644 λέξεις

Ήθελα να σου πω για το φεγγάρι που απλώνει το χαλί του στη θάλασσα. Χαλί από κρυσταλλάκια κι αναθήματα βασιλικών τάφων. Ήθελα να σου πω για τη φιδίσια κίνηση του φωτός πάνω στο νερό, που στην πραγματικότητα είναι μια οφθαλμαπάτη. Το νερό κινείται και παρασέρνει το φωτεινό του ριχτάρι. Το φως απλά είναι. Το νερό κινείται. Η ύπαρξη κάνει την κίνηση εφικτή και η κίνηση κάνει την ύπαρξη φθαρτή. Και τα δύο κάνουν τη ζωή και το θάνατο, ζευγάρι αθάνατο.

Ήθελα να σου πω ότι όταν σε πρωτοείδα, αναρωτήθηκα όπως αναρωτιέται το αηδόνι: πως γίνεται να ζει κάποιος χωρίς να τραγουδά; Και μετά ξέχασα την ερώτηση. Ήθελα να σου πω ότι όταν σε ξαναείδα και μου μίλησες, έπαψα ν’ αναρωτιέμαι. Κόπηκα. Κατάλαβα πως εσύ δεν τραγουδάς, γιατί για σένα γράφονται τα τραγούδια. Και μετά ξέχασα την απάντηση. ‘Ετσι ανέβηκα στο Κάστρο και πήρα τα κλειδιά για να ξεκλειδώσω την Ευαγγελίστρια: χωρίς ερώτηση και χωρίς απάντηση. Άγραφη περγαμηνή η ψυχή μου, παρθένος σαν το νεογέννητο. Σαν να καθαρίστηκε από κάθε σημάδι, από κάθε λύπη, κάθε στεναγμό, κάθε θυμό και κάθε θύμηση. Για να έρθεις εσύ να χαράξεις τον καινούργιο κώδικα, τη νέα αρχή, τον έλικα και το μοσχομπίζελο, το παράπονο και την έξαψη. Για να διαβείς το κατώφλι μου σαν ιππότης και σαν πειρατής. Σα ληστής και σαν άγιος. Μ’ όλα σου τα χρώματα και μ’ όλα σου τα σώματα. Αρματωμένος ως τα μάτια και γυμνός σαν πεφταστέρι. Όπως και να είσαι, όπως και να φαίνεσαι. Κι όπως θα ήθελες να είσαι.

Ήθελα να σου πω ότι με δάμασαν τα σαράντα κύματα μέχρι να σε συναντήσω. Ότι ξεπέζεψα από τον εαυτό μου χίλιες φορές και χίλιες φορές δεν το μετάνιωσα. Γιατί κάθε φορά η γη έφτιαχνε λάσπη και άλειφε τις πληγές μου. Και κάθε φορά ένα δελφίνι τιναζόταν και με ράντιζε θαλασσινή αλμύρα. Να καίγεται η πληγή και να δένει σημάδι. Επειδή ήξερε ότι εγώ πληγώθηκα από έρωτα για την αλήθεια. Ξέρεις, καλέ μου, τι είναι της αλήθειας ο έρωτας; Αυτή η ασημένια σκιά, το πετάρισμα στο σπηλιαράκι που φτιάχνει το φρύδι με τα βλέφαρά σου, όταν ανησυχείς και όταν πελαγώνεις. Αυτό το τρέμισμα στην αριστερή σου χούφτα, όταν τα πράγματα σκαλώνουν στα σκοτάδια.

Ήθελα να σου πω ότι τον ήξερα, όπως κι εσύ τον ξέρεις, της αλήθειας τον έρωτα. Κι αυτός με ξέρει, απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, γιατί αυτός με ζύμωσε. Κόντρα στην κόντρα, με το σκαλίδι και με το λιανοντούφεκο, με τη γραφίδα και με το σουγιά, με το κουπί και με το ονείρεμα, με το όχι και με το ναι, με το ποτέ και με το για πάντα. Ήθελα να σου πω ότι εγώ τον προσκάλεσα να το κάνει. Μπορούσα κι αλλιώς, αλλά ήθελα με αυτόν τον τρόπο. Δυνατά και απόλυτα. Όπως και εσύ.

Ήθελα να σου πω ότι δεν περιμένω πια το θαύμα. Μόνο μικρά, καθημερινά θαύματα, στο μπόι του ανθρώπου. Απ’ αυτά που κάνουν οι γυρολόγοι στις λαϊκές αγορές και τα περιπλανώμενα μπουλούκια στην επαρχία. Απ’ αυτά που πιτσιλάνε τη ζωή ρακόμελο και ώχρα, μοιράζουνε χαμόγελα και γίνονται καπνός στην επόμενη στάση. Απ’ αυτά που όλοι τα περιφρονούνε, μα κανείς ποτέ δεν τα αρνήθηκε. Θαύματα μικρά σαν το λουλούδισμα της βουκαμβίλιας και σαν την αντίσταση του βότσαλου στο αγριεμένο κύμα. Σαν το νεύμα της γιαγιάς που καλημερίζει γνωστούς και αγνώστους στο κεφαλόσκαλο και σαν το δίχτυ του ψαρά που βάφει κίτρινο το τσιμέντο στην προκυμαία. Τέτοια μικροθαύματα. Τόσο αυτονόητα όσο και ανεκτίμητα. Σαν το νερό το δροσερό μετά τον κάματο της μέρας. Σαν το φιλί το τρυφερό μετά το πάλεμα της νύχτας.

Ήθελα κι άλλα να σου πω, αλλά δεν ξέρω αν είναι η ώρα να τ’ ακούσεις. Έτσι κι αλλιώς ο δρόμος είναι ο δικός μας τρόπος. Ή μήπως και ο δικός μας τόπος; Το τελευταίο που θα σου πω πριν σιωπήσω, είναι ότι εκεί που τελειώνει η ευθύνη της τύχης αρχίζει η ευθύνη της θέλησης.

Σεπτέμβριος 2015

Loytra-talara-Astypalaia_1Και να ο Σεπτέμβρης! Όλο γλύκα, αναμαλλιάρης, ροβολάει στα σοκάκια μ’ ένα τσαμπί αγιωργίτικο στο χέρι και με τη βούργια του την υφαντή στον ώμο. Μέσα τετράδιο τσίλικο, κοντύλι φρεσκοξυσμένο και ψωμοτύρι δεμένο κόμπο στο μαντήλι, για δεκατιανό. Περνώντας έξω από την εκκλησιά, χτυπάει την καμπάνα. Αρχή της Ινδίκτου, κοπιάστε χριστιανοί για να λειτουργηθείτε. Να ευχηθείτε καλή πρωτοχρονιά, πλούσια σοδειά, να φιληθείτε.

“Ἀρρήτῳ πάντα ὡς Θεῷ ποιήσαντι σοφίᾳ, ἰσχύι τε παντουργικῇ διασῴζοντι πάντα, τὸν ὕμνον δέει ἐκ ψυχῆς προσάγομεν, ἐντρόμως δυσωποῦντες, παρασχεῖν εὐφορίαν τῇ γῇ, ἐν τῇ σήμερον ἐτησίῳ ἀπαρχῇ, παντὸς ῥυσθῆναι δυσχεροῦς, ὁρατῶν καὶ ἀοράτων δυσμενῶν, ἐν ταῖς αἰσίαις κράζοντες περιόδοις· εὔφορον πᾶσι τὸ ἔτος χορήγησον Κύριε”…

Κατηφορίζοντας, κλείνει ο Σεπτέμβρης το τσακίρικο το μάτι στη Μαριώ και κόβει απ’ το γλαστράκι της στο γαλανό περβάζι ένα κλωνί βασιλικό. Με μυρωμένο αυτί στέκει, θωρεί το κύμα και παρακαλεί:

Κάνε, κύρη μου Χρόνε, να ταξιδέψουμε αγάλια αγάλια, σαν τα πετούμενα που αποδημούν για τα ζεστά και σαν πρωτόμπαρκα, ατίθασα παιδιά. Και πάνω απ’ όλα κάνε να ταξιδέψουμε αγκαλιά…

Εικόνα: Από τα Λουτρά του Ταλαρά στη μαγευτική Αστυπάλαια.Axinosdelfiniafykiavythos

Αν ήμουν όνειρο

Αν ήμουν όνειρο

Θα εισχωρούσα στο μεδούλι των κυμάτων
για ν’ αγγίξω το φτερούγισμα του ταξιδιού

Θα χάιδευα μ’ ανάσες σκιές τις σμαραγδένιες φυκιάδες
για να ριγήσουν οι αποκοιμισμένοι αμφορείς

Θα τρυγούσα αφροσταλίδες από το ερωτοπαίγνιο των δελφινιών
για να μυρίζουν κατευόδιο οι πρωτόμπαρκοι

Θα κεντούσα με χρυσοκλωστές κάθε μοναχικό αστερία
για να ντυθεί με παραμύθι το πικραμένο προσφυγάκι

Θα πόντιζα φεγγαροκορφές στα καταγώγια του Ωκεανού
για να ελπίσουν τα σκοτάδια του στο ανέφικτο

Θα κούρσευα μια πλωτή Ιθάκη και θα σε ενθρόνιζα
για ν’ αρμενίζεις χαμογελαστός κάθε στιγμή κι αιωνιότητα

Αν ήμουν όνειρο…

Μα είμαι μονάχα η Νηρηίδα της διπλανής πόρτας
που αύριο θα αναδυθεί υποχρεωτικά
για να χτυπήσει κάρτα στη σκληρή πραγματικότηταthranio

Σχολικό

Αν είχα μια τεράστια γομολάστιχα
απ’ όλα των ανθρώπων τα κατάστιχα
θα έσβηνα μονάχα μια αράδα:
αυτήν που περιγράφει τον Καιάδα.

Αν είχα ένα πελώριο τετράδιο,
θα στο ’δινα να το ’χεις για σκιάδιο.
Όποτε σκότη ή λιοπύρια σ’ απειλούνε,
να το ανοίγεις και μαζί σου να γελούνε.

Αν έβρισκα μια πένα γιγαντιαία,
στην κορυφή της θα στερέωνα σημαία,
να τη θωρούν από παντού οι πονεμένοι
και να θυμούνται πως η ελπίδα δεν πεθαίνει.

Μα είμαι ακόμη μαθητούδι, ένα πρωτάκι,
του Πρωτομάστορα το κούτσικο τσιράκι.
Γίνε εσύ τετράδιο, γομολάστιχα και πένα,
τα μαθημένα σου να δείξεις και σε μένα.ΜΟΥΣΕΙΟ_ΣΧΟΛΕΙΟ

 

 

 

 

 

 

Οι φωτογραφίες είναι από το Εκεδισυ ) Εθνικό Κέντρο Έρευνας & Διάσωσης Σχολικού Υλικού και από το Μουσείο Παιδείας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Χρόνος Ανθοφόρος

Από την ίδια ρίζα δες
πως ξεπροβάλλουν τρεις γενιές:
μπουμπούκι, νιούτσικο ανθάκι,
ξεφουντωμένο γεροντάκι.

Ένας ο δρόμος, ο κορμός,
μοναχικός σαν εαυτός.
Κλαδιά τ’ ανέμου τα όνειρά του,
ανάσες στέλνουν στην καρδιά του.

Μήπως ο Χρόνος είναι μια
πανώρια τριανταφυλλιά,
που η ομορφιά της σε θαμπώνει,
μα ξέρει και να σ’ αγκυλώνει;

Ας είναι. Εσύ να μη διστάζεις
φως και αγάπη να της στάζεις.
Μόνο έτσι δένει ο καρπός της,
που ’ναι η αλήθεια και το βιος της.

Κι όταν σιμώσει η στιγμή
που θα λιπάνεις τη σιωπή,
τη ροδωνιά μη λησμονείς:
όπου βρεθείς, ν’ ανθοφορείς…3epoxes

Αρχαία Αγορά

Όσες φορές κι αν περπατάω
εκεί που απέραντα αγαπάω,
κάθε ματιά μου είναι σκαλίδι,
φιλοπερίεργο σαμιαμίδι.

Χώμα και μάρμαρο ανθισμένο,
πράσινο αψύ, ηλιοκαμμένο,
φτιάχνουν εξαίσια τοπία,
ζώντα για με, γι’ άλλους μνημεία.

Στην αγκαλιά τους γαληνεύω
κι αφήνομαι να ταξιδεύω.
Φαντάζομαι πως ζωγραφίζω,
όσα ν’ αξιωθώ ελπίζω.

Τριγύρω ο κόσμος τετερίζει
σαν τζίτζικας που ζουζουνίζει
κι αυτή ακριβώς είν’ η χαρά του:
να εκλύουν φως τα όνειρά του.AGORAARXAIA_AGORA_4

Σελήνη

Άλλοι μεθούν με το φεγγάρι,
κι άλλους φαρμάκια τους τρατάρει.

Άλλοι είναι ήρωες σε ρομάντζο
κι άλλοι αργοσβήνουν σ’ ένα ράντσο.

Αχ ξελογιάστρα εσύ, Σελήνη,
ποιος θα γλυτώσει απ’ τη σαγήνη;

Η φωτεινή σου η οπτασία
μια σκοτεινή κρύβει εξουσία.

Όποια σου όψη κι αν διαλέξω,
το ερώτημα είναι: θα αντέξω;Donato_Creti_Selini

Πίνακας: Donato Creti, Σελήνη

rosmarinus_officinalisjpgΜωβ

Αν θέλεις να ‘μαστε μαζί,
ποτέ μην πεις “για πάντα”,
είπε τ’ αρισμαρόπαιδο
στην όμορφη λεβάντα.

Το “πάντα” μοιάζει σύννεφο
με ποταμούς γεμάτο
κι ώσπου να δέσει το φιλί,
βρέχει κι είναι φευγάτο.

Γι’ αυτό “ή τώρα ή ποτέ”
να λες στον έρωτά σου
και ο κρυφός του θησαυρός
θα γίνει κόσμημά σου.

 

 

lavandulaangustifolia

Δέηση

Το δοιάκι σου το έστρεψες σε ρότα ποταμίσια,
με βήμα απτάλικο, βαρύ, κοίτη να στρώσεις ίσια.

Κι είχες αντίκρυ επτά κορφές, γριές ρυτιδωμένες,
απ’ άγρια χειμαρρόπουλα βαθιά χαρακωμένες.

Κι είχες ξοπίσω ηλιάτορα σα ρουμπινένιο δίσκο,
του Παντοκράτορα το γιο, του Διγενή τον ίσκιο,

που ως έσμιγε τη θάλασσα, τα στήθια της κοχλάζαν
και τη ζωή με θάνατο, τζόγια μου, την αλλάζαν.

Κι όταν μπρούσκο δοκίμασες στο καπηλειό της Δύσης,
φωνάζανε τα μάτια σου, μάτια μου, μη μ’ αφήσεις.

Πώς να σηκώσω αυτό το φως, πλαντάζει η ψυχή μου.
Μαχαίρι ο κόσμος στην πληγή κι είν’ η πληγή κορμί μου.

Τι από μικράκι γύρευα μια Παναγιά για να βρω,
να ξαποσταίνει στον αφρό, να σεργιανά στον κάμπο.

Απ’ όπου και να την κοιτώ, να με θωρεί κατάματα
και να μη ξελογιάζεται απ’ όρκους κι από τάματα.

Μονάχη να πορεύεται, Ελπίδα κι Αμαζόνα.
Με μια μονάχα δρασκελιά σ’ άλλο να μπαίνει αιώνα.

Κι όποτε αγρίμι αφουγκραστεί σε δόκανο πιασμένο,
από κακό κι απ’ άδικο να σκούζει λαβωμένο,

Λάμια ευθύς να γίνεται, Νέμεση εκδικήτρα
και τον καρκίνο ν’ αφαιρεί απ’ της ζωής τη μήτρα.Panagia_2Panagia_1

Εικόνες: Παναγία Γλυκοφιλούσα, 12ος αιώνας, Αθήνα, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο και Παναγία Φιλουσιώτισσα (1570) από τον ιερό ναό Αγίας Μαρίνας Κελοκεδάρων Πάφου

 

 

 

 

 

 

 

 

Σαν παραμύθι…(απόσπασμα)

“…Είχε πια σκοτεινιάσει και το στρείδι κούρνιασε στο βράχο του αποκαμωμένο από την ένταση της ημέρας και γρήγορα αποκοιμήθηκε. Τότε είδε ένα όνειρο, από αυτά που όταν ξυπνάς συνεχίζεις να τα θυμάσαι και να τα σκέφτεσαι.

Έγινε, λέει, σεισμός στη θάλασσα και τα πάντα ανατράπηκαν: ό, τι βρισκόταν πάνω, πήγε κάτω. Ό,τι ήταν προσκολλημένο, απελευθερώθηκε. Ό,τι ήταν πολύχρωμο έγινε άχρωμο. Ό,τι ήταν θηρευτής έγινε θήραμα. Κι ό,τι ήταν ασφαλές, «μετακόμισε» στην πιο μεγάλη ανασφάλεια.

Το στρείδι αποκολλήθηκε βίαια από το βράχο του και βρέθηκε να κλυδωνίζεται σαν ακυβέρνητο βαρκάκι στον αφρό. Και πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, παρασύρθηκε από τα ρεύματα στα βάθη του ωκεανού. Το καινούργιο του περιβάλλον το φόβιζε και ταυτόχρονα το γοήτευε. Τη μια στιγμή σκεφτόταν ότι ήταν ένα στρείδι με αλλιώτικη μοίρα από τη μοίρα των άλλων στρειδιών. Αυτή η σκέψη το έκανε να νιώθει ικανοποίηση και μια ψίχα υπεροψία. Και την άλλη στιγμή βυθιζόταν στην πιο μεγάλη απελπισία, γιατί δεν ήξερε πως να επιβιώσει σ’ ένα περιβάλλον άγνωστο για τα μέχρι τότε δεδομένα του. Ο ωκεανός δεν έμοιαζε σε τίποτα με την αγαπημένη του ακτή. Φαινόταν απρόσιτος και το στρείδι συνειδητοποίησε με λύπη ότι εδώ δεν είχε κανένα φίλο.

Ξαφνικά άκουσε ένα υπόκωφο βουητό και το ρυθμικό πλατάγισμα από δυνατά πτερύγια. Ήταν μια γαλάζια φάλαινα θεόρατη σα βουνό και ευλύγιστη σα φίδι, παρά τον τεράστιο όγκο της. «Μα τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα, έφτασε το τέλος μου. Το δίχως άλλο η φάλαινα θα με καταπιεί…», σκέφτηκε τρομοκρατημένο το στρείδι. Η φάλαινα πλησίαζε απειλητικά, εκτοξεύοντας με ρυθμό το σιντριβάνι της. Το στρείδι έλεγε την προσευχή του και παράλληλα αγωνιζόταν να ξυπνήσει, για να μην ονειρευτεί τη στιγμή του θανάτου του. Τότε έγινε κάτι αναπάντεχο.

«Τώρα εσύ κλείστηκες ερμητικά στον εαυτό σου και άλλαξες δέκα χρώματα από το φόβο σου, γιατί είσαι σίγουρο ότι θα σε κάνω μια χαψιά και όλα θα τελειώσουν εδώ. Αλλά εγώ θα διαφωνήσω. Μπας και νομίζεις ότι είσαι κανένας καταπληκτικός μεζές; Ή μήπως φαντάστηκες πως εγώ ανοίγω απλώς τη στοματάρα μου και καταπίνω ό,τι κυκλοφορεί σε ακτίνα μισού χιλιομέτρου; Όχι αγαπητό μου στρείδι, δεν θα σου κάνω τη χάρη να σε φάω! Θα μου χαλάσεις τη γεύση, γιατί είσαι ξένο σώμα στο δικό μου κόσμο. Άντε, τράβα το δρόμο σου, αν καταφέρεις ποτέ να τον βρεις, έτσι που κυκλοφορείς επτασφράγιστο. Γύρνα στα λημέρια σου. Και να θυμάσαι: το δύσκολο στη ζωή είναι να μη φαγωθείς. Αν φαγωθείς, καθάρισες!…», μουρμούρισε με στόμφο η φάλαινα. Και κάνοντας μια εντυπωσιακή κατάδυση, χάραξε ρότα προς το βορρά. Τότε ήταν που το στρείδι, απορημένο, ξύπνησε. Και άρχισε να σκέφτεται το παράδοξο αυτό όνειρο…”…

(c) Manchester City Galleries; Supplied by The Public Catalogue Foundation

(c) Manchester City Galleries; Supplied by The Public Catalogue Foundation

Τα κάλαντα του ερωτευμένου

KALANTISTISΣκάρτα δυο μερόνυχτα απέμεναν για ν’ αλλάξει ο χρόνος κι ο Μανουήλ δεν μπορούσε να ησυχάσει. Βαριά λαβωμένη ανάσαινε η καρδιά του, παραζαλισμένος λοξοδρομούσε απ’ τα καθήκοντα ο νους. Την είχε δει τις προάλλες να περπατά σεμνά αλλά περήφανα στο πλάι του κύρη της, στην αγορά, και θαμπώθηκε. Και λάθεψε στο έργο που καταπιανόταν. Παράτησε τα ραφτικά, πετάχτηκε ξεσκούφωτος και ξυπόλητος στο σοκάκι κι έτρεξε ξοπίσω τους να ρωτήσει, ποιο είναι τ’ όνομά της και το σημάδι της γενιάς της.

– Κράτα την όρεξή σου παλικάρι. Αρχόντισσα τρανή η δεσποσύνη, δεν καταδέχεται τους παραγιούς και τους ξωμάχους, του είπε ένας μανάβης από δίπλα.

– Και μη σου περάσει απ’ το μυαλό ότι μπορεί να ρίξει επάνω σου το βλέμμα της. Ακριβοθώρητη και μοσχαναθρεμμένη την έχουν. Νύφη για το παλάτι την προορίζουνε και -θέλει, δεν θέλει- τη μοίρα της θ’ ακολουθήσει, συμπλήρωσε ένα τσιράκι απ’ το τσαγκάρικο παραπέρα, που τον ένιωσε. Έτσι, για να τον προειδοποιήσει.

Καλά και λογικά όλα τούτα, μα ο Μανουήλ ήταν “στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα”. Σαν το πουλί στο ξόβεργο σπαρτάραγε η ψυχή του. Μια που την είδε. Δεύτερη δεν χρειάστηκε. Της είχε ήδη τάξει τη ζωή του. Στα πέπλα της τα θαλασσιά απ’ ακριβό μετάξι, που στόλιζαν την πυκνή, σγουροπλέξουδη κόμη, ταξίδευε ήδη και θαλασσοπνιγόταν. Έτσι είναι ο έρωτας. Χτυπάει και δεν ρωτάει. Και πόσα φλουριά έχεις στο πουγκί, ή αν φορείς μαντηλοδέσι ή κορώνα στο κεφάλι, καθόλου δεν κοιτάει…

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Να σου κι οι γιορτινοί καλαντιστές που πήραν δρόμο. Με τα κρουστά και τα πνευστά, πανέτοιμα κι αστραφτερά. Χαρά στους λαλητάδες! Από κοντά κι ο Μανουήλ με την αηδονόλαλη φωνή. Στης ακριβής του κοντοστέκεται το αρχοντικό το σπίτι. Κρούει το μάνταλο μ’ απόφαση. Να της τα ψάλλει έτοιμος, ν’ ανοίξει την καρδιά του. Γονυπετή να παραθέσει στον δαντελένιο της ποδόγυρο τον ασυγκράτητο έρωτά του. Μα δίχως να τον πάρουνε είδηση οι δικοί της. Πως θα το καταφέρει αυτό; Ποιο είναι της μοίρας το γραφτό; Και τι θα γίνει αν μολογήσει πως ποθεί τον απαγορευμένο τον καρπό; Ή μήπως είναι πιο σωστό να επιστρέψει άπραγος στο φτωχικό γιατάκι, κορίτσι της σειράς του για να βρει και σε μπελάδες να μην μπει;

Και να η θύρα ορθάνοιχτη, τη μελωδία προσμένει. Μπροστά στο κεφαλόσκαλο ο οικοδεσπότης στέκει. Λαμπροντυμένος, γελαστός, προστάζει «να τα πείτε». Ξοπίσω η Κοκόνα του και παραπίσω η θυγατέρα. Της νύχτας τ’ αστρολούλουδο, η Θεοφανώ η πανώρια.

Σηκώνει το βλέφαρο ο Μανουήλ, τη βλέπει και χλωμιάζει. Μα ούτε δευτερόλεπτο μπροστά τους δεν κομπιάζει.

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος.
Αρχή που βγήκε ο Χριστός,
Άγιος και Πνευματικός,
στη γη να περπατήσει
και να μας καλοκαρδίσει.
Άγιος Βασίλης έρχεται
και δε μας καταδέχεται,
από την Καισαρεία.
Συ είσ’ αρχόντισσα κυρία.
Βαστάει πένα και χαρτί,
ζαχαροκάντιο ζυμωτή,
χαρτί και καλαμάρι,
δες και με το παλικάρι

Μα τι σόι κάλαντα είν’ αυτά; Σαν γρίφος μπερδεμένος. Κι εκείνος που τον σκάρωσε ευθύς, νέος ερωτευμένος. Γιατί ψηλή σα δεντρολιβανιά είναι η ωραία κόρη. Και λάμπει απ’ τα χρυσαφικά σαν στολισμένη εκκλησιά. Μα δεν τον καταδέχεται, γιατί είν’ αρχόντισσα κυρία. “Αχ, ζαχαροζυμωμένη μου, ρίξε και σ’ εμένα μια ματιά!”. Μπλέκει του έρωτα τις αθιβολές ο κατεργάρης ο Μανουήλ, με των καλάντων τις ευχές, τα παινέματα, τις προσευχές. Και ούτε γάτα ούτε ζημιά, χαμπάρι δεν παίρνουν τα αυστηρά τα γονικά. Και ξέρετε ποιο είναι το πιο σπουδαίο; Πως του χαμογελάει η κοπελιά…

Κι αν μήτ’ εγώ ήμουν εκεί, μήτ’ εσείς να το πιστέψετε, καλή χρονιά σας εύχομαι, με παραμυθιών παρηγοριά…Που πάντα “κρύβουν” στο πουγκί τους λίγη αλήθεια. Για να ομορφαίνει η ζωή, ν’ αλλάζει η συνήθεια…

Η ζωγραφιά είναι του Θανάση Δήμου, από το βιβλίο μου “Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη”, εκδόσεις Πατάκη.