Ο Ηρακλής είμαι ο τρανός,
ημίθεος πλέον ξακουστός!
Από παιδάκι μ’ άρεσαν
τ’ αθλητικά αγωνίσματα,
τη βάση όμως δεν έπιανα
στα άλλα διαγωνίσματα.
Μια μέρα που ο δάσκαλος
μ’ έβαλε τιμωρία,
μία καρέκλα άρπαξα
κι όσα είναι τα γράμματα,
τόσα του ’κανα ράμματα,
γιατί είμαι από ράτσα
με ρωμαλέα μπράτσα!
Τους δώδεκα άθλους θα σας πω,
όχι για να το παινευτώ,
αλλά για ν’ αποδείξω,
τι καταφέρνει όταν βρεθεί
η θέληση με την πυγμή,
το θάρρος κι η εξυπνάδα
και του κορμιού η σβελτάδα…
Της Νεμέας το λιοντάρι
το ξεπάστρεψα με χάρη.
Πριν αδειάσει η κλεψύδρα,
πάει κι η Λερναία Ύδρα!
Τις Στυμφαλίδες Όρνιθες
τις έκανα κοκκινιστές,
της Άρτεμης τ’ άγριο ελάφι,
παρά λίγο με πιλάφι
και τον Ερυμάνθιο κάπρο
στο φούρνο με κρασάκι άσπρο!
Μετά με στείλαν αγγαρεία,
στους στάβλους του βασιλιά Αυγεία.
Του ταύρου ήρθε η σειρά,
στην Κρήτη που έκανε ζημιά.
Τ’ ανθρωποφάγα άλογα
δάμασα του Διομήδη,
Πέρασα κι απ’ τις Αμαζόνες,
που είχανε ωραίες ζώνες.
Στο θείο μου έφερα με τα πόδια
Τ’ αφράτα του Γηρυόνη βόδια.
Έπιασα και τον Κέρβερο,
του Άδη το σκυλί το φοβερό!
Κράτησα στους ώμους τον ουρανό
κι απ’ τον Άτλαντα, με πονηριά,
πήρα τα μήλα τα χρυσά!
Αδύνατο να σας τις πω
τις περιπέτειές μου όλες:
θ’ αποκοιμιόσασταν εδώ,
γι’ αυτό, χαιρετώ κι αποχωρώ!

3η ΜΟΥΣΑ, ΕΥΤΕΡΠΗ

Στης Μαγνησίας τα μέρη
ας πάμε τώρα χέρι – χέρι.
Ένα πανέμορφο παιδί
από γενιά βασιλική,
περιπλανιέται μόνο.
Της Ιωλκού το θρόνο
πάει πίσω να γυρέψει,
που του τον είχαν κλέψει!
Περνάει ένα ποτάμι
και το ένα του σανδάλι
μες στο νερό κυλάει…
Τον είδαν μονοσάνδαλο
κι έγινε μέγα σκάνδαλο!
Ιάσων τ’ όνομά του
και το ’λεγε η καρδιά του!

ellinikos-chrysos-chrysomallo-deras-02_A

ΙΑΣΟΝΑΣ

Μόλις με είδε ο θείος μου
στο όμορφο παλάτι,
του γυάλισε το μάτι!
Γιατί είχε λάβει ένα χρησμό,
που έλεγε νέτα – σκέτα:
«Από ένα μονοσάνδαλο
το θρόνο σου θα χάσεις!».
Μου είπε τότε ο πονηρός:
– «Γιε μου, εσύ ’σαι δυνατός!
Για κάνε μου μια χάρη,
πετάξου στην Κολχίδα, φέρε μου
το χρυσόμαλλο τομάρι!».
Σ’ ένα σπουδαίο ναυπηγό,
τον Άργο, ανέθεσα κι εγώ
κι έφτιαξε ένα πλοίο,
γοργόφτερο και δυνατό,
που το βαφτίσαμε «Αργώ».
Για πλήρωμα συγκέντρωσα
πενήντα παλικάρια.
Ο Ηρακλής και ο Θησέας
οι πρώτοι ήταν της παρέας
και τον Ορφέα πήρα,
για να μας παίζει λύρα!
Και τι δε συναντήσαμε
στης θάλασσας τους δρόμους..
Θηρία, άγριους λαούς,
κινδύνους χίλιους, τρομερούς.
Ως και Πέτρες Συμπληγάδες,
που γρήγορα ανοιγόκλειναν
και σ’ έπιαναν ζαλάδες!
Μα εμείς ακολουθήσαμε
ένα περιστεράκι
και στης Κολχίδας φτάσαμε
τ’ ωραίο λιμανάκι.
Η Μήδεια με βοήθησε,
μάγισσα, αρχοντοπούλα,
και τη χρυσόμαλλη προβιά
που λέγανε και «δέρας»,
κλέψαμε από το τέρας,
το δράκο τον ακοίμητο
που τάχα τη φυλούσε,
μα η Μήδεια με μαγικά,
του έφερε ροχαλητά!
Μετά γοργά σαλπάραμε,
πίσω για την πατρίδα.
Τη Μήδεια παντρεύτηκα
κι έτσι νοικοκυρεύτηκα.
Την ιστορία μου σταματώ,
το τέλος της δε θα σας πω,
γιατί είναι λυπημένο.
Απ’ όλα έχει η ζωή,
μα σήμερα έχουμε γιορτή
και ο Ιάσονας εγώ,
όλο χαρά σας χαιρετώ!

4η ΜΟΥΣΑ, ΜΕΛΠΟΜΕΝΗ

«Μες στου Μαγιού τις μυρωδιές,
στα κόκκινα κεράσια,
για δέστε πως χορεύουνε
της Κρήτης τα κοράσια!»…
Εκεί κι ο πρωτομάστορας
ο Δαίδαλος σκαρώνει
τον Τάλω, το Λαβύρινθο
και όλους τους θαμπώνει!
Μ’ από τη δόξα, τις τιμές,
τα πλούτη, τ’ αγαθά του,
να φύγει, να λευτερωθεί
προτίμησε η καρδιά του.
Χαρές δεν έχει η φυλακή,
ακόμη και αν είναι χρυσή…
Η ολόφωτη βασίλισσα,
που Πασιφάη τη λέγαν
και που πολύ τον συμπαθεί,
του φέρνει πούπουλα, κερί
και κάμποσα γερά σκοινιά,
κρυφά να φτιάξει τα φτερά!
Μα να τον! Με το γιόκα του,
τον Ίκαρο, πετάνε!
Πολύ ψηλά ανεβαίνουνε.
Αχ, θα τα καταφέρουνε;

daedalus-icarus-stamp

 

ΙΚΑΡΟΣ

«Κοίτα πατέρα πως πετώ,
έφτασα ως τον ουρανό!
Λίγο ακόμη και θαρρώ
θα…κουτουλήσω το Θεό!
Όχι πατέρα, μη μου λες
να χαμηλώσω και μην κλαις.
Τι; Δε σ’ ακούω καθαρά…
Θα λιώσουν, είπες, τα φτερά;
Ξέρεις πως είναι να ’σαι νέος,
έξυπνος, δυνατός κι ωραίος;
Τον κίνδυνο δε λογαριάζεις,
μέχρι και τη φωτιά αγκαλιάζεις!
Άχου, φωτιά είπα κι ο ήλιος
δεν αστειεύεται εδώ πάνω…
Πατέρα, τα φτερά μου χάνω.
Πέφτω, πριν ζήσω, θα πεθάνω!…».
Μια θάλασσα κι ένα νησί
πήρανε τ’ όνομά μου.
Στην ιστορία έμεινε
αυτή η αποκοτιά μου.
Ικάριο το πέλαγος
και το νησί Ικαρία.
Παιδιά, ποτέ μην κάνετε
τέτοια ανοησία!
Οι μικροί έχουν ορμή,
μα οι μεγάλοι έχουν πείρα.
Αν ακούτε τους γονείς,
πρώτα θα ωφεληθείτε εσείς!

5η ΜΟΥΣΑ, ΕΡΑΤΩ

Στην Αθήνα τώρα ας πάμε,
για να δούμε ένα λεβέντη.
Στα ανάκτορα όταν πήγε,
έγινε μεγάλο γλέντι.
Του βασιλιά Αιγέα γιος
ήτανε ο μορφονιός.
Βασιλικό σπαθί κρατούσε,
χρυσά ποδήματα φορούσε.
Τον γνώρισε ο βασιλιάς
σαν τον αντίκρισε, μεμιάς!
Απ’ την Τροιζήνα ξεκινώντας
κι ως την Αθήνα περπατώντας,
με κακούργους και ληστές
μάχες έδωσε πολλές.
Και πριν να μπει μέσα στην πόλη,
ήδη γι’ αυτόν μιλούσαν όλοι.
Θησέας είναι τ’ όνομά του,
πολλά τα κατορθώματά του!

ΘΗΣΕΑΣ

ΘΗΣΕΑΣ

Ο δρόμος μου έκρυβε πολλές
παγίδες και κακοτοπιές.
Τον Περιφήτη τον κουτσό,
γίγαντα, του Ηφαίστου γιο,
του αλατιού τον έκανα.
Το Σίνη, τον σκληρό ληστή
κι αυτόν τον έκανα αλοιφή,
που τους φτωχούς διαβάτες
σε λυγισμένα πεύκα
έδενε απ’ τα πόδια
και δίχως να τους λυπηθεί,
τους σκότωνε μια και καλή.
Πελώριο αγριογούρουνο
με το σπαθί μου σούβλισα
και τον κακούργο Σκείρωνα
σ’ ένα γκρεμό τον τσούλησα!
Κάπου κοντά στον Κηφισό,
βρίσκω τον αποκρουστικό
το γίγαντα Προκρούστη.
Στο μικρό του κρεβατάκι
ξάπλωσα το τερατάκι
και τον έκοψα κιμά,
όπως έκανε η αφεντιά του
στα αθώα θύματά του.
Όλοι γνωρίζετε ασφαλώς
τι έκανα στην Κρήτη.
Πήγα με τους Αθηναίους,
επτά νέες κι επτά νέους,
το φόρο να πληρώσουμε,
για πάντα να ξεχρεώσουμε.
Νίκησα το Μινώταυρο
και μ’ ένα κουβαράκι,
βγήκαμε απ’ το Λαβύρινθο,
ώσπου να πεις νεράκι!
Την Αριάδνη φίλησα,
την πήρα απ’ το χεράκι
κι όλοι μαζί το σκάσαμε:
το Μίνωα ξεγελάσαμε!
Αλλά την ξέχασα στη Δήλο
κι έπιασε το Διόνυσο φίλο,
το θεό του αμπελιού,
του κρασιού και του γλεντιού.
Μα φτάνοντας στον Πειραιά,
ένα λάθος πλήρωσα ακριβά:
μαύρα αφήνω τα πανιά,
ξεχνάω να βάλω τα λευκά
κι ο πατέρας μου ο Αιγέας
βουτάει στα βράχια από ψηλά.
Κι από τότε, το λέω και κλαίω,
το πέλαγο είπαμε Αιγαίο!

6η ΜΟΥΣΑ, ΚΑΛΛΙΟΠΗ

Φίλες και φίλοι, ετοιμαστείτε,
τους ήρωες τους Ομηρικούς
τώρα να υποδεχτείτε!
Ο ποιητής ο Όμηρος,
πρώτος μέσα στους πρώτους,
αθάνατα τα έπη του
άφησε στους ανθρώπους.
«Ιλιάδα» και «Οδύσσεια»,
έργα τέχνης ωραία,
με φαντασία, έμπνευση,
μηνύματα σπουδαία.
Τα ’χουν κάνει συναυλίες,
θέατρο, μα και ταινίες.
Αν δεν τα ’χετε διαβάσει,
σας το λέω: έχετε χάσει!
Ορίστε, να κι ο Οδυσσέας
και παραπέρα ο Αχιλλέας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Σαν πατήσαμε την Τροία,
μ’ έπιασε η νοσταλγία
στην Ιθάκη να γυρίσω,
τους δικούς μου να φιλήσω.
Στα πέλαγα ανοίχτηκα
με τους συμπατριώτες,
μα έγραφε το ριζικό μου
να φτάσω μόνος στο χωριό μου.
Τους Κίκονες νικήσαμε,
κάτι αγριανθρώπους.
Στων Λωτοφάγων φτάσαμε τη χώρα:
– «Αν δοκιμάσετε λωτό,
θα τα ξεχάσετε όλα
και γυναίκα και παιδιά
και την πατρίδα τη γλυκιά!»,
είπα στους συντρόφους.
Κι όλους τους ξεμυαλισμένους,
στο πλοίο κουβάλησα δεμένους.
Τον Κύκλωπα, ένα γίγαντα,
γιόκα του Ποσειδώνα,
μ’ ένα κοντάρι τύφλωσα.
Και ο θεός της θάλασσας
οργίστηκε, μας έριξε
στο μάτι του κυκλώνα.
Τον ασκό με τους ανέμους
οι πιο περίεργοι άνοιξαν.
Τότε ο Αίολος θυμώνει
και στα κύματα μας χώνει.
Οι Λαιστρυγόνες ήτανε
θεόρατοι σαν κάστρα,
ανθρωποφάγοι τρομεροί!
Όσοι γλυτώσαν απ’ αυτούς,
θυσίες κάναν στους θεούς…
Στης Κίρκης τα χρυσά παλάτια
αυτούς που κάνανε το μάγκα,
όλους τους έφαγε η μαρμάγκα!
Η μάγισσα η πονηρή
τους δίνει γουρουνιών μορφή.
Τρέχω, τραβάω το σπαθί,
τη φοβερίζω στη στιγμή
κι έτσι ξανάκανε ανθρώπους
τους καημένους τους συντρόφους!
Σαλπάρουμε έπειτα και πάλι
και φτάνουμε σ’ ένα ακρογιάλι,
που οι γλυκόλαλες Σειρήνες
σου παίρνανε το νου για μήνες.
– «Δέστε με», είπα, «στο κατάρτι
να μου περάσει το γινάτι
κι αν σας φωνάζω να με λύσετε,
εσείς να με περιφρονήσετε».
Σαν είδα Χάρυβδη και Σκύλλα,
τότε, παιδιά μου, όλα τα είδα!
Τέτοια αλλόκοτα θηρία,
γεννάει μόνο η φαντασία.
Μου φάγαν κάμποσους συντρόφους…
Μα κι οι υπόλοιποι χαθήκαν,
όταν τα βόδια λιμπιστήκαν,
του θεού Ήλιου και τα σφάξαν.
Μονάχο, λιποθυμισμένο,
άγρια φουρτούνα με ξεβράζει
στης Καλυψώς την αγκαλιά,
που ήταν νύμφη με καρδιά.
Πολύ μ’ αγάπησε αυτή,
μα εγώ μελαγχολούσα.
Σκεφτόμουν την πατρίδα μου
κι έκλαιγα και θρηνούσα…
Στο τέλος με λυπήθηκε
και μ’ άφησε να φύγω.
Μα στων Φαιάκων το νησί
ναυάγησα σε λίγο.
Εκεί με βρήκε η Ναυσικά,
κόρη από βασιλική γενιά.
Με πήρε ευθύς μαζί της,
με πήγε στους γονείς της.
Ο βασιλιάς Αλκίνοος
αφού με περιποιήθηκε,
μου ’δωσε πλοίο και δώρα
και να ’μαι σπίτι τώρα!
Βάζει ένα χέρι η Αθηνά,
προστάτιδα θεά μου,
και τους μνηστήρες ξέκανα,
που τρώγαν τα υπάρχοντά μου.
Το γιο μου τον Τηλέμαχο
συνάντησα επιτέλους,
την Πηνελόπη την πιστή,
που με περίμενε κι αυτή.
Ο Οδυσσέας είμαι εγώ:
με είπαν πολυμήχανο.
Έκοβε το μυαλό μου,
και όσα και να πέρασα,
πίστευα στον εαυτό μου!

7η ΜΟΥΣΑ, ΘΑΛΕΙΑ

Πολλά σας είπαν σοβαρά
τα προηγούμενα παιδιά.
Ας πούμε κι ένα αστείο
σ’ ετούτο το σχολείο!
Στου γιαλού τα άσπρα βράχια,
παίζουν μπάλα δυο…βατράχια
και στου Μήτσου το κοτέτσι
τρώνε οι Όρνιθες γιουβέτσι!
Στράτα – στράτα η Λυσιστράτη
λέει «στους άντρες κάντε κράτει!»
κι η κυρά η Πραξαγόρα
θέλει ψήφο εδώ και τώρα!
Η ζωή είναι κωμωδία,
ένα τσουβαλάκι αστεία.
Και δεν υπάρχει απ’ αυτό
τίποτα πιο τραγικό…
Αυτό λέει ο Αριστοφάνης
κι ο περιπτεράς ο Φάνης!

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Αγαπητοί μου, τη ζωή
τη φιλοσόφησα πολύ.
Αντί να τρέχω σε πορείες,
έγραφα φίνες κωμωδίες.
«Εκκλησιάζουσες» και «Λυσιστράτη»
και «Όρνιθες» και «Βάτραχοι»
κι η ξακουσμένη «Ειρήνη»,
που τα στραβά και τ’ άδικα
στον τοίχο όλα τα στήνει,
από τα έργα μου τα σωσμένα
είναι τα πλέον φημισμένα!
Κανένα εγώ δεν άφηνα
να κάτσει σε χλωρό κλαρί:
πολιτικούς, στρατιωτικούς,
ιερείς και καλλιτέχνες,
χα!, όλους τους κανόνιζα,
αν ήταν ψεύτες, κλέφτες.
Η πένα μου έτσουζε πολύ,
γιατί είχα φλέβα κωμική.
Τα πλήθη τα διασκέδαζα
και την κοιλιά μου γέμιζα!
Πολλοί δε με χωνεύανε,
κακίες μαγειρεύανε,
αλλά εγώ επέμενα
και πάντα αστέρι έμενα!
Ας περάσει η Λυσιστράτη
να μας πει κι εκείνη κάτι!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Τ’ όνομά μου, Λυσιστράτη.
Μ’ είπαν θηλυκό αντάρτη!
Τους μάγκες κάνω τ’ αλατιού
και είμαι πάντα του κουτιού.
Ψηλή, ωραία, κι έξυπνη,
καταφερτζού, τσαχπίνα,
σε φασαρίες έμπλεξα
τους άντρες στην Αθήνα.
Πολέμους κάνανε αυτοί
κι εμείς οι κακομοίρες
βάσανα είχαμε πολλά
και μέναμε και χήρες.
Του λόγου μου δεν άντεξα
και ένα μεσημέρι
με τις γυναίκες κλείστηκα
στης Ακρόπολης τα μέρη.
Από τους άντρες αποχή
κι από τα σπίτια μας μαζί,
αποφασίσαμε οι νιες,
οι ώριμες και οι γριές.
Μας κοροϊδεύαν στην αρχή.
Μετά την πάτησαν αυτοί!
Άλλος έκαψε το φαγητό,
του διπλανού κλαίει το μωρό,
ο τρίτος έβαλε μπουγάδα
και τον έπιασε ζαλάδα!
Γιατί εύκολο είναι να το λες,
πως του νοικοκυριού οι δουλειές
είναι για τα παιδάκια.
Κι είναι ευρύτερα γνωστό,
ότι απέξω απ΄το χορό,
πολλά λεν τραγουδάκια!
Πολλά μηχανευτήκανε
για να μας βγάλουν έξω,
μα εγώ δε διανοήθηκα
στιγμή να τους πιστέψω.
Φωτιές ανάψαν, ο καπνός
για να μας φέρει βήχα,
μα εμείς τους καταβρέξαμε:
τη λύση πάλι βρήκα!
Τους αστυνόμους φέρανε
Που τάχα μας συλλάβανε,
μα με τις ξεσκονίστρες μας
καρούμπαλα τους κάναμε!
Αφού καλά τους ψήσαμε,
στα σπίτια μας γυρίσαμε.
Μόνο η ειρήνη έχει χαρές
και φιλιά και αγκαλιές.
Ο πόλεμος είναι συμφορά
και φέρνει κλάματα πολλά.
Σαν όλοι συμφωνήσαμε,
ευτυχισμένοι ζήσαμε!
Για πλησίασε Πραξαγόρα,
για να συνεχίσεις τώρα…

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ

Βρε γλωσσά Αριστοφάνη,
σαν πολλά μας τα ’πες, φτάνει!
Σεις οι άντρες, κουτσομπόλες
λέτε τις γυναίκες όλες.
Μα σαν βρείτε ευκαιρία,
στιγμή δεν κάνετε ησυχία.
Σαν τα κοκόρια τρώγεστε
και παίζετε τ’ αντράκια
και δος του πόλεμοι και βία…
Αχ! Μ’ έπιασε απελπισία!
Μου ήρθε, λοιπόν, μία ιδέα
και σας τη φέραμε ωραία:
ντυθήκαμε οι γυναίκες άντρες,
στολίδια βγάλαμε και χάντρες
και στη Βουλή ψηφίσαμε,
ειρήνη αποφασίσαμε,
δημοκρατία για όλους,
αρσενικούς και θηλυκούς.
Πήγαμε σπίτια μας μετά
και ούτε γάτα, ούτε ζημιά!
Το γυναικείο το μυαλό
λένε πως είναι κοφτερό.
Μα ξέρω κι έναν άντρα
τίμιο, δίκαιο, σοφό,
που έμεινε στην ιστορία
και δίδασκε φιλοσοφία.
Τον λέγανε Σωκράτη.
Σωκράτη, πες μας κάτι!

1.-José-Maria-de-Medeiros-Death-of-Socrates-1878_A

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ένα ξέρω και το λέω,
ότι τίποτα δεν ξέρω!
Μια ολόκληρη ζωή
ερευνούσα τα γιατί.
Έκανα όλο ερωτήσεις
και απέφευγα τις κρίσεις.
Ο άνθρωπος, είπα, ο σωστός
πρέπει να είναι ταπεινός.
Όποιον τα ξέρει δήθεν όλα,
θρασύ τον λέμε και ξερόλα!
Πολύ αγαπούσα τα παιδιά.
Τα δίδασκα στην Αγορά.
Μιλούσαμε για ιδέες,
με νεανικές παρέες.
Για πιο καλό μου μαθητή
είχα τον ξύπνιο Πλάτωνα,
αλλά και τους υπόλοιπους
χαιρόμουν και καμάρωνα.
Μα όπως πάντα γίνεται
αν κάποιος ξεχωρίζει,
ελάχιστοι τον αγαπούν,
οι πιο πολλοί τονε φθονούν…
Κάποιοι με συκοφάντησαν
ότι τους νέους χαλάω.
Με σύρανε το γέροντα,
στη φυλακή να πάω.
Σκασιαρχείο μου είπανε
οι φίλοι μου να κάνω,
γιατί αλλιώς, αλίμονο,
έπρεπε να πεθάνω.
Μα εγώ όσο έζησα στη γη,
είχα περηφάνια και τιμή.
Το δηλητήριο ήπια,
γελώντας το αντίο είπα.
Για αιώνες λέγανε μετά:
– «Δάσκαλε, μας τιμούσες!».
Κανείς δεν είπε: «Δίδασκες
και νόμους δεν τηρούσες!».

8η ΜΟΥΣΑ, ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ

Ας πάμε τώρα, φίλοι μου,
βόλτα στην Ολυμπία.
Εκεί θα συναντήσουμε
μια αληθινή κυρία.
Στην αρχαία εποχή,
οι Αγώνες οι Ολυμπιακοί
είχαν οκάδες δόξα
και μια σταλίτσα…λόξα!
Γυναίκες δεν αφήνανε
στο στάδιο να μπούνε,
ούτε να είναι θεατές,
ούτε ν’ αγωνιστούνε.
Μα μία τους την έσκασε
και στις κερκίδες έκατσε.
Τη νόμισαν για άντρα
και πέρασε τη μάντρα…
Μα αν τότε οι Ολυμπιακοί
είχαν κουσούρια δύο,
πολύ φοβάμαι σήμερα
έχουν…σαράντα δύο!
Αστείο είναι τα λεφτά
να γίνονται όλα δρόμοι
και Coca Cola να ρουφάν
ως κι οι λαμπαδηδρόμοι;
Καλλιπάτειρα, εμπρός, βγες
και την ιστορία σου πες!

ΑΘΛΗΤΕΣ

ΚΑΛΛΙΠΑΤΕΙΡΑ

Θρύλο την ιστορία μου
έκαναν, είναι αλήθεια
και τη διηγιούνται οι άνθρωποι,
όπως τα παραμύθια.
Το ποίημα που θα σας πω
είναι του Λορέντζου Μαβίλη.
Τα λέει ωραία ο ποιητής,
μάστορας της στιχουργικής!
« – Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πως μπήκες;
Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία εδώθε.
– Έχω ανήψι, τον Ευκλέα,
τρία αδέρφια, γιο, πατέρα ολυμπιονίκες.
Να μ’ αφήσετε πρέπει, ελλανοδίκες,
και εγώ να καμαρώσω μες στα ωραία
κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα
παλεύουν, θαυμαστές ψυχές αντρίκιες.
Με τις άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια
στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζει,
με της αντρειάς τ’ αμάραντα προνόμια.
Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
σε αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
ύμνος χρυσός του Πινδάρου».

9η ΜΟΥΣΑ, ΟΥΡΑΝΙΑ

Ας φύγουμε απ’ τους αθλητές
και τα στεφάνια απ’ αγριελιές.
Καταμεσίς της Αγοράς,
τρώει ο Διογένης.
Τύπος απλός και λαϊκός,
πάμπτωχος αλλά καυστικός,
τα λόγια δε μασούσε,
ούτε κι όταν πεινούσε!
– «Είναι μέρος η Αγορά,
Διογένη, για να τρως κουκιά;
Σταμάτα, ρίχνεις ψίχουλα,
τα μάρμαρα λερώνεις
κι εδώ είν’ επίσημη γωνιά.
Βρε, τι καμώματα είν’ αυτά;».

Jacques_Gamelin_-_Alexandre_et_Diogène_A

ΔΙΟΓΕΝΗΣ

Για να σου πω, κορίτσι μου,
μη με παραζορίζεις
και τη δική σου την κοιλιά
μονάχα να ορίζεις.
Στην Αγορά εγώ πείνασα,
στην Αγορά θα φάω
κι είναι απολύτως φυσικό,
να τρώω όταν πεινάω!
Οι πλούσιοι τρώνε συνέχεια
μα όποιος ζει μες στην ανέχεια,
για να βγει το ξεροκόμματο,
κάνει ως και τον…αόμματο!
Δεν ντρέπομαι, το μαρτυράω,
πως ζητιανεύω για να φάω.
Πολλοί αμολάνε τα σκυλιά τους,
για να φυλούν τα υπάρχοντά τους.
Μα εγώ δεν έχω τίποτα,
κανένα δε φοβάμαι
και μέρα μεσημέρι
φανό κρατώ στο χέρι.
ΑΝΘΡΩΠΟ, ακούστε με, ζητώ,
που μ’ άνθρωπο να μοιάζει
και να μην το ’χει σύστημα
ψέματα ν’ αραδιάζει.
Όλοι τον πλούτο κυνηγούν,
το παν για χάρη του πουλούν…
Πέστε μου, τι να κάνω;
Να πέσω να πεθάνω;
Μα ποιος είν’ τούτος ο ψηλός,
που ’ρθε ντυμένος σα γαμπρός;

ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Δεν είμαι φίλε μου γαμπρός,
αλλά μεγάλος στρατηγός!
Αλέξανδρο με λένε.
Σίγουρα θα ’χεις ακουστά
για τη δική μου τη γενιά,
τους ξακουσμένους Μακεδόνες
που βασιλεύαν για αιώνες.
Τους Έλληνες οδήγησα
στα βάθη της Ασίας,
χαράζοντας τα σύνορα
μιας αυτοκρατορίας.
Το Βουκεφάλα δάμασα,
το πιο ατίθασο άτι,
σαν ήμουνα μικρό παιδί.
Κι ο βασιλιάς ο Φίλιππος:
– «Γιε μου, η Μακεδονία
είναι για σένα πια μικρή!»,
μου είπε με χαρά πολλή
και μου ’δωσε τα ηνία.
Τους Πέρσες κατατρόπωσα,
ίδρυσα πολιτείες.
Σαν το λιοντάρι άντεχα
σ’ όλες τις κακουχίες.
Μα τη σοφία σου θαυμάζω
και μπροστά σ’ όλους σου τάζω,
κάθε σου επιθυμία
να εκπληρωθεί με προθυμία.
Διογένη, ό,τι θέλεις ζήτα!

ΔΙΟΓΕΝΗΣ

Πολύ με ζάλισες και κοίτα,
πρώτα απ’ όλα, κάνε πέρα:
ήλιο μου κρύβεις και αέρα.
Τίποτε άλλο δε ζητώ,
μέριασε, για να ζεσταθώ!
Κάνε μου αυτή τη χάρη,
στάσου μακριά απ’ το πιθάρι!

ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Μα τους θεούς, ορκίζομαι
Αλέξανδρος αν δεν ήμουν,
σίγουρα θα ευχόμουνα,
Διογένης να γινόμουνα!

250px-Pericles_Pio-Clementino_Inv269

ΠΕΡΙΚΛΗΣ

Τι βλέπω; Μαζευτήκανε
προσώπατα σπουδαία
και φτιάξαν την καλύτερη
για μια γιορτή παρέα.
Έρχομαι και εγώ ευθύς,
ο δοξασμένος Περικλής.
Ηγέτης μα και στρατηγός
ήμουν εγώ ξεχωριστός!
Στα χρόνια που διοικούσα,
τον 5ο αιώνα, τον Χρυσό,
η Αθήνα ήταν διαμαντόπετρα
στης γης το δαχτυλίδι.
Άλλο αν σήμερα η φτωχή
πνίγεται στο σκουπίδι…
Μάζεψα γύρω μου ικανούς
σοφούς και καλλιτέχνες
κι όλοι μαζί ασκήσανε
τις πιο ωραίες τέχνες!
Τον Παρθενώνα έχτισαν
Ικτίνος, Καλλικράτης.
Τους νόμους όλοι σέβονταν:
σπανίως παραβάτης.
Δημοκρατία στέριωσα,
πολίτευμα σπουδαίο,
που αφήνει για να γεννηθεί
το κάθε τι ωραίο.
Τι λες κι εσύ γλύπτη Φειδία,
που έμεινες στην ιστορία;

ΦΕΙΔΙΑΣ

Με τα δυο μου γερά χέρια,
έφτιαξα αγάλματα σπουδαία:
Το χρυσελεφάντινο το Δία
στο θρόνο του, στην Ολυμπία,
την Αθηνά Παλλάδα,
που δόξασε όλη την Ελλάδα.
Στο μάρμαρο το πεντελικό
έδινα ζωή εγώ.
Τι να πρωτοθυμηθώ;
Όποτε πάτε στα μουσεία,
λέτε «αυτό είναι έργο του Φειδία».
Στα όνειρά μου έρχονταν
συχνά πυκνά οι Μούσες,
οι κοπελούδες οι εννιά,
που φέρνουν έμπνευση, χαρά
και μου χαρίσαν μια ζωή,
γεμάτη, δημιουργική.
Δε μένει παρά να σας πω,
αντίο απ’ το σχολείο αυτό.
Πέρασε κιόλας μια χρονιά,
σαν ποταμάκι που κυλά…
Εύχομαι σ’ όλα τα παιδιά
υγεία, πρόοδο, χαρά
και στους γονείς και συγγενείς
να είναι πάντα ευτυχείς,
που έχουν για θησαυρούς τους,
τις κόρες και τους γιους τους!

ΤΕΛΟΣ

Το κείμενό μου αυτό “ανεβάστηκε” ως θεατρική παράσταση στη γιορτή λήξης του σχολικού έτους το καλοκαίρι του 2004, στο 2ο Νηπιαγωγείο Πετρούπολης.

Γιορτή λήξης σχολ. έτους 2014-15 με “Ένα Βυζαντινό Παραμύθι…”

Mia_Volta_Sta_Vyzantina_Chroniaproskllisi_2prosklisi_4Για τη φετινή γιορτή λήξης της σχολικής χρονιάς στο νηπιαγωγείο μας, αποφασίσαμε μαζί με την εξαιρετική μου συνάδελφο να δουλέψουμε ένα θέμα για το οποίο “την έτρωγε η περιέργεια” αν και κατά πόσο μπορούν τόσο μικρά παιδιά να το κατανοήσουν, να το αφομοιώσουν και να το παρουσιάσουν με επιτυχία μπροστά σε κοινό. Έτσι, με αφορμή το βιβλίο μου “Μια βόλτα στα βυζαντινά χρόνια” οργανώσαμε τη γιορτή μας σαν ένα μικρό project που “αναδυόταν” σταδιακά, ένα μήνα περίπου πριν και εμπλουτιζόταν με ποικίλες δραστηριότητες συνδυαζόμενο με όλους τους υπόλοιπους παιδαγωγικούς και μαθησιακούς μας στόχους, ώσπου μορφοποιήθηκε στο αποτέλεσμα που τελικά παρουσιάσαμε στις 12 Ιουνίου 2015. Για το αποτέλεσμα αφήνω τα σχόλια σε όσους μας παρακολούθησαν εκείνη την ημέρα. Θα πω μόνο ότι η συγκίνησή μου είναι τόση, που θα κάνει μέρες να καταλαγιάσει…Και ότι κάποια στιγμιότυπα δεν θα τα ξεχάσω ποτέ όσο ζω.HROES_AHROES_G

Παραθέτω το βασικό concept της γιορτής μας για όποιον και όποια συνάδελφο ενδιαφέρεται να το αξιοποιήσει. Θα είναι χαρά για μένα, ειδικά αν εκτός από το να το επιχειρήσει, το επικοινωνήσει και μαζί μου! Και ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου την άξια συνάδελφό μου και φίλη πλέον Σταυρούλα Αναστασοπούλου, τα παιδιά και τους γονείς και συγγενείς τους για όλα όσα μοιραστήκαμε, όλους όσους μας βοήθησαν κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, καθώς και τη Σχολική μας Σύμβουλο στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Δ’ Αθήνας κυρία Φρόσω Βαγή και την Υπεύθυνη Πολιτιστικών Προγραμμάτων κυρία Λώρα Πετροπούλου, οι οποίες μας έκαναν την τιμή να παραστούν στη γιορτή μας και στέκονται συνεχώς στο πλάι μας με την πολύτιμη συμβολή και συμβουλή τους.Kastro_3KaraviGrammata

TAXIDIA_1TAXIDIA_9TAXIDIA_2Έναρξη παράστασης (μικρό κουκλοθεατρικό δρώμενο)

ΓΚΑΡΙ: Γκαρ γκαρ, που βρίσκομαι; Μαμάκα μου! Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Αστέρη! Βάγια; Που είστε και μ’ αφήσατε μονάχο;
ΒΑΓΙΑ: Ε όχι και μονάχο με τόσο κόσμο! Ξέχασες ότι σήμερα έχουμε γιορτή;
ΓΚΑΡΙ: Ποιος πήγε για πιπί;
ΑΣΤΕΡΗΣ: Καλέ, τι πιπί; Γιορτή λέμε! Πάει, τέλειωσε η χρονιά! Στο 7ο Νηπιαγωγείο Νέας Σμύρνης τα παιδιά ετοιμάζονται να πάνε διακοπές!
ΓΚΑΡΙ: Γκαρ γκαρ! Τι αστραπές και βροντές; Μια χαρά λιακάδα έχει έξω!
ΒΑΓΙΑ: Σύνελθε, Γκάρι! Από πότε έχεις να καθαρίσεις τ’ αυτιά σου; Τόσες πρόβες κάναμε! Ακόμη να μάθεις τα λόγια σου;
ΓΚΑΡΙ: Λυπάμαι που έχασες τα κομπολόγια σου! Αλλά μη στενοχωριέσαι, θα πεταχτούμε μέχρι το παζάρι και θα βρούμε άλλα, βρε κουκλί μου!
ΑΣΤΕΡΗΣ: Αρχίζω να χάνω την υπομονή μου!
ΒΑΓΙΑ: ΓΚΑΡΙ! Πλάκα μας κάνεις; Η παράσταση αρχίζει! Έχουμε δουλειά!
ΑΣΤΕΡΗΣ: Θα πάμε μια βόλτα στα χρόνια τα βυζαντινά!
ΓΚΑΡΙ: Γκαρ γκαρ! ΝΑΙ! Θα φάμε και σιροπιαστά;
ΒΑΓΙΑ: Αστέρη! Δώσε του ένα γλειφιτζούρι να συνέλθει, γιατί θα μας τρελάνει.
ΑΣΤΕΡΗΣ: Ορίστε, πάρε! Στυλώσου! Θα ταξιδέψουμε χίλια χρόνια πίσω!
ΓΚΑΡΙ: Μιαμ μιαμ, γλυκάθηκα! Τι να σας τραγουδήσω;
ΒΑΓΙΑ: Όχι! Μη! Θα μας ξεκουφάνεις με τη γαϊδουροφωνάρα σου! Καλύτερα να τραγουδήσουν τα παιδιά.
ΑΣΤΕΡΗΣ: Έλα Βάγια, ανέβα! Κρατήσου καλά! Φύγαμε παιδιά!kouklotheatro_1kouklotheatrokoyklotheatroKOYKLOTHEATRO

Τραγουδάμε όλοι μαζί το τραγουδάκι γνωριμίας από το βιβλίο μου “Μια βόλτα στα βυζαντινά χρόνια”:

«Γκάρι γκάρι, γκάρι γκάρι,
ζουζούνια δεν είμαστε, ούτε γλάροι!
Μα η φτερωτή μας φαντασία,
βόλτα μας πάει στην Ιστορία!

Γκάρι γκάρι, γκάρι γκάρι,
ας προσγειωθούμε όλο χάρη,
με τρία χοπ και τρία λα,
στα Χρόνια τα Βυζαντινά!».proves

Στη συνέχεια οι 26 μαθητές και μαθήτριες απήγγειλαν “Ένα βυζαντινό παραμύθι…”. Πρόκειται για τη συνέχεια του ακριτικού τραγουδιού “Μοναχογιός ο Κωνσταντής” έτσι όπως τη φανταστήκαμε, τη διασκεύασα και τη μορφοποίησα σε στίχους.

Καλώς ορίσατε γονείς,
γιαγιάδες και παππούδες!
Ήρθε η ώρα κι η στιγμή,
για να γιορτάσουμε μαζί!

Καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι,
θα πάμε ωραίο ταξιδάκι,
σε καιρούς αλλοτινούς,
σπουδαίους και ιστορικούς.

Καθίστε αναπαυτικά
και κλείστε και τα κινητά.
Το παραμύθι μας ν’ αρχίσει…
Μακάρι να σας συγκινήσει!MAMA_KONSTANTIS_DASKALOS_3MAMA_KONSTANTIS_1

Vyzantino_SxoleioΜοναχογιός ο Κωνσταντής,
μικρός και χαϊδεμένος.
Έναν τον έχει η μάνα του,
έναν και κανακάρη.

Τον έλουζε, τον χτένιζε
και στο σχολειό τον στέλνει.
Κι ο δάσκαλος τον διάβαζε,
γράμματα τον μαθαίνει.

Αντρειώθηκεν ο Κωνσταντής
κι έγινε παλικάρι.
Στη χώρα ήταν ξακουστός,
στη μάνα του καμάρι.proves_2

Φίλους απέκτησε πολλούς,
γενναία παλικάρια!
Αχώριστοι ήταν στις χαρές,
σα μια γροθιά στις συμφορές.

Τους λένε Ακρίτες και φρουρούν
του Βυζαντίου τις άκρες,
ασπίδα ενάντια στους εχθρούς.
Και δυστυχώς έχουν πολλούς…

Και πώς να μη συμβεί αυτό;
Πώς να μην τη ζηλέψουν,
Τα πλούτη της να λιμπιστούν,
να θέλουν να κουρσέψουν;

Σαν την Κωνσταντινούπολη,
Πόλη δεν είναι άλλη!
Στα τείχη της έκαναν ουρές
ένα σωρό κατακτητές…XOROS_TON_AKRITON

Μα ο Κωνσταντής κι οι φίλοι του
είν’ αποφασισμένοι!
Θα κάνουνε ό,τι μπορούν,
μες στη σκλαβιά να μην τη δουν.

Ψηλά ανεβαίνουν στο βουνό,
να πολεμούν μαθαίνουν.
Γυμνάζονται με τα σπαθιά,
τ’ ακόντια ρίχνουν μακριά.

Καλπάζουν με τα άτια τους,
τοξεύουν με τα βέλη.
Το ρόπαλο βαστούν γερά,
πηδούν και τρέχουν σα θεριά!ANTREIOTHIKE_O KONSTANTIS

Μπροστά πηγαίνει ο Κωνσταντής,
στο Δυνατό καβάλα.
Τ’ ασπρόμαυρο το άτι του,
με τ’ αετίσιο μάτι του!

Μιλάει μ’ ανθρώπινη φωνή,
σαν άνεμος καλπάζει.
Πηδάει, δαγκώνει και κλωτσά,
όταν στον πόλεμο χιμά.proves_3

Κι ένα ωραίο πρωινό,
σε μιας ροδιάς τον ίσκιο,
ο Κωνσταντής μας συναντά
ξανθομαλλούσα κοπελιά.

Σαν ουρανός τα μάτια της,
σαν ήλιος η καρδιά της.
Τριανταφυλλένιο άρωμα
σκορπά στο πέρασμά της!

«Πώς σε φωνάζουν, Όμορφη;»,
ο Κωνσταντής ρωτάει.
«Σοφία με λένε», απαντά
και του χαμογελάει.SOFIA_NYFI

Με την αυγή κοιτάχτηκαν,
το γιόμα αγαπηθήκαν.
Και τρία μερόνυχτα μετά,
πήγαν και παντρευτήκαν.

Γλέντι τρανό οι φίλοι τους
στήσαν για να γιορτάσουν.
Στης εκκλησίας την αυλή,
γέλια κι ευχές, ως το πρωί!

Έφαγαν χίλιες νοστιμιές,
ήπιαν γλυκό κρασάκι
Τραγούδησαν μελωδικά,
χόρεψαν και καρσιλαμά!XOROS_TON_AKRITON_1XOROS_FILENADON_1

Ας τους αφήσουμε εκεί,
χαρούμενους, κεφάτους.
Κι ας επιστρέψουμε εδώ,
στ’ αγαπημένο μας σχολειό!

Μία ολόκληρη χρονιά,
μάθαμε πράγματα πολλά.
Μα και πώς ζεις με τη φιλία,
με σεβασμό, συνεργασία.

Το καλοκαίρι έφτασε
κι οι διακοπές αρχίζουν!
Μεγάλωσες κι εσύ κι εγώ.
Του χρόνου πια Δημοτικό!

Τα χέρια όλοι ας πιάσουμε
και ας χαμογελάσουμε.
Γλυκιά ευχή να πούμε,
γιατί πολύ σας αγαπούμε!

Σ’ όλα του κόσμου τα παιδιά,
με νου, με χάρες, με καρδιά,
Καλή Πρόοδο να έχουν,
τον εαυτό τους να προσέχουν!XOROS_KORITSION

Το δεύτερο μέρος της γιορτής μας περιελάμβανε χορό, τραγούδι και δραματοποίηση – παντομίμα βασισμένα στην παραπάνω διασκευή, οργανωμένα σε 5 μικρότερα σκετς. Οι ρόλοι που υποδύθηκαν τα παιδιά ήταν: Κωνσταντής, ” Μητέρα Κωνσταντή, ” Δάσκαλος, ” Φίλοι Κωνσταντή, ” Σοφία, ” Φίλες Σοφίας, ” Μουσικοί, ” Χορεύτριες.karavi_10

Για τη μουσική επένδυση της παράστασης χρησιμοποιήθηκαν οι μελωδίες και τα τραγούδια:
1. Είσοδος Μουσικών: «Ταταυλιανό χασάπικο» (από το «Άρωμα…Πόλης», CD 3)

2. Είσοδος Κωνσταντή, Μητέρας, Δάσκαλου: «Μοναχογιός ο Κωνσταντής» (Από το CD Χρόνης Αηδονίδης, «Τ’ αηδόνια της Ανατολής – Τραγούδια Θράκης και Μικράς Ασίας)

3. Είσοδος Φίλων Κωνσταντή: «Σαν τα μάρμαρα της Πόλης» (Από το CD Χρόνης Αηδονίδης, «Τ’ αηδόνια της Ανατολής – Τραγούδια Θράκης και Μικράς Ασίας)

4. Είσοδος Σοφίας και Φιλενάδων της: «Άρωμα κανέλλας» (Από το CD της Ευανθίας Ρεμπούτσικα «Πολίτικη Κουζίνα»)

5. Είσοδος Χορευτριών – Γαμήλιο γλέντι: «Καράβι καραβάκι» (παραδοσιακό από το CD του Πέτρου Γαϊτάνου «Αγέρας Έρωτας και Αρμύρα»)

6. Φινάλε: «Καροτσέρη τράβα» (με τη Γλυκερία, από το «Άρωμα…Πόλης», CD 3)psifidoto_4psifidoto_10psifidoto_3SKINIKO

Η κινησιολογία της παράστασης βασίστηκε στα “πραγματικά” βήματα των παραδοσιακών χορών. Για τα σκηνικά και τα “αξεσουάρ” της παράστασης η έμπνευσή μας δανείστηκε στοιχεία από βυζαντινές μικρογραφίες και από την εικονογράφηση σχετικών παιδικών (και όχι μόνο) βιβλίων, καθώς και από εκθέματα των βυζαντινών μας μουσείων.

 

Μια βόλτα στα βυζαντινά χρόνια!

Giorti_6Το έμμετρο παραμύθι “Η ιστορία του Κωνσταντή” γράφτηκε με τη συνεργασία των νηπίων του 10ου Νηπιαγωγείου Νέας Σμύρνης, με αφόρμηση το ακριτικό τραγούδι “Μοναχογιός ο Κωνσταντής” και ανέβηκε ως θεατρική παράσταση στη γιορτή λήξης του σχολικού έτους 2013-14. Ήταν το “επιστέγασμα” τρίμηνου πολιτιστικού προγράμματος βασισμένου στο βιβλίο μου “Μια βόλτα στα βυζαντινά χρόνια”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος σε εικονογράφηση της Λέλας Στρούτση. Σε πείσμα των πολλών πρακτικών και άλλων δυσκολιών και προβλημάτων που αντιμετωπίζαμε στην τάξη μας, δουλεύτηκε με κέφι και αγαπήθηκε πολύ από τα παιδιά. Το μοιράζομαι μαζί σας και εύχομαι να αποτελέσει ικανό ερέθισμα, ώστε να ασχοληθείτε κι εσείς με την υπέροχη αλλά αρκούντως παρεξηγημένη και συχνά απόμακρη -για λόγους που δεν είναι της παρούσης- βυζαντινή μας ιστορία.Giorti_9

Καλώς ορίσατε γονείς,
γιαγιάδες και παππούδες!
Ήρθε η ώρα κι η στιγμή,
για να γιορτάσουμε μαζί.

Καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι,
θα πάμε όλοι ταξιδάκι
σε καιρούς αλλοτινούς,
σπουδαίους και ιστορικούς.

Καθίστε αναπαυτικά
και κλείστε και τα κινητά.
Το παραμύθι μας ν’ αρχίσει…
Μακάρι να σας συγκινήσει!Giorti_15

“Μοναχογιός ο Κωνσταντής,
μικρός και χαϊδεμένος.
Έναν τον έχει η μάνα του,
έναν και κανακάρη.

Τον έλουζε, τον χτένιζε
και στο σχολειό τον στέλνει.
Κι ο δάσκαλος τον διάβαζε,
γράμματα τον μαθαίνει.

Αντρειώθηκεν ο Κωνσταντής
κι έγινε παλικάρι.
Στη χώρα ήταν ξακουστός,
στη μάνα του καμάρι”.Vyzantino_1

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Φίλους απέκτησε πολλούς,
γενναία παλικάρια.
Αχώριστοι ήταν στις χαρές,
σαν μια γροθιά στις συμφορές.

Τους λένε Ακρίτες και φρουρούν
του Βυζαντίου τις άκρες.
Ασπίδα ενάντια στους εχθρούς,
που δυστυχώς έχουν πολλούς.

Και πώς να μη συμβεί αυτό;
Πώς να μην τη ζηλέψουν,
τα πλούτη της να λιμπιστούν,
να θέλουν να κουρσέψουν;

Σαν την Κωνσταντινούπολη,
Πόλη δεν είναι άλλη.
Στα τείχη της έκαναν ουρές
ένα σωρό κατακτητές…Giorti_12

Μα ο Κωνσταντής κι οι φίλοι του
είν’ αποφασισμένοι.
Θα κάνουνε ό,τι μπορούν,
μες στη σκλαβιά να μην τη δουν.

Ψηλά ανεβαίνουν στο βουνό,
να πολεμούν μαθαίνουν.
Γυμνάζονται με τα σπαθιά,
τ’ ακόντια ρίχνουν μακριά.

Καλπάζουν με τα άτια τους,
τοξεύουν με τα βέλη.
Το ρόπαλο βαστούν γερά,
πηδούν και τρέχουν σα θεριά.Giorti_14

Μπροστά πηγαίνει ο Κωνσταντής,
στο Δυνατό καβάλα.
Τ’ ασπρόμαυρο το άτι του,
με τ’ αετίσιο μάτι του.

Μιλάει μ’ ανθρώπινη φωνή,
σαν άνεμος καλπάζει.
Πηδάει, δαγκώνει και κλωτσά,
όταν στον πόλεμο χιμά.

Κι ένα ωραίο πρωινό,
σε μιας ροδιάς τον ίσκιο,
ο Κωνσταντής μας συναντά
ξανθομαλλούσα κοπελιά.

Σαν ουρανός τα μάτια της,
σαν ήλιος η καρδιά της.
Τριανταφυλλένιο άρωμα
σκορπά στο πέρασμά της.Vyzantino_2

Πώς σε φωνάζουν, Όμορφη;,
ο Κωνσταντής ρωτάει.
Σοφία με λένε, απαντά
και του χαμογελάει.

Με την αυγή κοιτάχτηκαν,
το γιόμα αγαπηθήκαν
και τρία μερόνυχτα μετά
πήγαν και παντρευτήκαν.

Γλέντι τρανό οι φίλοι τους
στήσαν για να γιορτάσουν.
Στης εκκλησίας την αυλή,
γέλια κι ευχές, ως το πρωί.

Έφαγαν χίλιες νοστιμιές,
ήπιαν γλυκό κρασάκι.
Τραγούδησαν μελωδικά,
χόρεψαν και καρσιλαμά!Giorti_11

Ας τους αφήσουμε εκεί,
χαρούμενους, κεφάτους
κι ας επιστρέψουμε εδώ
στ’ αγαπημένο μας σχολειό!

Μία ολόκληρη χρονιά,
μάθαμε πράγματα πολλά.
Μα και πώς ζεις με τη φιλία,
με σεβασμό, συνεργασία.

Το καλοκαίρι έφτασε
κι οι διακοπές αρχίζουν.
Μεγάλωσες κι εσύ κι εγώ
του χρόνου πια Δημοτικό!

ΤΕΛΟΣGiorti_2

Ρόλοι θεατρικού:

Κωνσταντής, Μητέρα Κωνσταντή, Δάσκαλος, Φίλοι Κωνσταντή, Σοφία, Φίλες Σοφίας, Μουσικοί, Χορεύτριες

Μουσική επένδυση θεατρικού:

1. Είσοδος Μουσικών: «Ταταυλιανό χασάπικο» (από το «Άρωμα…Πόλης», CD 3)

2. Είσοδος Κωνσταντή, Μητέρας, Δάσκαλου: «Μοναχογιός ο Κωνσταντής» (Από το CD Χρόνης Αηδονίδης, «Τ’ αηδόνια της Ανατολής – Τραγούδια Θράκης και Μικράς Ασίας)

3. Είσοδος Φίλων Κωνσταντή: «Σαν τα μάρμαρα της Πόλης» (Από το CD Χρόνης Αηδονίδης, «Τ’ αηδόνια της Ανατολής – Τραγούδια Θράκης και Μικράς Ασίας)

4. Είσοδος Σοφίας και Φιλενάδων της: «Άρωμα κανέλλας» (Από το CD της Ευανθίας Ρεμπούτσικα «Πολίτικη Κουζίνα»)

5. Είσοδος Χορευτριών – Γαμήλιο γλέντι: «Καράβι καραβάκι» (παραδοσιακό, από το CD του Πέτρου Γαϊτάνου «Αγέρας Έρωτας και Αρμύρα»)

6. Φινάλε: «Καροτσέρη τράβα» (με τη Γλυκερία, από το «Άρωμα…Πόλης», CD 3)Giorti_3

Giorti_1Giorti_5

28η Οκτωβρίου 1940

1940_aΚαθώς πλησιάζει η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου 1940, αναρτώ ένα ποίημα που κάθε χρόνο δουλεύω στην τάξη μου με τους μαθητές μου και περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου “Εδώ Προνήπιο”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος. Με αφορμή τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, χρησιμοποιώ πλήθος πηγών και εποπτικού υλικού, οπτικού και ακουστικού, για να “μεταφέρω” στα παιδιά το κλίμα της εποχής.

Αποφεύγω τις πολλές κατασκευές και τα φύλλα εργασίας. 1940Για μένα πιο σημαντικό από το να ζωγραφίσουν ένα δάφνινο στεφάνι ή να χειροτεχνήσουν ένα ακόμη…τσαρούχι, είναι να δραματοποιήσουμε ένα ποίημα ή ένα πεζό, να ακούσουμε τη δραματική φωνή του Μάνου Κατράκη να απαγγέλει Ελύτη από το “Άξιον Εστί” του Μίκη Θεοδωράκη και την αξεπέραστη ερμηνεία της Σοφίας Βέμπο στο “Παιδιά της Ελλάδος παιδιά”. Να ξεφυλλίσουμε εφημερίδες με κείμενα-ντοκουμέντα και γελοιογραφίες του πολέμου, να ακούσουμε τον Εθνικό μας Ύμνο αμέσως μετά το ανατριχιαστικό πρώτο ραδιοφωνικό ανακοινωθέν της αναγκαστικής εμπλοκής μας στον πόλεμο. Υπάρχει τόσο πλούσιο υλικό αρχείου για να εντρυφήσει κανείς και να εμπνευστεί δραστηριότητες που ξεφεύγουν από την πεπατημένη…Και φυσικά να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά. Όσο πιο πολύ μπορούμε. Για τα ΟΧΙ και τα ΝΑΙ μιας ζωής με ιδανικά και νόημα…1940_5

ΜΕΤΟΠΟel-128η Οκτωβρίου 1940

Μία φορά κι έναν καιρό,
από αιώνες πριν θαρρώ,
σε μια γωνίτσα εδώ στη γη,
μια χώρα υπήρχε ζηλευτή.

Το όνομά της είναι Ελλάδα
κι έχει μεγάλη νοστιμάδα!
Πλατιά πολύ η αγκαλιά της,
σα λουκουμάκια τα νησιά της.

Η ομορφούλα η Ελλάδα
πως τρελαινόταν για βαρκάδα!
Στα θαλασσιά τα κύματά της,
ταξίδευαν τα όνειρά της.1940_2

28_10_1940_1akordeonΑλλά μια του Οκτώβρη μέρα,
από μια χώρα παραπέρα,
πολέμου άνεμος φυσάει
και την πορτούλα της χτυπάει.

– «Για πες Ελλάδα στα παιδιά σου
ν’ ανοίξουνε τα σύνορά σου,
γιατί έτσι κι άγρια φυσήξω,
γρήγορα θα σε κατακτήσω!».

Αμέσως σύννεφα βαριά,
γκρίζα, γεμάτα συμφορά,
σκεπάσανε τον ουρανό
και σπείρανε τον πανικό.1940_1

023Α Η ΠΟΡΕΙΑ1940_bΜα της Ελλάδας τα παιδιά
έχουν ατρόμητη καρδιά
και στου πολέμου τη φοβέρα,
με μια φωνή είπαν: «ΑΕΡΑ!».

– «Τι πάθατε καλέ γειτόνοι;
Τι είναι αυτό που σας θυμώνει;
Θέλετε δάκρυα και πόνο;
Ο πόλεμος σκοτώνει μόνο!».

Δεν άκουσε όμως η Ιταλία
κι έτσι έγραψε η ιστορία,
πως νίκησε η φασολάδα
την τροφαντή μακαρονάδα!1940_4

1940_9– «ΟΧΙ!», φωνάξαν οι φαντάροι,
«ο Ντούτσε δεν θα μας τουμπάρει!»
– «ΟΧΙ!», είπαν μάνες και παιδάκια.
– «ΟΧΙ!», είπαν και τα γαϊδουράκια!

Όλα αυτά έγιναν πριν χρόνια,
στης Πίνδου τα βουνά, με χιόνια.
Σήμερα Ελλάδα κι Ιταλία
έχουν αγάπη και φιλία.

Η Ειρήνη, σαν περιστεράκι,
βγαίνει ψηλά στο μπαλκονάκι
κι αντί για σφαίρες και για τρέλες,
κερνάει όλους καραμέλες!

Η Ιστορία δεν σταματάει,
σαν ποταμάκι να κυλάει,
μα στο μυαλό πρέπει να μένει
ό,τι εκείνη μας μαθαίνει.1940_3

ΧΟΡΟΣΓι’ αυτό σας λέμε φωναχτά,
όλα του κόσμου τα παιδιά:
– «Ποτέ πια πόλεμος στ’ αλήθεια,
μα ούτε και στα παραμύθια!».101485l