Ζει η ποίηση για παιδιά;

Στις 10 Φεβρουαρίου 2018, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς η παρακάτω συνέντευξη που έδωσα στο δημοσιογράφο, συγγραφέα και αγαπητό φίλο Κώστα Στοφόρο. Το θέμα της ήταν “Τα παιδιά και η ποίηση”. Μία συζήτηση με αφορμή την έκδοση του βιβλίου μου “Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων” από τις Εκδόσεις Βάρφη (2017) σε εικονογράφηση Έφης Κοκκινάκη. Την παραθέτω και εδώ γιατί πιστεύω ότι αξίζει να ξεκινήσει ένας διάλογος με αυτό το θέμα. Και να τοποθετήσουμε ξανά την ποίηση (και όχι μόνο για παιδιά) στο προσκήνιο. Η 9η Φεβρουαρίου ορίστηκε από το Υπουργείο Παιδείας και γιορτάζεται και από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου ως Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας 2018. Καταθέτω αυτές τις σκέψεις ως ένα μικρό φόρο τιμής, μια που η ποίηση είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες της γλώσσας μας και έχει τιμηθεί και αγαπηθεί, σπουδάζεται και διαβάζεται παγκοσμίως, και εξαιτίας της.

   

  • Πώς σκέφτηκες να γράψεις «Tο Αλφαβητάρι των ποιημάτων»;

Ποιήματα γράφω από παιδί. Είναι το είδος του λόγου που με γοητεύει περισσότερο. Στο σχολείο, ενώ όλα τα άλλα παιδιά κρατούσαν λευκώματα με τις γνωστές ερωτήσεις που όλοι κάποτε απαντήσαμε, εγώ γέμιζα τετράδια αντιγράφοντας ποιήματα που μου άρεσαν, μελοποιημένους στίχους που αγαπούσα να ακούω, δημοτικά τραγούδια, μαντινάδες που μου έλεγαν ο παππούς και η γιαγιά μου από την Κρήτη. Όταν έδειχνα ποιήματά μου σε δασκάλους και αργότερα καθηγητές μου, όλοι μιλούσαν επαινετικά για αυτά και με προέτρεπαν να συνεχίσω να γράφω. Όχι ότι υπήρχε βέβαια περίπτωση να σταματήσω ποτέ, αφού έτσι ζω, εκφράζομαι και επικοινωνώ. Όταν το 2004 άρχισα να υπηρετώ σε δημόσια σχολεία, η ποίηση έγινε εξαρχής ένα από τα βασικά εργαλεία και «όπλα» μου για να προσεγγίσω τα παιδιά προσχολικής ηλικίας. Όχι μόνο για να σκεφθούν, να κρίνουν, να μάθουν και να εμπεδώσουν, αλλά και για να νιώσουν, να φανταστούν, να μοιραστούν, να εκφραστούν, να επικοινωνήσουν, να οραματιστούν, να κοινωνικοποιηθούν. Από τις πρώτες σχολικές παραστάσεις που οργάνωσα με μαθητές μου ήταν μια διασκευή μου του «Ερωτόκριτου» σε 90 τετράστιχα, που ενθουσίασε μικρούς και μεγάλους. ‘Έβλεπα την απήχηση που είχε ο έμμετρος λόγος στα νήπια και αναρωτιόμουν γιατί δεν εκδίδεται και δεν προβάλλεται η ποίηση για παιδιά. Όσες φορές προσπάθησα αργότερα να προτείνω κάτι αντίστοιχο σε εκδότες, η απάντηση ήταν αρνητική.

Το φθινόπωρο του 2015, λίγες μέρες πριν λήξει η προθεσμία υποβολής των έργων στον τότε διαγωνισμό της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, σκέφτηκα να κάνω την αποκοτιά και να στείλω ποιήματα. Με το σκεπτικό ότι αν διακριθούν, μπορεί η συζήτηση για την ποίηση και μάλιστα για την ποίηση που απευθύνεται και στα παιδιά να ανοίξει ξανά. Εγώ τουλάχιστον, θα έκανα ό,τι μπορούσα για να την προκαλέσω. Επέλεξα το να συνθέσω ένα «Αλφαβητάρι Ποιημάτων» για συμβολικούς αλλά και για πρακτικούς – ουσιαστικούς λόγους. Επειδή ένα αλφαβητάρι είναι πάντα καλοδεχούμενο στο σχολείο, στο σπίτι, παντού. Ειδικά αν τα γράμματά του μιλούν για πράγματα που αφορούν όλους μας. Έτσι, ετοίμασα τη συλλογή και την έστειλα στο διαγωνισμό με το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσα στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια: «Εύα Αγνώστου». Η συλλογή διακρίθηκε με Εύφημο Μνεία Ποίησης. Δύο χρόνια μετά, το 2017, κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τις Εκδόσεις Βάρφη, με την εξαιρετική εικονογράφηση της Έφης Κοκκινάκη. Ένα βιβλίο όπως το ονειρευόμουν…

  • Ποια θέματα προσεγγίζουν τα ποιήματά σου στο βιβλίο «Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων»;

Τα θέματα των ποιημάτων μου αφορούν στην οικογενειακή, στη σχολική, στην κοινωνική ζωή, στη σχέση μας με τη φύση και το περιβάλλον, στο ατελείωτο ταξίδι αναζήτησης του αληθινού εαυτού μας, στην εμβάθυνση σε θεμελιώδη συναισθήματα όπως η αγάπη, ο φόβος, ο πόνος, ο θυμός, η αγωνία, το δέος μπροστά στην απώλεια, η αμηχανία και η αγανάκτηση μπροστά στα διάφορα στερεότυπα…Υπάρχουν ποιήματα που μοιάζουν με παραμυθοπαίχνιδα, προκαλούν την αυτοέκφραση, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα, τη διέγερση των αισθήσεων. Ποιήματα που φιλοσοφούν, παίζουν θέατρο, αναδεικνύουν την πολιτική σκέψη, επεξεργάζονται και προτείνουν θεμελιώδεις στάσεις και αξίες της ζωής μας. Αλλά όλα είναι ποιήματα από καρδιάς και απευθύνονται πρωτίστως στην καρδιά. Φτιαγμένα από λέξεις που πρώτα τις νιώθεις και μετά τις σκέφτεσαι. Και ίσως και να επιλέξεις να τις θυμάσαι. Αρκετά, μάλιστα, από αυτά, τα έχω γράψει στο σχολείο, μαζί με τους μαθητές μου. Ωστόσο, δεν απευθύνονται μόνο στα παιδιά. Η ποίηση, άλλωστε, δεν έχει ηλικία κατά τη γνώμη μου. Θα έλεγα ότι είναι αιώνια έφηβη, ακροβάτισσα στο μεταίχμιο της ύπαρξής μας, που πότε βγάζει προς τα έξω την παιδικότητα και πότε την ενήλικη πλευρά μας.

  • Ένα βιβλίο με ποιήματα για παιδιά αποτελεί τόλμημα για το συγγραφέα και τον εκδότη;

Ως συγγραφέας θα πω ότι η περιπέτεια της έκθεσης στο κοινό μέσα από ένα γραπτό κείμενο αποτελεί τόλμημα έτσι κι αλλιώς. Αλλά η ανάγκη της έκφρασης και της επικοινωνίας, ο έρωτας της λογοτεχνίας πάντα υπερισχύουν. Η ποίηση, βέβαια, είναι ένα πολύ απαιτητικό είδος λόγου. Παιδεύει και εκπαιδεύει αέναα τόσο αυτόν που επιχειρεί να τη γράψει, όσο και αυτόν που επιχειρεί να τη διαβάσει, να τη νιώσει, να την κατανοήσει. Η ποίηση για παιδιά, ειδικότερα, έχει ακόμη μεγαλύτερες απαιτήσεις από το δημιουργό της. Γιατί εδώ το αναγνωστικό του κοινό διαθέτει χαρακτηριστικά που οφείλει να λάβει υπόψη του με μεγάλη υπευθυνότητα, ευαισθησία, βαθιά γνώση της παιδικής ψυχοσύνθεσης. Επειδή θέλει δεν θέλει, εκτός από συγγραφέας και ποιητής, όταν απευθύνεται σε παιδιά γίνεται και εμψυχωτής – παιδαγωγός. Όσο για τους εκδότες, μπορώ να φανταστώ την απάντηση που θα έδιναν σε αυτήν την ερώτηση, αλλά θα προτιμούσα να την απευθύνετε στους ίδιους. Γιατί βλέπουν και αξιολογούν το λογοτεχνικό έργο που εκδίδουν από άλλη οπτική γωνία, εξίσου σημαντική με αυτή των δημιουργών του.

  • Διαπιστώνουμε πως οι φορείς που βραβεύουν παιδικά βιβλία – με εξαίρεση τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά – δεν έχουν θεσπίσει κάποιο βραβείο ποίησης. Πώς το κρίνεις αυτό;

Δεν θα το κρίνω, δεν είναι αυτός ο ρόλος μου. Και ίσως ακουστεί παράξενο που θα σας εξομολογηθώ πως από παιδί δεν συμπαθούσα τους διαγωνισμούς και τα βραβεία, τον πρωταθλητισμό γενικά. Μου προκαλούσαν μια αμηχανία και μια στενοχώρια. Γιατί διαχωρίζουν τους ανθρώπους σε νικημένους και ηττημένους, σε μπροστάρηδες και ουραγούς, σε πρωταγωνιστές και σε απλούς κομπάρσους. Και σε τοποθετούν, αν διακριθείς, στα ψηλότερα σκαλοπάτια μιας κλίμακας που στην πραγματικότητα ανεβοκατεβαίνεις συνεχώς από τότε που αρχίζεις να καταλαβαίνεις τον εαυτό σου. Σήμερα μπορεί να κατάφερες να φτάσεις στο ψηλότερο σκαλί, αύριο μπορεί να βρεθείς πάλι στο προτελευταίο. Έτσι είναι τ’ ανθρώπινα. Τίποτα δεν διαρκεί για πολύ. Και όλες οι κορυφές ξεπερνιούνται. Αυτό που έχει σημασία είναι η δημιουργική κίνηση και δράση, η αέναη προσπάθεια να γίνεσαι όλο και καλύτερος, η αυτοπραγμάτωση, η προσφορά με το έργο σου στους άλλους ανθρώπους. Και η συνειδητότητα αυτής της αδιάκοπης προσπάθειας.

Τα βραβεία δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός, μια de facto καταξίωση στον όποιο στίβο. Δεν μπορούν να σου αλλάξουν τη ζωή και την πορεία. Εσύ με τις επιλογές και με το ήθος σου θα το πράξεις ή δεν θα το πράξεις αυτό. Με ή χωρίς βραβεία. Αντιμετωπίζω τα βραβεία ως ένα τρόπο να βρεθούμε όλοι όσοι αγαπάμε κάτι πολύ, την ποίηση, τη λογοτεχνία γενικά, για να κουβεντιάσουμε για όσα μας ενώνουν πνευματικά και μας δονούν ψυχικά. Σήμερα διαλέξαμε το δικό σου κείμενο που θεωρούμε με τα υποκειμενικά μας κριτήρια, όσοι επιλέγουμε, ότι αξίζει να ασχοληθούμε κάπως περισσότερο μ’ αυτό. Το διαλέξαμε για να το βγάλουμε λίγο πιο μπροστά, να το χαρούμε, να το συζητήσουμε, να δουλέψουμε πράγματα μέσα μας και έξω μας με αφορμή αυτό. Με αυτό το σκεπτικό με λυπεί πολύ και με προβληματίζει η απουσία της ποίησης από τους διαγωνισμούς και τις βραβεύσεις των βιβλίων για παιδιά. Και τη θεωρώ αδικαιολόγητη.

  • Αν και γράφονται και εκδίδονται εξαιρετικές ποιητικές συλλογές, η σχέση των Ελλήνων με την ποίηση νομίζω έχει πάψει να είναι αυτή που ήταν στο παρελθόν. Που το αποδίδεις;

Η σχέση των Ελλήνων με τον εαυτό τους, με τη γλώσσα τους και με τον τόπο τους έχει πάψει να είναι αυτή που ήταν στο παρελθόν. Πως θα γλίτωνε η ποίηση; Ας μην έχουμε αυταπάτες…Τα παιδιά στο σχολείο παπαγαλίζουν και «ξεσηκώνονται» με τα εφήμερα σουξέ των νυχτερινών κέντρων και ξαφνιάζονται όταν τους βάζεις να ακούσουν το «Γεια σου κύριε Μενεξέ» του Ελύτη σε μουσική Δημήτρη Λάγιου, ή το «Βάρκα στο γιαλό» του Θεοδωράκη. Το ίδιο και οι γονείς τους: «Μα διδάσκετε ποίηση στα μικρά παιδιά; Μπορούν να την καταλάβουν;». Το καψουροτράγουδο είναι φαίνεται πιο κατανοητό…Κι όμως. Τα παιδιά μπορούν να καταλάβουν τα πάντα. Αρκεί να σταθείς στο ύψος τους, να τα κοιτάξεις στα μάτια και να τους δείξεις πόσο όμορφα είναι αυτά τα τραγούδια και τα ποιήματα, πόσο τα αγαπάς και πόσο τα πιστεύεις τα λόγια τους, με το δικό σου δημιουργικό τρόπο. Τρόπο θέλει η ποίηση. Όπως κάθε τι στη ζωή μας. Αγάπης τρόπο. Και πάθος για το Ωραίο, για αυτό που έχει Νόημα.

  • Θα μπορούσε το σχολείο, η εκπαίδευση, να αλλάξει τα πράγματα και πώς;

Αν δεν μπορεί το σχολείο να αλλάξει τα πράγματα, δεν θα μπορέσει κανείς. Το θέμα είναι αν το θέλουμε, αν το πιστεύουμε και αν θα το επιτρέψουμε στον εαυτό μας. Και με ποιους εκπαιδευτικούς λειτουργούς θα το επιχειρήσουμε. Πως θα τους μορφώσουμε και θα τους στηρίξουμε στο έργο τους, πως θα τους επιμορφώνουμε, για να γίνονται όλο και καλύτεροι. Το θέμα έχει πολλές διαστάσεις, ρίζα, κορμό, κλαδιά, φλέβες και ψυχή. Και είναι πρωτίστως πολιτικό. Συνοψίζεται σε μία και μόνο λέξη, που από μόνη της είναι ποίηση: τη λέξη «όραμα». Αν υπάρχει όραμα, βρίσκουμε και τους τρόπους πραγμάτωσής του.

Το Φάντασμα του Βάλτου

fantansma_valtouΤα τελευταία χρόνια η εφηβική κυρίως αλλά και η παιδική λογοτεχνία κατακλύζεται από πλάσματα του υπερφυσικού: βρικόλακες, φαντάσματα, δράκους, μάγους, ξωτικά, νεράιδες…Πάντα υπήρχαν και μάλιστα σε έργα κλασικά και αξεπέραστα, αλλά έχω την αίσθηση ότι μετά τον εκδοτικό θρίαμβο του Χάρι Πότερ έγιναν κάτι σα θεσμός. Πιο συχνά διαβάζουμε για τα δικά τους έργα και ημέρες (ή μάλλον νύχτες) παρά για το βίο και την πολιτεία πλασμάτων πραγματικών και «γήινων», ανθρώπων της διπλανής πόρτας ή και περισσότερο ηρωικών και ασυνήθιστων. Ομολογώ ότι τα εν λόγω αναγνώσματα, με εξαίρεση τη μυθολογία που λατρεύω από παιδί, δεν με ελκύουν ιδιαίτερα. Με ξενίζει κάπως και όλη αυτή η υπερπροβολή και υπερκατανάλωση. Όμως, συχνά, πρόσωπα, πράγματα, ιδέες, καταστάσεις που απορρίπτεις, τρυπώνουν στη ζωή σου από εκεί που δεν το περιμένεις, αν έχεις κάτι καινούργιο να μάθεις από αυτά. Και να που βρήκα κι εγώ το…φάντασμά μου.

Είναι λουσμένο με κεχριμπαρένιο φως, έχει πολύ αγαπήσει, πολύ αγωνιστεί για τα δίκαια του ανθρώπου και έχει φυσικά προδοθεί μέχρι θανάτου. Βρήκα και το alter ego μου, την ηρωίδα που θα ήθελα να είμαι, για να κάνω και να ζήσω ό,τι και αυτή. Αλλά βρήκα και όλους τους άλλους χαρακτήρες που θα ήθελα να πλαισιώνουν μία τόσο…απερίγραπτα καθηλωτική περιπέτεια ανάμεσα στο πραγματικό και στο άυλο, στο αληθινό και στο φανταστικό, στο λογικό και στο αλλοπαρμένο. Όλα αυτά στο νέο βιβλίο της Μαρίας Λαμπαδαρίδου Πόθου με τίτλο «Συνέντευξη με το φάντασμα του βάλτου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Δεν θα σας αποκαλύψω στοιχεία από την υπόθεση ή την πλοκή του βιβλίου. Όχι επειδή δεν είμαι «μαρτυριάρα», αλλά επειδή αυτό το βιβλίο δεν είναι γραμμένο άπαξ. Ξαναγράφεται, αναπλάθεται για την ακρίβεια, καθώς ο καθένας και η καθεμία το διαβάζει. Απίστευτο; Κι όμως: Αληθινό! Καθώς η ματιά σου οργώνει άπληστα τις αράδες και η καρδιά σου είναι στιγμές που πεταρίζει ανυπόμονα ή σχεδόν σταματά από την αγωνία, διαβάζεις αυτό που θέλεις να διαβάσεις. Αυτό που στη δεδομένη στιγμή ποθεί η ψυχή σου να οσφρανθεί.

Μα, έχουν αισθήσεις οι ψυχές; Έχουν οι λέξεις αφή; Η λέξη «αίμα» ας πούμε. Ή η λέξη «οργή». Έχει, άραγε, γεύση η λέξη «τρυφερότητα»; Ή η λέξη «καθήκον»; Όταν πρόκειται για μια συγγραφέα που η γλώσσα της είναι τόσο ζώσα και ρέουσα, τόσο έντεχνα πλαστική και ταυτόχρονα τόσο ακατέργαστη, σαν απόκρυφο πέτρωμα, ώστε να αναγκάζει σχεδόν τον αναγνώστη της να συγγράφει και να συμπάσχει μαζί της για να μυηθεί σε αυτήν, όλα, ακόμη και τα πλέον ακατανόητα και υπερφυσικά, είναι καλοδεχούμενα ως απολύτως…φυσιολογικά. Κάπως έτσι έγινε και βρήκα κι εγώ η δύσπιστη και επιφυλακτική το αγαπημένο μου…φάντασμα!

Διαβάστε και αυτό το βιβλίο της κυρίας Λαμπαδαρίδου Πόθου. Γιατί «Λανθασμένες είναι τελικά όλες οι αποστάσεις!». Και αφεθείτε στη μαγεία της καλής Λογοτεχνίας.

Γορίλλας στο Φεγγάρι

Gorillas_Sto_FeggariΔιάβασα το καινούργιο μυθιστόρημα της Ελένης Κατσαμά. Τίτλος του «Γορίλλας στο φεγγάρι», εκδόσεις Πατάκη. Κεντρική ηρωίδα η Μαρία. Όσο συνηθισμένο το όνομά της, τόσο ασυνήθιστη η ίδια. Λίγο παιδί, λίγο έφηβη, λίγο ενήλικη πριν την ώρα της. Απρόβλεπτη, παρορμητική, εσωστρεφής, ονειροπόλα, θρασύς και «ανακατώστρα» ταυτόχρονα. Η αρχή του βιβλίου μου προκάλεσε μια στενοχώρια, μια αμηχανία. Αλλά η διοπτροφόρος Μαρία είχε αποφασίσει ότι θα με κερδίσει. Και τα κατάφερε περίφημα. Στο ξεκίνημα του δεύτερου μέρους του βιβλίου που επιγράφεται «Στα βαθιά και στα ψηλά», με έπιασε ανυπομονησία. Δεν μπορούσα να σταματήσω την ανάγνωση. Είχε «χτυπήσει φλέβα», το ευαίσθητο σημείο μου: η οικογενειακή ιστορία της Μαρίας ένα κουβάρι με ανεξιχνίαστο αρχαιολογικό μυστήριο. Και να την, πρωταγωνίστρια σε μία ανασκαφή που εξελίσσεται σε πολυδαίδαλη αστυνομική περιπέτεια, με αντικείμενο του πόθου το δαχτυλίδι του Μίνωα και το μάτι του Τουταγχαμών! Φύλακας άγγελός της η Τζουν, μία τίγρη που κατοικοεδρεύει σε ένα κάδρο (ή μήπως σε μία αδηφάγα ζούγκλα με κάθε λογής τετράποδα, μπορεί και δίποδα θηρία) και βέβαια ο γορίλλας που αδημονεί να κατακτήσει το φεγγάρι και που δεν είναι παρά η ανθρώπινη αδυναμία μασκοφορεμένη…Διαβάζοντας το έργο αυτό της Ελένης Κατσαμά διάβαζα ταυτόχρονα Ιζαμπέλ Αλιέντε και «Πόλη των θηρίων», Έρνεστ Χέμινγουαίη και «Πράσινους λόγους της Αφρικής», ελληνική ηθογραφία του Δροσίνη και του Παπαδιαμάντη, αλλά και στιγμές από αγαπημένα παιδικά βιβλία νεότερων συγγραφέων, ελλήνων και ξένων και ενίοτε από «ανατρεπτικές» ελληνικές τηλεοπτικές σειρές και ραδιοφωνικές εκπομπές εποχής. Ως και αποκόμματα εφημερίδων διάβασα, διαβάζοντάς το. Μαγικά ρεαλιστικό το μυθιστόρημα της Ελένης Κατσαμά, ευαίσθητο και σκληρό ταυτόχρονα, αθώο και επικίνδυνο, τρυφερό και σαρκαστικό, μου θύμισε πάτσγουρκ που έχει αποτυπωθεί με γκράφιτι, σε τοίχο νυχτερινού λυκείου. Σε τοίχο που από τη στιγμή που απέκτησε ένα «Γορίλλα στο φεγγάρι», έγινε εκτυφλωτικά μοναδικός.