Οι ανήσυχες μέρες του Αυγούστου

Χτες ήταν η μέρα της ομίχλης. Έζωσε το χωριό, άναψε τα τζάκια μέσα στην καρδιά του Αυγούστου, ύγρανε μάτια, δάχτυλα, σακάκια, στοχασμούς. Έκανε αφρόλουτρο ο Θεός με καυτό νερό κι οι ατμοί αγκάλιασαν τις κορυφογραμμές, τα διάσελα, τις ορδές των ελάτων, τα χαμολούλουδα, τα ζωηρά ζουζούνια, τ’ αγριόχορτα και τους γαιοσκώληκες.

Βάδιζε στα τυφλά. Μπήκε ολόκληρη μέσα στα σύννεφα, γέμισε σταγόνες από τα φιλιά τους. Δεν υπάρχει μοναξιά όταν αφήνεσαι να σ’ αρπάξει ο κόσμος, να σε παιδέψει, να σε χαρεί. Δεν υπάρχει θάνατος όταν κάθε στιγμή βιώνεις ξυπνήματα κι αποκοιμίσματα γύρω σου, πλάι σου κι εντός σου. Δεν υπάρχει αδιέξοδο όταν και για το πιο μικρό ανθάκι, κάθε μέρα, ξημερώνει μια άλλη μέρα.

Σήμερα ίππευσε για πρώτη φορά. Κράτα γερά το χαλινάρι και μίλα του γλυκά του Ψαρή. Ίσια το κορμί στην κατηφόρα, τα πέλματα στους αναβατήρες τεντωμένα, όπως όταν ανεβαίνεις μια τσουλήθρα ανάποδα. Οι μηροί κολλημένοι στα πλευρά του αλόγου. Για τροχασμό το χαλινάρι εναλλάξ δεξιά – αριστερά και ελαφριά πίεση των ποδιών στην κοιλιά του αλόγου. Στην ανηφόρα γέρνεις το σώμα προς τα εμπρός, να δώσεις ώθηση. Μη φοβάσαι, δεν πέφτεις.

Και τώρα, Άρτεμη, εσύ και ο στόχος. Στερέωσε το βέλος, δώσε στο τόξο ελαφριά κλίση προς τα πάνω κι αριστερά και τέντωσε τη χορδή κιαλάροντας ταυτόχρονα στο κέντρο. Μην το πολυζορίζεις, απαλά και με τη μία.

Κι όταν βρεις με το ποδήλατο στο δασικό, κράτα το τιμόνι γερά και σταθερά. Πετάλι δυνατά. Φρένο ποτέ απότομα. Απόφευγε τ’ αγκάθια, τις μυτερές πέτρες, τις νωπές λασπουριές. Ν’ ανασηκώνεις το κορμί όταν το πέρασμα είναι πολύ κακοτράχαλο. Στην άσφαλτο να προσέχεις τα καμιόνια τα φορτωμένα κορμούς. Τις ταχύτητες να τις αλλάζεις μία μία σκάλα και με το μαλακό.

Τη νύχτα άναψαν φωτιά στο Κόρπου και έψησαν λουκάνικα και μπριζόλες. Με ντομάτα, πατάτα βραστή, τυρί, ψωμί και μπύρες κάτω από έναν μαγικό ουρανό. Χνάρι αρκούδας, λαγό, σκαντζόχοιρο, κουκουβάγια και αλεπού συνάντησαν στο δρόμο τους. Ο Θοδωρής πήρε το δαυλό και τον εκσφενδόνισε στο διάστημα για να παραστήσει, λέει, το φλεγόμενο μετεωρίτη.

Τους τραγούδησε. Και δεν έλεγε να σταματήσει έτσι όπως την άκουγαν εκστατικοί, άνθρωποι, άνεμοι και ξωτικά.

Φεγγάρι ανέτειλε φτενό με σάρκα από οπάλι

κι έριξε μαύρη πετονιά στου κόσμου την αγκάλη.

Στη μια άκρα είχε για δόλωμα έρωτα σταμναγκάθι,

στην άλλη όλα της αυλής των δυνατών τα πάθη.

Ας ήταν σφιχτοπλέξουδη η πετονιά του σκάλα

σαν αίλουρος να τιναχτώ στα ύψη τα μεγάλα.

Να μη με πιάνει απόγνωση μ’ αυτά που αντικρύζω

όταν στα στενοσόκακα μονάχη σεργιανίζω.

Κι όταν γκρεμίζεται η καρδιά σ’ ολάχνιστο καμίνι

να την καθίζω στο σοφρά σεμνά να τρωγοπίνει.

Γιατί είναι αφρός στη θάλασσα, στην έρημο αντιλόπη

κι όταν τ’ αστέρια αυτοκτονούν σ’ αρχαίο ναό μετόπη.

Δεν έχει αγάπη να κρυφτεί, προσκέφαλο να γείρει

στον άνεμο σκορπίζεται σαν ανεμώνης γύρη.

Τη θέλει ο γιος του λιονταριού μα εκείνη δεν τον θέλει.

Κάλλιο στ’ αλάτι λεύτερη παρά δετή στο μέλι.

Κι αν έρθει εκείνη η στιγμή κι η ώρα η αγιασμένη

που δεν θα υπάρχει τίποτα για να το περιμένει,

δεν λαχταρά κάτι πολύ και δυνατό να γίνει

μόν’ στης λεβάντας τον ανθό δροσοσταλιά να μείνει.

Ελάτη, Αύγουστος 1995, στα λημέρια του Κόζιακα.

Ερωτικό

Να ’χες τα βλέφαρα κλειστά, τα χείλη σκαλοπάτια,
τα σκαλοπάτια ν’ ανεβώ, να σε φιλώ στα μάτια.

Και ν’ αποθέσω στο σοφρά του πιο γλυκού σου ύπνου,
το πρόσφορο και το κρασί του Μυστικού μου Δείπνου.

Να μπω σαν κλέφτης, μάτια μου, στα παραμιλητά σου
και να φυτέψω μια ροδιά για κάθε αποθυμιά σου.

Να μετρηθώ με τον καημό, την αγωνία, τη λήθη
και στης καρδιάς τον αργαλειό να υφάνω παραμύθι,

που να μη λέει για μάγισσες, για δράκους και τελώνια,
μα για σφιχταγκαλιάσματα σ’ ολόλευκα σεντόνια.

Του εγωισμού μου ν’ αρνηθώ το στρουφηχτό κοχύλι
και στο λαιμό σου να δεθώ σα ναυτικού μαντήλι,

για ν’ανασαίνω τ’ άρωμα, το πικραμύγδαλό σου
και να με λογαριάζουνε ολότελα δικό σου.

Στα δόντια να κρατώ σουγιά, να περπατώ στις μύτες,
σε κοντραμπάντο όταν μπλεχτώ μ’ αντάρτες και προφήτες.

Γιατί έχω ανατολίτικο αίμα μες στο κορμί μου,
μ’ από της Δύσης την κλωστή κρεμιέται η ζωή μου.

Ο πίνακας είναι της Έφης Κοκκινάκη

Ερωτικό

Να ’χες τα βλέφαρα κλειστά, τα χείλη σκαλοπάτια,
τα σκαλοπάτια ν’ ανεβώ, να σε φιλώ στα μάτια.

Και ν’ αποθέσω στο σοφρά του πιο γλυκού σου ύπνου,
το πρόσφορο και το κρασί του Μυστικού μου Δείπνου.

Να μπω σαν κλέφτης, μάτια μου, στα παραμιλητά σου
και να φυτέψω μια ροδιά για κάθε αποθυμιά σου.

Να μετρηθώ με τον καημό, την αγωνία, τη λήθη
και στης καρδιάς τον αργαλειό να υφάνω παραμύθι,

που να μη λέει για μάγισσες, για δράκους και τελώνια,
μα για σφιχταγκαλιάσματα σ’ ολόλευκα σεντόνια.

Του εγωισμού μου ν’ αρνηθώ το στρουφηχτό κοχύλι
και στο λαιμό σου να δεθώ σα ναυτικού μαντήλι,

για ν’ανασαίνω τ’ άρωμα, το πικραμύγδαλό σου
και να με λογαριάζουνε ολότελα δικό σου.

Στα δόντια να κρατώ σουγιά, να περπατώ στις μύτες,
σε κοντραμπάντο όταν μπλεχτώ μ’ αντάρτες και προφήτες.

Γιατί έχω ανατολίτικο αίμα μες στο κορμί μου,
μ’ από της Δύσης την κλωστή κρεμιέται η ζωή μου.

 

Ο πίνακας είναι της Έφης Κοκκινάκη

Ιούλιος 2016

SPETSES_AΣπέτσες

Σ’ αυτήν την κόχη που φυλάω Θερμοπύλες,
παλαιών ηθών τις λιοπερίχυτες καμπύλες,
δεν το αρνούμαι: μοναξιά είναι η αλήθεια
που δεν λιμνάζει στην κατάκοπη συνήθεια.

Ξύλο κι ασβέστη κι αιχμηρό μου κεραμίδι,
κάτω απ’ τα πούπουλα τροχίζω το κοπίδι.
Εσείς τα τρία η φτενή μου περιουσία
μα πάντα χτίζατε ακατάλυτη ουσία.

Σπουδή τα μάτια των προγόνων και φεγγίτες.
Πως πολεμούσαν ξωτικιές και Δροσουλίτες!
Απτά, υπόκωφα, θυρανοίξια πραγμάτωναν
στο σίδερο έλικες θεμέλια πυράκτωναν.

Κι εσύ ομορφιά μου κορακάτη που φωλιάζεις
σε νύμφης πρόσωπο σαν ξεκαλοκαιριάζεις,
πες μου τι έχω η Ερειπωμένη να προσμένω,
για πόσο ακόμη τη φθορά θα υπομένω;ERMIONI_PEFKOERMIONI_A

Ερμιόνη

Αυτό το δάκρυ στων ρυτίδων σου την άκρη
το χρυσοτρίκλινο στου θέρους το παλάτι,
ποιο μυστικό τάχα ανείπωτο να κρύβει,
ποια αναδυόμενη βρεφοκρατούσα Ήβη;

Αυτό το πράσινο πευκοβελόνας χέρι
που αψηφά κάθε ανυπότακτο αγέρι,
ποιας ρίζας δύναμη να θρέφει γρανιτένια,
ποιας μοναξιάς τη θαλπωρή την κοχυλένια;

Αυτό το κράσπεδο το βραχοσμιλεμένο
που γειτονεύει με το κύμα το αφρισμένο,
σε ποιο υποβρύχιο λημέρι να σε βγάζει,
σε ποιας Νηρηίδας ανεμώνης το περβάζι;

Όλα κυανόλευκα. Κι οι θύρες και τα μάγια
της Ποσειδώνιας πατρίδας μου τα άγια.
Κι εγώ με μάτια σφαλιστά, παλιά ερμάρια,
πουλιά ονειρεύομαι και δίκαια φεγγάρια.ERMIONI_VRAXOS

Πόρτο Χέλι

Εγώ να γράφω. Εσύ να παίζεις, να γελάς, να κολυμπάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ, άπιαστο κύμα, τη ζωή να τραγουδάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ τον κόσμο με γυαλιά παραμυθένια να κοιτάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ στην ξεγνοιασιά σαν γλαροπούλι να βουτάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ, όταν λυγίζω, μες στο φως να με κρατάς.ERMIONI_SKALA

Πραξικόπημα (Τουρκία, ώρα μηδέν)

Σεβαστή Εκάβη κι Ανδρομάχη και Κασσάνδρα εσύ
αφήστε τη μακριά σας κόμη ξέπλεκη.
Δεν ωφελεί πια η τόση δεξιοσύνη στους καλλωπισμούς.
Ποιοι να θαυμάσουν τις περίτεχνες κομμώσεις σας,
τους ελικοειδείς βοστρύχους και τα σκαλιστά διαδήματα;
Οι γιοι, τ’ αδέρφια, οι πατεράδες και οι σύζυγοι,
ως και οι έφηβοι και τ’ άγουρα παιδόπουλα,
στ’ αλώνια χύθηκαν και πολεμούν αχόρταγα.
Τυφλά κι αδέσποτα χτυπούν και αφανίζονται.
Ποιος ο εχθρός; Ποιον απειλεί; Γιατί επιτίθεται;
Κανείς δεν ξέρει. Ούτε στη γηραιά δικαιοσύνη πια ορκίζεται.
Μια μάσκα φόβου αιωρείται στον ορίζοντα.
Σαν αντικρίζονται, ένας αδέκαστος θεός
είναι το νεότευκτο του καθενός το πρόσωπο.
Μια σκοτεινιά. Βουβή οιμωγή. Κι ύστερα έρεβος.
Όταν αγγίζονται, σπίθες οργής εκλύονται.
Ξεσπά μπουρίνι. Κάθε στέρνο κι ένας Κέρβερος.
Κι εσείς οι μάνες, οι θυγατέρες, οι αδερφές,
εσείς οι σύζυγοι κι οι κορασίδες οι μικρές
πάλι με στάχτες το κεφάλι πασπαλίζετε.
Πάλι κραυγάζετε βουβά, πάλι θρηνείτε γοερά.
Πάλι ικέτιδες προσπέφτετε γονυπετείς
ένα στεγνό και άδειο ουρανό εκλιπαρώντας
να μην τρυγήσει άλλο αίμα ο Χάροντας.
Γιατί ήπιε φαρμάκι ναργιλέ και παραφρόνησε
κι ως μακελάρης άρχοντας μυριάδες μάγεψε,
ανύποπτους και ύποπτους αρσενικούς πυρσούς.
Και τώρα παίζει, αφανίζει κάθε φλόγα τους.
Με μία μόνο πατουχιά την κάνει ανάμνηση
θηλιά για σας τα θηλυκά τα ανυπεράσπιστα.
Πόσο σας σκέφτομαι…Λες και το Αιγαίο
μία αβαθής λακκούβα αλάτι μόλις έγινε
και δεν υπάρχει πια στεριά ευσπλαχνική
μια προσευχή κοινή να πούμε, ν’ ατσαλώσουμε.
Δεμένη η θάλασσα βαριανασαίνει κι απελπίζεται.
Ούτε ένας γλάρος με κρωγμό ευοίωνο υπερίπταται
στα σιδερόφρακτα αναιμικά κατάρτια της.
Πόσο πληγώνομαι κάθε στιγμή που ψυχοπιάνεστε
γιατί ένας κρότος τουφεκιού σιμά ακούγεται.
Τι ν’ αποθέσω στη σεμνή σας αγκαλιά
πως ν’ αποσύρω του κλαυθμού και του οδυρμού
τα γκριζοπλόκαμα τ’ ανίερα απ’ το στήθος σας;
Γυναίκα αλύτρωτη η Ειρήνη στα λημέρια σας
μόνο ο Καιάδας σε καιρούς τέτοιους θα έπρεπε.
Σθένος! Μονάχα εσείς ίσως μπορείτε απροσδόκητα
την Ύβρη και τη Νέμεση, το Κράτος και τη Βία να στομώσετε,
αρκεί το ανάστημα στο σκότος να ορθώσετε.
Δεν ξέρω να σας πω το πώς, πολύτιμές μου ομογάλακτες.
Μα προσπαθήστε το. Γιατί άλλη Έξοδος δεν θα υπάρξει πια
από τα κουρνιασμένα στις αγάπες σας φτερά.PERISTERIA_SPETSESCOSTA_BIANCA_A

Costa Bianca

Αν είμαι εγώ αμέτρητα λευκά σπαρμένα βότσαλα,
εσύ είσαι το αχνογάλανο νησί της ουτοπίας μου.
Ένα ποτάμι θάλασσα κυλά ανάμεσά μας.
Θα το διαβούμε; Θα ’ρθει κάποτε η σειρά μας;

Αν είμαι εγώ οι Συμπληγάδες μου οι παλλόμενες,
εσύ είσαι ο Ιάσονας με την Αργώ σου απόντιστη.
Μην βγεις στον πηγαιμό μου, λένε οι μάγισσες.
Θα υποταχτείς; Ή στου Άη Λια το κορφοβούνι θα ταχτείς;

Αν είμαι εγώ των οριζόντων η θεσπέσια επιδερμίδα,
εσύ είσαι ο ποιητής που πελαγοδρομεί ανέστιος.
Βασίλεψέ με. Δες τον κόσμο ν’ ανατέλλει.
Θα το τολμήσεις; Ή θα βυθιστείς για να μ’ αφήσεις;ERMIONI_ATHANATOI

Γαλήνη

Α, η Γαλήνη
Ένα αλαβάστρινο αστέρι μες στη δίνη
Να την αγγίξει η ψυχή μου δεν αφήνει

Μόλις τολμήσω
Το σκοτεινό μου ουρανό να συγυρίσω
Και το διχτάκι μου στο διάβα της να ρίξω

Λέπια φοράει
Γοργά του κόσμου το χαγιάτι προσπερνάει
Και σ’ επτασφράγιστο ναυάγιο βουτάει

Εκεί απαγκιάζει
Κι η αγωνία που με τρώει δεν τη νοιάζει
Αν καλοκαίριασε ή πως ξεχειμωνιάζει

Α, η Γαλήνη
Μία ιέρεια μ’ αλλόκοτη σαγήνη
Ζωγραφισμένη σε νησιώτικο λαγήνι

Δεν μ’ αγαπάει
Τα τάματά μου, τις σπονδές μου αψηφάει
Ούτε στα τρίστρατα για μένα ξενυχτάει

Κι εγώ λιμνάζω
Σε γρανιτένιο προσκεφάλι πλάτη βάζω
Και υπομένω και προσμένω και χειμάζω.VRAXOS

Αυτό το Φως…

pilosΑυτό το φως είναι πηλός
που τον μαλάζει και ο γέροντας κι ο νιοςagios_stefanos_3

Αυτό το φως είναι ουρανός
είναι η Ανάσταση κι ο Άδης ο πικρόςagios_stefanos

Αυτό το φως είναι λυγμός
είναι ο χαϊνης σου κι ο αρραβωνιαστικόςrethimno_faros

Αυτό το φως είναι σιωπή
θαλασσομοίρα που παιδεύει τη ζωή siteia

Αυτό το φως είναι φρουρός
όταν σιμώνει ο χειρότερος εχθρόςeleftherna

Αυτό το φως είναι καημός
είτε χαϊδεύει, είτε χτυπά σαν κεραυνόςeleftherna_1

Αυτό το φως είναι γιατρός
γιατροπορεύει και το πίσω και το εμπρόςmargarotes_4

Αυτό το φως είναι φωλιά
για τα ξενάκια, της ψυχής σου τα πουλιάeleftherna_3

Αυτό το φως είναι οδηγός
είναι ο δάσκαλος που λάτρεψες μικρόςeleftherna_2

Αυτό το φως είναι η γη
στόμα δεν έχει μα αδιάκοπα λαλείmargarites_kerameio

Αυτό το φως είναι χορός
είναι του Ηφαίστου το καμίνι κι ο τροχόςxoma_anthos

Αυτό το φως όταν ανθεί
σε διαφεντεύει, σε μαγεύει, σε δονείmargarites_paidi

Αυτό το φως είσαι εσύ
όταν αφήνεσαι να παίξεις σαν παιδίetia

Αυτό το φως το υπηρετώ
και ίσως κάποτε και να τ’ αξιωθώ

Οι φωτογραφίες είναι από το ταξίδι μας στην Κρήτη τον Αύγουστο του 2007, τραβηγμένες στον Άγιο Στέφανο και στην Ετιά Σητείας, στο Ρέθυμνο, στις Μαργαρίτες και στον αρχαιολογικό χώρο της Ελεύθερνας, όπου είχαμε την αγαθή τύχη να μας ξεναγήσουν οι εκλεκτοί μας αρχαιολόγοι και καθηγητές κ. Νίκος Σταμπολίδης και κ. Πέτρος Θέμελης. Αναπόλησα έντονα αυτό το υπέροχο ταξίδι με αφορμή τα πρόσφατα εγκαίνια του νέου Μουσείου της Ελεύθερνας, όνειρο και έργο ζωής για τον αγαπημένο μας κ. Νίκο Σταμπολίδη. Και ελπίζω σύντομα να βρεθώ και πάλι εκεί, να λουστώ το Φως του μοναδικού αυτού τόπου και των ξεχωριστών ανθρώπων του…

http://www.mae.com.gr/muomicronupsilonsigmaepsiloniotaomicron.html

 

Ωδές στη Σελήνη

2-Claude_Monet,_Impression,_soleil_levant,Musée Marmottan Monet1872_1Donato Creti, Σελήνη

Σεληνιακόν (και ολίγον σατυρικόν…)

Μου φέρνεις πονοκέφαλο
και με πετάς σε δίνη.
Καρφιά σκορπάς στο αίμα μου,
αρχόντισσα Σελήνη.

Γεμίζεις και κορδώνεσαι
και καταντάω ράκος.
Εσύ μια Νύμφη ανύμφευτη
κι εγώ σκυφτός γεράκος.

Ζωγράφοι σε υμνολογούν,
αοιδοί σε εκθειάζουν.
Μα εμένα τα τσαλίμια σου,
Κυρά μου, με ματιάζουν!

Εκλιπαρώ σε, μέριασε
για να ηρεμήσει η Νύχτα.
Τα δίχτυα σου τ’ ακοίμητα
σ’ άλλον πλανήτη ρίχ’ τα.

Αχ φεγγαράκι μου λαμπρό
κι αξόδευτο αργύριο
που με κοιτάς αφ’ υψηλού,
μη με κερνάς μαρτύριο!

Με μάραναν, με σώριασαν
οι φάσεις κι οι γητειές σου.
Δρεπάνι μισοφέγγαρο
θερίζουν οι ματιές σου.

Θωρώ σε και ζαλίζομαι.
Με ζώνουνε τα φίδια.
Τα κάστρα μου όλα καταλείς.
Θρηνώ στ’ αποκαΐδια.

Γιατί κοκκίνισες, καλέ;
Σε θύμωσε ο καθρέφτης;
Εσύ είσαι η Εκλαμπρότατη
κι εκείνος είναι ψεύτης.

Πανσέληνέ μου έρωντα
και φιλντισένιο δάκρυ,
συμμάζεψε τα κάλλη σου,
να βρω απόψε άκρη.

Τα βλέπεις; Με κουζούλανες!
Σεληνιασμένη τρέχω
να μπω στο καβουκάκι μου,
γιατί άλλο δεν αντέχω.

Σβήσε και σύρε στο καλό
να πάψουν οι αντάρες,
γιατί μας ξεθεώσανε
του Πάνα σου οι κιθάρες.

Μα τι σου λέω; Φύρανε,
σκόρπισε το μυαλό μου.
Χωρίς εσένα δεν μπορώ.
Τον χάνω τον εαυτό μου!

Μη! Μη μου πάθεις έκλειψη!
Στάσου στο παραθύρι.
Κι εγώ θα χτίσω απ’ τη γη
στον ουρανό γιοφύρι.

Αλήθεια! Θα εκτοξευτώ
με πύραυλο κοντά σου,
να θέσω ν’ αποκοιμηθώ,
Σελήνη, στα μαλλιά σου!van_gogh_-_starry_night

Πανσέληνος

Άλλοι μεθούν με το φεγγάρι,
κι άλλους φαρμάκια τους τρατάρει.

Άλλοι είναι ήρωες σε ρομάντζο
κι άλλοι αργοσβήνουν σ’ ένα ράντσο.

Αχ ξελογιάστρα εσύ, Σελήνη,
ποιος θα γλυτώσει απ’ τη σαγήνη;

Η φωτεινή σου η οπτασία
μια σκοτεινή κρύβει εξουσία.

Όποια σου όψη κι αν διαλέξω,
το ερώτημα είναι: θα αντέξω;

Evi_monografi

 

Άνοιξη στην Καισαριανή

Είναι σκληρός αυτός ο Μάρτης. Είναι τρελός αυτός ο Μάρτης. Είναι απρόβλεπτος αυτός ο Μάρτης. Είναι ευαίσθητος αυτός ο Μάρτης. Είναι γερο-παράξενος αυτός ο Μάρτης. Είναι και έφηβος αυτός ο Μάρτης. Είναι ο καθρέφτης μας αυτός ο Μάρτης.KAISARIANI_3_1

Δεν θέλω μέρα με πνευμόνια μαυρισμένα
Δεν θέλω νύχτα χωρισμένη από σένα
Δεν θέλω κόσμο σε μπουντρούμια μ’ αλυσίδες
Δεν θέλω μέλλον από άρρωστες ελπίδεςKAISARIANI_3_2

Δεν θέλω θάλασσα αν δεν φτιάχνει τρικυμία
Δεν θέλω αλήθεια που τη στέλνουν εξορία
Δεν θέλω σπίτι κλασικά επιπλωμένο
Δεν θέλω φίλους με το βίντεο αναμμένοKAISARIANI_3_3

Δεν θέλω άνοιξη με πλαστικά μπουμπούκια
Δεν θέλω ήρωες που σκόνταψαν σε λούκια
Δεν θέλω ιδρύματα για νέους που γεράσαν
Δεν θέλω χρόνια που θρηνούν για όσα χάσανKAISARIANI_3_6

Δεν θέλω εργάτες που πεθαίνουν πριν σχολάσουν
Δεν θέλω άλογα ανήμπορα να καλπάσουν
Δεν θέλω ποίηση για εύκολους πελάτες
Δεν θέλω κόκκινα φανάρια παραστάτεςKAISARIANI_3_8

Δεν θέλω σχόλια για εκείνα που έχω κλάψει
Δεν θέλω φλόγα που από πλήξη θα με κάψει
Δεν θέλω σταρ ψεύτικη λάμψη που πουλάνε
Δεν θέλω μέντορες ρουτίνα να κερνάνεKAISARIANI_3_7

Δεν θέλω στίχο και τραγούδι ξεπεσμένο
Δεν θέλω σύνορα σε χάρτη ματωμένο
Δεν θέλω δάση σα σεληνιακά τοπία
Δεν θέλω ούτε έναν νταή στη γαλαρίαKAISARIANI_3_9

Δεν θέλω είδηση να γίνεται η τιμή μου
Δεν θέλω αιτήσεις και σφραγίδες στο κορμί μου
Δεν θέλω ανόρεχτα weekends με ουϊσκυ
Δεν θέλω αγάπη πονηρή σαν οδαλίσκηKAISARIANI_3_5

Δεν θέλω επίσημη γραβάτα για επετείους
Δεν θέλω στέκια για μοναχικούς κυρίους
Δεν θέλω γήπεδα με πλήθος που αλαλάζει
Δεν θέλω τέχνη που φοβάται να αλλάζειKASARIANI_3_14

Δεν θέλω αντίσταση φτηνή, χιλιοπαιγμένη
Δεν θέλω άρνηση στη βία μαγκωμένη
Δεν θέλω κόμματα κομμάτια να με κάνουν
Δεν θέλω πόλεμο οι σειρήνες να σημάνουνKAISARIANI_3_10

Δεν θέλω είδωλα, μετάνοιες και σημαίες
Δεν θέλω σύννεφα κρυμμένα απ’ τις κεραίες
Δεν θέλω κόντρες σε στυγνά χρηματιστήρια
Δεν θέλω υπόγειες στοές και σκοπευτήριαKAISARIANI_3_15

Δεν θέλω χάπια κι αλκοόλ να με ζαλίζουν
Δεν θέλω σήριαλ το νου ν’ αποκοιμίζουν
Δεν θέλω μάρκετινγκ να κάνουν τα όνειρά μου
Δεν θέλω επώνυμο και ούγια στη χαρά μουKAISARIANI_3_11

Δεν θέλω επάγγελμα που δεν θα ’χω διαλέξει
Δεν θέλω ύποπτη να ζει κάθε μου λέξη
Δεν θέλω μάνα και πατέρα μου δυο ξένους
Δεν θέλω πόθους και καημούς βαλσαμωμένουςKAISARIANI_3_12

Δεν θέλω ιδέες σε σαγόνια καρχαρία
Δεν θέλω ακίνητα παιδιά σε συναυλία
Δεν θέλω γκρίζες Κυριακές για ξοφλημένους
Δεν θέλω ναύτες σε μουράγια καρφωμένουςKAISARIANI_3_13

Δεν θέλω χρήμα που επέπλευσε στο βούρκο
Δεν θέλω όρια στον έρωτα που σου ’χω
Δεν θέλω θύματα στην άσφαλτο τις σχόλες
Δεν θέλω μάταιες τις αποδράσεις μου όλεςKAISARIANI_3_16

Θέλω για σένα ένα ποτάμι να σκαλίσω
Μες στο κορμί του χίλιες θάλασσες να χύσω
Κι αφού δροσίσω όλες του ήλιου τις ακτίνες
Να ξετρελάνω του Οδυσσέα τις σειρήνεςKAISARIANI_3_20

Θέλω για σένα κρήνη αξόδευτη να γίνω
Κι από τ’ αθάνατο νερό μου να σου δίνω
Να μοιάσω σ’ άνοιξη, σε νύμφη, σε ιέρεια
Να σου ανάβω της αυγής τα καντηλέριαKAISARIANI_3_17

Θέλω για σένα τον εαυτό μου να ξεχάσω
Να ταξιδέψω και τη μοίρα μου ν’ αλλάξω
Να ρίξω ακόντιο να πληγώσω τη σαγήνη
Να σε μπολιάσω με του Γκάντι τη γαλήνηKAISARIANI_3_18

Θέλω για σένα κάτι αλλιώτικο να κάνω
Θέλω για σένα το πολύ απ’ το παραπάνω
Θέλω για σένα αμβροσία να ξεχειλίζω
Κι ό,τι κι αν γίνει να μην πάψω να ελπίζωKAISARIANIi_3_15

28/10/1991 τα λόγια, 06/03/2016 οι εικόνες…

Οπωρικά (Οκτώβρης 2015)

Franz-Dvorak_In_The_Orchard_1912_Oil_on_Canvas-large Φθινόπωρο στον Οπωρώνα

Νύμφη είναι; Μάγισσα ή νεράιδα;
Άλλη σαν τούτη δεν ξανάειδα!
Και που πηγαίνει φορτωμένη,
φρουτολουλουδοανθισμένη;

Να τη που πρόβαλε στη στράτα
του Λαχανοφρουτοσαλάτα.
Αχ, η καρδιά του πως χτυπάει!
Λες; Λαχανοφρουταγαπάει…

– Ω, Δεσποσύνη μου, περάστε
και στο τραπέζι μου κοπιάστε!
Σαν τι τραβάει η όρεξή σας
και λαχταρά η όσφρησή σας;

Εγώ έχω ζαρζαβατικά σπουδαία!
Ελάτε! Κάντε μου παρέα!
Κερνάω φρούτα μελωμένα,
θεσπέσια αρωματισμένα!arcimboldo3-autumn-ptg-large

– Τι άλλο θ’ αντικρύσω ακόμα!
Κάστανο αψύ έχεις για στόμα.
Και -τι αστείο, τι νοστιμάδα-
για μύτη μια χοντροαχλάδα!

Για δείτε, κόσμε, παλικάρι
με μια αυτούκλα μανιτάρι!
Θαυμάστε μήλο μαγουλάκι
και ρόδι τούμπα πηγουνάκι.

Μα τι λαιμός! Καφάσι πρώτο
βολβός πατάτα και καρότο.
Μάτι ελιά σα μελανούρι.
Πιάσε ένα ουζάκι με αγγούρι!

Κοιτάξτε μούσια και μουστάκια
σαν αναμαλλιασμένα στάχια!
Μα τι; Φοράς σκουλαρικάκι;
Ξερό μου μοιάζει συκαλάκι!

– Βασίλισσά μου, δεν σ’ αρέσω;
Μωρ’ τι μας λες; Δεν θα μπορέσω!
Μια ξιπασμένη, κόσμε, κοίτα
που μας το παίζει ψηλομύτα.

– Πως; Μα δεν τρώγεσαι καημένε,
Σαλατολαχανοφρουτένιε,
μ’ αυτή τη σταφυλοπερούκα!
Μ’ άκουσες; Ή να βρω ντουντούκα;

Κορόϊδευε εσύ, γλυκιά μου,
θα το αντέξει η καρδιά μου.
Και του Φθινόπωρου τα κάλλη,
άφησε να τα εκτιμήσουν άλλοι.

Τα οπωρικά μου όλο αρνιέσαι,
και τα λαχανικά βαριέσαι,
μα θα σε δω πως θα χορτάσεις,
σαν έρθει η ώρα να πεινάσεις.

Οι πίνακες είναι των Franz Dvorak, In the Orchard και Giuseppe Arcimboldo, AutumnOPORIKA_4OPORIKA_2OPORIKA_7OPORIKA_1

Το παραπάνω ποίημα γράφτηκε σε συνεργασία με τους μαθητές μου στο Ολοήμερο Τμήμα του 7ου Νηπιαγωγείου Νέας Σμύρνης. Παρουσίασα τους δύο πίνακες και μετά, με τις κατάλληλες ερωτήσεις, πήρε μπρος η φαντασία…Τα παιδιά πρότειναν το “σενάριο”, δουλέψαμε μαζί τους στίχους λέξη λέξη παρατηρώντας διερευνητικά τις εικόνες και αυτό που απομένει είναι να το δραματοποιήσουμε και να φάμε επιτέλους τη λαχταριστή…φρουτοσαλάτα!monopati_gismonopati_nerou

Αταξίδευτη

Δεν ταξιδεύω πια παρά μονάχα εντός μου.
Καράβι οικόσιτο, λιμνάζει ο εαυτός μου.
Άλλοι ανεμίζουν την παντιέρα τους με χάρη,
μα εγώ φυλάω τ’ αντικλείδι του αρχοντάρη.

Είναι η μέρα μου πιθάρι ραγισμένο,
πότε κρασί και πότε λάδι γεμισμένο.
Τη διαμοιράζονται ομογάλακτοι και ξένοι,
ώσπου για μένα ο άδειος πάτος απομένει.

Είναι η νύχτα μου μια κουρελού βελέντζα.
Κάποιοι την κόβουν για να παίξουνε πασιέντζα.
Δεν είμαι παίκτης δυνατός να τους την πάρω,
Πορφυρογέννητη για να τους σιγοντάρω.

Τα πλήθη γύρω μου κιοτεύουν ή αλαλάζουν
κι ούτε στο ελάχιστο τον κόσμο δεν αλλάζουν.
Κι εσύ προσεύχεσαι με υψωμένα χέρια
να σκάψεις κάποτε αντί σύνορα παρτέρια.

Δεν έχω άλλη υπομονή. Φυλλορροώντας,
κοπιάζω αμίλητη. Μ’ εμπόδια αγαπώντας.
Δεν έχω φτέρωμα από φίλντισι στην πλάτη,
μα ούτε προσκύνησα ποτέ μου και την Άτη.Edward Cucuel, Στη φθινοπωρινή λιακάδα. Ιδιωτική Συλλογή.

Edward Cucuel, Στη φθινοπωρινή λιακάδα. Ιδιωτική Συλλογή.

5 Οκτωβρίου 2015, “Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών”Sandi FitzGerald

Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Ματώνω σαν φτεροκοπώ
για να σου ανοίξω τη μικρή, κρυμμένη θύρα.
Για να σ’ αγγίξει ο ουρανός, ο ζωοδότης ο θερμός.
Για να μην έρθει η στιγμή που πικραμένος ίσως πεις
– Τι έφταιξε και τη ζωή μου λάθος πήρα;
Δεν κρύβω όπλα. Απλή καρδιά
κι ένα αστέρι φορτωμένο έχω στην πλάτη.
Γιατί πυκνώνουν τα ανήμερα σκοτάδια
κι αυτοί που κρίνουν κι επικρίνουν μ’ άδεια μάτια.
Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Δείξε μου λίγο σεβασμό κι εμπιστοσύνη.
Δεν γράφει «θαυματοποιός»
η τσακισμένη μου ταυτότητα στην τσέπη.
Γράφει μονάχα ΠΡΟΣΠΑΘΩ
και ούτε θέλω, ούτε μπορώ,
να υποσχεθώ σε κάθε σου όνειρο μια σκέπη.
Στάσου στο πλάι μου.
Είσαι η άλλη μου η όψη.
Ήμουν εσύ, γίνε εγώ, πάρε ό,τι έχω.
Μαζί θ’ αράξουμε στο τέλος στο μιντέρι
να ξεδιαλύνουμε στο ίδιο το τραγούδι
ποιος είναι ο δάσκαλος και ποιο το μαθητούδι.
Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Λένε τη μέρα μου πως γιόρτασαν απόψε.
Μην τους ακούς. Ψέματα λεν.
Πάει καιρός που έχω να πάω σε γιορτές.
Εσύ απλά στο πέταγμά σου προσηλώσου.
Κι όταν βρεθείς ευθυτενής,
μοναχικός ταξιδευτής
στο μονοπάτι της ζωής σου, απλά στυλώσου.

Οκτώβρης

Νωχελικά το μάνταλό μου έκρουσες
και κάτι θέλεις να μου πεις…
Μ’ ανάσα αγιάζι και ώμους ξέσκεπους,
σαν ζαβολιάρικα μικρά καλοκαιράκια,
βγήκες στη γύρα. Καμαρώνω και φοβάμαι.
Μια αγκαλιά οπώρες η ανυπότακτη καρδιά σου.
Χέρι απαλό μα στιβαρό, όλο υποσχέσεις.
Κι αυτό το βλέμμα σου, σειρήτι ατλαζένιο,
γλυκά, επικίνδυνα, σαϊτεύει την ψυχή μου.
Μοιάζεις ανίσχυρος, μα κραταιός βαδίζεις.
Και σε προσμένω αλαφροπάτητα τρυγώντας
ζυγούς ονείρων που δεν χόρτασαν ταξίδι.
Καλώς μας όρισες, Οκτώβρη ανεμοπόρε.boy-with-a-basket-of-fruit_CARAVAGGIO

Καραβάτζιο, Αγόρι με καλάθι φρούτων

Σεληνιακόν (και ολίγον σατυρικόν…)

Μου φέρνεις πονοκέφαλο
και με πετάς σε δίνη.
Καρφιά σκορπάς στο αίμα μου,
αρχόντισσα Σελήνη.

Γεμίζεις και κορδώνεσαι
και καταντάω ράκος.
Εσύ μια Νύμφη ανύμφευτη
κι εγώ σκυφτός γεράκος.

Ζωγράφοι σε υμνολογούν,
αοιδοί σε εκθειάζουν.
Μα εμένα τα τσαλίμια σου,
Κυρά μου, με ματιάζουν!

Εκλιπαρώ σε, μέριασε
για να ηρεμήσει η Νύχτα.
Τα δίχτυα σου τ’ ακοίμητα
σ’ άλλον πλανήτη ρίχ’ τα.

Αχ φεγγαράκι μου λαμπρό
κι αξόδευτο αργύριο
που με κοιτάς αφ’ υψηλού,
μη με κερνάς μαρτύριο!

Με μάραναν, με σώριασαν
οι φάσεις κι οι γητειές σου.
Δρεπάνι μισοφέγγαρο
θερίζουν οι ματιές σου.

Θωρώ σε και ζαλίζομαι.
Με ζώνουνε τα φίδια.
Τα κάστρα μου όλα καταλείς.
Θρηνώ στ’ αποκαΐδια.

Γιατί κοκκίνισες, καλέ;
Σε θύμωσε ο καθρέφτης;
Εσύ είσαι η Εκλαμπρότατη
κι εκείνος είναι ψεύτης.

Πανσέληνέ μου έρωντα
και φιλντισένιο δάκρυ,
συμμάζεψε τα κάλλη σου,
να βρω απόψε άκρη.

Τα βλέπεις; Με κουζούλανες!
Σεληνιασμένη τρέχω
να μπω στο καβουκάκι μου,
γιατί άλλο δεν αντέχω.

Σβήσε και σύρε στο καλό
να πάψουν οι αντάρες,
γιατί μας ξεθεώσανε
του Πάνα σου οι κιθάρες.

Μα τι σου λέω; Φύρανε,
σκόρπισε το μυαλό μου.
Χωρίς εσένα δεν μπορώ.
Τον χάνω τον εαυτό μου!

Μη! Μη μου πάθεις έκλειψη!
Στάσου στο παραθύρι.
Κι εγώ θα χτίσω απ’ τη γη
στον ουρανό γιοφύρι.

Αλήθεια! Θα εκτοξευτώ
με πύραυλο κοντά σου,
να θέσω ν’ αποκοιμηθώ,
Σελήνη, στα μαλλιά σου!serifos

Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί…

Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
γεννούν το τέλος, ιστορούν τη νέα αρχή
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
λάμπουν στον ήλιο, ξεθωριάζουν στη βροχή
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
είναι του Έρωτα η αλήθεια κι η σιωπή
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
πάντα θα υπάρχουν. Κι όταν λείψω εγώ κι εσύ
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί…ALSOS_27092015fthinoporo_1

Εποχικό

Κάθε που αστράφτεις κρασοπότης και αγέρωχος
Κράτα μου λίγη γενναιότητα στο κεμέρι σου
Δεν περιμένω πια κουράγιο απ’ τα σύννεφα
Βρέχουν λιπόσαρκες Δαναΐδες και οδύνη
Όμως εσύ φιλεύεις πλούσια τ’ ακροκέραμα
Πρόσωπα αέρινα, σιωπή και ώχρα αθάνατη
Έχεις παλάμη χαϊδεμένη από αγάπανθους
Και δεν υπέκυψες στης λήθης τα κεντρίσματα
Μη με ραγίζεις. Για ουρανό έχω τη σκέπη σου
Κι όμως λυγώ και παραπαίω σαν συλλογίζομαι
Τους στρατοκόπους που αδίκως κλυδωνίζονται
Σε μαύρες θάλασσες πενθώντας τις πυξίδες τους
Μη με σκορπάς. Για ρίζα έχω την ανάσα σου
Δεν υποφέρεται η λύσσα και το όνειδος
Των συρφετών που καπηλεύονται όσα αγάπησα
Γιατί ως αγέλη έχουν μάθει να θηρεύονται
Στάξε μου βάλσαμο. Χρυσά φυλλώματα προσκάλεσα
Να μου αγκαλιάσουν κάθε δάκρυ αλαφροΐσκιωτο
Μήπως σωθούν οι κεραυνοί και δω ορίζοντα
Έλα, Σεπτέμβρη μου. Κοντά σου πάλι αγρύπνησα.September_Stefanidi

 

 

 

 

 

 

Fhinoporo_EKEDISY_1

Plaka_AeridesWINSLOW_HOMERΟ υπέροχος Σεπτέμβρης είναι της Photini Stephanidi, η λεπτομέρεια με το χέρι που κρατά φθινοπωρινά φρούτα με μάγεψε σε οροφογραφία στο κτήριο που στεγάζει το Εκεδισυ ) Εθνικό Κέντρο Έρευνας & Διάσωσης Σχολικού Υλικού, τα ακροκέραμα τα φωτογράφησα σε κτήριο στους Αέρηδες στην Πλάκα και ο πίνακας Gathering Autumn Leaves είναι του Winslow Homer.

Το Πρόσωπό μου

Το Πρόσωπό μου είναι η Γαία που διασχίζεις,
καθώς το άλλο σου μισό να βρεις πασχίζεις.
Είναι εργοτάξιο ασυγκράτητων ερώτων
και ησυχαστήριο κουρασμένων καμαρότων.

Στο Πρόσωπό μου τη μορφή του εσύ δίνεις,
κάθε φορά που με μεθάς χωρίς να πίνεις.
Δεν αντιστέκομαι. Ελεύθερος καλπάζεις
κι αν θέλουν τ’ άστρα, εκπληρώνεις όσα τάζεις.

Απ’ του Προσώπου μου το φως και το σκοτάδι
αντλείς το ράπισμα, το αντίδωρο, το χάδι.
Δεν είμαι ακίνητη, μα στέκομαι σιμά σου,
χωρίς ν’ ανήκω αμαχητί στα υπάρχοντά σου.

Μες στου Προσώπου μου τ’ ολάνθιστο περβόλι
άλλοτε εργάζεσαι και άλλοτε έχεις σχόλη.
Βαθιά αρμενίζεις στο ασπράδι των ματιών μου
κι άγκυρα ρίχνεις στο πιο ωραίο χαμόγελό μου.

Το Πρόσωπό μου είναι καμβάς σφιχτοπλεγμένος.
Κάθε του ίνα κι ένας λόγος ταιριασμένος.
Και σ’ αγαπώ. Μα εσύ να μην εφησυχάζεις:
Κafisa me 30 nikitesαθρέφτης γίνεσαι Πρόσωπο σαν κοιτάζεις…

Γενέθλια δήλωση

Μεγαλώνω μικραίνοντας
Για να χωράω στους στήμονες των λουλουδιών
Και να με σοδιάζουν στη σάλα τους θριαμβεύτριες οι μέλισσες

Μεγαλώνω μικραίνοντας
Για να κουρνιάζω στα στήθη των αποδημητικών πουλιών
Και να τρυγούν τρυφερότητα οι σκονισμένες αγκαλιές των ανέμων

Μεγαλώνω μικραίνοντας
Για να εναγκαλίζουν τις πολεμίστρες των παιδιών
ελπιδοφόρων σηματωρών οι χαρμόσυνες ανταύγειες

Μεγαλώνω μικραίνοντας
Για να ποντίζομαι ως όστρακο μυστικής ανασκαφής
Στης αγάπης το πηγάδι το αστείρευτο κι άπατο

Μεγαλώνω μικραίνοντας
Για να θυμούνται οι σιωπές την αντίσταση
Των προγόνων που έζησαν κοπετούς μα και θαύματα

Μεγαλώνω μικραίνοντας
Για να σπουδάζω τον εαυτό μου ακέραιο
Μινιατούρα ενός λιόκλαδου σε παλιό ευαγγέλιοMOUSEIO_KYKLADIKHS

Οι φωτογραφίες είναι από την Έκθεση Παιδικής Ζωγραφικής με τίτλο «5000 ζωγραφιές, ένα κυκλαδικό κεφάλι», που θα εγκαινιαστεί στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, στην Αθήνα, την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου, ώρα 18.00-21.00.

Σεπτέμβριος 2015

Loytra-talara-Astypalaia_1Και να ο Σεπτέμβρης! Όλο γλύκα, αναμαλλιάρης, ροβολάει στα σοκάκια μ’ ένα τσαμπί αγιωργίτικο στο χέρι και με τη βούργια του την υφαντή στον ώμο. Μέσα τετράδιο τσίλικο, κοντύλι φρεσκοξυσμένο και ψωμοτύρι δεμένο κόμπο στο μαντήλι, για δεκατιανό. Περνώντας έξω από την εκκλησιά, χτυπάει την καμπάνα. Αρχή της Ινδίκτου, κοπιάστε χριστιανοί για να λειτουργηθείτε. Να ευχηθείτε καλή πρωτοχρονιά, πλούσια σοδειά, να φιληθείτε.

“Ἀρρήτῳ πάντα ὡς Θεῷ ποιήσαντι σοφίᾳ, ἰσχύι τε παντουργικῇ διασῴζοντι πάντα, τὸν ὕμνον δέει ἐκ ψυχῆς προσάγομεν, ἐντρόμως δυσωποῦντες, παρασχεῖν εὐφορίαν τῇ γῇ, ἐν τῇ σήμερον ἐτησίῳ ἀπαρχῇ, παντὸς ῥυσθῆναι δυσχεροῦς, ὁρατῶν καὶ ἀοράτων δυσμενῶν, ἐν ταῖς αἰσίαις κράζοντες περιόδοις· εὔφορον πᾶσι τὸ ἔτος χορήγησον Κύριε”…

Κατηφορίζοντας, κλείνει ο Σεπτέμβρης το τσακίρικο το μάτι στη Μαριώ και κόβει απ’ το γλαστράκι της στο γαλανό περβάζι ένα κλωνί βασιλικό. Με μυρωμένο αυτί στέκει, θωρεί το κύμα και παρακαλεί:

Κάνε, κύρη μου Χρόνε, να ταξιδέψουμε αγάλια αγάλια, σαν τα πετούμενα που αποδημούν για τα ζεστά και σαν πρωτόμπαρκα, ατίθασα παιδιά. Και πάνω απ’ όλα κάνε να ταξιδέψουμε αγκαλιά…

Εικόνα: Από τα Λουτρά του Ταλαρά στη μαγευτική Αστυπάλαια.Axinosdelfiniafykiavythos

Αν ήμουν όνειρο

Αν ήμουν όνειρο

Θα εισχωρούσα στο μεδούλι των κυμάτων
για ν’ αγγίξω το φτερούγισμα του ταξιδιού

Θα χάιδευα μ’ ανάσες σκιές τις σμαραγδένιες φυκιάδες
για να ριγήσουν οι αποκοιμισμένοι αμφορείς

Θα τρυγούσα αφροσταλίδες από το ερωτοπαίγνιο των δελφινιών
για να μυρίζουν κατευόδιο οι πρωτόμπαρκοι

Θα κεντούσα με χρυσοκλωστές κάθε μοναχικό αστερία
για να ντυθεί με παραμύθι το πικραμένο προσφυγάκι

Θα πόντιζα φεγγαροκορφές στα καταγώγια του Ωκεανού
για να ελπίσουν τα σκοτάδια του στο ανέφικτο

Θα κούρσευα μια πλωτή Ιθάκη και θα σε ενθρόνιζα
για ν’ αρμενίζεις χαμογελαστός κάθε στιγμή κι αιωνιότητα

Αν ήμουν όνειρο…

Μα είμαι μονάχα η Νηρηίδα της διπλανής πόρτας
που αύριο θα αναδυθεί υποχρεωτικά
για να χτυπήσει κάρτα στη σκληρή πραγματικότηταthranio

Σχολικό

Αν είχα μια τεράστια γομολάστιχα
απ’ όλα των ανθρώπων τα κατάστιχα
θα έσβηνα μονάχα μια αράδα:
αυτήν που περιγράφει τον Καιάδα.

Αν είχα ένα πελώριο τετράδιο,
θα στο ’δινα να το ’χεις για σκιάδιο.
Όποτε σκότη ή λιοπύρια σ’ απειλούνε,
να το ανοίγεις και μαζί σου να γελούνε.

Αν έβρισκα μια πένα γιγαντιαία,
στην κορυφή της θα στερέωνα σημαία,
να τη θωρούν από παντού οι πονεμένοι
και να θυμούνται πως η ελπίδα δεν πεθαίνει.

Μα είμαι ακόμη μαθητούδι, ένα πρωτάκι,
του Πρωτομάστορα το κούτσικο τσιράκι.
Γίνε εσύ τετράδιο, γομολάστιχα και πένα,
τα μαθημένα σου να δείξεις και σε μένα.ΜΟΥΣΕΙΟ_ΣΧΟΛΕΙΟ

 

 

 

 

 

 

Οι φωτογραφίες είναι από το Εκεδισυ ) Εθνικό Κέντρο Έρευνας & Διάσωσης Σχολικού Υλικού και από το Μουσείο Παιδείας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Χρόνος Ανθοφόρος

Από την ίδια ρίζα δες
πως ξεπροβάλλουν τρεις γενιές:
μπουμπούκι, νιούτσικο ανθάκι,
ξεφουντωμένο γεροντάκι.

Ένας ο δρόμος, ο κορμός,
μοναχικός σαν εαυτός.
Κλαδιά τ’ ανέμου τα όνειρά του,
ανάσες στέλνουν στην καρδιά του.

Μήπως ο Χρόνος είναι μια
πανώρια τριανταφυλλιά,
που η ομορφιά της σε θαμπώνει,
μα ξέρει και να σ’ αγκυλώνει;

Ας είναι. Εσύ να μη διστάζεις
φως και αγάπη να της στάζεις.
Μόνο έτσι δένει ο καρπός της,
που ’ναι η αλήθεια και το βιος της.

Κι όταν σιμώσει η στιγμή
που θα λιπάνεις τη σιωπή,
τη ροδωνιά μη λησμονείς:
όπου βρεθείς, ν’ ανθοφορείς…3epoxes

Αρχαία Αγορά

Όσες φορές κι αν περπατάω
εκεί που απέραντα αγαπάω,
κάθε ματιά μου είναι σκαλίδι,
φιλοπερίεργο σαμιαμίδι.

Χώμα και μάρμαρο ανθισμένο,
πράσινο αψύ, ηλιοκαμμένο,
φτιάχνουν εξαίσια τοπία,
ζώντα για με, γι’ άλλους μνημεία.

Στην αγκαλιά τους γαληνεύω
κι αφήνομαι να ταξιδεύω.
Φαντάζομαι πως ζωγραφίζω,
όσα ν’ αξιωθώ ελπίζω.

Τριγύρω ο κόσμος τετερίζει
σαν τζίτζικας που ζουζουνίζει
κι αυτή ακριβώς είν’ η χαρά του:
να εκλύουν φως τα όνειρά του.AGORAARXAIA_AGORA_4

Σελήνη

Άλλοι μεθούν με το φεγγάρι,
κι άλλους φαρμάκια τους τρατάρει.

Άλλοι είναι ήρωες σε ρομάντζο
κι άλλοι αργοσβήνουν σ’ ένα ράντσο.

Αχ ξελογιάστρα εσύ, Σελήνη,
ποιος θα γλυτώσει απ’ τη σαγήνη;

Η φωτεινή σου η οπτασία
μια σκοτεινή κρύβει εξουσία.

Όποια σου όψη κι αν διαλέξω,
το ερώτημα είναι: θα αντέξω;Donato_Creti_Selini

Πίνακας: Donato Creti, Σελήνη

rosmarinus_officinalisjpgΜωβ

Αν θέλεις να ‘μαστε μαζί,
ποτέ μην πεις “για πάντα”,
είπε τ’ αρισμαρόπαιδο
στην όμορφη λεβάντα.

Το “πάντα” μοιάζει σύννεφο
με ποταμούς γεμάτο
κι ώσπου να δέσει το φιλί,
βρέχει κι είναι φευγάτο.

Γι’ αυτό “ή τώρα ή ποτέ”
να λες στον έρωτά σου
και ο κρυφός του θησαυρός
θα γίνει κόσμημά σου.

 

 

lavandulaangustifolia

Δέηση

Το δοιάκι σου το έστρεψες σε ρότα ποταμίσια,
με βήμα απτάλικο, βαρύ, κοίτη να στρώσεις ίσια.

Κι είχες αντίκρυ επτά κορφές, γριές ρυτιδωμένες,
απ’ άγρια χειμαρρόπουλα βαθιά χαρακωμένες.

Κι είχες ξοπίσω ηλιάτορα σα ρουμπινένιο δίσκο,
του Παντοκράτορα το γιο, του Διγενή τον ίσκιο,

που ως έσμιγε τη θάλασσα, τα στήθια της κοχλάζαν
και τη ζωή με θάνατο, τζόγια μου, την αλλάζαν.

Κι όταν μπρούσκο δοκίμασες στο καπηλειό της Δύσης,
φωνάζανε τα μάτια σου, μάτια μου, μη μ’ αφήσεις.

Πώς να σηκώσω αυτό το φως, πλαντάζει η ψυχή μου.
Μαχαίρι ο κόσμος στην πληγή κι είν’ η πληγή κορμί μου.

Τι από μικράκι γύρευα μια Παναγιά για να βρω,
να ξαποσταίνει στον αφρό, να σεργιανά στον κάμπο.

Απ’ όπου και να την κοιτώ, να με θωρεί κατάματα
και να μη ξελογιάζεται απ’ όρκους κι από τάματα.

Μονάχη να πορεύεται, Ελπίδα κι Αμαζόνα.
Με μια μονάχα δρασκελιά σ’ άλλο να μπαίνει αιώνα.

Κι όποτε αγρίμι αφουγκραστεί σε δόκανο πιασμένο,
από κακό κι απ’ άδικο να σκούζει λαβωμένο,

Λάμια ευθύς να γίνεται, Νέμεση εκδικήτρα
και τον καρκίνο ν’ αφαιρεί απ’ της ζωής τη μήτρα.Panagia_2Panagia_1

Εικόνες: Παναγία Γλυκοφιλούσα, 12ος αιώνας, Αθήνα, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο και Παναγία Φιλουσιώτισσα (1570) από τον ιερό ναό Αγίας Μαρίνας Κελοκεδάρων Πάφου

 

 

 

 

 

 

 

 

Σαν παραμύθι…(απόσπασμα)

“…Είχε πια σκοτεινιάσει και το στρείδι κούρνιασε στο βράχο του αποκαμωμένο από την ένταση της ημέρας και γρήγορα αποκοιμήθηκε. Τότε είδε ένα όνειρο, από αυτά που όταν ξυπνάς συνεχίζεις να τα θυμάσαι και να τα σκέφτεσαι.

Έγινε, λέει, σεισμός στη θάλασσα και τα πάντα ανατράπηκαν: ό, τι βρισκόταν πάνω, πήγε κάτω. Ό,τι ήταν προσκολλημένο, απελευθερώθηκε. Ό,τι ήταν πολύχρωμο έγινε άχρωμο. Ό,τι ήταν θηρευτής έγινε θήραμα. Κι ό,τι ήταν ασφαλές, «μετακόμισε» στην πιο μεγάλη ανασφάλεια.

Το στρείδι αποκολλήθηκε βίαια από το βράχο του και βρέθηκε να κλυδωνίζεται σαν ακυβέρνητο βαρκάκι στον αφρό. Και πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, παρασύρθηκε από τα ρεύματα στα βάθη του ωκεανού. Το καινούργιο του περιβάλλον το φόβιζε και ταυτόχρονα το γοήτευε. Τη μια στιγμή σκεφτόταν ότι ήταν ένα στρείδι με αλλιώτικη μοίρα από τη μοίρα των άλλων στρειδιών. Αυτή η σκέψη το έκανε να νιώθει ικανοποίηση και μια ψίχα υπεροψία. Και την άλλη στιγμή βυθιζόταν στην πιο μεγάλη απελπισία, γιατί δεν ήξερε πως να επιβιώσει σ’ ένα περιβάλλον άγνωστο για τα μέχρι τότε δεδομένα του. Ο ωκεανός δεν έμοιαζε σε τίποτα με την αγαπημένη του ακτή. Φαινόταν απρόσιτος και το στρείδι συνειδητοποίησε με λύπη ότι εδώ δεν είχε κανένα φίλο.

Ξαφνικά άκουσε ένα υπόκωφο βουητό και το ρυθμικό πλατάγισμα από δυνατά πτερύγια. Ήταν μια γαλάζια φάλαινα θεόρατη σα βουνό και ευλύγιστη σα φίδι, παρά τον τεράστιο όγκο της. «Μα τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα, έφτασε το τέλος μου. Το δίχως άλλο η φάλαινα θα με καταπιεί…», σκέφτηκε τρομοκρατημένο το στρείδι. Η φάλαινα πλησίαζε απειλητικά, εκτοξεύοντας με ρυθμό το σιντριβάνι της. Το στρείδι έλεγε την προσευχή του και παράλληλα αγωνιζόταν να ξυπνήσει, για να μην ονειρευτεί τη στιγμή του θανάτου του. Τότε έγινε κάτι αναπάντεχο.

«Τώρα εσύ κλείστηκες ερμητικά στον εαυτό σου και άλλαξες δέκα χρώματα από το φόβο σου, γιατί είσαι σίγουρο ότι θα σε κάνω μια χαψιά και όλα θα τελειώσουν εδώ. Αλλά εγώ θα διαφωνήσω. Μπας και νομίζεις ότι είσαι κανένας καταπληκτικός μεζές; Ή μήπως φαντάστηκες πως εγώ ανοίγω απλώς τη στοματάρα μου και καταπίνω ό,τι κυκλοφορεί σε ακτίνα μισού χιλιομέτρου; Όχι αγαπητό μου στρείδι, δεν θα σου κάνω τη χάρη να σε φάω! Θα μου χαλάσεις τη γεύση, γιατί είσαι ξένο σώμα στο δικό μου κόσμο. Άντε, τράβα το δρόμο σου, αν καταφέρεις ποτέ να τον βρεις, έτσι που κυκλοφορείς επτασφράγιστο. Γύρνα στα λημέρια σου. Και να θυμάσαι: το δύσκολο στη ζωή είναι να μη φαγωθείς. Αν φαγωθείς, καθάρισες!…», μουρμούρισε με στόμφο η φάλαινα. Και κάνοντας μια εντυπωσιακή κατάδυση, χάραξε ρότα προς το βορρά. Τότε ήταν που το στρείδι, απορημένο, ξύπνησε. Και άρχισε να σκέφτεται το παράδοξο αυτό όνειρο…”…

(c) Manchester City Galleries; Supplied by The Public Catalogue Foundation

(c) Manchester City Galleries; Supplied by The Public Catalogue Foundation