Ιούλιος 2017

Επιστροφή

Το βέλασμα της καλημέρας καταμεσίς του αγρού.
Η τρίλια η δοξαστική κάθε διαβάτη φτερωτού.
Η μυρωδιά η μεθυστική της στολισμένης λυγαριάς.
Το ασημοπράσινο μαντήλι της γειτόνισσας ελιάς.
Μια εξερευνήτρια χελώνα στης νεραϊδόλιμνης την επιδερμίδα.
Ένα κοπάδι από ψαρόπουλα στην υγρή της βλεφαρίδα.
Το μωβ, το μπλε, το θαλασσί, το σμαραγδί, το γαλάζιο, το κυανό.
Το κρινάκι πλάι στο κύμα που με θωρεί, θαρρείς, ζωγραφιστό.
Εσύ που και αποκοιμισμένος ακόμη χαμογελάς.
Το μαυρισμένο μπρατσάκι της πιο λατρεμένης αγκαλιάς.
Όλα είναι εδώ.
Έχω κοντύλι και χαρτί, δημιουργώ,
ζώντας αυτό που ακατάλυτα αγαπώ.
Κι ας επιστρέφουμε αύριο στο Μεγάλο το Χωριό.
Δεν ήρθε η ώρα κι η στιγμή να λυπηθώ.

Ολυμπία

– Που θα πάτε σήμερα;
– Σήμερα το πρόγραμμα έχει Ολυμπία.
– Τι θα πάτε να κάνετε εκεί; Δεν έχει τίποτα.

Ο Κώστας μένει άναυδος. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, με έκπληκτο ακόμη βλέμμα, απαντά δειλά, συνεσταλμένα:
– Έχει τα αρχαία…
– Α ναι…
Έρχεται η απάντηση, αδιάφορα. Χωρίς καθόλου συναίσθημα. Χωρίς καθόλου ντροπή.

Ο παραπάνω διάλογος είναι αληθινός και διαδραματίστηκε σε κατάστημα, στη Ζαχάρω Ηλείας, με έναν άνθρωπο της ηλικίας μας. Εγώ σοκαρίστηκα τόσο πολύ, που απαντώ σήμερα, μετά από την περιήγησή μας σε έναν από τους ομφαλούς του κόσμου, που -όπως φαίνεται- οι ντόπιοι δεν έχουν συναίσθηση -ακόμη- του τι σημαίνει για τους ίδιους, για τη χώρα μας, για την παγκόσμια κοινότητα…

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Κοιτώ τα μάτια τους με τις σβησμένες κόρες
και μ’ αγκαλιάζει ο απαστράπτων εαυτός τους.
Να τους αγγίξω δεν μπορώ
κι όμως το δέρμα μου μυρμηγκιάζει απ’ την αχλή τους.
Στέκουν μυριάδες βήματα μακριά μου
επίμονοι στρατοκόποι, σφριγηλοί ζευγολάτες,
αγέραστοι πολεμιστές και υπομονετικοί αχθοφόροι,
σεμνές ιέρειες και μητέρες γαλακτοτροφούσες.
Κι έτσι τους νιώθω να μοιραίνουν τη ζωή μου.

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Σ’ αυτούς ελπίζω.
Σ’ ένα μαρμάρινο χεράκι, μια φτερούγα.
Στο θεϊκό κεφαλοδέσι, στην υδρία.
Σ’ αυτό το στήθος το χαλκέντερο, το ντούρο.

Τα πρόσωπά τους είναι η πάλλευκη ιστορία
που την παράταιρη γενιά μου θυμιατίζει,
μήπως σταθεί κάποτε πάλι στα σωστά της
και καλοβάδιστη υποδεχτεί τον κόσμο.
Με κάνουν ανάερη να ίπταμαι στους δρόμους
που τυφλωμένοι εργοδηγοί κερδοσκοπούνε.
Σταλάζουν κάλλος στην ασύμμετρη ασχήμια
και στερεώνουν κάθε αδύναμη αλήθεια.
Η ακινησία τους, ριζωμένη στους αιώνες,
μια κατακόρυφη αστραπή, πληγή του ερέβους.

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Εδώ σπαράζω. 
Κι αν δεν μπορώ να τους αγγίξω, τους κοιτάζω.

 

Λίμνη Καϊάφα

Να κάνουμε το άλμα που θα ντροπιάσει τη φυλακή μας. 
Να φτιάξουμε φωλιές εκεί που λαχταρά η ψυχή μας. 
Κι αν χρειαστεί κρησφύγετα να χτίσουμε, να μη φυλλοροήσουμε. 
Γιατί πάντα υπάρχει μια αιτία για ν’ ανθίσουμε.
Αρκεί τους ζυγούς να λύσουμε…

Ψάχνοντας για Ναϊάδες στα πέριξ της μυστηριώδους λίμνης Καϊάφα, παρατηρούμε τη φύση και ανακαλύπτουμε τον ανεξερεύνητο εαυτό μας.

Επίγραμμα

Εγώ θα αγναντεύω το ταξίδι 
κι εσύ θα δροσίζεσαι απ’ τη ρίζα μου.
Λευκό και κυανό το πεπρωμένο μας.

Μήνυμα στον Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Αγαπητέ Βίνσεντ, όποτε ευκαιρήσεις πέρνα και από τη λίμνη Καϊάφα και τα περίχωρα. Είμαι βέβαιη πως θα βρεις πολλά θέματα για τα επόμενα έργα σου. Τα χρώματα είναι σίγουρα της αρεσκείας σου. Τα τοπία μία συνεχής έμπνευση. Ξέρεις εσύ πως να τραβάς την κουρτίνα για να αρχίσει η παρέλαση των αισθημάτων. Κι αν συναντήσεις ανθρώπους ασκεπείς και γρανιτένιους, μη δώσεις λαβή για σχόλια. Έκαστος στο είδος του εξάλλου. Δεν ημερώνεται με τα χαιρετίσματα ο κατηφής και ο ακατέργαστος.

 

Κυπαρισσία

Δυτικά της Εδέμ η φύση αγωνίζεται να επιβιώσει άλλοτε ηχηρά και άλλοτε αθόρυβα. Ένας παππούς κόβει τον σπάνιο κρίνο της ακρογιαλιάς και τον μυρίζει αυτάρεσκα, όπως θα έκανε με τη γαρδένια στο μπαλκόνι του. Μια παρέα με το θηριώδες της τζιπ ποδοπατά χωρίς αιδώ τη συστάδα των κρίνων στις ευαίσθητες και μοναδικές αμμοθίνες για να παρκάρει ακριβώς πλάι στο σημείο που θα απλώσει την πετσέτα της. Ένα πληγωμένο θαλασσοπούλι, ανήμπορο να πετάξει πια, τσιμπολογά ό,τι σκουπίδι μοιάζει με τροφή στην εντυπωσιακή ακτή, προσπαθώντας να ξεγελάσει την ανάγκη του. Και μια συντροφιά από βότσαλα ψιθυρίζει ένα τραγούδι αποχαιρετισμού σε μια άψυχη πλέον πεταλούδα.

Στιγμές από ένα πρωινό μπάνιο στον Κυπαρισσιακό κόλπο. Δεν ξέρω από που να πιαστώ για να μη μελαγχολήσω. Ευτυχώς ακούγεται το γέλιο του Νικηφόρου που τσαλαβουτά τρισευτυχισμένος στα “μεγάλα κύματα”….

Του κρίνου της ακρογιαλιάς

Εδώ που η άμμος λημεριάζει ατημέλητη
και ο Φαέθων ονειρεύεται ένα φλεγόμενο κυανό,
στέκω μονάχο σαν παιδί μπροστά στο μέλλον του.
Με γυροφέρνουν σμήνη πλαστικοθρεμμένων παραθεριστών,
κατακτημένων από τους αστερισμούς του Εφήμερου.
Εισπνέουν ζύθο, αποπνέουν λίπη και έλαια.
Κραδαίνουν τετερίζοντας τα ιλουστρασιόν τους πρόσωπα
μήπως κι αξιωθούν επιτέλους της ρουτίνας την άλωση.
Τους συμπονώ, μα αποστρέφω τη λευκότητά μου από του λόγου τους.
Δεν είναι τρόπαιο η μοναξιά μου αλλά δικαίωμα.
Ένα κρινάκι ελευθερίας στο στερέωμα.

Εκεί ψηλά στον Υμηττό…

Μερικές φορές οι λέξεις θέλουν να ξεκουραστούν. Τότε αναλαμβάνουν τα μάτια. Ένα συνηθισμένο απόγευμα στο αισθητικό δάσος του Υμηττού μπορεί να σου αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Φτάνει να εστιάσεις με το φακό της φωτογραφικής μηχανής στα μικρά, τα ταπεινά, σ’ αυτά που εκ πρώτης όψεως δεν σου γεμίζουν το μάτι. Αυτά που ο πολύς ο κόσμος αντιμετωπίζει ως δεδομένα και αυτονόητα. Είναι δεδομένη και αυτονόητη η φύση και η ζωή; Είναι δεδομένη και αυτονόητη η “άγρια”, η ελεύθερη ζωή;

Αυτή η βόλτα είχε πολλή σιωπή, αλλά ο λόγος έτρεχε σαν ποτάμι. Γιατί “Εν αρχή ην ο λόγος”. Η ομορφιά, η συμμετρία, η αντίθεση, η συμβίωση, η αρμονία. Ο λόγος της ύπαρξής μας…

Ένα καθ’ όλα συνηθισμένο απόγευμα

ouranosΕνώ εσύ λικνιζόσουν με χαμόγελο τιτίβισμα

απ’ τη γη ως τον ουρανό κύμα σχεδιάζονταςfilisynnefenio_pouli

εγώ πλανάριζα με τις φτερούγες μου πισθάγκωνα

να κοινωνήσω τ’ όνειρό σου το αμίλητοfanari_feggari

Το φεγγάρι ετοιμαζόταν να ανάψει τους σεπτούς φανούς

αποκαλύπτοντας και πάλι τα θεωρεία του σύμπαντοςaeroplano

Ένας μοναχικός ουρανοδρόμος πορευόταν στο καθήκον

νουθετώντας αθόρυβα τους ευαίσθητους στρωματοσωρείτεςskoupa

Η αιώνια μητέρα συγύριζε τη φθινοπωρινή σκοτεινιά

τινάζοντας τη σκούπα της στα πεζοδρόμια των αγγέλωνgefyripotami

Κι ως το ευκάλυπτο γεφύρι κλυδωνιζόταν απερίσκεπτα

ενώ έρεε ασυγκράτητο το νεφοπόταμο από πάνω τουmov

μια σταγόνα του ξεφύτρωσε στα μάτια σου

για να ταϊσει το κρυφό μαργαριτάρι τουςkoukidofeggaro

Πουλιά μου διαβατάρικα…

poulia_1Φθινόπωρο και τα αποδημητικά πουλιά ξεκινούν το μακρύ ταξίδι της μετανάστευσης προς τις ζεστές περιοχές του πλανήτη. Ελάτε να τα γνωρίσουμε, να συνταξιδέψουμε, να απογειωθούμε μαζί τους στα σύννεφα! Να μιμηθούμε το πέταγμά τους, τις φωνές τους. Τον τρόπο που επικοινωνούν μεταξύ τους.poulia_2

Πρώτα θα ψάξουμε πληροφορίες και φωτογραφίες στα βιβλία και στο διαδίκτυο. Για να μάθουμε τα ονόματά τους, να τα ταυτίσουμε με την εικόνα τους, να μιλήσουμε για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθενός, να τα περιγράψουμε στους φίλους μας. Μετά θα ερευνήσουμε πως κάνουν ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, πως προσανατολίζονται, πως συντηρούνται συχνά χωρίς ή με ελάχιστη τροφή, από τι και ποιους κινδυνεύουν. Θα ψηλαφίσουμε στην υδρόγειο σφαίρα και στον παγκόσμιο χάρτη τις διαδρομές που ακολουθούν. Και θα φτιάξουμε γλωσσοδέτες και μαντέματα, θα παίξουμε παιχνίδια μνήμης και παρατηρητικότητας μαζί τους.poulia_13poulia_14poulia_15poulia_12poulia_17

Έπειτα θα ζωγραφίσουμε τα αγαπημένα μας πουλιά, ο καθένας όπως μπορεί. Θα μελετήσουμε τα σμήνη τους και τους υπέροχους και συχνά παράξενους και θαυμαστούς σχηματισμούς τους στον αέρα. Θα ρωτήσουμε τη φαντασία μας να μας πει με τι μοιάζουν. Και θα προσπαθήσουμε να τους αποτυπώσουμε, δουλεύοντας σε ζευγαράκια, πάνω σε μεγάλο χαρτί. Θα ακούσουμε μουσική και τραγούδια, θα δούμε βίντεο με αποδημητικά πουλιά σε πτήση και θα διαβάσουμε ποιήματα σπουδαίων ποιητών για τα πουλιά.poulia_5poulia_22

Πουλάκι ξένο

Πουλάκι ξένο, ξενιτεμένο,
πουλί χαμένο, πού να σταθώ;
Πού ν’ ακουμπήσω, να ξενυχτήσω, να μη χαθώ;

Βραδιάζει η μέρα, σκοτάδι πέφτει
και δίχως ταίρι πού να σταθώ;
Πού να φωλιάσω σε ξένο δάσος, να μη χαθώ;

Γυρίζω να βρω πού να καθίσω,
να ξενυχτήσω μοναχό.
Κάθε κλαράκι βαστάει πουλάκι ζευγαρωτό.

(παραδοσιακό)poulia_11poulia_19

Πουλιά μου διαβατάρικα

Πουλιά μου διαβατάρικα,
αυτού ψηλά που πάτε,
λίγο για χαμηλώσετε
και πάρτε με κι εμένα.
Να πάω στην αγάπη μου,
που βρίσκεται στα ξένα.

(παραδοσιακό)poulia_4poulia_10

Δύο και δύο τέσσερα
τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.
Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.
Δύο και δύο τέσσερα
τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.
Μα να το πουλί-λύρα
που περνά στον ουρανό.
Το παιδί το βλέπει,
το παιδί το ακούει,
το παιδί το φωνάζει:
Σώσε με, παίξε μαζί μου,
πουλί!
Τότε το πουλί κατεβαίνει
και παίζει με το παιδί.
Δύο και δύο τέσσερα.
Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.
Και το παιδί παίζει,
το πουλί παίζει μαζί του…
Τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι
δεκάξι και δεκάξι πόσα κάνουν;
Δεν κάνουν τίποτα δεκάξι και δεκάξι
και προπάντων όχι τριάντα δύο
έτσι ή αλλιώς
και φεύγουν.
Και το παιδί έκρυψε το πουλί
μες στο θρανίο του
κι όλα τα παιδιά
ακούν το τραγούδι του
κι όλα τα παιδιά ακούν τη μουσική
κι οχτώ κι οχτώ στη βόλτα τους φεύγουν
και τέσσερα και τέσσερα και δυο και δυο
στη βόλτα τους το σκάνε
κι ένα κι ένα δεν κάνουν ούτε ένα ούτε δύο
ένα ένα το ίδιο φεύγουν.
Και το πουλί-λύρα παίζει
και το παιδί τραγουδάει
κι ο καθηγητής φωνάζει:
Πότε θα πάψετε να κάνετε τον καραγκιόζη!
Μα όλα τ’ άλλα παιδιά
ακούν τη μουσική
και οι τοίχοι της τάξης
σωριάζονται ήσυχα.
Και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμος
το μελάνι ξαναγίνεται νερό
τα θρανία ξαναγίνονται δένδρα
η κιμωλία ξαναγίνεται ακρογιαλιά
το φτερό ξαναγίνεται πουλί.

Ζακ Πρεβέρ, Κουβέντες, μτφρ. Μιχάλης Μεϊμάρης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1994poulia_8poulia_20

Θα αποστηθίσω
τα λόγια των πουλιών τα ελαφρά
και στην καρδιά μικρές φωλιές ενθυμημάτων
θα χαράξω
ονόματα να τα φωνάζω να έρχονται
με την ανθρωπινή τους ομιλία να τ’ ακούω
τι λένε τα πουλάκια;
ένα αλφαβητάρι να συλλαβίζω κι εγώ
ταπεινά
έξω στους δρόμους
εκεί που ανθίζουν τα τηλεγραφόξυλα
να γίνεται ένα περιβόλι ο κόσμος

Πόλυ Χατζημανωλάκη, Το αλφαβητάρι των πουλιών, εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα 2014poulia_9

Ο λίγος χρόνος των πουλιών

Μέσα στον απέραντο ουρανό
Ο λίγος χρόνος των πουλιών
Είναι λύπη;
Είναι χαρά;
Το φως έρχεται
Εκλέγει τα πουλιά
Το φως δεν καταστρέφει
Ανάμεσά μας πάντοτε ένας
Εκείνος που μαθαίνει τα νιάτα τ’ ουρανού
Και που πετάει με τα πουλιά
Μέσα στον αιθέρα

Γιώργος Σαραντάρηςpoulia_7poulia_3poulia_21

 

Αυτό το Φως…

pilosΑυτό το φως είναι πηλός
που τον μαλάζει και ο γέροντας κι ο νιοςagios_stefanos_3

Αυτό το φως είναι ουρανός
είναι η Ανάσταση κι ο Άδης ο πικρόςagios_stefanos

Αυτό το φως είναι λυγμός
είναι ο χαϊνης σου κι ο αρραβωνιαστικόςrethimno_faros

Αυτό το φως είναι σιωπή
θαλασσομοίρα που παιδεύει τη ζωή siteia

Αυτό το φως είναι φρουρός
όταν σιμώνει ο χειρότερος εχθρόςeleftherna

Αυτό το φως είναι καημός
είτε χαϊδεύει, είτε χτυπά σαν κεραυνόςeleftherna_1

Αυτό το φως είναι γιατρός
γιατροπορεύει και το πίσω και το εμπρόςmargarotes_4

Αυτό το φως είναι φωλιά
για τα ξενάκια, της ψυχής σου τα πουλιάeleftherna_3

Αυτό το φως είναι οδηγός
είναι ο δάσκαλος που λάτρεψες μικρόςeleftherna_2

Αυτό το φως είναι η γη
στόμα δεν έχει μα αδιάκοπα λαλείmargarites_kerameio

Αυτό το φως είναι χορός
είναι του Ηφαίστου το καμίνι κι ο τροχόςxoma_anthos

Αυτό το φως όταν ανθεί
σε διαφεντεύει, σε μαγεύει, σε δονείmargarites_paidi

Αυτό το φως είσαι εσύ
όταν αφήνεσαι να παίξεις σαν παιδίetia

Αυτό το φως το υπηρετώ
και ίσως κάποτε και να τ’ αξιωθώ

Οι φωτογραφίες είναι από το ταξίδι μας στην Κρήτη τον Αύγουστο του 2007, τραβηγμένες στον Άγιο Στέφανο και στην Ετιά Σητείας, στο Ρέθυμνο, στις Μαργαρίτες και στον αρχαιολογικό χώρο της Ελεύθερνας, όπου είχαμε την αγαθή τύχη να μας ξεναγήσουν οι εκλεκτοί μας αρχαιολόγοι και καθηγητές κ. Νίκος Σταμπολίδης και κ. Πέτρος Θέμελης. Αναπόλησα έντονα αυτό το υπέροχο ταξίδι με αφορμή τα πρόσφατα εγκαίνια του νέου Μουσείου της Ελεύθερνας, όνειρο και έργο ζωής για τον αγαπημένο μας κ. Νίκο Σταμπολίδη. Και ελπίζω σύντομα να βρεθώ και πάλι εκεί, να λουστώ το Φως του μοναδικού αυτού τόπου και των ξεχωριστών ανθρώπων του…

http://www.mae.com.gr/muomicronupsilonsigmaepsiloniotaomicron.html

 

Ο Άη Γκώνενας

AH_GONENAS_1Ζούσε κάποτε στις νότιες ακτές της Ίμβρου, κοντά στο ακρωτήρι Συκιά, ένα παλικάρι. Έβοσκε τα πρόβατά του ολομόναχο στις γύρω πλαγιές κα ποτέ δεν είχε κάνει κακό σε κανέναν. Η καρδιά του ήταν γεμάτη αγάπη και αθωότητα. Γράμματα δεν ήξερε, παρέες δεν είχε. Που να τις βρει στην ερημιά; Έτσι η ζωή του κυλούσε ήρεμα, γεμάτη ευγνωμοσύνη για τα καλά που του χάριζε ο Θεός. Βρέθηκαν, όμως, κάποιοι, που δεν δίστασαν να κατηγορήσουν το παλικάρι στο Δεσπότη ότι τάχα δεν πίστευε στο Θεό και ότι ζούσε μέσα στην αμαρτία.

Ο Δεσπότης μπήκε στο καράβι και κίνησε να βρει και να γνωρίσει το παλικάρι, για να το βοηθήσε να μπει στο δρόμο της αρετής. Που να φανταστεί ότι όσα του είπαν γι’ αυτό ήταν συκοφαντίες! Όταν το καράβι άραξε στα λημέρια του παλικαριού, ο Δεσπότης μπήκε σε μια βάρκα και κίνησε κατά την ακρογιαλιά. Όταν συναντήθηκε με το παλικάρι, εκείνο έκανε ό,τι μπορούσε για να τον ευχαριστήσει. Του πρόσφερε αγνό γάλα και τυρί απ’ το κοπάδι του κι έσφαξε το καλύτερο αρνάκι του για να του κάνει το τραπέζι. Όταν έφαγαν και χόρτασαν, ο Δεσπότης ρώτησε το παλικάρι αν πηγαίνει στην εκκλησία και αν ακολουθεί τη διδασκαλία του Χριστού.

– Πως να πάω στην εκκλησία, αφού είναι πολύ μακριά από δω και δεν έχω και κανέναν να μου φυλάξει τα πρόβατα;, αποκρίθηκε το παλικάρι.

– Κάνεις, τουλάχιστον την προσευχή σου εδώ που είσαι;, ρώτησε πάλι ο Δεσπότης.

– Δεν ξέρω, Παππούλη μου, καμιά προσευχή. Ποιος να μου τη μάθει, αφού δεν πήγα σχολείο;, είπε το παλικάρι και έσκυψε το κεφάλι ντροπιασμένο.AH_GONENAS

Τότε ο Δεσπότης αποφάσισε να του μάθει μια απλή προσευχή για να τη λέει από δω και στο εξής. Του έμαθε, λοιπόν, να λέει «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Μετά το συμβούλεψε όσο καλύτερα μπορούσε, το αποχαιρέτησε κι επέστρεψε στο καράβι και στη μητρόπολη. Το παλικάρι παρακολουθούσε με θαυμασμό από την ακρογιαλιά το καράβι να σκίζει απαλά τα κύματα και να απομακρύνεται σα δελφίνι. Εκείνη τη στιγμή θέλησε να ξαναπεί την προσευχή που του έμαθε ο Δεσπότης. Αλλά θυμόταν μόνο το «Υπεραγία Θεοτόκε», είχε ξεχάσει το άλλο μισό! Τι να έκανε τώρα που ο Δεσπότης είχε ανοιχτεί στο πέλαγος και δεν μπορούσε να τον ρωτήσει; Ξαφνικά του ήρθε μια ιδέα που με το αθώο του μυαλό τη θεώρησε απολύτως εφικτή: πήρε το δέρμα του αρνιού που είχε σφάξει για να το φάνε με το Δεσπότη, το άπλωσε πάνω στη θάλασσα κι ανέβηκε όρθιος επάνω του! Τότε το δέρμα άρχισε να τρέχει ολοταχώς προς το καράβι και σε λίγο ήδη το πλησίαζε! Ο Δεσπότης, βλέποντας το παράξενο αυτό θέαμα, άρχισε να σταυροκοπιέται. Όταν το παλικάρι πλησίασε πολύ το καράβι, φώναξε στο Δεσπότη:

  • Θύμισέ μου, Παππούλη, τι να λέω στην προσευχή μου!
  • Ό,τι θέλεις να λες, παιδί μου, ό,τι θέλεις!, του απάντησε ο Δεσπότης, που είχε καταλάβει ότι είχε να κάνει μ’ έναν άγιο άνθρωπο.

Το παλικάρι έκανε τότε στροφή και άρχισε να επιστρέφει στα κοπάδι του. Στο μεταξύ, όμως, ξέσπασε μια δυνατή μπόρα. Όταν πάτησε το πόδι του στην ακτή, έβρεχε με το τουλούμι! Που να πήγαινε να προφυλαχτεί; Καθώς σήκωσε τα μάτια στον ουρανό, σα να φωτίστηκε το μυαλό του. Έδωσε μια με τον αγκώνα του σε έναν πελώριο βράχο στην ακρογιαλιά και θαύμα! Ο βράχος άνοιξε στα δύο και μια σπηλιά σχηματίστηκε. Εκεί μέσα μπήκε το παλικάρι με τα πρόβατά του, για να προφυλαχθούν από την καταιγίδα. Από τότε η τοποθεσία αυτή της Ίμβρου λέγεται Άη Γκώνενας.

Από τη Θεματική Ενότητα “Παραδόσεις” του ακυκλοφόρητου ακόμη στο ευρύ κοινό παιδικού διαδραστικού οδηγού γνώσης και ψυχαγωγίας με τίτλο “Φύγαμε για Ίμβρο!”. Οι φωτογραφίες είναι των Δημήτρη Αραμπατζή και Κωνσταντίνου Βάντσου.AH_GONENAS_2

Άνοιξη στην Καισαριανή

Είναι σκληρός αυτός ο Μάρτης. Είναι τρελός αυτός ο Μάρτης. Είναι απρόβλεπτος αυτός ο Μάρτης. Είναι ευαίσθητος αυτός ο Μάρτης. Είναι γερο-παράξενος αυτός ο Μάρτης. Είναι και έφηβος αυτός ο Μάρτης. Είναι ο καθρέφτης μας αυτός ο Μάρτης.KAISARIANI_3_1

Δεν θέλω μέρα με πνευμόνια μαυρισμένα
Δεν θέλω νύχτα χωρισμένη από σένα
Δεν θέλω κόσμο σε μπουντρούμια μ’ αλυσίδες
Δεν θέλω μέλλον από άρρωστες ελπίδεςKAISARIANI_3_2

Δεν θέλω θάλασσα αν δεν φτιάχνει τρικυμία
Δεν θέλω αλήθεια που τη στέλνουν εξορία
Δεν θέλω σπίτι κλασικά επιπλωμένο
Δεν θέλω φίλους με το βίντεο αναμμένοKAISARIANI_3_3

Δεν θέλω άνοιξη με πλαστικά μπουμπούκια
Δεν θέλω ήρωες που σκόνταψαν σε λούκια
Δεν θέλω ιδρύματα για νέους που γεράσαν
Δεν θέλω χρόνια που θρηνούν για όσα χάσανKAISARIANI_3_6

Δεν θέλω εργάτες που πεθαίνουν πριν σχολάσουν
Δεν θέλω άλογα ανήμπορα να καλπάσουν
Δεν θέλω ποίηση για εύκολους πελάτες
Δεν θέλω κόκκινα φανάρια παραστάτεςKAISARIANI_3_8

Δεν θέλω σχόλια για εκείνα που έχω κλάψει
Δεν θέλω φλόγα που από πλήξη θα με κάψει
Δεν θέλω σταρ ψεύτικη λάμψη που πουλάνε
Δεν θέλω μέντορες ρουτίνα να κερνάνεKAISARIANI_3_7

Δεν θέλω στίχο και τραγούδι ξεπεσμένο
Δεν θέλω σύνορα σε χάρτη ματωμένο
Δεν θέλω δάση σα σεληνιακά τοπία
Δεν θέλω ούτε έναν νταή στη γαλαρίαKAISARIANI_3_9

Δεν θέλω είδηση να γίνεται η τιμή μου
Δεν θέλω αιτήσεις και σφραγίδες στο κορμί μου
Δεν θέλω ανόρεχτα weekends με ουϊσκυ
Δεν θέλω αγάπη πονηρή σαν οδαλίσκηKAISARIANI_3_5

Δεν θέλω επίσημη γραβάτα για επετείους
Δεν θέλω στέκια για μοναχικούς κυρίους
Δεν θέλω γήπεδα με πλήθος που αλαλάζει
Δεν θέλω τέχνη που φοβάται να αλλάζειKASARIANI_3_14

Δεν θέλω αντίσταση φτηνή, χιλιοπαιγμένη
Δεν θέλω άρνηση στη βία μαγκωμένη
Δεν θέλω κόμματα κομμάτια να με κάνουν
Δεν θέλω πόλεμο οι σειρήνες να σημάνουνKAISARIANI_3_10

Δεν θέλω είδωλα, μετάνοιες και σημαίες
Δεν θέλω σύννεφα κρυμμένα απ’ τις κεραίες
Δεν θέλω κόντρες σε στυγνά χρηματιστήρια
Δεν θέλω υπόγειες στοές και σκοπευτήριαKAISARIANI_3_15

Δεν θέλω χάπια κι αλκοόλ να με ζαλίζουν
Δεν θέλω σήριαλ το νου ν’ αποκοιμίζουν
Δεν θέλω μάρκετινγκ να κάνουν τα όνειρά μου
Δεν θέλω επώνυμο και ούγια στη χαρά μουKAISARIANI_3_11

Δεν θέλω επάγγελμα που δεν θα ’χω διαλέξει
Δεν θέλω ύποπτη να ζει κάθε μου λέξη
Δεν θέλω μάνα και πατέρα μου δυο ξένους
Δεν θέλω πόθους και καημούς βαλσαμωμένουςKAISARIANI_3_12

Δεν θέλω ιδέες σε σαγόνια καρχαρία
Δεν θέλω ακίνητα παιδιά σε συναυλία
Δεν θέλω γκρίζες Κυριακές για ξοφλημένους
Δεν θέλω ναύτες σε μουράγια καρφωμένουςKAISARIANI_3_13

Δεν θέλω χρήμα που επέπλευσε στο βούρκο
Δεν θέλω όρια στον έρωτα που σου ’χω
Δεν θέλω θύματα στην άσφαλτο τις σχόλες
Δεν θέλω μάταιες τις αποδράσεις μου όλεςKAISARIANI_3_16

Θέλω για σένα ένα ποτάμι να σκαλίσω
Μες στο κορμί του χίλιες θάλασσες να χύσω
Κι αφού δροσίσω όλες του ήλιου τις ακτίνες
Να ξετρελάνω του Οδυσσέα τις σειρήνεςKAISARIANI_3_20

Θέλω για σένα κρήνη αξόδευτη να γίνω
Κι από τ’ αθάνατο νερό μου να σου δίνω
Να μοιάσω σ’ άνοιξη, σε νύμφη, σε ιέρεια
Να σου ανάβω της αυγής τα καντηλέριαKAISARIANI_3_17

Θέλω για σένα τον εαυτό μου να ξεχάσω
Να ταξιδέψω και τη μοίρα μου ν’ αλλάξω
Να ρίξω ακόντιο να πληγώσω τη σαγήνη
Να σε μπολιάσω με του Γκάντι τη γαλήνηKAISARIANI_3_18

Θέλω για σένα κάτι αλλιώτικο να κάνω
Θέλω για σένα το πολύ απ’ το παραπάνω
Θέλω για σένα αμβροσία να ξεχειλίζω
Κι ό,τι κι αν γίνει να μην πάψω να ελπίζωKAISARIANIi_3_15

28/10/1991 τα λόγια, 06/03/2016 οι εικόνες…

Οπωρικά (Οκτώβρης 2015)

Franz-Dvorak_In_The_Orchard_1912_Oil_on_Canvas-large Φθινόπωρο στον Οπωρώνα

Νύμφη είναι; Μάγισσα ή νεράιδα;
Άλλη σαν τούτη δεν ξανάειδα!
Και που πηγαίνει φορτωμένη,
φρουτολουλουδοανθισμένη;

Να τη που πρόβαλε στη στράτα
του Λαχανοφρουτοσαλάτα.
Αχ, η καρδιά του πως χτυπάει!
Λες; Λαχανοφρουταγαπάει…

– Ω, Δεσποσύνη μου, περάστε
και στο τραπέζι μου κοπιάστε!
Σαν τι τραβάει η όρεξή σας
και λαχταρά η όσφρησή σας;

Εγώ έχω ζαρζαβατικά σπουδαία!
Ελάτε! Κάντε μου παρέα!
Κερνάω φρούτα μελωμένα,
θεσπέσια αρωματισμένα!arcimboldo3-autumn-ptg-large

– Τι άλλο θ’ αντικρύσω ακόμα!
Κάστανο αψύ έχεις για στόμα.
Και -τι αστείο, τι νοστιμάδα-
για μύτη μια χοντροαχλάδα!

Για δείτε, κόσμε, παλικάρι
με μια αυτούκλα μανιτάρι!
Θαυμάστε μήλο μαγουλάκι
και ρόδι τούμπα πηγουνάκι.

Μα τι λαιμός! Καφάσι πρώτο
βολβός πατάτα και καρότο.
Μάτι ελιά σα μελανούρι.
Πιάσε ένα ουζάκι με αγγούρι!

Κοιτάξτε μούσια και μουστάκια
σαν αναμαλλιασμένα στάχια!
Μα τι; Φοράς σκουλαρικάκι;
Ξερό μου μοιάζει συκαλάκι!

– Βασίλισσά μου, δεν σ’ αρέσω;
Μωρ’ τι μας λες; Δεν θα μπορέσω!
Μια ξιπασμένη, κόσμε, κοίτα
που μας το παίζει ψηλομύτα.

– Πως; Μα δεν τρώγεσαι καημένε,
Σαλατολαχανοφρουτένιε,
μ’ αυτή τη σταφυλοπερούκα!
Μ’ άκουσες; Ή να βρω ντουντούκα;

Κορόϊδευε εσύ, γλυκιά μου,
θα το αντέξει η καρδιά μου.
Και του Φθινόπωρου τα κάλλη,
άφησε να τα εκτιμήσουν άλλοι.

Τα οπωρικά μου όλο αρνιέσαι,
και τα λαχανικά βαριέσαι,
μα θα σε δω πως θα χορτάσεις,
σαν έρθει η ώρα να πεινάσεις.

Οι πίνακες είναι των Franz Dvorak, In the Orchard και Giuseppe Arcimboldo, AutumnOPORIKA_4OPORIKA_2OPORIKA_7OPORIKA_1

Το παραπάνω ποίημα γράφτηκε σε συνεργασία με τους μαθητές μου στο Ολοήμερο Τμήμα του 7ου Νηπιαγωγείου Νέας Σμύρνης. Παρουσίασα τους δύο πίνακες και μετά, με τις κατάλληλες ερωτήσεις, πήρε μπρος η φαντασία…Τα παιδιά πρότειναν το “σενάριο”, δουλέψαμε μαζί τους στίχους λέξη λέξη παρατηρώντας διερευνητικά τις εικόνες και αυτό που απομένει είναι να το δραματοποιήσουμε και να φάμε επιτέλους τη λαχταριστή…φρουτοσαλάτα!monopati_gismonopati_nerou

Αταξίδευτη

Δεν ταξιδεύω πια παρά μονάχα εντός μου.
Καράβι οικόσιτο, λιμνάζει ο εαυτός μου.
Άλλοι ανεμίζουν την παντιέρα τους με χάρη,
μα εγώ φυλάω τ’ αντικλείδι του αρχοντάρη.

Είναι η μέρα μου πιθάρι ραγισμένο,
πότε κρασί και πότε λάδι γεμισμένο.
Τη διαμοιράζονται ομογάλακτοι και ξένοι,
ώσπου για μένα ο άδειος πάτος απομένει.

Είναι η νύχτα μου μια κουρελού βελέντζα.
Κάποιοι την κόβουν για να παίξουνε πασιέντζα.
Δεν είμαι παίκτης δυνατός να τους την πάρω,
Πορφυρογέννητη για να τους σιγοντάρω.

Τα πλήθη γύρω μου κιοτεύουν ή αλαλάζουν
κι ούτε στο ελάχιστο τον κόσμο δεν αλλάζουν.
Κι εσύ προσεύχεσαι με υψωμένα χέρια
να σκάψεις κάποτε αντί σύνορα παρτέρια.

Δεν έχω άλλη υπομονή. Φυλλορροώντας,
κοπιάζω αμίλητη. Μ’ εμπόδια αγαπώντας.
Δεν έχω φτέρωμα από φίλντισι στην πλάτη,
μα ούτε προσκύνησα ποτέ μου και την Άτη.Edward Cucuel, Στη φθινοπωρινή λιακάδα. Ιδιωτική Συλλογή.

Edward Cucuel, Στη φθινοπωρινή λιακάδα. Ιδιωτική Συλλογή.

5 Οκτωβρίου 2015, “Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών”Sandi FitzGerald

Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Ματώνω σαν φτεροκοπώ
για να σου ανοίξω τη μικρή, κρυμμένη θύρα.
Για να σ’ αγγίξει ο ουρανός, ο ζωοδότης ο θερμός.
Για να μην έρθει η στιγμή που πικραμένος ίσως πεις
– Τι έφταιξε και τη ζωή μου λάθος πήρα;
Δεν κρύβω όπλα. Απλή καρδιά
κι ένα αστέρι φορτωμένο έχω στην πλάτη.
Γιατί πυκνώνουν τα ανήμερα σκοτάδια
κι αυτοί που κρίνουν κι επικρίνουν μ’ άδεια μάτια.
Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Δείξε μου λίγο σεβασμό κι εμπιστοσύνη.
Δεν γράφει «θαυματοποιός»
η τσακισμένη μου ταυτότητα στην τσέπη.
Γράφει μονάχα ΠΡΟΣΠΑΘΩ
και ούτε θέλω, ούτε μπορώ,
να υποσχεθώ σε κάθε σου όνειρο μια σκέπη.
Στάσου στο πλάι μου.
Είσαι η άλλη μου η όψη.
Ήμουν εσύ, γίνε εγώ, πάρε ό,τι έχω.
Μαζί θ’ αράξουμε στο τέλος στο μιντέρι
να ξεδιαλύνουμε στο ίδιο το τραγούδι
ποιος είναι ο δάσκαλος και ποιο το μαθητούδι.
Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Λένε τη μέρα μου πως γιόρτασαν απόψε.
Μην τους ακούς. Ψέματα λεν.
Πάει καιρός που έχω να πάω σε γιορτές.
Εσύ απλά στο πέταγμά σου προσηλώσου.
Κι όταν βρεθείς ευθυτενής,
μοναχικός ταξιδευτής
στο μονοπάτι της ζωής σου, απλά στυλώσου.

Οκτώβρης

Νωχελικά το μάνταλό μου έκρουσες
και κάτι θέλεις να μου πεις…
Μ’ ανάσα αγιάζι και ώμους ξέσκεπους,
σαν ζαβολιάρικα μικρά καλοκαιράκια,
βγήκες στη γύρα. Καμαρώνω και φοβάμαι.
Μια αγκαλιά οπώρες η ανυπότακτη καρδιά σου.
Χέρι απαλό μα στιβαρό, όλο υποσχέσεις.
Κι αυτό το βλέμμα σου, σειρήτι ατλαζένιο,
γλυκά, επικίνδυνα, σαϊτεύει την ψυχή μου.
Μοιάζεις ανίσχυρος, μα κραταιός βαδίζεις.
Και σε προσμένω αλαφροπάτητα τρυγώντας
ζυγούς ονείρων που δεν χόρτασαν ταξίδι.
Καλώς μας όρισες, Οκτώβρη ανεμοπόρε.boy-with-a-basket-of-fruit_CARAVAGGIO

Καραβάτζιο, Αγόρι με καλάθι φρούτων

Σεληνιακόν (και ολίγον σατυρικόν…)

Μου φέρνεις πονοκέφαλο
και με πετάς σε δίνη.
Καρφιά σκορπάς στο αίμα μου,
αρχόντισσα Σελήνη.

Γεμίζεις και κορδώνεσαι
και καταντάω ράκος.
Εσύ μια Νύμφη ανύμφευτη
κι εγώ σκυφτός γεράκος.

Ζωγράφοι σε υμνολογούν,
αοιδοί σε εκθειάζουν.
Μα εμένα τα τσαλίμια σου,
Κυρά μου, με ματιάζουν!

Εκλιπαρώ σε, μέριασε
για να ηρεμήσει η Νύχτα.
Τα δίχτυα σου τ’ ακοίμητα
σ’ άλλον πλανήτη ρίχ’ τα.

Αχ φεγγαράκι μου λαμπρό
κι αξόδευτο αργύριο
που με κοιτάς αφ’ υψηλού,
μη με κερνάς μαρτύριο!

Με μάραναν, με σώριασαν
οι φάσεις κι οι γητειές σου.
Δρεπάνι μισοφέγγαρο
θερίζουν οι ματιές σου.

Θωρώ σε και ζαλίζομαι.
Με ζώνουνε τα φίδια.
Τα κάστρα μου όλα καταλείς.
Θρηνώ στ’ αποκαΐδια.

Γιατί κοκκίνισες, καλέ;
Σε θύμωσε ο καθρέφτης;
Εσύ είσαι η Εκλαμπρότατη
κι εκείνος είναι ψεύτης.

Πανσέληνέ μου έρωντα
και φιλντισένιο δάκρυ,
συμμάζεψε τα κάλλη σου,
να βρω απόψε άκρη.

Τα βλέπεις; Με κουζούλανες!
Σεληνιασμένη τρέχω
να μπω στο καβουκάκι μου,
γιατί άλλο δεν αντέχω.

Σβήσε και σύρε στο καλό
να πάψουν οι αντάρες,
γιατί μας ξεθεώσανε
του Πάνα σου οι κιθάρες.

Μα τι σου λέω; Φύρανε,
σκόρπισε το μυαλό μου.
Χωρίς εσένα δεν μπορώ.
Τον χάνω τον εαυτό μου!

Μη! Μη μου πάθεις έκλειψη!
Στάσου στο παραθύρι.
Κι εγώ θα χτίσω απ’ τη γη
στον ουρανό γιοφύρι.

Αλήθεια! Θα εκτοξευτώ
με πύραυλο κοντά σου,
να θέσω ν’ αποκοιμηθώ,
Σελήνη, στα μαλλιά σου!serifos

Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί…

Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
γεννούν το τέλος, ιστορούν τη νέα αρχή
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
λάμπουν στον ήλιο, ξεθωριάζουν στη βροχή
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
είναι του Έρωτα η αλήθεια κι η σιωπή
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
πάντα θα υπάρχουν. Κι όταν λείψω εγώ κι εσύ
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί…ALSOS_27092015fthinoporo_1

Εποχικό

Κάθε που αστράφτεις κρασοπότης και αγέρωχος
Κράτα μου λίγη γενναιότητα στο κεμέρι σου
Δεν περιμένω πια κουράγιο απ’ τα σύννεφα
Βρέχουν λιπόσαρκες Δαναΐδες και οδύνη
Όμως εσύ φιλεύεις πλούσια τ’ ακροκέραμα
Πρόσωπα αέρινα, σιωπή και ώχρα αθάνατη
Έχεις παλάμη χαϊδεμένη από αγάπανθους
Και δεν υπέκυψες στης λήθης τα κεντρίσματα
Μη με ραγίζεις. Για ουρανό έχω τη σκέπη σου
Κι όμως λυγώ και παραπαίω σαν συλλογίζομαι
Τους στρατοκόπους που αδίκως κλυδωνίζονται
Σε μαύρες θάλασσες πενθώντας τις πυξίδες τους
Μη με σκορπάς. Για ρίζα έχω την ανάσα σου
Δεν υποφέρεται η λύσσα και το όνειδος
Των συρφετών που καπηλεύονται όσα αγάπησα
Γιατί ως αγέλη έχουν μάθει να θηρεύονται
Στάξε μου βάλσαμο. Χρυσά φυλλώματα προσκάλεσα
Να μου αγκαλιάσουν κάθε δάκρυ αλαφροΐσκιωτο
Μήπως σωθούν οι κεραυνοί και δω ορίζοντα
Έλα, Σεπτέμβρη μου. Κοντά σου πάλι αγρύπνησα.September_Stefanidi

 

 

 

 

 

 

Fhinoporo_EKEDISY_1

Plaka_AeridesWINSLOW_HOMERΟ υπέροχος Σεπτέμβρης είναι της Photini Stephanidi, η λεπτομέρεια με το χέρι που κρατά φθινοπωρινά φρούτα με μάγεψε σε οροφογραφία στο κτήριο που στεγάζει το Εκεδισυ ) Εθνικό Κέντρο Έρευνας & Διάσωσης Σχολικού Υλικού, τα ακροκέραμα τα φωτογράφησα σε κτήριο στους Αέρηδες στην Πλάκα και ο πίνακας Gathering Autumn Leaves είναι του Winslow Homer.

Ταξιδεύοντας (Καλοκαίρι 2015)

Molos_Porto_XeliΆλλος δένει για να μείνει κι άλλος λύνει για να φύγει. Αυτό είναι το ταξίδι…Κι η σοδειά του λέξεις, εικόνες, αναμνήσεις. Τροφή για τα δύσκολα. Βάλσαμο μπροστά στα αναπόφευκτα. Πόρτο Χέλι, Ερμιόνη, Σπέτσες, Ναύπλιο…Η ομορφιά είναι παντού. Κυρίως στα ταπεινά, τα καθημερινά, τα τοπία της διπλανής πόρτας. Αρκεί να έχεις τα μάτια να τη δεις…Αρκεί να μπορείς να σκύψεις, να σιγανέψεις μια στιγμή, να στερεώσεις το χρόνο στην καρδιά σου και να την δεχτείς. Και του χρόνου να είμαστε όλοι καλά, ν’ ανοίξουμε πανιά…

Alain_Botton

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“…Τα μάτια μου ατένισαν προσεκτικά το τοπίο. Δεν αναζητούσα κάτι συγκεκριμένο: δεν έψαχνα να βρω άγρια ζώα, ούτε σπίτι για διακοπές, ούτε αναμνήσεις. Το κίνητρό μου ήταν απλό και ηδονιστικό: επεδίωκα να δω την ομορφιά. Σαν να ζητούσα ενδόμυχα από τα λιόδεντρα, τα κυπαρίσσια και τους ουρανούς της Προβηγκίας να μου ευφράνουν την καρδιά και να με αναζωογονήσουν…”.

Αλαίν Ντε Μποττόν, Η τέχνη του ταξιδιού, εκδόσεις Πατάκη, 2005VanGog_ElaionasVanGog_TherismosVanGog_1VanGog_Topio

Μοναδικά μάτια – τοπία του Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Nafplio_Aginor_AsteriadisΝαύπλιο

Ένα μπαλκόνι γύρεψα
για να σταθώ μια στάλα,
να ψάξω του ορίζοντα
τα μάτια τα μεγάλα.

Να βρω κυρά καλόγνωμη
γλυκό να με τρατάρει
και καλοτάξιδο σκαρί
μαζί του να με πάρει.

Να μη βαραίνουν πάνω μου
οι θύμησες τ’ αλάνια
και πάντα ελαφροπάτητη
να σεργιανώ στα χάνια.

Να μπαινοβγαίνω απόρθητη
σε κάστρα γρανιτένια,
να ξαποσταίνω γελαστή
σε πλουμιστά μπεντένια.

Κι όταν ζητήσω το φιλί
του Διγενή Ακρίτα
εκείνος να μη φοβηθεί
τη νίκη, ούτε την ήττα.

Ο πίνακας είναι του Αγήνορα Αστεριάδη

Ermioni_1Ermioni_3Ermioni_4Φωτογραφί-Ζωντας

Στη δίνη κάθε υδάτινης περιστροφής
και στην ανύψωση κάθε χωμάτινης στιγμής
Στην αρτηρία κάθε υπέργηρου φλοιού
και στο ατλάζι κάθε ανέφελου ουρανού
Μια γειτονιά αθανάτων για αλήθεια ευελπιστεί
κι αμετανόητα ατελεύτητα αχώριστα
ολόρθη καιροφυλακτεί.
Κι ανθεί.

Ερμιόνη, Αύγουστος 2015Ermioni_2

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ververonta_1

Της ακρογιαλιάς

Άλλο δεν έχω θησαυρό
απ’ τα χεράκια σου τα δυο.
Γαλάζιο πλέκω φυλαχτό
να πλέεις άτρωτος μ’ αυτό.

Ανασκαλεύεις τα νερά
σαν πεταλούδα που τρυγά
στάλες τ’ αθάνατο νερό
από αστείρευτο κρουνό.

Γεύεσαι αλμύρα και γελάς,
στα παραμύθια κολυμπάς,
μ’ ένα φεγγάρι για μουτράκι.
Ή μήπως μ’ ένα βοτσαλάκι;

Πες μου, πως φτιάχνεις τόσο φως;
Γιατί θαμπώνομαι ο φτωχός.
Μήπως χτυπάς μες στο γουδί
χίλια αστεράκια γιασεμί;

Δεν θα μου πεις το μυστικό;
Μεγάλωσα κι αγωνιώ…
Πως είπες; Σε χασομερώ;
Έχεις δουλειά κι εγώ φλυαρώ!

Aristeidis_VlassisΑύγουστος

Αν κοιμηθώ θα ονειρευτώ;
Αν κλάψω θα ραγίσω;
Αν σκύψω για ν’ αφουγκραστώ
το χώμα, θα ριγήσω;

Βαρύ αγώι ο θερισμός
κι εγώ λιγνό κοράσι.
Τι θα καρπίσει ο Αύγουστος
για να με ξεκουράσει;

Στον ήλιο στρέφω τη θωριά
με ασκεπές το βλέμμα.
Πες μου, Ουρανέ, πως μ’ αγαπάς
και πως δεν είσαι ψέμα.

Δεμάτιασα τους πόθους μου
και φύλαξα το σπόρο.
Δροσάτο το κατώι μου
για να του κάνω χώρο.

Κοχλάζει γύρω μου ο καιρός
ιδρώτας αχθοφόρος
κι ένα παιδί στην αμμουδιά
ο ομφάλιός του λώρος…

Ο πίνακας είναι του Αριστείδη Βλάσση

XIR416504XIR416503XIR416501Επιστρέφοντας

Ο Πόθος
Γόνος πορφυρογέννητος του Κυανού
Η Ανάγκη
Ψυχοκόρη ανεπιθύμητη του Γκρίζου
Τι είδους συνταίριασμα να μηχανευτώ
Επιστρέφοντας
Για να βαδίσω ενδυναμωμένη αν όχι ακέραια
Προς την επόμενη εγκαρτέρηση

Παρηγορούμαι μονάχα
Αποστρέφοντας το βλέμμα
Από τα θλιβερά περιεχόμενα
Τα αδίκως κατεχόμενα
Τα επικινδύνως ανεχόμενα

Που επιδεικνύονται αυτάρεσκα
ως ματαιότητα ενδεδυμένη την επικαιρότητα
Καταστρέφοντας κάθε ετερότητα
Διαστρέφοντας κάθε ωραιότητα
Περιστρέφοντας ως πούπουλο σε σκοτοδίνη
κάθε αταλάντευτο κίονα
κάθε ευπροσήγορο κτέρισμα
από εκείνα που συγκρατούν εδώ και αιώνες
αρμονικά χαρτογραφημένους θεούς και δαίμονες

Ο Πόθος
Γόνος πορφυρογέννητος του Κυανού
Η Ανάγκη
Ψυχοκόρη ανεπιθύμητη του Γκρίζου
Κι εγώ μαραίνομαι παλεύοντας ν’ αγαπηθούν
Μήπως υπάρξει επιτέλους πιθανότητα
να γεννηθεί μ’ ατσάλινη φτερούγα η Λευκότητα

Λεπτομέρειες από το έργο του Ραφαήλ Σάντσιο “Ο θρίαμβος της Γαλάτειας”Spetses_Poseidonio

Δέηση (Κεραμεικός, Μάης 2015)

Kerameikos_Evi_4Kerameikos_Evi_5Τα δομικά σου υλικά
έχτισαν μάρμαρο καρδιά.
Κανείς δεν την κατάλαβε,
ούτε όταν την μετάλαβε.Kerameikos_Evi_2

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Kerameikos_Evi_5

Στον άλικό σου συρφετό
ψάχνω Τιτάνα Ιαπετό,
να ορθώσει το ανάστημα,
από τη γη ως το διάστημα.Kerameikos_Evi_4

Στο σήμα σου γονυπετής,
καημός πεντηκονταετής,
νερό καθάριο γεύτηκα
κι έγειρα κι ονειρεύτηκα.Kerameikos_Evi_3

Πως ήρθε ένα ξημέρωμα
σαν τρυφερό ημέρωμα
μιας φιλντισένιας αγκαλιάς.
Γαία μου, Ελλάδα, μη γερνάς.Kerameikos_Evi_2

Στείλε κοχλία επίμονο
ν’ αντισταθεί στ’ αλίμονο.
Φύτεψε δάφνη θαλερή,
να στεφανώσει την πληγή.Kerameikos_Evi_1

Στείλε ελιά, στείλε ουρανό,
να κάνουν πάχνη το λυγμό.
Κι από θεμέλιο στιβαρό
υδρία για τον καθαρμό.Kerameikos_Evi_1

Κι εγώ θα φέρω ένα παιδί
να σκάψει νέα διαφυγή
απ’ της φθοράς το χαλασμό
κι από τον δίσεκτο καιρό.KERAMEIKOS_MAHS_15_AKerameikos_Evi_6