Ζει η ποίηση για παιδιά;

Στις 10 Φεβρουαρίου 2018, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς η παρακάτω συνέντευξη που έδωσα στο δημοσιογράφο, συγγραφέα και αγαπητό φίλο Κώστα Στοφόρο. Το θέμα της ήταν “Τα παιδιά και η ποίηση”. Μία συζήτηση με αφορμή την έκδοση του βιβλίου μου “Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων” από τις Εκδόσεις Βάρφη (2017) σε εικονογράφηση Έφης Κοκκινάκη. Την παραθέτω και εδώ γιατί πιστεύω ότι αξίζει να ξεκινήσει ένας διάλογος με αυτό το θέμα. Και να τοποθετήσουμε ξανά την ποίηση (και όχι μόνο για παιδιά) στο προσκήνιο. Η 9η Φεβρουαρίου ορίστηκε από το Υπουργείο Παιδείας και γιορτάζεται και από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου ως Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας 2018. Καταθέτω αυτές τις σκέψεις ως ένα μικρό φόρο τιμής, μια που η ποίηση είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες της γλώσσας μας και έχει τιμηθεί και αγαπηθεί, σπουδάζεται και διαβάζεται παγκοσμίως, και εξαιτίας της.

   

  • Πώς σκέφτηκες να γράψεις «Tο Αλφαβητάρι των ποιημάτων»;

Ποιήματα γράφω από παιδί. Είναι το είδος του λόγου που με γοητεύει περισσότερο. Στο σχολείο, ενώ όλα τα άλλα παιδιά κρατούσαν λευκώματα με τις γνωστές ερωτήσεις που όλοι κάποτε απαντήσαμε, εγώ γέμιζα τετράδια αντιγράφοντας ποιήματα που μου άρεσαν, μελοποιημένους στίχους που αγαπούσα να ακούω, δημοτικά τραγούδια, μαντινάδες που μου έλεγαν ο παππούς και η γιαγιά μου από την Κρήτη. Όταν έδειχνα ποιήματά μου σε δασκάλους και αργότερα καθηγητές μου, όλοι μιλούσαν επαινετικά για αυτά και με προέτρεπαν να συνεχίσω να γράφω. Όχι ότι υπήρχε βέβαια περίπτωση να σταματήσω ποτέ, αφού έτσι ζω, εκφράζομαι και επικοινωνώ. Όταν το 2004 άρχισα να υπηρετώ σε δημόσια σχολεία, η ποίηση έγινε εξαρχής ένα από τα βασικά εργαλεία και «όπλα» μου για να προσεγγίσω τα παιδιά προσχολικής ηλικίας. Όχι μόνο για να σκεφθούν, να κρίνουν, να μάθουν και να εμπεδώσουν, αλλά και για να νιώσουν, να φανταστούν, να μοιραστούν, να εκφραστούν, να επικοινωνήσουν, να οραματιστούν, να κοινωνικοποιηθούν. Από τις πρώτες σχολικές παραστάσεις που οργάνωσα με μαθητές μου ήταν μια διασκευή μου του «Ερωτόκριτου» σε 90 τετράστιχα, που ενθουσίασε μικρούς και μεγάλους. ‘Έβλεπα την απήχηση που είχε ο έμμετρος λόγος στα νήπια και αναρωτιόμουν γιατί δεν εκδίδεται και δεν προβάλλεται η ποίηση για παιδιά. Όσες φορές προσπάθησα αργότερα να προτείνω κάτι αντίστοιχο σε εκδότες, η απάντηση ήταν αρνητική.

Το φθινόπωρο του 2015, λίγες μέρες πριν λήξει η προθεσμία υποβολής των έργων στον τότε διαγωνισμό της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, σκέφτηκα να κάνω την αποκοτιά και να στείλω ποιήματα. Με το σκεπτικό ότι αν διακριθούν, μπορεί η συζήτηση για την ποίηση και μάλιστα για την ποίηση που απευθύνεται και στα παιδιά να ανοίξει ξανά. Εγώ τουλάχιστον, θα έκανα ό,τι μπορούσα για να την προκαλέσω. Επέλεξα το να συνθέσω ένα «Αλφαβητάρι Ποιημάτων» για συμβολικούς αλλά και για πρακτικούς – ουσιαστικούς λόγους. Επειδή ένα αλφαβητάρι είναι πάντα καλοδεχούμενο στο σχολείο, στο σπίτι, παντού. Ειδικά αν τα γράμματά του μιλούν για πράγματα που αφορούν όλους μας. Έτσι, ετοίμασα τη συλλογή και την έστειλα στο διαγωνισμό με το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσα στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια: «Εύα Αγνώστου». Η συλλογή διακρίθηκε με Εύφημο Μνεία Ποίησης. Δύο χρόνια μετά, το 2017, κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τις Εκδόσεις Βάρφη, με την εξαιρετική εικονογράφηση της Έφης Κοκκινάκη. Ένα βιβλίο όπως το ονειρευόμουν…

  • Ποια θέματα προσεγγίζουν τα ποιήματά σου στο βιβλίο «Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων»;

Τα θέματα των ποιημάτων μου αφορούν στην οικογενειακή, στη σχολική, στην κοινωνική ζωή, στη σχέση μας με τη φύση και το περιβάλλον, στο ατελείωτο ταξίδι αναζήτησης του αληθινού εαυτού μας, στην εμβάθυνση σε θεμελιώδη συναισθήματα όπως η αγάπη, ο φόβος, ο πόνος, ο θυμός, η αγωνία, το δέος μπροστά στην απώλεια, η αμηχανία και η αγανάκτηση μπροστά στα διάφορα στερεότυπα…Υπάρχουν ποιήματα που μοιάζουν με παραμυθοπαίχνιδα, προκαλούν την αυτοέκφραση, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα, τη διέγερση των αισθήσεων. Ποιήματα που φιλοσοφούν, παίζουν θέατρο, αναδεικνύουν την πολιτική σκέψη, επεξεργάζονται και προτείνουν θεμελιώδεις στάσεις και αξίες της ζωής μας. Αλλά όλα είναι ποιήματα από καρδιάς και απευθύνονται πρωτίστως στην καρδιά. Φτιαγμένα από λέξεις που πρώτα τις νιώθεις και μετά τις σκέφτεσαι. Και ίσως και να επιλέξεις να τις θυμάσαι. Αρκετά, μάλιστα, από αυτά, τα έχω γράψει στο σχολείο, μαζί με τους μαθητές μου. Ωστόσο, δεν απευθύνονται μόνο στα παιδιά. Η ποίηση, άλλωστε, δεν έχει ηλικία κατά τη γνώμη μου. Θα έλεγα ότι είναι αιώνια έφηβη, ακροβάτισσα στο μεταίχμιο της ύπαρξής μας, που πότε βγάζει προς τα έξω την παιδικότητα και πότε την ενήλικη πλευρά μας.

  • Ένα βιβλίο με ποιήματα για παιδιά αποτελεί τόλμημα για το συγγραφέα και τον εκδότη;

Ως συγγραφέας θα πω ότι η περιπέτεια της έκθεσης στο κοινό μέσα από ένα γραπτό κείμενο αποτελεί τόλμημα έτσι κι αλλιώς. Αλλά η ανάγκη της έκφρασης και της επικοινωνίας, ο έρωτας της λογοτεχνίας πάντα υπερισχύουν. Η ποίηση, βέβαια, είναι ένα πολύ απαιτητικό είδος λόγου. Παιδεύει και εκπαιδεύει αέναα τόσο αυτόν που επιχειρεί να τη γράψει, όσο και αυτόν που επιχειρεί να τη διαβάσει, να τη νιώσει, να την κατανοήσει. Η ποίηση για παιδιά, ειδικότερα, έχει ακόμη μεγαλύτερες απαιτήσεις από το δημιουργό της. Γιατί εδώ το αναγνωστικό του κοινό διαθέτει χαρακτηριστικά που οφείλει να λάβει υπόψη του με μεγάλη υπευθυνότητα, ευαισθησία, βαθιά γνώση της παιδικής ψυχοσύνθεσης. Επειδή θέλει δεν θέλει, εκτός από συγγραφέας και ποιητής, όταν απευθύνεται σε παιδιά γίνεται και εμψυχωτής – παιδαγωγός. Όσο για τους εκδότες, μπορώ να φανταστώ την απάντηση που θα έδιναν σε αυτήν την ερώτηση, αλλά θα προτιμούσα να την απευθύνετε στους ίδιους. Γιατί βλέπουν και αξιολογούν το λογοτεχνικό έργο που εκδίδουν από άλλη οπτική γωνία, εξίσου σημαντική με αυτή των δημιουργών του.

  • Διαπιστώνουμε πως οι φορείς που βραβεύουν παιδικά βιβλία – με εξαίρεση τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά – δεν έχουν θεσπίσει κάποιο βραβείο ποίησης. Πώς το κρίνεις αυτό;

Δεν θα το κρίνω, δεν είναι αυτός ο ρόλος μου. Και ίσως ακουστεί παράξενο που θα σας εξομολογηθώ πως από παιδί δεν συμπαθούσα τους διαγωνισμούς και τα βραβεία, τον πρωταθλητισμό γενικά. Μου προκαλούσαν μια αμηχανία και μια στενοχώρια. Γιατί διαχωρίζουν τους ανθρώπους σε νικημένους και ηττημένους, σε μπροστάρηδες και ουραγούς, σε πρωταγωνιστές και σε απλούς κομπάρσους. Και σε τοποθετούν, αν διακριθείς, στα ψηλότερα σκαλοπάτια μιας κλίμακας που στην πραγματικότητα ανεβοκατεβαίνεις συνεχώς από τότε που αρχίζεις να καταλαβαίνεις τον εαυτό σου. Σήμερα μπορεί να κατάφερες να φτάσεις στο ψηλότερο σκαλί, αύριο μπορεί να βρεθείς πάλι στο προτελευταίο. Έτσι είναι τ’ ανθρώπινα. Τίποτα δεν διαρκεί για πολύ. Και όλες οι κορυφές ξεπερνιούνται. Αυτό που έχει σημασία είναι η δημιουργική κίνηση και δράση, η αέναη προσπάθεια να γίνεσαι όλο και καλύτερος, η αυτοπραγμάτωση, η προσφορά με το έργο σου στους άλλους ανθρώπους. Και η συνειδητότητα αυτής της αδιάκοπης προσπάθειας.

Τα βραβεία δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός, μια de facto καταξίωση στον όποιο στίβο. Δεν μπορούν να σου αλλάξουν τη ζωή και την πορεία. Εσύ με τις επιλογές και με το ήθος σου θα το πράξεις ή δεν θα το πράξεις αυτό. Με ή χωρίς βραβεία. Αντιμετωπίζω τα βραβεία ως ένα τρόπο να βρεθούμε όλοι όσοι αγαπάμε κάτι πολύ, την ποίηση, τη λογοτεχνία γενικά, για να κουβεντιάσουμε για όσα μας ενώνουν πνευματικά και μας δονούν ψυχικά. Σήμερα διαλέξαμε το δικό σου κείμενο που θεωρούμε με τα υποκειμενικά μας κριτήρια, όσοι επιλέγουμε, ότι αξίζει να ασχοληθούμε κάπως περισσότερο μ’ αυτό. Το διαλέξαμε για να το βγάλουμε λίγο πιο μπροστά, να το χαρούμε, να το συζητήσουμε, να δουλέψουμε πράγματα μέσα μας και έξω μας με αφορμή αυτό. Με αυτό το σκεπτικό με λυπεί πολύ και με προβληματίζει η απουσία της ποίησης από τους διαγωνισμούς και τις βραβεύσεις των βιβλίων για παιδιά. Και τη θεωρώ αδικαιολόγητη.

  • Αν και γράφονται και εκδίδονται εξαιρετικές ποιητικές συλλογές, η σχέση των Ελλήνων με την ποίηση νομίζω έχει πάψει να είναι αυτή που ήταν στο παρελθόν. Που το αποδίδεις;

Η σχέση των Ελλήνων με τον εαυτό τους, με τη γλώσσα τους και με τον τόπο τους έχει πάψει να είναι αυτή που ήταν στο παρελθόν. Πως θα γλίτωνε η ποίηση; Ας μην έχουμε αυταπάτες…Τα παιδιά στο σχολείο παπαγαλίζουν και «ξεσηκώνονται» με τα εφήμερα σουξέ των νυχτερινών κέντρων και ξαφνιάζονται όταν τους βάζεις να ακούσουν το «Γεια σου κύριε Μενεξέ» του Ελύτη σε μουσική Δημήτρη Λάγιου, ή το «Βάρκα στο γιαλό» του Θεοδωράκη. Το ίδιο και οι γονείς τους: «Μα διδάσκετε ποίηση στα μικρά παιδιά; Μπορούν να την καταλάβουν;». Το καψουροτράγουδο είναι φαίνεται πιο κατανοητό…Κι όμως. Τα παιδιά μπορούν να καταλάβουν τα πάντα. Αρκεί να σταθείς στο ύψος τους, να τα κοιτάξεις στα μάτια και να τους δείξεις πόσο όμορφα είναι αυτά τα τραγούδια και τα ποιήματα, πόσο τα αγαπάς και πόσο τα πιστεύεις τα λόγια τους, με το δικό σου δημιουργικό τρόπο. Τρόπο θέλει η ποίηση. Όπως κάθε τι στη ζωή μας. Αγάπης τρόπο. Και πάθος για το Ωραίο, για αυτό που έχει Νόημα.

  • Θα μπορούσε το σχολείο, η εκπαίδευση, να αλλάξει τα πράγματα και πώς;

Αν δεν μπορεί το σχολείο να αλλάξει τα πράγματα, δεν θα μπορέσει κανείς. Το θέμα είναι αν το θέλουμε, αν το πιστεύουμε και αν θα το επιτρέψουμε στον εαυτό μας. Και με ποιους εκπαιδευτικούς λειτουργούς θα το επιχειρήσουμε. Πως θα τους μορφώσουμε και θα τους στηρίξουμε στο έργο τους, πως θα τους επιμορφώνουμε, για να γίνονται όλο και καλύτεροι. Το θέμα έχει πολλές διαστάσεις, ρίζα, κορμό, κλαδιά, φλέβες και ψυχή. Και είναι πρωτίστως πολιτικό. Συνοψίζεται σε μία και μόνο λέξη, που από μόνη της είναι ποίηση: τη λέξη «όραμα». Αν υπάρχει όραμα, βρίσκουμε και τους τρόπους πραγμάτωσής του.

Μια σχολική τσάντα σκέφτεται και γράφει…

   

Μ’ άφησαν μόνη σήμερα.

Με κλείδωσαν σε μια κρύα, σκοτεινή αίθουσα για όλο το Σαββατοκύριακο.

Ούτε που σκέφτηκαν να μ’ αδειάσουν να ξελαφρώσω μια σταλιά, να πάρω αέρα. Να θυμηθώ την ελκυστική σιλουέτα μου, αυτήν που εμφανίζεται πλέον μόνο στις εκδρομές. Μπουκωμένη με φωτοτυπίες και φυλλάδες μ’ εγκατέλειψαν.

Νομίζουν ότι έτσι θα ξεγελάσουν το Νικόλα, τη μεγάλη του αδερφή, τη μαμά του, τον μπαμπά του, τη γιαγιά και τον παππού του. Ότι θα τους κάνουν να πιστέψουν πως το σχολείο έγινε ως εκ θαύματος λιγότερο απειλητικό και απαιτητικό για την καθημερινότητά τους. Λες κι αυτό εξαρτάται απ’ το αν θα κλειδώσουν εμένα μια Παρασκευή κάθε μήνα σε μια κρύα, σχολική αίθουσα. Λες και όλοι αυτοί που φταίνε επειδή το σχολείο κατέληξε να γίνει ένας μπαμπούλας κι ένας βραχνάς για την ελληνική οικογένεια, θα πάψουν να φταίνε επειδή τιμώρησαν εμένα.

Αλλά εγώ θυμάμαι πολύ καλά τις ιστορίες και τις παροιμίες που λέει η γιαγιά του στο Νικόλα, όταν τον παίρνει από το σχολείο τα μεσημέρια, αφού και οι δύο του γονείς παλεύουν για την επιβίωση. Καθώς με σέρνει όσο πιο απαλά μπορεί, έτσι ασήκωτη που είμαι, για να μην ξεσηκώσουν τη γειτονιά τα φθαρμένα μου ροδάκια (ροβολάνε θρασύτατα είναι η αλήθεια πάνω στην ξεχαρβαλωμένη άσφαλτο), την ακούω που του ψιθυρίζει:

«Φταίει ο γάιδαρος, Νικόλα μου, και δέρνουν το σαμάρι».

Θυμάμαι και τα λόγια του μπαμπά του Νικόλα, που όταν διάβασε την υπουργική απόφαση που ανήγγειλε την τιμωρία μου, μονολόγησε πικρά:

«Στρουθοκαμηλίζουμε αφόρητα πλέον ως χώρα. Κι όπως πάντα, την πληρώνει η παιδεία».

Αμέσως έτρεξα και άνοιξα ένα λεξικό για να καταλάβω που έφταιξε η καημένη η στρουθοκάμηλος και τι πληρώνει η παιδεία. Κράτησα και σημειώσεις για να ρωτήσω τη δασκάλα του Νικόλα, τη Δευτέρα το πρωί. Αλλά πολύ φοβάμαι ότι επειδή αυτή η ερώτηση είναι εκτός της διδακτέας ύλης, δεν θα ξέρει ή δεν θα θέλει να μου απαντήσει…

Θυμάμαι και τον παππού του Νικόλα, παλαίμαχο ναυτικό, που συμπλήρωσε τον μπαμπά του, κουνώντας το κεφάλι απογοητευμένος:

«Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν».

Βαρκούλες είπε ο παππούς ο ναυτικός και τα φερμουάρ μου ανοιγόκλεισαν θριαμβευτικά, γιατί βρήκα πώς θα απαλλαγώ από τις αμέτρητες βαρετές φωτοτυπίες. Βαρκούλες θα τις κάνω! Είδα προχθές το Νικόλα που έφτιαχνε χάρτινες βαρκούλες με τα άλλα πρωτάκια στο διάλειμμα και κάτι κουτσοέμαθα. Βαρκούλες κι αεροπλανάκια. Θα παρακολουθήσω και την αδερφή του που μαθαίνει τη μέθοδο origami στη δημιουργική απασχόληση και θα πάρω ιδέες. Θα δανειστώ και τα χρώματα της μαμάς του που στο λιγοστό ελεύθερο χρόνο της ζωγραφίζει για να χαλαρώνει και θα τα βάψω όλα πολύχρωμα. Και τις βαρκούλες και τ’ αεροπλανάκια και τους τοίχους και τα θρανία και τις καρέκλες και τα πατώματα εδώ μέσα. Και το προαύλιο και τα κάγκελα και τα σκαλοπάτια και τις τούρκικες τουαλέτες. Ως και τα ταβάνια θα βάψω γαλάζια με άσπρα συννεφάκια και παραδείσια πουλιά και μπουκαμβίλιες φλογάτες και αερόστατα σαν ουράνια τόξα. Γιατί πνίγονται τα καημένα τα παιδιά μέσα σε όλα αυτά τα κακοτυπωμένα, ανούσια χαρτιά. Ασφυκτιούν σαν πιόνια μέσα σε άχρωμους τοίχους με μαυρόασπρες υποχρεώσεις, σκυθρωπούς αξιωματικούς και γκρίζα άλογα. Σ’ ένα μαυρόασπρο μάθημα που τα ξεμαθαίνει να χαμογελούν. Στο σχολείο σκακιέρα όπου υποχρεώνονται να «χτίσουν» τη μαθητική τους καριέρα.

Μ’ άφησαν μόνη σήμερα.

Με κλείδωσαν σε μια κρύα, σκοτεινή αίθουσα για όλο το Σαββατοκύριακο. Αλλά εγώ σκέφτομαι και γράφω…Εσείς;

Η σχολική τσάντα του Νικόλα

 

 

Παραμονή της 28ης Οκτωβρίου 2014…

συσσίτιο-για-παιδιά-στην-ΚατοχήΣτιγμιότυπο πρώτο: η σχολική γιορτή ενός Δημοτικού Σχολείου ολοκληρώνεται. Μόλις παρακολουθήσαμε ένα συγκινητικό δίωρο υπερθέαμα – χρονικό των γεγονότων από την έναρξη του πολέμου του 1940 μέχρι την απελευθέρωση από τους Γερμανούς και την έναρξη του Εμφυλίου, με παρόντα επί σκηνής πάνω από 100 παιδιά της τετάρτης και της πέμπτης τάξης. Το αποτέλεσμα της δουλειάς δασκάλων και μαθητών είναι εκπληκτικό: ένας δημιουργικός και ευφάνταστος συγκερασμός όλων σχεδόν των τεχνών, εικαστικά, ζωντανή μουσική και τραγούδια, κινηματογράφος, θέατρο, λογοτεχνία. Το νηπιαγωγείο μας έχει προσκληθεί και παρακολουθεί από τις πρώτες θέσεις. Τα μικρά μας έχουν μείνει με ανοικτό το στόμα. Είμαι δακρυσμένη καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης και σκέφτομαι πόσο τυχεροί είναι οι συγκεκριμένοι μαθητές και οι οικογένειές τους, που τους έλαχε να έχουν τόσο καλούς και άξιους δασκάλους. Νέοι συνάδελφοι, με μεράκι και ευαισθησίες. Με όραμα για το λειτούργημά τους. Σκέφτομαι ότι δεν αρκεί να τους χειροκροτήσω. Θέλω να τους αγκαλιάσω, να τους φιλήσω, να τους συγχαρώ έναν έναν προσωπικά. Η αίθουσα είναι ασφυκτικά γεμάτη με γονείς και συγγενείς των παιδιών. Σκέφτομαι ότι θα γίνει «χαμός» μόλις τελειώσει η γιορτή. Θα παραδώσω τα νηπιάκια μας στους γονείς τους και μετά θα επιχειρήσω να το κάνω. Γιατί όλοι αυτό θα θέλουν να κάνουν. Να τους αγκαλιάσουν, να τους φιλήσουν, να τους συγχαρούν έναν έναν προσωπικά. Να τους ευχαριστήσουν για αυτό που προσέφεραν στα παιδιά τους. Και η γιορτή τελειώνει. Ο διευθυντής και οι δάσκαλοι μας ευχαριστούν που την παρακολουθήσαμε, μας εύχονται για την αυριανή μέρα. Κι αυτό που γίνεται με σοκάρει κι απομένω σε μια γωνιά να σκέφτομαι ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά μ’ εμάς τους νεοέλληνες. Γιατί όλος αυτός ο κόσμος σηκώνεται και φεύγει, εξαφανίζεται στο λεπτό, χωρίς δεύτερη κουβέντα. Χωρίς ούτε ένα ευχαριστώ. Χωρίς να χαιρετήσει, να αλληλοευχηθεί. Με ένα βιαστικό, χλιαρό χειροκρότημα και με το μυαλό ήδη «να πετάει» αλλού. Όχι στα εξαιρετικά που μόλις έζησε. Αλλά στα καθημερινά, στις επείγουσες προτεραιότητες που τελικά θα ζήσει χωρίς πραγματικά να βιώσει και σίγουρα χωρίς να αξιολογήσει. Από ανάγκη; Από συνήθεια; Από άγνοια; Από περιφρόνηση; Από τί αλήθεια;Paidiki_synavlia_Iakovidis

Στιγμιότυπο δεύτερο: μετά τη σχολική γιορτή που μόλις παρακολουθήσαμε, καθόμαστε με τις συναδέλφους στην τάξη μας για να κουβεντιάσουμε θέματα του σχολείου και να προγραμματίσουμε δράσεις και αντιδράσεις. Αναφέρεται ότι ο νέος υπεύθυνος παιδείας του δήμου μας ζήτησε από όλα τα σχολεία να τον ενημερώσουν για τις ελλείψεις και τα προβλήματά τους. Είθισται κάθε νέος υπεύθυνος να το κάνει. Κι ας έχουν μαζευτεί δεκάδες πανομοιότυπες τέτοιες αναφορές στο δήμο τόσα χρόνια, μια που οι υπεύθυνοι έρχονται και παρέρχονται καμαρωτοί και ακάθεκτοι, αλλά τα προβλήματα στα σχολεία παραμένουν…Το νηπιαγωγείο μας είναι από τα πλέον προβληματικά. Φιλοξενείται σε μεγάλο σχολικό κτηριακό συγκρότημα, δεν έχει κατάλληλους και επαρκείς χώρους, υποδομές, εξοπλισμό, υλικά. Καταγράφουμε τις δυσκολίες και τις ελλείψεις. Ακούγονται και είναι βουνό. Αυτή είναι η πραγματικότητα που ζούμε καθημερινά. Κι εξαιτίας της είμαστε περισσότερο ο,τιδήποτε άλλο εκτός από παιδαγωγοί. Είμαι ήδη συναισθηματικά φορτισμένη από την εμπειρία της γιορτής που σας ανέφερα παραπάνω. Και τότε ακούγεται η φράση που πάντα με πονά και με κάνει να βγαίνω από τα ρούχα μου. «Ε, τί να κάνουμε; Υπομονή. Υπάρχουν και χειρότερα». Και ξεχειλίζω σα χείμαρρος μετά από ασυγκράτητη νεροποντή. Θυμού και δακρύων. Και ακούω τον εαυτό μου να φωνάζει και να ωρύεται. Ότι εκτός από τα χειρότερα υπάρχουν και τα ΚΑΛΥΤΕΡΑ. Υπάρχουν και τα ΑΡΙΣΤΑ. Υπάρχουν και τα ΙΔΑΝΙΚΑ. Γιατί επιλέγουμε πάντα να συγκρινόμαστε με τα ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ; Γιατί πιστεύουμε ότι αυτά μας αξίζουν, ότι αυτά μπορούμε, ότι αυτά είναι η μοίρα μας και το μέλλον των παιδιών μας; Πείτε μου. ΓΙΑΤΙ; Τι είδους ψυχική διαστροφή είναι αυτή που μας κατατρέχει; Μήπως μας έχουν μαγέψει οι δυνάμεις του σκότους και της μιζέριας; Μήπως είναι ένα κακό όνειρο όλο αυτό που ζούμε ΚΑΙ εξαιτίας μας; Πότε θα ξυπνήσουμε; Πότε θα σηκώσουμε το κεφάλι ψηλά; Πότε θα θυμηθούμε πάλι τη φτιάξη μας; Την ουσία μας; Την αλήθεια μας; Πότε θα ξαναβρούμε τον εαυτό μας; Πότε θα το εμπεδώσουμε επιτέλους ότι δεν είμαστε ραγιάδες; Ή μήπως δεν το ξεχάσαμε ποτέ;

Παραμονή της εθνικής επετείου 1940, αυτά σκέφτομαι. Το πότε θα κάνει ξαστεριά. Και θλίβομαι και σέπομαι. Εσείς;

Xatzikiriakos_Gkikas_Xeimarros

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι πίνακες είναι η Παιδική συναυλία του Γεώργιου Ιακωβίδη και ο Χείμαρρος του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα και εκτίθενται στην Εθνική Πινακοθήκη.

Evi_monografi

 

Αλέξανδρος: το αγόρι που έγινε άνδρας Μέγας

Μέγας Αλέξανδρος. Το επίθετο Μέγας μπροστά από ένα όνομα δείχνει ότι πρόκειται για ένα ξεχωριστό άτομο. Ένα άτομο του οποίου η ζωή και τα κατορθώματα ξεφεύγουν από τις δυνατότητες του μέσου όρου. Πώς συμβαίνει κάτι τέτοιο όμως; Το προκαλεί η μοίρα, το περιβάλλον, η οικογένεια, οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, ο πολιτισμός μια εποχής, ή το ίδιο το άτομο; Δύσκολη η απάντηση. Ας προσπαθήσουμε να…λύσουμε το Γόρδιο δεσμό όχι κόβοντάς τον, αλλά κοιτάζοντας την ιστορία από μιαν άλλη σκοπιά: εκείνη του ερευνητή που αναζητά απαντήσεις με οδηγό όχι τόσο τα γεγονότα, όσο την απήχηση που έχουν αυτά στην καρδιά και το ένστικτό του.SMALLromancopyalexanderthegreatcreditnikosdaniilidis

Ένα αστέρι γεννιέται
Καλοκαίρι του 356 π.Χ.. Το βασίλειο των Μακεδόνων γνωρίζει μια περίοδο ακμής σε όλους τους τομείς. Η πρωτεύουσά του η Πέλλα είναι μια πόλη πλούσια, με λαμπροστόλιστους ναούς, υδραγωγείο, θέατρο χωρητικότητας 10.000 θεατών, περίτεχνα αρδευτικά έργα (τάφρους, διώρυγες, κανάλια) που αξιοποιούν τη γεωμορφολογία της περιοχής (ποτάμια, λόφους, λίμνη, βάλτους) και απόρθητα τείχη για να την προστατεύουν από τους εχθρούς της. Στα βασιλικά ανάκτορα οι μαχητικοί στρατιωτικοί συναναστρέφονται με επιφανείς καλλιτέχνες, ζωγράφους, μουσικούς, ποιητές, αρχιτέκτονες, αλλά και με ονομαστούς επιστήμονες, ιστορικούς, γιατρούς, φιλοσόφους, απ’ όλη την Ελλάδα. Τα οικονομικά του βασιλείου ανθούν και όχι τυχαία: η Μακεδονία διαθέτει ορυκτό πλούτο, χρυσό και ασήμι, εκμεταλλεύεται τα δάση του Βερμίου και των Πιερίων εξάγοντας ξυλεία για την κατασκευή σπιτιών και πλοίων και έχει πλούσια αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή. Παράλληλα αναπτύσσει και διευκολύνει το εμπόριο κόβοντας νομίσματα και διατηρεί έναν άριστα εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο στρατό. Σ’ αυτόν τον τόπο, αυτήν την εποχή, γεννιέται ο Αλέξανδρος.Philippos

«Το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει…»
Έτσι λέει ο λαός μας για να τονίσει το πόσο μπορεί να μοιάσουν τα παιδιά στους γονείς τους, όχι μόνο στην εξωτερική εμφάνιση, αλλά και στο χαρακτήρα και τις καθημερινές συνήθειες. Στην περίπτωση του Αλέξανδρου πέτυχε διάνα! Ο πατέρας του, ο βασιλιάς Φίλιππος ήταν ένας άνδρας χαρισματικός. Διακρινόταν για το δυναμισμό και την επιμονή στους στόχους του, για την εξυπνάδα, τη διπλωματικότητα και την υπομονή του. Ως έφηβος έζησε τρία χρόνια στη Θήβα, όπου σπούδασε τα ελληνικά γράμματα και έμαθε την πολεμική τέχνη. Ο συνδυασμός αυτός τον βοήθησε να γίνει ένας ικανός ηγέτης, με πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό του και να παραδώσει στο γιο του μια ισχυρή Μακεδονία. Μητέρα του Αλέξανδρου ήταν η Ολυμπιάδα, κόρη του Ηπειρώτη βασιλιά Νεοπτόλεμου. Γυναίκα υπερήφανη και φιλόδοξη, γοήτευσε το Φίλιππο με την ομορφιά και την ισχυρή της προσωπικότητα. Από μικρή έδειχνε έντονο ενδιαφέρον για τη θρησκεία και είχε μάλιστα πάει στη Σαμοθράκη, για να μυηθεί στα μυστήρια των Καβείρων. Εκεί γνώρισε το Φίλιππο και παντρεύτηκαν. Η Ολυμπιάδα είχε μεγάλη επιρροή στον Αλέξανδρο. Του μετέδωσε τη φιλοδοξία και τη θρησκευτικότητά της. Ποτέ δεν έπαψε να τη σέβεται και ν’ αποζητά τη συμβουλή της.640px-Μυρτάλη_Ολυμπιάδα,_Χρυσό_περίαπτο,_Μουσείο_Θεσσαλονίκης,_JPG

Μεγαλώνοντας στο παλάτι
Ένας ξεχωριστός άνδρας δεν μπορεί παρά να υπήρξε και ένα ξεχωριστό παιδί. Μη φανταστείτε, ωστόσο, ότι η ζωή του έμοιαζε μ’ εκείνη των συνομηλίκων του. Ο Αλέξανδρος ήταν βασιλόπουλο κι η ιδιότητα αυτή στιγμάτισε τα παιδικά του χρόνια με εμπειρίες και βιώματα ανεξίτηλα. Ο γάμος των γονιών του σύντομα ατόνησε. Ο πατέρας του αφοσιώθηκε στις εκστρατείες του, με στόχο να υποτάξει τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις-κράτη και να απωθήσει τους Πέρσες και τους άλλους γειτονικούς λαούς που επιβουλεύονταν τη Μακεδονική κυριαρχία. Η μητέρα του στράφηκε στη μυστηριώδη λατρεία του Ορφέα και του Βάκχου και θυμωμένη από τη συμπεριφορά του άντρα της, ο οποίος παντρεύτηκε -σύμφωνα με τα ήθη της εποχής- κι άλλες γυναίκες μετά απ’ αυτήν, συμμετείχε σε δολοπλοκίες για να εξασφαλίσει τα δικαιώματα των δικών της παιδιών στο παλάτι, του Αλέξανδρου και της αδερφής του Κλεοπάτρας. Η κατάσταση αυτή δεν άφηνε στο μικρό Αλέξανδρο πολλά περιθώρια για ξεγνοιασιά και παιχνίδια. Ο ρόλος του διαδόχου του Μακεδονικού θρόνου είχε μεγάλες απαιτήσεις και ευθύνες. Ο βασιλιάς Φίλιππος φρόντισε με τον καλύτερο τρόπο τη μόρφωση και την αγωγή του γιου του: κάλεσε στα ανάκτορα διάσημους πνευματικούς ανθρώπους της εποχής για να τον εκπαιδεύσουν.Alexander_and_Aristotle

Ο κήπος της γνώσης
Σώμα, πνεύμα και ψυχή σε αρμονία πίστευαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι ότι χαρακτήριζαν τον καλό και γενναίο άνδρα. Ο παιδαγωγός Λεωνίδας από την Ήπειρο ανέλαβε να γυμνάσει το νεαρό Αλέξανδρο στα πρότυπα της Σπαρτιατικής σωματικής αγωγής. Τον δίδαξε να εκτιμά τη λιτότητα και να αντιστέκεται στις καταχρήσεις, που κάνουν το σώμα μαλθακό και αδύναμο. Αλλά αυτός που αναμφισβήτητα σφυρηλάτησε το χαρακτήρα του, ήταν ο Αριστοτέλης. Περπατώντας σε έναν υπέροχο κήπο με άγρια βλάστηση, τρεχούμενα νερά και τους ήχους της φύσης να τους συντροφεύουν, ο Αλέξανδρος και οι συμμαθητές του -παιδιά όλοι Μακεδόνων ευγενών- άκουγαν το μεγάλο φιλόσοφο να τους μιλά για την πολιτική, την ηθική, τις επιστήμες και τις τέχνες. Στον κήπο αυτό, που βρίσκεται κοντά στη σημερινή Νάουσα και μπορείτε όποτε βρεθείτε εκεί να τον επισκεφθείτε, ο Αλέξανδρος πέρασε τρία χρόνια καθοριστικά για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Αγαπημένα του βιβλία ήταν τα έπη του Ομήρου και τα έργα των μεγάλων τραγικών ποιητών, του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Λέγεται ότι κοιμόταν με την «Ιλιάδα» κάτω από το προσκεφάλι του κι ονειρευόταν να μοιάσει του Αχιλλέα στην ευγένεια και την παλικαριά.OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Εφηβικά κατορθώματα
Φανταστείτε πως βρίσκεστε στην αγορά της Μακεδονικής πρωτεύουσας. Έμποροι διαλαλούν τις πραμάτειες τους: τρόφιμα, είδη οικιακής χρήσης, ρούχα, κοσμήματα, ζώα. Σε μια γωνιά ένας Θεσσαλός έμπορος, ο Φιλόνικος, παινεύει το εμπόρευμά του με έπαρση και ζητάει από τους ενδιαφερόμενους αγοραστές ένα υπέρογκο ποσό για να τους το πουλήσει. Πρόκειται για ένα άγριο, πολεμικό άλογο, πανέμορφο και εξαιρετικά δυνατό. Όλοι το ζηλεύουν, αλλά κανείς δεν τολμά να το πλησιάσει. Το θέμα φτάνει στ’ αυτιά του βασιλιά Φίλιππου. Πηγαίνει ο ίδιος στην αγορά και διατάζει τους αξιωματικούς του να το δαμάσουν. Κανείς δεν τα καταφέρνει. Ο δεκατριάχρονος Αλέξανδρος στέκεται εκεί δίπλα και παρακολουθεί. Ζητάει από τον πατέρα του να του επιτρέψει να προσπαθήσει κι εκείνος να δαμάσει το περήφανο άτι. Ο Φίλιππος διστάζει, φοβάται μήπως ο γιος του τραυματιστεί. Όμως η επίμονη σιγουριά του μικρού τον πείθει. Ο Αλέξανδρος πλησιάζει το άλογο με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην το τρομάξει η σκιά του, κάτι που είχε παρατηρήσει ότι συνέβαινε με τους προηγούμενους αναβάτες. Το χαϊδεύει, του μιλά ήρεμα για αρκετά λεπτά για να το καθησυχάσει. Ξαφνικά, δίνει μια και το καβαλικεύει! Αρχίζουν μαζί ένα ξέφρενο καλπασμό στους γειτονικούς αγρούς. Ο Αλέξανδρος κρατιέται γερά από τη χαίτη του αλόγου και το αφήνει να καλπάσει ελεύθερα, μέχρι να συνηθίσει τον αναβάτη στη ράχη του. Επιστρέφουν τελικά στην αγορά. Ο κόσμος ζητωκραυγάζει το νεαρό δαμαστή κι ο βασιλιάς Φίλιππος, συγκινημένος, του λέει:
-«Παιδί μου, αναζήτησε ένα άλλο βασίλειο, γιατί η Μακεδονία δε σε χωράει».
Ο Αλέξανδρος ονομάζει το άλογο Βουκεφάλα κι από τότε γίνονται αχώριστοι. Μαζί κατέκτησαν τη μακρινή Ανατολή κι έγιναν ιστορία και θρύλος.Alexandros_agiografia

Ο άλλος Αλέξανδρος…
Από τη γέννησή του κιόλας, τον Αλέξανδρο τον περιστοίχιζαν οι θρύλοι. Η ίδια του η μητέρα διέδιδε ότι ήταν απόγονος του Ηρακλή, υπαινισσόμενη τη θεϊκή καταγωγή του και ο πατέρας του ονειρεύτηκε ότι σφράγισε την κοιλιά της γυναίκας του με μια σφραγίδα που απεικόνιζε λιοντάρι. Η προσωπικότητα του νεαρού Αλέξανδρου σε συνδυασμό με την εξωτερική του εμφάνιση, τροφοδοτούσε, εξάλλου, τις σχετικές φήμες. Είχε αρρενωπό πρόσωπο, με μαλλιά που το στεφάνωναν σα χαίτη λιονταριού και υγρά, εκφραστικά μάτια. Το ύψος και η σωματική του διάπλαση απέπνεαν δύναμη και αυτοπεποίθηση. Όλοι ανεξαιρέτως οι καλλιτέχνες που τον αναπαράστησαν σε ψηφιδωτά, τοιχογραφίες, αγάλματα, νομίσματα, ζωγραφικούς πίνακες αλλά και κείμενα, από την εποχή που έζησε μέχρι και τις μέρες μας, περιγράφουν έναν άνθρωπο ξεχωριστό. Η πορεία του πέρα από τα καθιερωμένα το επιβεβαίωσε. Σε ηλικία 20 ετών έγινε βασιλιάς της Μακεδονίας. Στα 33 του χρόνια πέθανε στη Βαβυλώνα. Δεκατρία μόλις χρόνια του ήταν αρκετά για ν’ αλλάξει την όψη του τότε γνωστού κόσμου, όχι τόσο ως κατακτητής, όσο ως μεγαλοφυής εξερευνητής και πρεσβευτής της ελληνικότητας στην Ασία και τη βορειοανατολική Αφρική. Αυτό το καταπληκτικό του κατόρθωμα ας κρατήσουμε στην καρδιά και τη σκέψη μας. Γιατί η Ιστορία δεν γράφεται μόνο με πολέμους και νικηφόρες εκστρατείες, αίμα, πόνο και καταστροφές. Η άλλη πλευρά της Ιστορίας είναι ένα πολύχρωμο κέντημα από σχέσεις ανθρώπων και πολιτισμών, πάθη, όνειρα και άθλους της ειρήνης.Evi_monografi