Για τα παιδιά που γράφουν εξετάσεις…

chroma_the_great_book_sculpture_by_wetcanvas-d6vmfqoΉθελα απλά να σου πω ότι αυτές οι μέρες δεν είναι διαφορετικές από τις άλλες. Μην ακούς αυτούς που λένε ότι από τις επιδόσεις σου στις εξετάσεις θα εξαρτηθεί το μέλλον σου, η πορεία σου στη ζωή. Γιατί αυτές οι εξετάσεις δεν θα σε αξιολογήσουν πραγματικά. Δεν θα σου εξασφαλίσουν τίποτα, δεν θα σε χαρακτηρίσουν καθόλου. Είναι απλά ένα μικρό, αναπόφευκτο ως ένα βαθμό, εμπόδιο στο δρόμο σου. Μια χάρτινη αλυσίδα που σε κρατάει στα δεσμά της τρία και πλέον χρόνια τώρα και σύντομα θα τη σπάσεις και θα ελευθερωθείς από τα εικονικά και ανούσια δεσμά της. Γιατί κατά βάθος, το ξέρεις κι εσύ πως η αληθινή ζωή είναι αλλού…

Και μη νομίσεις ότι στα λέω αυτά κρίνοντας εκ του ασφαλούς. Πριν κάμποσα χρόνια βρέθηκα κι εγώ στη θέση σου. Δεν ήμουν η σούπερ μαθήτρια-«φυτό», δεν ήμουν η μέτρια ή η αδιάφορη μαθήτρια. Ήμουν μία συνηθισμένο έφηβη, μιας μέσης ελληνικής οικογένειας, που λάτρευε τη λογοτεχνία, τη φύση, τη μουσική και ονειρευόταν ασταμάτητα, έγραφε ασταμάτητα, τόσο στον ύπνο της όσο και στον ξύπνιο της. Ονειρευόταν να σπουδάσει λογοτεχνία και αρχαιολογία, να δει κάποτε τα ποιήματά της δημοσιευμένα, να μοιραστεί με άλλους ανθρώπους την ψίχα της καρδιάς της.

Έδωσα πανελλήνιες εξετάσεις, χωρίς να έχω κάνει ούτε μία ώρα φροντιστήριο, γιατί η οικογένειά μου δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να μου το προσφέρει, αλλά και γιατί οι καθηγητές μου στο λύκειο τη διαβεβαίωναν ότι δεν το χρειάζομαι. Στην κατεύθυνση της «τρίτης δέσμης»: αρχαία ελληνικά, έκθεση, λατινικά, ιστορία. Και ξέρεις ποιο μάθημα ήταν αυτό που μου στέρησε την εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο; Διαβάζοντας το σημερινό βιογραφικό μου, ίσως θα δυσκολευτείς να το πιστέψεις. Κι όμως, είναι αλήθεια: η έκθεση! Οι κυρίες/κύριοι βαθμολογητές μου χάρισαν ένα ωραιότατο 11,5. Σε ένα θέμα παρόμοιο με το φετινό, κάτι σαν «με ποια κριτήρια θα επέλεγες τους φίλους σου». Το σοκ για μένα έμοιαζε με γροθιά στο πρόσωπο. Φαντάσου ένα παιδί που το δείχνουν με το δάχτυλο από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, γιατί γράφει πολύ καλές εκθέσεις. Μία έφηβη που οι συμμαθητές της δανείζονται με τη σειρά τα τετράδιά της, για να πάρουν ιδέες στα νέα και στα αρχαία ελληνικά. Νόμιζα ότι μου έκοψαν το κεφάλι, ότι με έστησαν στα δέκα μέτρα και με εκτέλεσαν κανονικά, ότι με βρήκε κατάστηθα το βέλος του Γουλιέλμου Τέλλου. Οι άλλοι μου βαθμοί ήταν υψηλοί, όμως η έκθεση κατάφερε να μου στερήσει το όνειρο των σπουδών. Ντύθηκα στα μαύρα, μέσα έξω. Βίωσα το πένθος της αποτυχίας με ένταση, σχεδόν με απελπισία. Χάθηκα από τις παρέες. Μόνασα. Εκείνο το καλοκαίρι έπιασα την πρώτη μου δουλειά σε πολυκατάστημα. Ήθελα να βιώσω από πρώτο χέρι το πως βγαίνει ο επιούσιος. Ήθελα να ενηλικιωθώ απότομα και οριστικά. Αλλά ήθελα και να ξεθεώσω το θυμό και την απογοήτευσή μου. Έμαθα να πουλώ σερβίτσια πιάτων, μαχαιροπήρουνα, κατσαρόλες και είδη προικός. Και όταν πέρασε το καλοκαίρι, ανασκουμπώθηκα και είπα ότι θα ξαναδοκιμάσω.

Μεγάλα περιθώρια βελτίωσης της βαθμολογίας μου στα άλλα μαθήματα δεν είχα. ΟΙ βαθμοί μου ήταν πολύ καλοί. Τι να «πειράξεις»; Το 19,5 της ιστορίας και των λατινικών; Ή το 17 των αρχαίων; Η έκθεση ήταν το αγκάθι, αυτήν σίγουρα θα την ξαναέδινα. Τελικά ρίσκαρα και με τα αρχαία. Την ήθελα πολύ τη Φιλοσοφική. Και το 17 στα αρχαία έγινε 19. Αλλά δεν ήταν γραφτό να περάσω στη σχολή της πρώτης μου και διακαούς προτίμησης. Γιατί για δεύτερη συνεχή χρονιά στην έκθεση βαθμολογήθηκα με 12,5. Και πέρασα στο Παιδαγωγικό Νηπιαγωγών της Αθήνας. Η φιλόλογός μου στο λύκειο τράβαγε τα μαλλιά της. «Σε έφαγε το προσωπικό ύφος», μου είπε. «Προχώρα, παιδί μου, εσύ θα βρεις το δρόμο σου, αυτό που έχεις μέσα σου, αυτό που είσαι, κάποτε θα λάμψει. Και αυτούς τους τυπολάτρες και τους στενόκαρδους που σε βαθμολόγησαν με αυτόν τον τρόπο, θα τους διαψεύσεις οικτρά».

Γιατί στα λέω όλα αυτά και σε κουράζω, ενώ εσύ έχεις τώρα το άγχος και την αγωνία σου; Για να σου πω ότι κοιτάζοντας σήμερα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, μπορώ να του χαμογελάσω. Για να σου πω «προχώρα, παιδί μου, εσύ θα βρεις το δρόμο σου,  αυτό που έχεις μέσα σου, αυτό που είσαι, κάποτε θα λάμψει». Αρκεί να μην πάψεις ποτέ να το πιστεύεις και να αγωνίζεσαι γι’ αυτό. Να μην πάψεις ποτέ να καλλιεργείς τη γη των ονείρων σου. Αυτήν που δεν ανήκει σε κανένα εξεταστικό σύστημα, δεν ορίζεται από κανέναν διορισμένο αξιολογητή. Αυτήν που είναι η δική σου tabula rasa. Στερέωσε τον εαυτό σου και ετοιμάσου να γράψεις την ιστορία σου. Τη μοναδική και ανεπανάληπτη ιστορία της ζωής σου, που δεν θα βαθμολογηθεί από κανέναν άλλο εκτός από τον εαυτό σου. Από τον εαυτό σου απέναντι στον καθρέφτη του…

Οι Πανελλήνιες εξετάσεις δεν είναι ούτε το τέλος ούτε η αρχή. Είναι απλώς στο έργο της ζωής σου μία -και σίγουρα όχι η σπουδαιότερη και η πολυτιμότερη- σκηνή.

Καλή επιτυχία!

Αφιερωμένο με αγάπη στον ανιψιό μου, Παναγιώτη, και σε όλα τα παιδιά που γράφουν εξετάσεις και μαζί τους και οι οικογένειές τους, όλοι όσοι τα νοιάζονται και τα αγαπούν…

Κάποια αξέχαστα Χριστούγεννα…

Evita_DimotikoΉμουν 12 χρόνων. Ο μπαμπάς μου ναυτικός, πρώτος μηχανικός σε πλοία φορτηγά, τις περισσότερες φορές ήταν απών τις γιορτές από το σπίτι μας. Εκείνα τα Χριστούγεννα μιλήσαμε αργά, δυο ώρες μετά τα μεσάνυχτα, μέσω ασυρμάτου. Ήταν σωστή ιεροτελεστία ετούτα τα τηλεφωνήματα. Στηνόμασταν δίπλα στο τηλέφωνο φορώντας τα καλά μας και περιμέναμε να χτυπήσει και να μας συνδέσει ο ασυρματιστής με την αγαπημένη φωνή. Μια φράση έλεγε ο μπαμπάς, μετά «όβερ», μετά η χαρακτηριστική παύση. Κατόπιν μιλούσαμε εμείς. Μια φράση, «όβερ», πάλι η παύση. Και πάει λέγοντας. Διάλογος δεν μπορούσε να γίνει άνετα και χαλαρά. Ήταν όπως όταν λέγαμε το ποίημα μας σε κάτι βαρετές εορταστικές εκδηλώσεις στο σχολείο. Ο καθένας το δικό του, με την προκαθορισμένη σειρά. Ζήτημα να κρατούσε πέντε λεπτά το τηλεφώνημα. Γιατί περίμεναν ουρά, χρονιάρες μέρες, κι οι άλλοι συνάδελφοί του να μιλήσουν με τις οικογένειές τους. Οπότε, περιοριζόμασταν στα απολύτως απαραίτητα. Άλλωστε, τί μυστικά να εξομολογηθείς, όταν ξέρεις ότι σε ακούνε τα σαράντα κύματα και όλοι οι άνεμοι; «Χρόνια Πολλά, όβερ». «Πότε θα έρθεις, μπαμπά;». «Θα περάσει ο καιρός…Να είστε φρόνιμοι και να ακούτε τη μαμά, όβερ». «Πήρα δεκάρια σε όλα, μπαμπά!». «Μπράβο, κι εις ανώτερα! Και του χρόνου σπίτι μας, όλοι μαζί κι αγαπημένοι, όβερ». «Καλές θάλασσες να έχεις, μπαμπά…».

Αλλά εκείνα τα Χριστούγεννα συνέβη το αναπάντεχο. Για μία και μοναδική φορά στα 25 χρόνια που ο πατέρας μου ταξίδευε (όπως αποδείχτηκε στην πορεία), το πλοίο του θα έπιανε στο λιμάνι του Βόλου και μετά θα συνέχιζε για το Μπατούμ.* Αποφασίστηκε να πάει η μαμά μου με το τρένο να τον δει, το επόμενο διήμερο, γιατί θα ξεμπαρκάριζε μετά από 6 μήνες. Εμένα και τον μικρότερο αδερφό μου θα μας άφηνε στη θεία και τον παππού. Έτσι κι έγινε. Να μην σας πω τι αταξίες κάναμε, όσο έλειπε η μαμά. Αθώες, παιδικές σκανταλιές. Ακόμη νιώθει η αφή μου το βαθούλωμα στο στρώμα του παππού από τα χοροπηδητά μας.

Και ξημέρωσε η μέρα της επιστροφής της μαμάς. Μαζί της θα έφερνε και τα δώρα του Αϊ Βασίλη, τα δώρα δηλαδή που μας είχε πάρει ο μπαμπάς από τα λιμάνια της Αμερικής. Εκεί είχε πιάσει το πλοίο του, πριν επιστρέψει στη Μεσόγειο και συναπαντηθεί με τ’ αστραφτερά νερά του Αιγαίου, διασχίζοντας για πολλοστή φορά τον Ατλαντικό.

Γράφω αυτές τις γραμμές και τα μάτια μου νοτίζονται. Ένα αχ ξεπορτίζει από το νοσταλγικό μου χαμόγελο, καθώς οι αναμνήσεις μεταμορφώνονται σε πιτσιρίκια αναμαλλιάρικα, ντυμένα με τις πιτσιλωτές τους πιτζαμούλες και με τραβολογούν απ’ το μπατζάκι…Θυμάμαι πόσο νευρική και ανυπόμονη ένιωθα εκείνες τις ώρες που ήξερα ότι η μαμά επιστρέφει από το Βόλο, με τα φιλιά και τα δώρα του μπαμπά μου. Θυμάμαι ότι δεν έφαγα σχεδόν τίποτα όλη μέρα, ότι δεν ήξερα τι μου φταίει κι ότι συνεχώς μουτζούρωνα χαρτιά με στιχάκια και παράξενα σχέδια με πρόσωπα προφίλ, καράβια, γλάρους και ιερογλυφικά. Σαν κάτι να περίμενα, γιατί, αφού το ήθελα τόσο πολύ και τόσο απόλυτα, δεν έμελλε παρά να συμβεί. Και την ίδια στιγμή, σαν να προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν έπρεπε να το περιμένω, δεν είχα αυτό το δικαίωμα. Γιατί, λογικά, ήταν αδύνατο να συμβεί.

Εκείνες οι ώρες της αναμονής μου φάνηκαν ατέλειωτες. Τις πέρασα βιώνοντας την απόλυτη μοναξιά. Λες και είχα ανασηκώσει την αόρατη καταπακτή του εαυτού μου και είχα χωθεί μέσα στα βαθύτερα λαγούμια του. Δεν μιλιόμουν, δεν ακουγόμουν. Μόνο αισθανόμουν. Την αναμονή να κεντάει σταυροβελονιά σε κάθε μύχια σκέψη μου όλα τα πλεούμενα του κόσμου: από τριήρεις και ιστιοφόρα μέχρι ποταμόπλοια και παγοθραυστικά και από σκούνες και γαλέρες μέχρι υποβρύχια και υπερωκεάνια. Κάθε απουσία του μπαμπά μου, από τότε που συνειδητοποίησα την ταυτότητά μου, στριμωχνόταν τελετουργικά, σαν ένας ακόμη περίτεχνος ναυτικός κόμπος, στο περιδέραιο της παιδικής μου ηλικίας. Αμφιταλαντευόμουν ανάμεσα στο θυμό και στον πόνο, στη λύπη και στην ενοχή, στην περηφάνια και στην απογοήτευση, στη στωικότητα και στην ανυπομονησία, στην εκλογίκευση και στον παρορμητισμό, στην άγουρη παιδικότητα και στην ενήλικη ωριμότητα. Και δεν μπορούσα να ησυχάσω.

Το ρολόι του παππού, ένα εκκρεμές «αντίκα» με κούκο, σήμαινε τις ώρες αργά και βασανιστικά. Μας είχαν βάλει με τον αδερφό μου να κοιμηθούμε στο διπλό κρεβάτι του παππού και της γιαγιάς, που είχε μαραζώσει αχρησιμοποίητο, γιατί από το ζευγάρι των κατόχων του η μία ψυχή είχε ανέβει στ’ αγγελούδια. Αλλά που να μας κολλήσει ύπνος. Περιμέναμε τη μαμά. Περιμέναμε και τον Αϊ Βασίλη. Αλλά πιο πολύ περιμέναμε κάποιον άλλον, όσο κι αν ξέραμε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει το χατίρι μας, να πραγματοποιηθεί η καλύτερη ευχή μας και να ’ρθει.

Ώσπου ακούσαμε βήματα στις σκάλες, την εξώπορτα να τρίζει, χαρούμενες φωνές, αγκαλιές στο κεφαλόσκαλο. Ένα λεπτό! Φωνές, είπα. Του παππού, της θείας, της μαμάς, που με το που μπήκε γέμισε ενέργεια και φως το σπίτι. Και μια ακόμη φωνή. Μπάσα και κυματιστή. Ναι, πιστέψτε το. Εκείνα τα Χριστούγεννα, ο Αϊ Βασίλης μου έφερε δώρο τον μπαμπά μου! Δεν άντεξε να πιάσει για ανεφοδιασμό στο Βόλο και μετά να ξαναμπεί στο καράβι που το λέγανε «Μαρίτσα» και να συνεχίσει για τη μακρινή Κολχίδα, χωρίς να μας δει. Δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αντέξει. Και δεν υπήρχε περίπτωση να πιστέψουμε κι εμείς ότι θ’ αντέξει. Όβερ.BLUE_KOSTAS_SPANAKIS_1_1

Υ.Γ.: Τα Χριστούγεννα στολίζω πάντα ένα δέντρο κι ένα καράβι. Έτσι προτείνει και η παράδοσή μας, άλλωστε. Για μένα η εορταστική περίοδος αρχίζει επισήμως από τις 6 Δεκέμβρη, του Αγίου Νικολάου, προστάτη των ναυτικών και τελειώνει στις 6 Γενάρη, των Θεοφανείων, με τον αγιασμό των υδάτων.

* Το Μπατούμ (ή Βατούμ) βρίσκεται στη Γεωργία και είναι το σημαντικότερο λιμάνι της. Εικάζεται ότι πρόκειται για τη μυθική Κολχίδα των Αργοναυτών, ενώ υπήρξε σημαντική κοιτίδα ζωής, δημιουργίας και πολιτισμού των Ελλήνων του Πόντου.

Το αυγό που ράγισε

 

Μεγάλη Πέμπτη. Η γιαγιά Ναυσικά βάφει, όπως κάθε χρόνο, τα πασχαλινά αυγά. Ένα από αυτά ραγίζει στο βράσιμο και όλα τα υπόλοιπα, τα γερά, αρχίζουν να το κοροϊδεύουν και να το υποτιμούν. Η στάση τους δεν διαφέρει από εκείνη πολλών συνανθρώπων μας μπροστά στην αδυναμία, την αναπηρία, τη διαφορετικότητα. Όμως ο εγγονός της, ο Νικηφόρος, θα βρει τον τρόπο να κάνει το ραγισμένο αυγό από τελευταίο πρώτο και να του χαρίσει μια καινούργια αποστολή, επαναφέροντας τη χαμένη του αυτοπεποίθηση. Πως; Μα φυσικά επιστρατεύοντας την ευαισθησία, τη συμπόνια, την αγάπη, τις γνώσεις, τη φαντασία και την ευρηματικότητά του. Γιατί κανείς δεν περισσεύει στη ζωή και στην κοινωνία μας. Και έρχεται κάποτε για όλους μας η ώρα που θα νιώσουμε αδύναμοι, θα δοκιμαστούμε από τον πόνο, τη λύπη, τη δύσκολη στιγμή…

Το αυγό που ράγισε είναι μια ιστορία για τη διαφορετικότητα και τη δύναμη της καλοσύνης και της αγάπης, τη συμπεριφορά μας απέναντι στο απρόοπτο, στην ατυχία, στη δύσκολη στιγμή του άλλου. Εκτυλίσσεται στη γιορτινή ατμόσφαιρα του Πάσχα, περιγράφοντας παράλληλα και πολλά από τα σχετικά έθιμα της πατρίδας μας.

Περιέχει, επίσης, ιδέες και προτάσεις για την ψυχαγωγία και τη δημιουργική απασχόληση των παιδιών. Η εικονογράφηση είναι της Έφης Κοκκινάκη και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σαϊτης.