Ο Άη Γκώνενας

AH_GONENAS_1Ζούσε κάποτε στις νότιες ακτές της Ίμβρου, κοντά στο ακρωτήρι Συκιά, ένα παλικάρι. Έβοσκε τα πρόβατά του ολομόναχο στις γύρω πλαγιές κα ποτέ δεν είχε κάνει κακό σε κανέναν. Η καρδιά του ήταν γεμάτη αγάπη και αθωότητα. Γράμματα δεν ήξερε, παρέες δεν είχε. Που να τις βρει στην ερημιά; Έτσι η ζωή του κυλούσε ήρεμα, γεμάτη ευγνωμοσύνη για τα καλά που του χάριζε ο Θεός. Βρέθηκαν, όμως, κάποιοι, που δεν δίστασαν να κατηγορήσουν το παλικάρι στο Δεσπότη ότι τάχα δεν πίστευε στο Θεό και ότι ζούσε μέσα στην αμαρτία.

Ο Δεσπότης μπήκε στο καράβι και κίνησε να βρει και να γνωρίσει το παλικάρι, για να το βοηθήσε να μπει στο δρόμο της αρετής. Που να φανταστεί ότι όσα του είπαν γι’ αυτό ήταν συκοφαντίες! Όταν το καράβι άραξε στα λημέρια του παλικαριού, ο Δεσπότης μπήκε σε μια βάρκα και κίνησε κατά την ακρογιαλιά. Όταν συναντήθηκε με το παλικάρι, εκείνο έκανε ό,τι μπορούσε για να τον ευχαριστήσει. Του πρόσφερε αγνό γάλα και τυρί απ’ το κοπάδι του κι έσφαξε το καλύτερο αρνάκι του για να του κάνει το τραπέζι. Όταν έφαγαν και χόρτασαν, ο Δεσπότης ρώτησε το παλικάρι αν πηγαίνει στην εκκλησία και αν ακολουθεί τη διδασκαλία του Χριστού.

– Πως να πάω στην εκκλησία, αφού είναι πολύ μακριά από δω και δεν έχω και κανέναν να μου φυλάξει τα πρόβατα;, αποκρίθηκε το παλικάρι.

– Κάνεις, τουλάχιστον την προσευχή σου εδώ που είσαι;, ρώτησε πάλι ο Δεσπότης.

– Δεν ξέρω, Παππούλη μου, καμιά προσευχή. Ποιος να μου τη μάθει, αφού δεν πήγα σχολείο;, είπε το παλικάρι και έσκυψε το κεφάλι ντροπιασμένο.AH_GONENAS

Τότε ο Δεσπότης αποφάσισε να του μάθει μια απλή προσευχή για να τη λέει από δω και στο εξής. Του έμαθε, λοιπόν, να λέει «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Μετά το συμβούλεψε όσο καλύτερα μπορούσε, το αποχαιρέτησε κι επέστρεψε στο καράβι και στη μητρόπολη. Το παλικάρι παρακολουθούσε με θαυμασμό από την ακρογιαλιά το καράβι να σκίζει απαλά τα κύματα και να απομακρύνεται σα δελφίνι. Εκείνη τη στιγμή θέλησε να ξαναπεί την προσευχή που του έμαθε ο Δεσπότης. Αλλά θυμόταν μόνο το «Υπεραγία Θεοτόκε», είχε ξεχάσει το άλλο μισό! Τι να έκανε τώρα που ο Δεσπότης είχε ανοιχτεί στο πέλαγος και δεν μπορούσε να τον ρωτήσει; Ξαφνικά του ήρθε μια ιδέα που με το αθώο του μυαλό τη θεώρησε απολύτως εφικτή: πήρε το δέρμα του αρνιού που είχε σφάξει για να το φάνε με το Δεσπότη, το άπλωσε πάνω στη θάλασσα κι ανέβηκε όρθιος επάνω του! Τότε το δέρμα άρχισε να τρέχει ολοταχώς προς το καράβι και σε λίγο ήδη το πλησίαζε! Ο Δεσπότης, βλέποντας το παράξενο αυτό θέαμα, άρχισε να σταυροκοπιέται. Όταν το παλικάρι πλησίασε πολύ το καράβι, φώναξε στο Δεσπότη:

  • Θύμισέ μου, Παππούλη, τι να λέω στην προσευχή μου!
  • Ό,τι θέλεις να λες, παιδί μου, ό,τι θέλεις!, του απάντησε ο Δεσπότης, που είχε καταλάβει ότι είχε να κάνει μ’ έναν άγιο άνθρωπο.

Το παλικάρι έκανε τότε στροφή και άρχισε να επιστρέφει στα κοπάδι του. Στο μεταξύ, όμως, ξέσπασε μια δυνατή μπόρα. Όταν πάτησε το πόδι του στην ακτή, έβρεχε με το τουλούμι! Που να πήγαινε να προφυλαχτεί; Καθώς σήκωσε τα μάτια στον ουρανό, σα να φωτίστηκε το μυαλό του. Έδωσε μια με τον αγκώνα του σε έναν πελώριο βράχο στην ακρογιαλιά και θαύμα! Ο βράχος άνοιξε στα δύο και μια σπηλιά σχηματίστηκε. Εκεί μέσα μπήκε το παλικάρι με τα πρόβατά του, για να προφυλαχθούν από την καταιγίδα. Από τότε η τοποθεσία αυτή της Ίμβρου λέγεται Άη Γκώνενας.

Από τη Θεματική Ενότητα “Παραδόσεις” του ακυκλοφόρητου ακόμη στο ευρύ κοινό παιδικού διαδραστικού οδηγού γνώσης και ψυχαγωγίας με τίτλο “Φύγαμε για Ίμβρο!”. Οι φωτογραφίες είναι των Δημήτρη Αραμπατζή και Κωνσταντίνου Βάντσου.AH_GONENAS_2

Τα κάλαντα του ερωτευμένου

KALANTISTISΣκάρτα δυο μερόνυχτα απέμεναν για ν’ αλλάξει ο χρόνος κι ο Μανουήλ δεν μπορούσε να ησυχάσει. Βαριά λαβωμένη ανάσαινε η καρδιά του, παραζαλισμένος λοξοδρομούσε απ’ τα καθήκοντα ο νους. Την είχε δει τις προάλλες να περπατά σεμνά αλλά περήφανα στο πλάι του κύρη της, στην αγορά, και θαμπώθηκε. Και λάθεψε στο έργο που καταπιανόταν. Παράτησε τα ραφτικά, πετάχτηκε ξεσκούφωτος και ξυπόλητος στο σοκάκι κι έτρεξε ξοπίσω τους να ρωτήσει, ποιο είναι τ’ όνομά της και το σημάδι της γενιάς της.

– Κράτα την όρεξή σου παλικάρι. Αρχόντισσα τρανή η δεσποσύνη, δεν καταδέχεται τους παραγιούς και τους ξωμάχους, του είπε ένας μανάβης από δίπλα.

– Και μη σου περάσει απ’ το μυαλό ότι μπορεί να ρίξει επάνω σου το βλέμμα της. Ακριβοθώρητη και μοσχαναθρεμμένη την έχουν. Νύφη για το παλάτι την προορίζουνε και -θέλει, δεν θέλει- τη μοίρα της θ’ ακολουθήσει, συμπλήρωσε ένα τσιράκι απ’ το τσαγκάρικο παραπέρα, που τον ένιωσε. Έτσι, για να τον προειδοποιήσει.

Καλά και λογικά όλα τούτα, μα ο Μανουήλ ήταν “στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα”. Σαν το πουλί στο ξόβεργο σπαρτάραγε η ψυχή του. Μια που την είδε. Δεύτερη δεν χρειάστηκε. Της είχε ήδη τάξει τη ζωή του. Στα πέπλα της τα θαλασσιά απ’ ακριβό μετάξι, που στόλιζαν την πυκνή, σγουροπλέξουδη κόμη, ταξίδευε ήδη και θαλασσοπνιγόταν. Έτσι είναι ο έρωτας. Χτυπάει και δεν ρωτάει. Και πόσα φλουριά έχεις στο πουγκί, ή αν φορείς μαντηλοδέσι ή κορώνα στο κεφάλι, καθόλου δεν κοιτάει…

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Να σου κι οι γιορτινοί καλαντιστές που πήραν δρόμο. Με τα κρουστά και τα πνευστά, πανέτοιμα κι αστραφτερά. Χαρά στους λαλητάδες! Από κοντά κι ο Μανουήλ με την αηδονόλαλη φωνή. Στης ακριβής του κοντοστέκεται το αρχοντικό το σπίτι. Κρούει το μάνταλο μ’ απόφαση. Να της τα ψάλλει έτοιμος, ν’ ανοίξει την καρδιά του. Γονυπετή να παραθέσει στον δαντελένιο της ποδόγυρο τον ασυγκράτητο έρωτά του. Μα δίχως να τον πάρουνε είδηση οι δικοί της. Πως θα το καταφέρει αυτό; Ποιο είναι της μοίρας το γραφτό; Και τι θα γίνει αν μολογήσει πως ποθεί τον απαγορευμένο τον καρπό; Ή μήπως είναι πιο σωστό να επιστρέψει άπραγος στο φτωχικό γιατάκι, κορίτσι της σειράς του για να βρει και σε μπελάδες να μην μπει;

Και να η θύρα ορθάνοιχτη, τη μελωδία προσμένει. Μπροστά στο κεφαλόσκαλο ο οικοδεσπότης στέκει. Λαμπροντυμένος, γελαστός, προστάζει «να τα πείτε». Ξοπίσω η Κοκόνα του και παραπίσω η θυγατέρα. Της νύχτας τ’ αστρολούλουδο, η Θεοφανώ η πανώρια.

Σηκώνει το βλέφαρο ο Μανουήλ, τη βλέπει και χλωμιάζει. Μα ούτε δευτερόλεπτο μπροστά τους δεν κομπιάζει.

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος.
Αρχή που βγήκε ο Χριστός,
Άγιος και Πνευματικός,
στη γη να περπατήσει
και να μας καλοκαρδίσει.
Άγιος Βασίλης έρχεται
και δε μας καταδέχεται,
από την Καισαρεία.
Συ είσ’ αρχόντισσα κυρία.
Βαστάει πένα και χαρτί,
ζαχαροκάντιο ζυμωτή,
χαρτί και καλαμάρι,
δες και με το παλικάρι

Μα τι σόι κάλαντα είν’ αυτά; Σαν γρίφος μπερδεμένος. Κι εκείνος που τον σκάρωσε ευθύς, νέος ερωτευμένος. Γιατί ψηλή σα δεντρολιβανιά είναι η ωραία κόρη. Και λάμπει απ’ τα χρυσαφικά σαν στολισμένη εκκλησιά. Μα δεν τον καταδέχεται, γιατί είν’ αρχόντισσα κυρία. “Αχ, ζαχαροζυμωμένη μου, ρίξε και σ’ εμένα μια ματιά!”. Μπλέκει του έρωτα τις αθιβολές ο κατεργάρης ο Μανουήλ, με των καλάντων τις ευχές, τα παινέματα, τις προσευχές. Και ούτε γάτα ούτε ζημιά, χαμπάρι δεν παίρνουν τα αυστηρά τα γονικά. Και ξέρετε ποιο είναι το πιο σπουδαίο; Πως του χαμογελάει η κοπελιά…

Κι αν μήτ’ εγώ ήμουν εκεί, μήτ’ εσείς να το πιστέψετε, καλή χρονιά σας εύχομαι, με παραμυθιών παρηγοριά…Που πάντα “κρύβουν” στο πουγκί τους λίγη αλήθεια. Για να ομορφαίνει η ζωή, ν’ αλλάζει η συνήθεια…

Η ζωγραφιά είναι του Θανάση Δήμου, από το βιβλίο μου “Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη”, εκδόσεις Πατάκη.