Οι ανήσυχες μέρες του Αυγούστου

Χτες ήταν η μέρα της ομίχλης. Έζωσε το χωριό, άναψε τα τζάκια μέσα στην καρδιά του Αυγούστου, ύγρανε μάτια, δάχτυλα, σακάκια, στοχασμούς. Έκανε αφρόλουτρο ο Θεός με καυτό νερό κι οι ατμοί αγκάλιασαν τις κορυφογραμμές, τα διάσελα, τις ορδές των ελάτων, τα χαμολούλουδα, τα ζωηρά ζουζούνια, τ’ αγριόχορτα και τους γαιοσκώληκες.

Βάδιζε στα τυφλά. Μπήκε ολόκληρη μέσα στα σύννεφα, γέμισε σταγόνες από τα φιλιά τους. Δεν υπάρχει μοναξιά όταν αφήνεσαι να σ’ αρπάξει ο κόσμος, να σε παιδέψει, να σε χαρεί. Δεν υπάρχει θάνατος όταν κάθε στιγμή βιώνεις ξυπνήματα κι αποκοιμίσματα γύρω σου, πλάι σου κι εντός σου. Δεν υπάρχει αδιέξοδο όταν και για το πιο μικρό ανθάκι, κάθε μέρα, ξημερώνει μια άλλη μέρα.

Σήμερα ίππευσε για πρώτη φορά. Κράτα γερά το χαλινάρι και μίλα του γλυκά του Ψαρή. Ίσια το κορμί στην κατηφόρα, τα πέλματα στους αναβατήρες τεντωμένα, όπως όταν ανεβαίνεις μια τσουλήθρα ανάποδα. Οι μηροί κολλημένοι στα πλευρά του αλόγου. Για τροχασμό το χαλινάρι εναλλάξ δεξιά – αριστερά και ελαφριά πίεση των ποδιών στην κοιλιά του αλόγου. Στην ανηφόρα γέρνεις το σώμα προς τα εμπρός, να δώσεις ώθηση. Μη φοβάσαι, δεν πέφτεις.

Και τώρα, Άρτεμη, εσύ και ο στόχος. Στερέωσε το βέλος, δώσε στο τόξο ελαφριά κλίση προς τα πάνω κι αριστερά και τέντωσε τη χορδή κιαλάροντας ταυτόχρονα στο κέντρο. Μην το πολυζορίζεις, απαλά και με τη μία.

Κι όταν βρεις με το ποδήλατο στο δασικό, κράτα το τιμόνι γερά και σταθερά. Πετάλι δυνατά. Φρένο ποτέ απότομα. Απόφευγε τ’ αγκάθια, τις μυτερές πέτρες, τις νωπές λασπουριές. Ν’ ανασηκώνεις το κορμί όταν το πέρασμα είναι πολύ κακοτράχαλο. Στην άσφαλτο να προσέχεις τα καμιόνια τα φορτωμένα κορμούς. Τις ταχύτητες να τις αλλάζεις μία μία σκάλα και με το μαλακό.

Τη νύχτα άναψαν φωτιά στο Κόρπου και έψησαν λουκάνικα και μπριζόλες. Με ντομάτα, πατάτα βραστή, τυρί, ψωμί και μπύρες κάτω από έναν μαγικό ουρανό. Χνάρι αρκούδας, λαγό, σκαντζόχοιρο, κουκουβάγια και αλεπού συνάντησαν στο δρόμο τους. Ο Θοδωρής πήρε το δαυλό και τον εκσφενδόνισε στο διάστημα για να παραστήσει, λέει, το φλεγόμενο μετεωρίτη.

Τους τραγούδησε. Και δεν έλεγε να σταματήσει έτσι όπως την άκουγαν εκστατικοί, άνθρωποι, άνεμοι και ξωτικά.

Φεγγάρι ανέτειλε φτενό με σάρκα από οπάλι

κι έριξε μαύρη πετονιά στου κόσμου την αγκάλη.

Στη μια άκρα είχε για δόλωμα έρωτα σταμναγκάθι,

στην άλλη όλα της αυλής των δυνατών τα πάθη.

Ας ήταν σφιχτοπλέξουδη η πετονιά του σκάλα

σαν αίλουρος να τιναχτώ στα ύψη τα μεγάλα.

Να μη με πιάνει απόγνωση μ’ αυτά που αντικρύζω

όταν στα στενοσόκακα μονάχη σεργιανίζω.

Κι όταν γκρεμίζεται η καρδιά σ’ ολάχνιστο καμίνι

να την καθίζω στο σοφρά σεμνά να τρωγοπίνει.

Γιατί είναι αφρός στη θάλασσα, στην έρημο αντιλόπη

κι όταν τ’ αστέρια αυτοκτονούν σ’ αρχαίο ναό μετόπη.

Δεν έχει αγάπη να κρυφτεί, προσκέφαλο να γείρει

στον άνεμο σκορπίζεται σαν ανεμώνης γύρη.

Τη θέλει ο γιος του λιονταριού μα εκείνη δεν τον θέλει.

Κάλλιο στ’ αλάτι λεύτερη παρά δετή στο μέλι.

Κι αν έρθει εκείνη η στιγμή κι η ώρα η αγιασμένη

που δεν θα υπάρχει τίποτα για να το περιμένει,

δεν λαχταρά κάτι πολύ και δυνατό να γίνει

μόν’ στης λεβάντας τον ανθό δροσοσταλιά να μείνει.

Ελάτη, Αύγουστος 1995, στα λημέρια του Κόζιακα.

Ιούλιος 2017

Επιστροφή

Το βέλασμα της καλημέρας καταμεσίς του αγρού.
Η τρίλια η δοξαστική κάθε διαβάτη φτερωτού.
Η μυρωδιά η μεθυστική της στολισμένης λυγαριάς.
Το ασημοπράσινο μαντήλι της γειτόνισσας ελιάς.
Μια εξερευνήτρια χελώνα στης νεραϊδόλιμνης την επιδερμίδα.
Ένα κοπάδι από ψαρόπουλα στην υγρή της βλεφαρίδα.
Το μωβ, το μπλε, το θαλασσί, το σμαραγδί, το γαλάζιο, το κυανό.
Το κρινάκι πλάι στο κύμα που με θωρεί, θαρρείς, ζωγραφιστό.
Εσύ που και αποκοιμισμένος ακόμη χαμογελάς.
Το μαυρισμένο μπρατσάκι της πιο λατρεμένης αγκαλιάς.
Όλα είναι εδώ.
Έχω κοντύλι και χαρτί, δημιουργώ,
ζώντας αυτό που ακατάλυτα αγαπώ.
Κι ας επιστρέφουμε αύριο στο Μεγάλο το Χωριό.
Δεν ήρθε η ώρα κι η στιγμή να λυπηθώ.

Ολυμπία

– Που θα πάτε σήμερα;
– Σήμερα το πρόγραμμα έχει Ολυμπία.
– Τι θα πάτε να κάνετε εκεί; Δεν έχει τίποτα.

Ο Κώστας μένει άναυδος. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, με έκπληκτο ακόμη βλέμμα, απαντά δειλά, συνεσταλμένα:
– Έχει τα αρχαία…
– Α ναι…
Έρχεται η απάντηση, αδιάφορα. Χωρίς καθόλου συναίσθημα. Χωρίς καθόλου ντροπή.

Ο παραπάνω διάλογος είναι αληθινός και διαδραματίστηκε σε κατάστημα, στη Ζαχάρω Ηλείας, με έναν άνθρωπο της ηλικίας μας. Εγώ σοκαρίστηκα τόσο πολύ, που απαντώ σήμερα, μετά από την περιήγησή μας σε έναν από τους ομφαλούς του κόσμου, που -όπως φαίνεται- οι ντόπιοι δεν έχουν συναίσθηση -ακόμη- του τι σημαίνει για τους ίδιους, για τη χώρα μας, για την παγκόσμια κοινότητα…

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Κοιτώ τα μάτια τους με τις σβησμένες κόρες
και μ’ αγκαλιάζει ο απαστράπτων εαυτός τους.
Να τους αγγίξω δεν μπορώ
κι όμως το δέρμα μου μυρμηγκιάζει απ’ την αχλή τους.
Στέκουν μυριάδες βήματα μακριά μου
επίμονοι στρατοκόποι, σφριγηλοί ζευγολάτες,
αγέραστοι πολεμιστές και υπομονετικοί αχθοφόροι,
σεμνές ιέρειες και μητέρες γαλακτοτροφούσες.
Κι έτσι τους νιώθω να μοιραίνουν τη ζωή μου.

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Σ’ αυτούς ελπίζω.
Σ’ ένα μαρμάρινο χεράκι, μια φτερούγα.
Στο θεϊκό κεφαλοδέσι, στην υδρία.
Σ’ αυτό το στήθος το χαλκέντερο, το ντούρο.

Τα πρόσωπά τους είναι η πάλλευκη ιστορία
που την παράταιρη γενιά μου θυμιατίζει,
μήπως σταθεί κάποτε πάλι στα σωστά της
και καλοβάδιστη υποδεχτεί τον κόσμο.
Με κάνουν ανάερη να ίπταμαι στους δρόμους
που τυφλωμένοι εργοδηγοί κερδοσκοπούνε.
Σταλάζουν κάλλος στην ασύμμετρη ασχήμια
και στερεώνουν κάθε αδύναμη αλήθεια.
Η ακινησία τους, ριζωμένη στους αιώνες,
μια κατακόρυφη αστραπή, πληγή του ερέβους.

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Εδώ σπαράζω. 
Κι αν δεν μπορώ να τους αγγίξω, τους κοιτάζω.

 

Λίμνη Καϊάφα

Να κάνουμε το άλμα που θα ντροπιάσει τη φυλακή μας. 
Να φτιάξουμε φωλιές εκεί που λαχταρά η ψυχή μας. 
Κι αν χρειαστεί κρησφύγετα να χτίσουμε, να μη φυλλοροήσουμε. 
Γιατί πάντα υπάρχει μια αιτία για ν’ ανθίσουμε.
Αρκεί τους ζυγούς να λύσουμε…

Ψάχνοντας για Ναϊάδες στα πέριξ της μυστηριώδους λίμνης Καϊάφα, παρατηρούμε τη φύση και ανακαλύπτουμε τον ανεξερεύνητο εαυτό μας.

Επίγραμμα

Εγώ θα αγναντεύω το ταξίδι 
κι εσύ θα δροσίζεσαι απ’ τη ρίζα μου.
Λευκό και κυανό το πεπρωμένο μας.

Μήνυμα στον Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Αγαπητέ Βίνσεντ, όποτε ευκαιρήσεις πέρνα και από τη λίμνη Καϊάφα και τα περίχωρα. Είμαι βέβαιη πως θα βρεις πολλά θέματα για τα επόμενα έργα σου. Τα χρώματα είναι σίγουρα της αρεσκείας σου. Τα τοπία μία συνεχής έμπνευση. Ξέρεις εσύ πως να τραβάς την κουρτίνα για να αρχίσει η παρέλαση των αισθημάτων. Κι αν συναντήσεις ανθρώπους ασκεπείς και γρανιτένιους, μη δώσεις λαβή για σχόλια. Έκαστος στο είδος του εξάλλου. Δεν ημερώνεται με τα χαιρετίσματα ο κατηφής και ο ακατέργαστος.

 

Κυπαρισσία

Δυτικά της Εδέμ η φύση αγωνίζεται να επιβιώσει άλλοτε ηχηρά και άλλοτε αθόρυβα. Ένας παππούς κόβει τον σπάνιο κρίνο της ακρογιαλιάς και τον μυρίζει αυτάρεσκα, όπως θα έκανε με τη γαρδένια στο μπαλκόνι του. Μια παρέα με το θηριώδες της τζιπ ποδοπατά χωρίς αιδώ τη συστάδα των κρίνων στις ευαίσθητες και μοναδικές αμμοθίνες για να παρκάρει ακριβώς πλάι στο σημείο που θα απλώσει την πετσέτα της. Ένα πληγωμένο θαλασσοπούλι, ανήμπορο να πετάξει πια, τσιμπολογά ό,τι σκουπίδι μοιάζει με τροφή στην εντυπωσιακή ακτή, προσπαθώντας να ξεγελάσει την ανάγκη του. Και μια συντροφιά από βότσαλα ψιθυρίζει ένα τραγούδι αποχαιρετισμού σε μια άψυχη πλέον πεταλούδα.

Στιγμές από ένα πρωινό μπάνιο στον Κυπαρισσιακό κόλπο. Δεν ξέρω από που να πιαστώ για να μη μελαγχολήσω. Ευτυχώς ακούγεται το γέλιο του Νικηφόρου που τσαλαβουτά τρισευτυχισμένος στα “μεγάλα κύματα”….

Του κρίνου της ακρογιαλιάς

Εδώ που η άμμος λημεριάζει ατημέλητη
και ο Φαέθων ονειρεύεται ένα φλεγόμενο κυανό,
στέκω μονάχο σαν παιδί μπροστά στο μέλλον του.
Με γυροφέρνουν σμήνη πλαστικοθρεμμένων παραθεριστών,
κατακτημένων από τους αστερισμούς του Εφήμερου.
Εισπνέουν ζύθο, αποπνέουν λίπη και έλαια.
Κραδαίνουν τετερίζοντας τα ιλουστρασιόν τους πρόσωπα
μήπως κι αξιωθούν επιτέλους της ρουτίνας την άλωση.
Τους συμπονώ, μα αποστρέφω τη λευκότητά μου από του λόγου τους.
Δεν είναι τρόπαιο η μοναξιά μου αλλά δικαίωμα.
Ένα κρινάκι ελευθερίας στο στερέωμα.

Εκεί ψηλά στον Υμηττό…

Μερικές φορές οι λέξεις θέλουν να ξεκουραστούν. Τότε αναλαμβάνουν τα μάτια. Ένα συνηθισμένο απόγευμα στο αισθητικό δάσος του Υμηττού μπορεί να σου αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπεις τα πράγματα. Φτάνει να εστιάσεις με το φακό της φωτογραφικής μηχανής στα μικρά, τα ταπεινά, σ’ αυτά που εκ πρώτης όψεως δεν σου γεμίζουν το μάτι. Αυτά που ο πολύς ο κόσμος αντιμετωπίζει ως δεδομένα και αυτονόητα. Είναι δεδομένη και αυτονόητη η φύση και η ζωή; Είναι δεδομένη και αυτονόητη η “άγρια”, η ελεύθερη ζωή;

Αυτή η βόλτα είχε πολλή σιωπή, αλλά ο λόγος έτρεχε σαν ποτάμι. Γιατί “Εν αρχή ην ο λόγος”. Η ομορφιά, η συμμετρία, η αντίθεση, η συμβίωση, η αρμονία. Ο λόγος της ύπαρξής μας…

Ιούλιος 2016

SPETSES_AΣπέτσες

Σ’ αυτήν την κόχη που φυλάω Θερμοπύλες,
παλαιών ηθών τις λιοπερίχυτες καμπύλες,
δεν το αρνούμαι: μοναξιά είναι η αλήθεια
που δεν λιμνάζει στην κατάκοπη συνήθεια.

Ξύλο κι ασβέστη κι αιχμηρό μου κεραμίδι,
κάτω απ’ τα πούπουλα τροχίζω το κοπίδι.
Εσείς τα τρία η φτενή μου περιουσία
μα πάντα χτίζατε ακατάλυτη ουσία.

Σπουδή τα μάτια των προγόνων και φεγγίτες.
Πως πολεμούσαν ξωτικιές και Δροσουλίτες!
Απτά, υπόκωφα, θυρανοίξια πραγμάτωναν
στο σίδερο έλικες θεμέλια πυράκτωναν.

Κι εσύ ομορφιά μου κορακάτη που φωλιάζεις
σε νύμφης πρόσωπο σαν ξεκαλοκαιριάζεις,
πες μου τι έχω η Ερειπωμένη να προσμένω,
για πόσο ακόμη τη φθορά θα υπομένω;ERMIONI_PEFKOERMIONI_A

Ερμιόνη

Αυτό το δάκρυ στων ρυτίδων σου την άκρη
το χρυσοτρίκλινο στου θέρους το παλάτι,
ποιο μυστικό τάχα ανείπωτο να κρύβει,
ποια αναδυόμενη βρεφοκρατούσα Ήβη;

Αυτό το πράσινο πευκοβελόνας χέρι
που αψηφά κάθε ανυπότακτο αγέρι,
ποιας ρίζας δύναμη να θρέφει γρανιτένια,
ποιας μοναξιάς τη θαλπωρή την κοχυλένια;

Αυτό το κράσπεδο το βραχοσμιλεμένο
που γειτονεύει με το κύμα το αφρισμένο,
σε ποιο υποβρύχιο λημέρι να σε βγάζει,
σε ποιας Νηρηίδας ανεμώνης το περβάζι;

Όλα κυανόλευκα. Κι οι θύρες και τα μάγια
της Ποσειδώνιας πατρίδας μου τα άγια.
Κι εγώ με μάτια σφαλιστά, παλιά ερμάρια,
πουλιά ονειρεύομαι και δίκαια φεγγάρια.ERMIONI_VRAXOS

Πόρτο Χέλι

Εγώ να γράφω. Εσύ να παίζεις, να γελάς, να κολυμπάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ, άπιαστο κύμα, τη ζωή να τραγουδάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ τον κόσμο με γυαλιά παραμυθένια να κοιτάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ στην ξεγνοιασιά σαν γλαροπούλι να βουτάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ, όταν λυγίζω, μες στο φως να με κρατάς.ERMIONI_SKALA

Πραξικόπημα (Τουρκία, ώρα μηδέν)

Σεβαστή Εκάβη κι Ανδρομάχη και Κασσάνδρα εσύ
αφήστε τη μακριά σας κόμη ξέπλεκη.
Δεν ωφελεί πια η τόση δεξιοσύνη στους καλλωπισμούς.
Ποιοι να θαυμάσουν τις περίτεχνες κομμώσεις σας,
τους ελικοειδείς βοστρύχους και τα σκαλιστά διαδήματα;
Οι γιοι, τ’ αδέρφια, οι πατεράδες και οι σύζυγοι,
ως και οι έφηβοι και τ’ άγουρα παιδόπουλα,
στ’ αλώνια χύθηκαν και πολεμούν αχόρταγα.
Τυφλά κι αδέσποτα χτυπούν και αφανίζονται.
Ποιος ο εχθρός; Ποιον απειλεί; Γιατί επιτίθεται;
Κανείς δεν ξέρει. Ούτε στη γηραιά δικαιοσύνη πια ορκίζεται.
Μια μάσκα φόβου αιωρείται στον ορίζοντα.
Σαν αντικρίζονται, ένας αδέκαστος θεός
είναι το νεότευκτο του καθενός το πρόσωπο.
Μια σκοτεινιά. Βουβή οιμωγή. Κι ύστερα έρεβος.
Όταν αγγίζονται, σπίθες οργής εκλύονται.
Ξεσπά μπουρίνι. Κάθε στέρνο κι ένας Κέρβερος.
Κι εσείς οι μάνες, οι θυγατέρες, οι αδερφές,
εσείς οι σύζυγοι κι οι κορασίδες οι μικρές
πάλι με στάχτες το κεφάλι πασπαλίζετε.
Πάλι κραυγάζετε βουβά, πάλι θρηνείτε γοερά.
Πάλι ικέτιδες προσπέφτετε γονυπετείς
ένα στεγνό και άδειο ουρανό εκλιπαρώντας
να μην τρυγήσει άλλο αίμα ο Χάροντας.
Γιατί ήπιε φαρμάκι ναργιλέ και παραφρόνησε
κι ως μακελάρης άρχοντας μυριάδες μάγεψε,
ανύποπτους και ύποπτους αρσενικούς πυρσούς.
Και τώρα παίζει, αφανίζει κάθε φλόγα τους.
Με μία μόνο πατουχιά την κάνει ανάμνηση
θηλιά για σας τα θηλυκά τα ανυπεράσπιστα.
Πόσο σας σκέφτομαι…Λες και το Αιγαίο
μία αβαθής λακκούβα αλάτι μόλις έγινε
και δεν υπάρχει πια στεριά ευσπλαχνική
μια προσευχή κοινή να πούμε, ν’ ατσαλώσουμε.
Δεμένη η θάλασσα βαριανασαίνει κι απελπίζεται.
Ούτε ένας γλάρος με κρωγμό ευοίωνο υπερίπταται
στα σιδερόφρακτα αναιμικά κατάρτια της.
Πόσο πληγώνομαι κάθε στιγμή που ψυχοπιάνεστε
γιατί ένας κρότος τουφεκιού σιμά ακούγεται.
Τι ν’ αποθέσω στη σεμνή σας αγκαλιά
πως ν’ αποσύρω του κλαυθμού και του οδυρμού
τα γκριζοπλόκαμα τ’ ανίερα απ’ το στήθος σας;
Γυναίκα αλύτρωτη η Ειρήνη στα λημέρια σας
μόνο ο Καιάδας σε καιρούς τέτοιους θα έπρεπε.
Σθένος! Μονάχα εσείς ίσως μπορείτε απροσδόκητα
την Ύβρη και τη Νέμεση, το Κράτος και τη Βία να στομώσετε,
αρκεί το ανάστημα στο σκότος να ορθώσετε.
Δεν ξέρω να σας πω το πώς, πολύτιμές μου ομογάλακτες.
Μα προσπαθήστε το. Γιατί άλλη Έξοδος δεν θα υπάρξει πια
από τα κουρνιασμένα στις αγάπες σας φτερά.PERISTERIA_SPETSESCOSTA_BIANCA_A

Costa Bianca

Αν είμαι εγώ αμέτρητα λευκά σπαρμένα βότσαλα,
εσύ είσαι το αχνογάλανο νησί της ουτοπίας μου.
Ένα ποτάμι θάλασσα κυλά ανάμεσά μας.
Θα το διαβούμε; Θα ’ρθει κάποτε η σειρά μας;

Αν είμαι εγώ οι Συμπληγάδες μου οι παλλόμενες,
εσύ είσαι ο Ιάσονας με την Αργώ σου απόντιστη.
Μην βγεις στον πηγαιμό μου, λένε οι μάγισσες.
Θα υποταχτείς; Ή στου Άη Λια το κορφοβούνι θα ταχτείς;

Αν είμαι εγώ των οριζόντων η θεσπέσια επιδερμίδα,
εσύ είσαι ο ποιητής που πελαγοδρομεί ανέστιος.
Βασίλεψέ με. Δες τον κόσμο ν’ ανατέλλει.
Θα το τολμήσεις; Ή θα βυθιστείς για να μ’ αφήσεις;ERMIONI_ATHANATOI

Γαλήνη

Α, η Γαλήνη
Ένα αλαβάστρινο αστέρι μες στη δίνη
Να την αγγίξει η ψυχή μου δεν αφήνει

Μόλις τολμήσω
Το σκοτεινό μου ουρανό να συγυρίσω
Και το διχτάκι μου στο διάβα της να ρίξω

Λέπια φοράει
Γοργά του κόσμου το χαγιάτι προσπερνάει
Και σ’ επτασφράγιστο ναυάγιο βουτάει

Εκεί απαγκιάζει
Κι η αγωνία που με τρώει δεν τη νοιάζει
Αν καλοκαίριασε ή πως ξεχειμωνιάζει

Α, η Γαλήνη
Μία ιέρεια μ’ αλλόκοτη σαγήνη
Ζωγραφισμένη σε νησιώτικο λαγήνι

Δεν μ’ αγαπάει
Τα τάματά μου, τις σπονδές μου αψηφάει
Ούτε στα τρίστρατα για μένα ξενυχτάει

Κι εγώ λιμνάζω
Σε γρανιτένιο προσκεφάλι πλάτη βάζω
Και υπομένω και προσμένω και χειμάζω.VRAXOS

Αυτό το Φως…

pilosΑυτό το φως είναι πηλός
που τον μαλάζει και ο γέροντας κι ο νιοςagios_stefanos_3

Αυτό το φως είναι ουρανός
είναι η Ανάσταση κι ο Άδης ο πικρόςagios_stefanos

Αυτό το φως είναι λυγμός
είναι ο χαϊνης σου κι ο αρραβωνιαστικόςrethimno_faros

Αυτό το φως είναι σιωπή
θαλασσομοίρα που παιδεύει τη ζωή siteia

Αυτό το φως είναι φρουρός
όταν σιμώνει ο χειρότερος εχθρόςeleftherna

Αυτό το φως είναι καημός
είτε χαϊδεύει, είτε χτυπά σαν κεραυνόςeleftherna_1

Αυτό το φως είναι γιατρός
γιατροπορεύει και το πίσω και το εμπρόςmargarotes_4

Αυτό το φως είναι φωλιά
για τα ξενάκια, της ψυχής σου τα πουλιάeleftherna_3

Αυτό το φως είναι οδηγός
είναι ο δάσκαλος που λάτρεψες μικρόςeleftherna_2

Αυτό το φως είναι η γη
στόμα δεν έχει μα αδιάκοπα λαλείmargarites_kerameio

Αυτό το φως είναι χορός
είναι του Ηφαίστου το καμίνι κι ο τροχόςxoma_anthos

Αυτό το φως όταν ανθεί
σε διαφεντεύει, σε μαγεύει, σε δονείmargarites_paidi

Αυτό το φως είσαι εσύ
όταν αφήνεσαι να παίξεις σαν παιδίetia

Αυτό το φως το υπηρετώ
και ίσως κάποτε και να τ’ αξιωθώ

Οι φωτογραφίες είναι από το ταξίδι μας στην Κρήτη τον Αύγουστο του 2007, τραβηγμένες στον Άγιο Στέφανο και στην Ετιά Σητείας, στο Ρέθυμνο, στις Μαργαρίτες και στον αρχαιολογικό χώρο της Ελεύθερνας, όπου είχαμε την αγαθή τύχη να μας ξεναγήσουν οι εκλεκτοί μας αρχαιολόγοι και καθηγητές κ. Νίκος Σταμπολίδης και κ. Πέτρος Θέμελης. Αναπόλησα έντονα αυτό το υπέροχο ταξίδι με αφορμή τα πρόσφατα εγκαίνια του νέου Μουσείου της Ελεύθερνας, όνειρο και έργο ζωής για τον αγαπημένο μας κ. Νίκο Σταμπολίδη. Και ελπίζω σύντομα να βρεθώ και πάλι εκεί, να λουστώ το Φως του μοναδικού αυτού τόπου και των ξεχωριστών ανθρώπων του…

http://www.mae.com.gr/muomicronupsilonsigmaepsiloniotaomicron.html

 

Περιπέτεια στο Οριάν Εξπρές!

Επεισόδιο 4ο: Γιατί τα στοιχεία οδηγούν στην…κουζίνα;

Το Οριάν Εξπρές κατευθυνόταν πλέον προς Βουδαπέστη και οι δύο ρεπόρτερ ετοιμάζονταν να πέσουν για ύπνο, όταν ένα ελαφρό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Κοιτάχτηκαν με απορία για μια στιγμή. Αμέσως μετά, η Βαγγελίτσα φόρεσε την κόκκινη φανελένια ρόμπα της για ν’ ανοίξει, ενώ ο Κωστάκης πήρε θέση πίσω της με τις γροθιές προτεταμένες. Τζάμπα είχε πάρει τη μαύρη ζώνη στο καράτε; Στην πόρτα, ωστόσο, στεκόταν ένας από τους σερβιτόρους, που τον προσκάλεσε εκ μέρους του σεφ στο βαγόνι-κουζίνα, για να γευθεί ένα ιδιαίτερο γλυκό: η φήμη του ως καλοφαγά είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρη την αμαξοστοιχία!

– «Πήγαινε, Κωστάκη, αλλά μην αργήσεις. Πρέπει να ξεκουραστούμε, μας περιμένει δουλειά. Με στενοχωρεί πολύ που η έρευνά μας δεν έχει αποδώσει όπως ελπίζαμε», είπε η Βαγγελίτσα με νόημα.

Ο Κωστάκης της έγνεψε καθησυχαστικά κι εξαφανίστηκε αγκαζέ με το σερβιτόρο. Εκείνη αναστέναξε, έκλεισε την πόρτα και ξάπλωσε στο κρεβάτι με τα κατάλευκα κολλαρισμένα σεντόνια. Όταν το Οριάν Εξπρές έκανε στάση στη Βουδαπέστη, είχε ήδη παραδοθεί στην αγκαλιά του Μορφέα.AGATHA_CRISTIE

Πρώτα ονειρεύτηκε τη διάσημη συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Αγκάθα Κρίστι, που συνήθιζε να ταξιδεύει με το Οριάν Εξπρές. Λέγεται, μάλιστα, ότι σε ένα ταξίδι της με αυτό, εμπνεύστηκε το πασίγνωστο βιβλίο της «Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές». Μετά, άρχισε να «βλέπει» σκηνές από την ταινία του Τζέιμς Μποντ «Από τη Ρωσία με αγάπη», όπου ο θρυλικός πράκτορας κυνηγιόταν με τους αδίστακτους κακοποιούς μέσα στα πολυτελή βαγόνια του Οριάν Εξπρές, έχοντας μια πανέμορφη -ως συνήθως- βοηθό στο πλευρό του. Μέχρι και εικόνες από εισιτήρια και αφίσες παλαιών δρομολογίων του Οριάν Εξπρές που είχε δει σε παλαιοπωλεία, ονειρεύτηκε. Της είχε κάνει μεγάλη εντύπωση όταν διάβασε πως η γραμμή «Άλμπεργκ Οριάν Εξπρές» που ξεκίνησε να λειτουργεί το 1930, συνέδεε το Λονδίνο, μέσω Καλαί φυσικά, με το Παρίσι, τη Ζυρίχη, το Ίνσμπουργκ, τη Βιέννη, τη Βουδαπέστη και το Βελιγράδι, έχοντας ως τελικό προορισμό την Αθήνα! Φυσικά τα δρομολόγια διαφοροποιούνταν ανάλογα με τις ιστορικές συγκυρίες στην Ευρώπη και σταματούσαν κάθε φορά που γίνονταν πόλεμοι και επικρατούσε πολιτική αναταραχή, ιδιαίτερα στην ευαίσθητη περιοχή των Βαλκανίων. Η φήμη του Οριάν Εξπρές άρχισε να ατονεί μετά την εμφάνιση του αεροπλάνου, που μπορεί να εκμηδένισε τις αποστάσεις με την ταχύτητά του, αλλά σίγουρα δεν μπόρεσε να συναγωνιστεί τη γοητεία του θρυλικού αυτού τρένου.Poster

– «Βαγγελίτσα, ξύπνα, εύρηκα, εύρηκα!», άκουσε τον Κωστάκη να φωνάζει χοροπηδώντας πάνω από το κεφάλι της. Άνοιξε με κόπο τα μάτια και είδε ένα τεράστιο χαμόγελο, πασαλειμμένο ολόγυρα μ’ ένα άσπρο, κρεμώδες υγρό!

– «Τι καταβρόχθισες πάλι, Κωστάκη; Απορώ με την όρεξή σου! Εγώ όταν έχω σκοτούρες, μπουκιά δεν μπορώ να βάλω στο στόμα μου», ψέλλισε η Βαγγελίτσα τρίβοντας τα μάτια της.

– «Το μυστήριο της κόμισσας λύθηκε και μάλιστα με ιδιαιτέρως…νόστιμο τρόπο! Είχες δίκιο όταν σκέφτηκες ότι αυτό το μυστήριο οδηγούσε κατευθείαν στην κουζίνα. Δεν θα το πιστέψεις τι ανακάλυψα!», απάντησε ο Κωστάκης, σκουπίζοντας τα χείλη του μ’ ένα δαντελένιο μαντηλάκι.

– «Είμαι όλη αυτιά, συνέχισε!».

– «Το γλυκό που με κάλεσε να γευθώ ο φίλος μου ο σερβιτόρος, ήταν μια θεσπέσια κρέμα καραμελέ. Στην αρχή παραξενεύτηκα: σιγά την πρωτότυπη συνταγή!, είπα μέσα μου. Μετά, όμως, ο γκραντ σεφ μου εκμυστηρεύτηκε ότι το γάλα που χρησιμοποίησε για να την φτιάξει, δεν ήταν τυχαίο. Του το προμήθευσε κρυφά ο κόμης Κάρλος Καταβρέχτον, με τη συμφωνία να μην το πει σε κανένα!».

– «Θες να πεις ότι το γάλα για την κρέμα ήταν το…πολύτιμο αντικείμενο που έχασε η γυναίκα του, η κόμισα Ροζελάι κι έπεσε σε βαριά κατάθλιψη; Δεν καταλαβαίνω!», είπε σκεπτική η Βαγγελίτσα.POLI_PERA_PALACE

– «Θα καταλάβεις, αν σου πω ότι αυτό το γάλα το παραγγέλνει από την Κωνσταντινούπολη, φτάνει σιδηροδρομικώς σε όποια πόλη της Ευρώπης βρίσκεται το ζεύγος και επιτελεί μια πολύ σημαντική λειτουργία: περιποιείται το γαλαζοαίματο δερματάκι της κόμισσας, πριν από κάθε δημόσια εμφάνισή της. Διότι αυτό το γάλα, αγαπητή μου Βαγγελίτσα, είναι γάλα…γαϊδουρινό, με πολύτιμες θρεπτικές ιδιότητες, δυσεύρετο και πανάκριβο!», απάντησε θριαμβευτικά ο Κωστάκης.

– «Για ένα μπουκάλι γαϊδουρινό γάλα παιδευόμαστε τόσον καιρό; Πως της μπήκε η ιδέα της κόμισσας να πασαλείβεται μ’ αυτό; Και γιατί ο κόμης προτίμησε να το κάνει κρέμα καραμελέ;», αναρωτήθηκε έκπληκτη η Βαγγελίτσα.

– «Μεταξύ μας, ο κόμης Καταβρέχτον είναι ο μεγαλύτερος λιχούδης που έχω συναντήσει στη ζωή μου. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι εκείνος σε τρόμαξε τις προάλλες. Μέθυσε και πήγε να μπει στο διαμέρισμά μας νομίζοντας ότι είναι το δικό του, κρατώντας στα χέρια μια πιατέλα με φιλέτο ξιφία βουτηγμένο στη μαγιονέζα! Καταλαβαίνεις, έσταξε και λίγη στο χαλί!… Ήθελε, λοιπόν, να δει τι γεύση θα είχε η κρέμα καραμελέ, αν παρασκευαζόταν με το γαϊδουρινό γάλα. Έτσι, το ξάφρισε από τη γυναικούλα του, απόλαυσε την κρεμούλα που προς τιμήν του συμπαθούς τετράποδου ο σεφ ονόμασε «κρεμ καραμελέ…αλά γκαρ» και τώρα κάνει τον ψόφιο κοριό, μέχρι να φτάσουμε στην Κωνσταντινούπολη και να τρέξει να της αγοράσει άλλο. Λόξα κι αυτή να πλένεται η μαντάμ με γάλα σαν την Κλεοπάτρα της Αιγύπτου!», είπε ο Κωστάκης. Κι έβαλε να πιει ένα ποτήρι λεμονάδα, που, ως γνωστόν, βοηθάει στη χώνεψη.sirkeci garının açılş töreni 1890 b

Η Βαγγελίτσα χαμογέλασε, έβαλε κι αυτή ένα ποτήρι λεμονάδα και τσούγκρισε μαζί του στην επιτυχία της αποστολής τους. Καθώς το Οριάν Εξπρές πλησίαζε στο Βουκουρέστι, μπορούσαν επιτέλους να χαλαρώσουν και να απολαύσουν το υπόλοιπο ταξίδι τους χωρίς σκοτούρες. Όσο για την κατάσταση της υγείας της κόμισσας, δεν συνέτρεχε λόγος ανησυχίας: η κατάθλιψή της ήταν εντελώς…επιδερμική. Μάλλον ο κόμης Κάρλος Καταβρέχτον είχε μεγαλύτερη ανάγκη φροντίδας, γιατί το επόμενο πρωί οι επιβάτες της αμαξοστοιχίας έμαθαν ότι είχε πέσει στο κρεβάτι με συμπτώματα οξείας δυσπεψίας!

ΤΕΛΟΣOrient_Express-7

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Η σειρά σου τώρα!

Μη μου πεις ότι δεν θα ήθελες να ταξιδέψεις κι εσύ παρέα με τους ατρόμητους ντεντέκτιβ Βαγγελίτσα Ανησυχίδου και Κωστάκη Υπναρίδη! Φιλοτέχνησε τις καρτ ποστάλ που θα ήθελες να σου στείλουν κατά τη διάρκεια της περιπέτειάς τους στο Οριάν Εξπρές και συμπλήρωσε σε αυτές τα στοιχεία που συγκέντρωσαν για κάθε πόλη της διαδρομής του. Άνοιξε κι ένα χάρτη της Ευρώπης, για να τις εντοπίσεις. Μετά, σκέψου και γράψε μια δική σου αστυνομική ιστορία, με πρωταγωνιστές, είτε τον Κωστάκη και τη Βαγγελίτσα, είτε εσένα και τους φίλους σου, είτε και όλους μαζί με τους καινούργιους ήρωες που θα επινοήσεις. Που ξέρεις, μπορεί κάποτε να γίνει βιβλίο!

Το Παρίσι, γνωστό και ως η «πόλη του έρωτα και του φωτός», είναι η πρωτεύουσα της Γαλλίας, μια από τις ιστορικότερες πόλεις της Ευρώπης και μια από τις μεγαλύτερες στον κόσμο σε πληθυσμό, με περισσότερους από 11.000.000 κατοίκους. Ο ποταμός Σηκουάνας τη χωρίζει στα δύο: στη δεξιά όχθη χτυπάει η καρδιά της αγοράς με τις επιχειρήσεις και τα χρηματιστήρια και στην αριστερή κυριαρχούν οι τέχνες και τα γράμματα, αφού εδώ επιλέγουν -κατά κανόνα- να κατοικούν και να συχνάζουν οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες. Και τι δεν αξίζει να δει κανείς στο Παρίσι: τα περίφημα μουσεία του με πρώτο και καλύτερο το Λούβρο, τα παλάτια των Βερσαλλιών, αλλά και πολλά από τα πασίγνωστα μνημεία του, όπως την Αψίδα του Θριάμβου, τη Βαστίλη, την Παναγία των Παρισίων. Κανένας επισκέπτης δεν παραλείπει, εξάλλου, να απολαύσει τη φημισμένη γαλλική κουζίνα, αλλά και τα υπέροχα γαλλικά κρασιά και ροφήματα στα ρεστοράν, τα μπιστρό και τα ατμοσφαιρικά καφέ του.

Το Στρασβούργο είναι μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πόλη της Γαλλίας, πλωτή στο μεγαλύτερο μέρος της, λόγω του ποταμού Ρήνου και του παραπόταμού του Ιλ. Αποτελεί γέφυρα και σημείο συνάντησης των λαών και πολιτισμών της Γαλλίας με τη Γερμανία. Η Ουνέσκο, ο Εκπαιδευτικός, Επιστημονικός και Πολιτιστικός Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών, έχει συμπεριλάβει το εξαιρετικά διατηρημένο ιστορικό της κέντρο, το περίφημο «Μεγάλο Νησί», στον κατάλογο με τα μνημεία της παγκόσμιας κληρονομιάς. Στο Στρασβούργο έχουν την έδρα τους το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρώπης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Το Μόναχο είναι η τρίτη μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Γερμανίας, μετά το Βερολίνο και το Αμβούργο. Χτισμένη στις όχθες ενός από τους παραποτάμους του Δούναβη, με αξιοσημείωτη βιομηχανική, εμπορική, αλλά και πολιτιστική ανάπτυξη, αποτελεί παράλληλα σημαντικό συγκοινωνιακό κόμβο. Από το 19ο αιώνα στο Μόναχο καλλιεργήθηκαν συστηματικά τα γράμματα και οι τέχνες, ειδικά η κλασική μουσική, η όπερα και το θέατρο. Εδώ βρίσκονται και τα πλέον φημισμένα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Γερμανίας, το Πανεπιστήμιο και το Πολυτεχνείο. Η πόλη προσελκύει αρκετούς τουρίστες, που έρχονται να επισκεφθούν τα μουσεία της, να θαυμάσουν τα παλαιά κτίσματά της σε ρυθμούς μπαρόκ και ροκοκό, αλλά και να γευθούν τη σύγχρονη ζωή της.

Η Βιέννη που βρίσκεται στην καρδιά της Ευρώπης, είναι η πρωτεύουσα της Αυστρίας και ο πληθυσμός της δεν ξεπερνά τα 2.000.000 κατοίκους. Αποτελεί διαρκή πόλο έλξης τουριστών, ειδικά τα Χριστούγεννα που στολίζεται μαγευτικά και διαθέτει μια ιδιαίτερα ελκυστική αγορά. Είναι παγκοσμίως γνωστή για τα υπέροχα μουσεία της, τις επιβλητικές εκκλησίες και τα κτίρια σε ρυθμό μπαρόκ και ροκοκό, καθώς και τα λαμπρά παλάτια, ενθυμήματα της Αστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και της δυναστείας των Αψβούργων με τη θρυλική αυτοκράτειρα Σίσυ. Βιέννη σημαίνει, επίσης, κλασική μουσική και μεγάλοι συνθέτες, όπως Στράους, Μότσαρτ και Μπετόβεν και μια πλούσια πολιτιστική ζωή κάθε εποχή του χρόνου.

Η Βουδαπέστη, γνωστή και ως «Μικρό Παρίσι», είναι η πρωτεύουσα της Ουγγαρίας και δεν ξεπερνά σε πληθυσμό τα 2.000.000 κατοίκους. Χτισμένη στις δύο όχθες του ποταμού Δούναβη, είναι στην ουσία δύο πόλεις, η Βούδα στη δεξιά όχθη που είναι παλαιότερη, με σημαντικά μνημεία και η Πέστη στην αριστερή, που στεγάζει τη σύγχρονη ζωή και το διοικητικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο της χώρας. Η Βουδαπέστη είναι το μεγαλύτερο λιμάνι του Δούναβη και αποτελεί συγκοινωνιακό κόμβο για τις μετακινήσεις από και προς την Κεντρική Ευρώπη.

Το Βουκουρέστι είναι η πρωτεύουσα της Ρουμανίας, παραποτάμια πόλη κι αυτή, με πληθυσμό που αγγίζει τα 2.000.000 κατοίκους. Συνδέεται αναπόσπαστα με τη νεότερη ιστορία του Ελληνισμού και τους περίφημους ηγεμόνες της Βλαχίας, καθώς εδώ, πριν το 1821, έζησαν και πρόκοψαν πολλοί Έλληνες. Προσωπικότητες όπως ο Ρήγας Φεραίος, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης συνδέονται με το Βουκουρέστι. Εδώ λειτούργησε και η περίφημη Ελληνική Ακαδημία, όπου δίδαξαν σημαντικοί δάσκαλοι του Γένους και καλλιεργήθηκε η ιδέα της επανάστασης ενάντια στον Οθωμανικό ζυγό. Στο ιστορικό κέντρο της πόλης δεσπόζει η ελληνική εκκλησία Σταυροπόλεως που κατασκευάστηκε το 1724, ένα εξαιρετικό κτίριο-κόσμημα, που συγκαταλέγεται στον κατάλογο με τα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ουνέσκο.taksidia_trena_10

ΓΑΛΛΟ…ΛΕΞΙΚΑΚΙ

μον ντιέ = Θεέ μου
Ουί μαντεμουαζέλ = Μάλιστα δεσποινίς
ζε σουί = είμαι
νες πα; = δεν είναι έτσι;
βαγκόν ρεστοράν = βαγόνι – εστιατόριο
γκραν σεφ = αρχιμάγειρας
σιλ βου πλε = παρακαλώ
τρε μπον = πολύ καλά
παρντόν μεσιέ = με συγχωρείτε κύριε
απεριτίφ = ποτό που συνήθως σερβίρεται πριν το γεύμα, για να ανοίξει την όρεξη
σαβουάρ βιβρ = στα γαλλικά σημαίνει «να γνωρίζεις να ζεις», συνήθως με τη φράση αυτή εννοούμε τους κανόνες σωστής συμπεριφοράς
μπονμπόν = καραμέλες
Αντρέ βου = περάστε
Ουι, ουι = ναι, ναι
μον ντιε, κελ καταστρόφ! = Θεέ μου, τι καταστροφή!
πτι φλερρρ = μικρό λουλούδι

Περιπέτεια στο Οριάν Εξπρές!

Επεισόδιο 3ο: Ένας ανεξήγητος λεκές!

– «Ξύπνα, επιτέλους, Υπναρίδη! Σου μιλάω, σε σκουντάω κι εσύ πιάνεις…Μόναχο!», φώναξε η Βαγγελίτσα.

Το Οριάν Εξπρές ταξίδευε με αυξημένη ταχύτητα για τη Βιέννη, μέσα σε καταρρακτώδη βροχή. Η φύση κατά μήκος της διαδρομής έδειχνε να απολαμβάνει το αναζωογονητικό ντους, αλλά όλα τα ζώα είχαν αποσυρθεί στις φωλιές τους. Αυτός ο καιρός ήταν ό,τι έπρεπε για χουζούρι, όμως η Βαγγελίτσα πλησίασε τον Κωστάκη απειλητικά…

– «Κόμη Καταβρέχτον, μη με γαργαλάς εμένα, τίποτα δε θα σου μαρτυρήσω. Χο χο χο, καλέ, θα κατουρηθώ από τα γέλια, μη, ΜΗ, ΜΗΗΗ!».

– «Κωστάκη! Προσπάθησε ο κόμης να σου αποσπάσει πληροφορίες; Ξύπνα, τέλος πάντων!», τσίριξε τώρα η Βαγγελίτσα και άρχισε να τον ταρακουνάει με όλη της τη δύναμη. Εκείνος άνοιξε τα μάτια, χασμουρήθηκε δυνατά και μετά πήρε ένα ποτήρι νερό από το κομοδίνο και το κατέβασε μονορούφι.

– «Ήταν αλμυρό το Orient_Express-6χαβιάρι, πίνω πίνω και δεν ξεδιψάω! Αααα, μπονζούρ, Βαγγελίτσα, σα βα*;».

– «Έχεις ιδέα πόσα έχουν συμβεί, ενώ εσύ κοιμόσουν του καλού καιρού; Πήγα μια βόλτα στην αμαξοστοιχία για αναγνώριση, μίλησα με την καμαριέρα της κόμισσας και ξύπνησα τα ξημερώματα από έναν παράξενο θόρυβο, σαν κάποιος να προσπαθούσε να παραβιάσει την πόρτα του διαμερίσματός μας. Σηκώθηκα πατώντας στα νύχια και την άνοιξα απότομα, αλλά το μόνο που βρήκα ήταν ένας μεγάλος λεκές από μαγιονέζα πάνω στο χαλί. Παράξενα πράγματα! Μα πες μου, προσπάθησε να σου πάρει λόγια για την αποστολή μας ο κόμης;», ρώτησε η Βαγγελίτσα με αγωνία.Orient_Express-8

Εκείνος την καθησύχασε, ήταν απλώς ένα όνειρο. Τράβηξε το βελούδινο κουρτινάκι του παραθύρου στην άκρη για να θαυμάσει το τοπίο, αλλά η βροχή είχε δυναμώσει κι άλλο και το μόνο που είδε ήταν χοντρές σταγόνες νερού να κατακλύζουν το τζάμι κι από πίσω ένα αχνό πράσινο φόντο. Καθώς σουρούπωνε, μια πηχτή ομίχλη ήρθε ν’ αγκαλιάσει τη δυνατή νεροποντή, μειώνοντας στο ελάχιστο την ορατότητα. Ο Κωστάκης βολεύτηκε στο σκαλιστό τραπέζι με την κουνιστή πολυθρόνα, για να τσιμπήσει από το κολατσιό που του είχε φυλάξει η Βαγγελίτσα. Τότε εκείνη άρχισε να του διηγείται τι έμαθε από την καμαριέρα της κόμισσας Ροζελάι.

– «Η καμαριέρα της κόμισσας είναι μονίμως φοβισμένη, Κωστάκη. Ούτε τ’ όνομά της δεν τόλμησε να μου πει. Για να της πάρω δυο κουβέντες, επιστράτευσα όλα τα μέσα: της χάρισα τα λευκά μου γάντια με τις ασημένιες πούλιες, της ορκίστηκα σε κάθε γνωστό και άγνωστο Θεό να μη μου ξεφύγει λέξη απ’ όσα μου πει, την απείλησα ότι, αν δε μιλήσει, κινδυνεύει η ζωή της κυρίας της και ίσως και της ίδιας. Το μόνο που κατάφερα να μάθω ήταν ότι η κυρία της υποφέρει από κατάθλιψη, γιατί χάθηκε κάτι από το οποίο εξαρτώνται οι εμφανίσεις της μπροστά σε κόσμο κι ότι ο σύζυγός της ισχυρίζεται ότι έβαλε ανθρώπους να το ψάξουν, αλλά αυτή δεν τον πιστεύει. Το ροχαλητό του, λέει, δε μειώθηκε καθόλου τις νύχτες, εξακολουθεί να…βρυχάται σαν ξεκούρδιστο τρομπόνι, απόδειξη ότι μάλλον δεν σκοτίστηκε και πολύ! Δεν μου είπε, ωστόσο, τι είναι αυτό που χάθηκε. Μόνο ότι πρόκειται για κάτι που ποτέ δεν μεταφέρεται σε βαλίτσα…».Orient_Express-4

Η Βαγγελίτσα έδειχνε προβληματισμένη. Καθώς το τρένο έκανε μια επιδέξια μανούβρα κι άρχισε να κόβει ταχύτητα, ήχησαν τα μελωδικά του καμπανάκια. Αμέσως μετά, η βροντερή φωνή του μηχανοδηγού ανακοίνωσε από το μικρόφωνο την άφιξη στον σταθμό της Βιέννης. Ευτυχώς, δεν ίσχυε πλέον η υποχρέωση αλλαγής της ατμομηχανής της αμαξοστοιχίας, διαδικασία που στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, στα τέλη του 19ου αιώνα, επαναλαμβανόταν κάθε φορά που το Οριάν Εξπρές περνούσε τα σύνορα ενός κράτους.

– «Φτάσαμε στη Βιέννη! Άκουσα ότι αρκετοί επιβάτες θα αποβιβασθούν εδώ. Ταξίδεψαν, λέει, από την άλλη άκρη της Ευρώπης, μόνο και μόνο για να δούνε το σπίτι του Μπετόβεν και τον τάφο του Μότσαρτ! Λες η κόμισσα να παραμείνει κλεισμένη στο καβούκι της, εεε…στο βαγόνι της; Κρίμα, θα χάσει τα περίφημα βιεννέζικα λουκάνικα και τις λαχταριστές σοκολάτες, μμμ! Πως το αντέχει η κοιλιά, εεε…η καρδιά της; Μπας κι αυτό που χάθηκε είναι κανένα βαρύτιμο κόσμημα; Πάντα πίστευα ότι είναι τρελόγκες αυτές οι αριστοκράτισσες!», είπε ο Κωστάκης.

– «Αυτό που χάθηκε είναι κάτι που ποτέ δεν μεταφέρεται σε βαλίτσα…άρα κάτι πολύ ευαίσθητο, επικίνδυνο να σπάσει ίσως, ή κάτι που φοβούνται για την ασφάλειά του. Πως να μεταφέρεται άραγε; Σε θησαυροφυλάκιο;», αναρωτήθηκε η Βαγγελίτσα.Orient_Express-9

– «Σιγά να μην μεταφέρεται σε ψυγειοκαταψύκτη! Αν δεν είναι κόσμημα, τι μπορεί να είναι; Άρωμα; Κανένα παράξενο γούρι, ή μπιμπελό; Ή μήπως κάποιο από τα αμέτρητα νυχτικά της; Άκου να κάνει συλλογή νυχτικών η ψηλολελέκω!», είπε ο Κωστάκης και άρχισε να βηματίζει γύρω γύρω με τη μύτη ψηλά, παρασταίνοντας, επιτυχημένα είναι η αλήθεια, την κόμισσα.

– «Ψυγειοκαταψύκτη, είπες; Τώρα θυμήθηκα το λεκέ από μαγιονέζα πάνω στο χαλί της πόρτας μας. Λες αυτός που προσπάθησε να μπει χτες εδώ μέσα, να έχει σχέση με την κουζίνα; Τι να έψαχνε άραγε;», είπε η Βαγγελίτσα.

– «Μπορεί να έμαθε ότι με πιάνει λιγούρα τα βράδια και να ήθελε να μου φέρει μερικά σαντουϊτσάκια με βραστό καλαμπόκι, φρέσκο μαρουλάκι και τόνο. Σ’ αυτά, ξέρεις, πάει γάντι η μαγιονέζα!», δήλωσε ο Κωστάκης.

Η Βαγγελίτσα δεν μπήκε στον κόπο να του απαντήσει.

(συνεχίζεται)

Περιπέτεια στο Οριάν Εξπρές!

Επεισόδιο 2ο: Η έρευνα αρχίζει από το βαγκόν ρεστοράν…

– «Δέσε σωστά την…προπέλα, γιατί αν εμφανιστείς στο βαγκόν ρεστοράν έτσι, αντί για το ροζμπίφ θα φάνε εμάς με τα μάτια! Και άντε μετά να πείσουμε ότι ταξιδεύουμε ιγκόγκνιτο», είπε η Βαγγελίτσα, καθώς στραβολαίμιαζε για να κουμπώσει το μαύρο βραδυνό της φόρεμα. Ο Κωστάκης κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και διόρθωσε το παπιγιόν του, που η αλήθεια ήταν ότι τον στένευε και τον ταλαιπωρούσε. Μία ανήσυχη σκέψη τριγύριζε από ώρα στο μυαλό του, αλλά δεν τόλμησε να την πει φωναχτά: πως θα κατάπινε τις μεγάλες μπουκιές με το παπιγιόν να του σφίγγει το λαρύγγι;

Όταν οι δύο αχώριστοι ντεντέκτιβ εμφανίστηκαν στο βαγκόν ρεστοράν, είχε ήδη σερβιριστεί το πρώτο πιάτο. Τα τραπέζια ήταν γεμάτα με κυρίες και κυρίους ντυμένους με την τελευταία λέξη της μόδας, στολισμένους με εντυπωσιακά κοσμήματα και αρωματισμένους με πανάκριβα γαλλικά αρώματα. Ακόμη και τα παιδιά ήταν ντυμένα με τα πιο σικ ρούχα και κάθονταν ήσυχα σαν κοτοπουλάκια, εκεί όπου τα είχαν τοποθετήσει οι μητέρες τους.orient-express

– «Η κόμισα Ροζελάι δεν φαίνεται πουθενά», ψιθύρισε η Βαγγελίτσα στον Κωστάκη.

– «Υποθέτω ότι θα αρχίσουμε την έρευνα μετά το δείπνο, έτσι αρχηγέ; Νηστικός μυστικός, ίσον κουφός και τυφλός!», απάντησε στον ίδιο τόνο εκείνος.

– «Πήγαινε να καθίσεις δίπλα στον κόμη Κάρλος Καταβρέχτον και προσπάθησε να του αποσπάσεις πληροφορίες για την κατάσταση της συζύγου του. Εγώ θα πιάσω κουβέντα με τις κυρίες κι ελπίζω όλο και κάτι χρήσιμο να καταφέρω να μάθω. Και μην μπουκωθείς με τις σάλτσες, Κωστάκη!», είπε η Βαγγελίτσα με βλέμμα που δεν σήκωνε αντίρρηση.

Έτσι κι έγινε. Ενώ τα δύο λαγωνικά του αστυνομικού ρεπορτάζ εφάρμοζαν όλα τα ακαταμάχητα κόλπα τους, το Οριάν Εξπρές έφτανε στο Στρασβούργο. Η κίνηση στο σταθμό θύμιζε μυρμηγκοφωλιά στις μεγάλες της φούριες: αχθοφόροι μετέφεραν μπαούλα, βαλίτσες και κάθε λογής δέματα με τα τροχήλατα καρότσια τους, κόσμος πηγαινοερχόταν βιαστικός, πιτσιρίκια τραβούσαν τις φούστες των μαμάδων τους για να τους αγοράσουν μπονμπόν*, και φιστίκια από τους πλανόδιους μικροπωλητές, οι σταθμάρχες και οι υπάλληλοι της σιδηροδρομικής εταιρείας έτρεχαν από το ένα βαγόνι στο άλλο ανταλλάσσοντας νέα και οδηγίες. Καινούργιες προμήθειες σε εκλεκτά φαγητά και ποτά φορτώνονταν στα βαγόνια-αποθήκες της αστραφτερής αμαξοστοιχίας, ενώ οι καλοταϊσμένοι επιβάτες της απολάμβαναν τον καφέ τους, διάβαζαν τις εφημερίδες τους ή έπαιζαν μια παρτίδα σκάκι, ρίχνοντας που και που μια βαριεστημένη ματιά από τα παράθυρα των βαγονιών τους στην πυρετώδη κίνηση του σταθμού. Η ορχήστρα έπαιζε γνωστές μελωδίες, προσκαλώντας όσους ήθελαν να επιδείξουν τις χορευτικές τους ικανότητες, να στροβιλιστούν στους ρυθμούς της: ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να…χωνέψουν ευκολότερα τις λιχουδιές που πριν λίγο είχαν, με αρκετό τακτ ομολογουμένως, καταβροχθίσει!train708_davidhoton_belmond

Όταν το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα, το Οριάν Εξπρές είχε ήδη αναχωρήσει για τον επόμενο σταθμό του, το Μόναχο. Μία σκιά που μάλλον τρέκλιζε, χτύπησε συνθηματικά την πόρτα του διαμερίσματος 2, στο βαγόνι 4. Πρώτα τρία συνεχόμενα χτυπήματα, μετά παύση, μετά ένα μόνο του: τοκ-τοκ-τοκ…τοκ.

– «Αντρέ βου*!», ακούστηκε επιφυλακτική μια φωνή από μέσα.

– «Δεν είμαι ο Αντρέας, Βαγγελίτσα, ο Κωστάκης είμαι, χικ! Άνοιξέ μου, γιατί η κλειδαριά χοροπηδάει και δεν μπορεί να την τσακώσει το κλειδί, χικ!».

Η Βαγγελίτσα άνοιξε την πόρτα του βαγονιού συνοφρυωμένη. Ο βοηθός της είχε μάγουλα κόκκινα σαν παντζάρια και το παπιγιόν του κρεμόταν από την τσέπη του κατατσαλακωμένου φράκου του.

– «Τι χάλια είναι αυτά, Κωστάκη; Σίγουρα κατάφερες να περάσεις απαρατήρητος!».

– «Αποστολή εξετελέσθη, αρχηγέ, χικ! Ο κόμης Καταβρέχτον μιλάει πολύ, όταν τον κεράσεις ένα δυο ποτηράκια καλή γαλλική σαμπάνια, χικ!», τραύλισε ο Κωστάκης και σωριάστηκε στο μαλακό κρεβάτι.

– «Τι έμαθες, λοιπόν; Εγώ το μόνο που κατάφερα να αποσπάσω από τις κυρίες ήταν διάφορα κουτσομπολιά για την κόμισσα Ροζελάι: ότι είναι μανιώδης συλλέκτρια νυχτικών, ότι αποφεύγει τα πλήθη γιατί μυρίζουν ποδαρίλα κι ότι γνώρισε τον άντρα της σε ιππικούς αγώνες και ερωτεύτηκε το…άλογό του!», είπε η Βαγγελίτσα κοιτώντας τις σημειώσεις της.Orient_Express-7

Ο Κωστάκης φόρεσε με κόπο τις μεταξωτές πιτζάμες του κι έριξε νερό στο πρόσωπό του, πιτσιλώντας μέσα έξω τον κατάλευκο πορσελάνινο νιπτήρα. Αφού ήπιε μονορούφι ένα ποτήρι βυσσινάδα από την κανάτα με τα ανάγλυφα παγόνια, χώθηκε στα πουπουλένια σκεπάσματα και είπε:

– «Ο αγαπητός μας κόμης είναι πολύ καλοφαγάς! Και τι δε δοκιμάσαμε! Στο τέλος καλέσαμε στο τραπέζι μας τον σεφ και του δώσαμε συγχαρητήρια…».

– «Κωστάκη, έλα στο θέμα!».

– «Ουί, ουί*! Ένα πράγμα δεν αντέχει ο κυρ-Καταβρέχτον μας: την ατελείωτη γκρίνια της κόμισσας, που το ένα της βρωμάει, το άλλο της ξινίζει και μια ζωή κάνει αυστηρή δίαιτα. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί: αν την δεις, είναι σαν οδοντογλυφίδα!».

– «Κωστάκη!!!».

– «Παρντόν, μαντεμουαζέλ! Η κόμισσα δεν εμφανίστηκε χτες στο δείπνο, γιατί ήταν, λέει, αδιάθετη: κάθεται ξαπλωμένη στο πολυτελές βαγόνι της, όλο μυξοκλαίει, «μον ντιε, κελ καταστρόφ!*», και μυρίζει μαντηλάκια ραντισμένα με κολώνια «πτι φλερρρ*». Και φυσικά βασανίζει την καμαριέρα της, αλλάζοντας κάθε μισάωρο νυχτικό από την τεράστια συλλογή της. Οι κακές γλώσσες λένε ότι την κουβαλάει πάντα μαζί της, σε δεκαοχτώ μπαούλα από ξύλο καρυδιάς! Θεόμουρλη, σου λέω! Τι να κάνει κι ο δυστυχής σύζυγος; Πνίγει τον πόνο του στα κοκκινιστά μπριζολάκια και στις πένες α λα κρεμ! Και τώρα, Βαγγελίτσα, όνειρα γλυκά. Νομίζω, χμμ, ότι σήμερα φάγαμε γερή δόση από μυστήριο. Κι αύριο μέρα είναι!», είπε ο Κωστάκης, γύρισε από το άλλο πλευρό κι αποκοιμήθηκε στο λεπτό.Murder-on-the-Orient-Express

Η Βαγγελίτσα βυθίστηκε σε σκέψεις. Μα τι λόγο είχε η κόμισα να κλειστεί στο βαγόνι της και να μην απολαμβάνει την πραγματικά μοναδική εμπειρία του ταξιδιού με το Οριάν Εξπρές; Μήπως φοβόταν κάτι; Και πως ήταν δυνατό ο σύζυγός της να μη δίνει δεκάρα για την αρρώστεια της; Κάτι δεν της πήγαινε καλά σε αυτήν την ιστορία. Είχαν, ωστόσο, αρκετό χρόνο ακόμη, για να διαλευκάνουν το μυστήριο.

(συνεχίζεται)

Περιπέτεια στο Οριάν Εξπρές!

Επεισόδιο 1ο: Μυστήριο με…αφετηρία το Παρίσι

Καθώς το ξημέρωμα απλώθηκε στον ορίζοντα «βάφοντάς» τον πορτοκαλί, ο Πύργος του Άιφελ έδειχνε πολύ κομψός με τον κάτασπρο σκούφο του από αφράτο χιόνι. Δυο σκιές κουκουλωμένες από την κορφή ως τα νύχια, κατευθύνονταν βιαστικά προς το σταθμό του τρένου, ενώ ένας ρυθμικός ήχος…τακ τακ τακ, που όλο και δυνάμωνε, τραυμάτισε τη σιγαλιά στο ακόμη νυσταγμένο Παρίσι.

– «Ο μον ντιέ*, πάψε επιτέλους! Θα τους ξυπνήσουμε όλους!», ακούστηκε να λέει η μια σκιά, αυτή με το λουλουδάτο κασκόλ και τα ασορτί γάντια και σκούφο, στην άλλη.

– «Τι μον ντιε και μον ντιε, βρε Βαγγελίτσα! Εγώ φταίω που τρίζουν τα δόντια μου, ή αυτή η…κατεψυγμένη πόλη που με κουβάλησες στα καλά καθούμενα;», απάντησε η άλλη σκιά με το μαυρόασπρο σαν σκακιέρα τζάκετ.Orient_Express-1

– «Σε λίγα λεπτά θα επιβιβαστούμε στο Οριάν Εξπρές. Τι ήθελα και σε πήρα μαζί μου, Υπναρίδη; Ή θα τρως, ή θα κοιμάσαι, ή θα τουρτουρίζεις και προπαντός θα με συγχύζεις!», απάντησε η Βαγγελίτσα με φωνή όλο και πιο τσιριχτή.

– «Ουί μαντεμουαζέλ*, αλλά χωρίς Κωστάκη δε λύνεται το μυστηριάκι! Ζε σουί* και ο πρώτος ντεντέκτιβ, νες πα;*», ήρθε…τριζάτη η απάντηση από τα βάθη της τεράστιας χνουδωτής κουκούλας.

– «Α πα πα πα πα, δεν υποφέρεσαι πια! Ορίστε, φτάσαμε. Και σήκωσε λίγο την κουκούλα να βλέπεις μπροστά σου, θα γκρεμοτσακιστείς στα σκαλάκια! Μην ψάχνεις για τα εισιτήρια, τα έχω εγώ: βουαλά, είμαστε στο βαγόνι 4, διαμέρισμα 2».

Δεν ήταν η πρώτη φορά που η ακούραστη ρεπόρτερ Βαγγελίτσα Ανησυχίδου και ο επεισοδιακός βοηθός της Κωστάκης Υπναρίδης ταξίδευαν μαζί. Η συγκεκριμένη αποστολή, ωστόσο, είχε μια ιδιαιτερότητα: έπρεπε να επιβιβαστούν στο φημισμένο Οριάν Εξπρές, το πολυτελέστερο τρένο της Ευρώπης που μπήκε για πρώτη φορά στην κυκλοφορία το 1883 και να ταξιδέψουν μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Επιφανείς προσωπικότητες, καλλιτέχνες, επιστήμονες, έμποροι και γενικά διάφοροι τύποι με παραφουσκωμένο πορτοφόλι και ιδιαίτερα ακριβά γούστα το προτιμούσαν για τις μετακινήσεις τους. Ίσως αν έκαναν μαζί τους την ίδια διαδρομή, να ανακάλυπταν:

α) ποιο ήταν το πολύτιμο αντικείμενο που είχε κλαπεί την προηγούμενη νύχτα από το βαγκόν ρεστοράν* με μυστηριώδη τρόπο,

β) γιατί η μη μου άπτου κόμισα Ροζελάι άρχισε, αμέσως μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός, να υποφέρει από βαριά μελαγχολία και

γ) πως ήταν δυνατόν ο χοντρομπαλάς αλλά αξιοσέβαστος σύζυγός της, Κάρλος Καταβρέχτον, να κυκλοφορεί μονίμως μ’ ένα ύφος πέρα βρέχει.trianon_concert

– «Κωστάκη, φέρνεις το χάρτη από το σακίδιό μου; Κωστάκηηη! Μα καλά, ακόμη δεν επιβιβαστήκαμε και το ’ριξες στον ύπνο; Πότε θα οργανωθούμε;», αγανάκτησε η Βαγγελίτσα.

– «Χρρρ…φστ, χρρρ…φστ. Λίγο πουρέ ακόμη, γκραν σεφ*. Κι αυτή τη ζουμερή ροδοκόκκινη μπριζολίτσα, σιλ βου πλε*. Μμμ…μούρλια, τρε μπουν*!».

– «Τρε…μπουνμπούν είσαι και φαίνεσαι! Ξύπνα, επιτέλους, που και κοιμισμένος ξερογλείφεσαι! Έχουμε και δουλειές!», φώναξε η Βαγγελίτσα.

– «Τι, ποιος, που; Θα φάμε και αλλού;», πετάχτηκε αλαφιασμένος ο Κωστάκης και…ζντουπ, έπεσε από το καναπεδάκι όπου είχε ξαπλώσει φαρδύς πλατύς. Πως τα κατάφερε και μπουρδουκλώθηκε σ’ αυτό το χρυσοκέντητο κουβερλί;

Η Βαγγελίτσα του έριξε μια δολοφονική ματιά και δεν μπήκε στον κόπο να του απαντήσει. Είχε ήδη ξεδιπλώσει το χάρτη και σημείωνε τις πόλεις απ’ όπου θα περνούσε το Οριάν Εξπρές, αναχωρώντας από το Παρίσι με προορισμό την Κωνσταντινούπολη: Στρασβούργο, Μόναχο, Βιέννη, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι. Μια γλυκιά μελωδία χάιδευε τ’ αυτιά της εδώ και μερικά λεπτά. Παραξενεμένη, ξέχασε για μια στιγμή τον αδιόρθωτο Υπναρίδη, άνοιξε την πόρτα του βαγονιού τους και βγήκε στο διάδρομο. Ένας καμαριέρης με κόκκινο φράκο και μαύρο βελούδινο παπιγιόν περνούσε βιαστικός, με μια δωδεκάδα φρεσκοπλυμένα σεντόνια στα χέρια.

– «Παρντόν, μεσιέ*, από πού έρχεται αυτή η μουσική;», τον ρώτησε διστακτικά.

– «Η ορχήστρα μας, μαντεμουαζέλ, κάνει πρόβα. Ελπίζουμε αυτό να μην ενοχλεί τους κυρίους κυρίους επιβάτες. Περάστε στο σαλόνι για ένα απεριτίφ*, να την απολαύσετε. Είναι από τις καλύτερες της Ευρώπης. Παρακαλείσθε, μόνο, να προσέλθετε με επίσημο ένδυμα και εσείς και ο συνοδός σας. Οι κανόνες του σαβουάρ βιβρ*, βλέπετε, τηρούνται αυστηρά στην αμαξοστοιχία μας», της απάντησε εκείνος και υποκλίθηκε ευγενικά.Orient_Express-2

Η Βαγγελίτσα επέστρεψε στο βαγόνι εντυπωσιασμένη. Δεν είχε ξαναδεί τρένο σαν το Οριάν Εξπρές. Τέτοια χλιδή, τέτοια πολυτέλεια, ήταν σίγουρα αντάξια πριγκίπων και βασιλιάδων! Θυμήθηκε πως πριν από καιρό είχε διαβάσει ότι ο εμπνευστής του ήταν ένας Βέλγος επιχειρηματίας, ο Ζορζ Ναγκελμάκερς, γεννημένος το 1845. Ο μπαμπάς του ήταν τραπεζίτης και από μικρό τον μεγάλωσε στα πούπουλα. Όταν ο Ζορζ έγινε νεαρός, ετοίμασε μια βαλιτσούλα με τα απαραίτητα, τσέπωσε το γερό χαρτζιλίκι που του έδωσε ο μεσιέ μπαμπάς του και άρχισε να ταξιδεύει για να γνωρίσει τον κόσμο. Αυτό που του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση απ’ όλα όσα είδε, ήταν η ταχύτητα και η ευκολία μετακίνησης με το σιδηρόδρομο, από τη μια άκρη της Αμερικής στην άλλη. Δεν άφησε δρομολόγιο που να μην το κάνει! Και δεν ήταν μόνο το τεράστιο και ολοένα επεκτεινόμενο σιδηροδρομικό δίκτυο του Νέου Κόσμου που τον γοήτευσε. Κάποιος επιχειρηματίας ονόματι Τζορτζ Μόρτιμερ Πούλμαν (σας θυμίζει κάτι αυτό το όνομα;) που ταξίδευε συχνά για τις δουλειές του, αποφάσισε να αγοράσει και να «μεταμορφώσει» ένα τρένο σε…κινούμενο ξενοδοχείο: έφτιαξε άνετα πτυσσόμενα καθίσματα που μετατρέπονταν σε κρεβάτια, πρόσθεσε τουαλέτες και νιπτήρες και μετέτρεψε ένα ολόκληρο βαγόνι σε εστιατόριο. Αυτό το τρένο με τις άνετες και πολυτελείς κλινάμαξες, ήταν που ενθουσίασε τον υιό Ναγκελμάκερς. Έτσι, όταν επέστρεψε στην Ευρώπη, έβαλε τα δυνατά του για να πείσει την εύπορη οικογένειά του και τους διστακτικούς συμπατριώτες του να μιμηθούν την ιδέα, κατασκευάζοντας ένα στόλο βαγονιών που θα συνέδεε τις Ευρωπαϊκές πόλεις μεταξύ τους, αλλά και την αναπτυσσόμενη Δύση της γηραιάς ηπείρου με την μυστηριώδη και σαγηνευτική εγγύς Ανατολή. Αυτή ήταν η αρχή της ιστορίας του σιδηρόδρομου στην Ευρώπη και το Οριάν Εξπρές υπήρξε αναμφισβήτητα το πιο εντυπωσιακό της κεφάλαιο…738px-Orient-Express_Historic_Routes_(en).svg

(συνεχίζεται)

Κάποια αξέχαστα Χριστούγεννα…

Evita_DimotikoΉμουν 12 χρόνων. Ο μπαμπάς μου ναυτικός, πρώτος μηχανικός σε πλοία φορτηγά, τις περισσότερες φορές ήταν απών τις γιορτές από το σπίτι μας. Εκείνα τα Χριστούγεννα μιλήσαμε αργά, δυο ώρες μετά τα μεσάνυχτα, μέσω ασυρμάτου. Ήταν σωστή ιεροτελεστία ετούτα τα τηλεφωνήματα. Στηνόμασταν δίπλα στο τηλέφωνο φορώντας τα καλά μας και περιμέναμε να χτυπήσει και να μας συνδέσει ο ασυρματιστής με την αγαπημένη φωνή. Μια φράση έλεγε ο μπαμπάς, μετά «όβερ», μετά η χαρακτηριστική παύση. Κατόπιν μιλούσαμε εμείς. Μια φράση, «όβερ», πάλι η παύση. Και πάει λέγοντας. Διάλογος δεν μπορούσε να γίνει άνετα και χαλαρά. Ήταν όπως όταν λέγαμε το ποίημα μας σε κάτι βαρετές εορταστικές εκδηλώσεις στο σχολείο. Ο καθένας το δικό του, με την προκαθορισμένη σειρά. Ζήτημα να κρατούσε πέντε λεπτά το τηλεφώνημα. Γιατί περίμεναν ουρά, χρονιάρες μέρες, κι οι άλλοι συνάδελφοί του να μιλήσουν με τις οικογένειές τους. Οπότε, περιοριζόμασταν στα απολύτως απαραίτητα. Άλλωστε, τί μυστικά να εξομολογηθείς, όταν ξέρεις ότι σε ακούνε τα σαράντα κύματα και όλοι οι άνεμοι; «Χρόνια Πολλά, όβερ». «Πότε θα έρθεις, μπαμπά;». «Θα περάσει ο καιρός…Να είστε φρόνιμοι και να ακούτε τη μαμά, όβερ». «Πήρα δεκάρια σε όλα, μπαμπά!». «Μπράβο, κι εις ανώτερα! Και του χρόνου σπίτι μας, όλοι μαζί κι αγαπημένοι, όβερ». «Καλές θάλασσες να έχεις, μπαμπά…».

Αλλά εκείνα τα Χριστούγεννα συνέβη το αναπάντεχο. Για μία και μοναδική φορά στα 25 χρόνια που ο πατέρας μου ταξίδευε (όπως αποδείχτηκε στην πορεία), το πλοίο του θα έπιανε στο λιμάνι του Βόλου και μετά θα συνέχιζε για το Μπατούμ.* Αποφασίστηκε να πάει η μαμά μου με το τρένο να τον δει, το επόμενο διήμερο, γιατί θα ξεμπαρκάριζε μετά από 6 μήνες. Εμένα και τον μικρότερο αδερφό μου θα μας άφηνε στη θεία και τον παππού. Έτσι κι έγινε. Να μην σας πω τι αταξίες κάναμε, όσο έλειπε η μαμά. Αθώες, παιδικές σκανταλιές. Ακόμη νιώθει η αφή μου το βαθούλωμα στο στρώμα του παππού από τα χοροπηδητά μας.

Και ξημέρωσε η μέρα της επιστροφής της μαμάς. Μαζί της θα έφερνε και τα δώρα του Αϊ Βασίλη, τα δώρα δηλαδή που μας είχε πάρει ο μπαμπάς από τα λιμάνια της Αμερικής. Εκεί είχε πιάσει το πλοίο του, πριν επιστρέψει στη Μεσόγειο και συναπαντηθεί με τ’ αστραφτερά νερά του Αιγαίου, διασχίζοντας για πολλοστή φορά τον Ατλαντικό.

Γράφω αυτές τις γραμμές και τα μάτια μου νοτίζονται. Ένα αχ ξεπορτίζει από το νοσταλγικό μου χαμόγελο, καθώς οι αναμνήσεις μεταμορφώνονται σε πιτσιρίκια αναμαλλιάρικα, ντυμένα με τις πιτσιλωτές τους πιτζαμούλες και με τραβολογούν απ’ το μπατζάκι…Θυμάμαι πόσο νευρική και ανυπόμονη ένιωθα εκείνες τις ώρες που ήξερα ότι η μαμά επιστρέφει από το Βόλο, με τα φιλιά και τα δώρα του μπαμπά μου. Θυμάμαι ότι δεν έφαγα σχεδόν τίποτα όλη μέρα, ότι δεν ήξερα τι μου φταίει κι ότι συνεχώς μουτζούρωνα χαρτιά με στιχάκια και παράξενα σχέδια με πρόσωπα προφίλ, καράβια, γλάρους και ιερογλυφικά. Σαν κάτι να περίμενα, γιατί, αφού το ήθελα τόσο πολύ και τόσο απόλυτα, δεν έμελλε παρά να συμβεί. Και την ίδια στιγμή, σαν να προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν έπρεπε να το περιμένω, δεν είχα αυτό το δικαίωμα. Γιατί, λογικά, ήταν αδύνατο να συμβεί.

Εκείνες οι ώρες της αναμονής μου φάνηκαν ατέλειωτες. Τις πέρασα βιώνοντας την απόλυτη μοναξιά. Λες και είχα ανασηκώσει την αόρατη καταπακτή του εαυτού μου και είχα χωθεί μέσα στα βαθύτερα λαγούμια του. Δεν μιλιόμουν, δεν ακουγόμουν. Μόνο αισθανόμουν. Την αναμονή να κεντάει σταυροβελονιά σε κάθε μύχια σκέψη μου όλα τα πλεούμενα του κόσμου: από τριήρεις και ιστιοφόρα μέχρι ποταμόπλοια και παγοθραυστικά και από σκούνες και γαλέρες μέχρι υποβρύχια και υπερωκεάνια. Κάθε απουσία του μπαμπά μου, από τότε που συνειδητοποίησα την ταυτότητά μου, στριμωχνόταν τελετουργικά, σαν ένας ακόμη περίτεχνος ναυτικός κόμπος, στο περιδέραιο της παιδικής μου ηλικίας. Αμφιταλαντευόμουν ανάμεσα στο θυμό και στον πόνο, στη λύπη και στην ενοχή, στην περηφάνια και στην απογοήτευση, στη στωικότητα και στην ανυπομονησία, στην εκλογίκευση και στον παρορμητισμό, στην άγουρη παιδικότητα και στην ενήλικη ωριμότητα. Και δεν μπορούσα να ησυχάσω.

Το ρολόι του παππού, ένα εκκρεμές «αντίκα» με κούκο, σήμαινε τις ώρες αργά και βασανιστικά. Μας είχαν βάλει με τον αδερφό μου να κοιμηθούμε στο διπλό κρεβάτι του παππού και της γιαγιάς, που είχε μαραζώσει αχρησιμοποίητο, γιατί από το ζευγάρι των κατόχων του η μία ψυχή είχε ανέβει στ’ αγγελούδια. Αλλά που να μας κολλήσει ύπνος. Περιμέναμε τη μαμά. Περιμέναμε και τον Αϊ Βασίλη. Αλλά πιο πολύ περιμέναμε κάποιον άλλον, όσο κι αν ξέραμε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει το χατίρι μας, να πραγματοποιηθεί η καλύτερη ευχή μας και να ’ρθει.

Ώσπου ακούσαμε βήματα στις σκάλες, την εξώπορτα να τρίζει, χαρούμενες φωνές, αγκαλιές στο κεφαλόσκαλο. Ένα λεπτό! Φωνές, είπα. Του παππού, της θείας, της μαμάς, που με το που μπήκε γέμισε ενέργεια και φως το σπίτι. Και μια ακόμη φωνή. Μπάσα και κυματιστή. Ναι, πιστέψτε το. Εκείνα τα Χριστούγεννα, ο Αϊ Βασίλης μου έφερε δώρο τον μπαμπά μου! Δεν άντεξε να πιάσει για ανεφοδιασμό στο Βόλο και μετά να ξαναμπεί στο καράβι που το λέγανε «Μαρίτσα» και να συνεχίσει για τη μακρινή Κολχίδα, χωρίς να μας δει. Δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αντέξει. Και δεν υπήρχε περίπτωση να πιστέψουμε κι εμείς ότι θ’ αντέξει. Όβερ.BLUE_KOSTAS_SPANAKIS_1_1

Υ.Γ.: Τα Χριστούγεννα στολίζω πάντα ένα δέντρο κι ένα καράβι. Έτσι προτείνει και η παράδοσή μας, άλλωστε. Για μένα η εορταστική περίοδος αρχίζει επισήμως από τις 6 Δεκέμβρη, του Αγίου Νικολάου, προστάτη των ναυτικών και τελειώνει στις 6 Γενάρη, των Θεοφανείων, με τον αγιασμό των υδάτων.

* Το Μπατούμ (ή Βατούμ) βρίσκεται στη Γεωργία και είναι το σημαντικότερο λιμάνι της. Εικάζεται ότι πρόκειται για τη μυθική Κολχίδα των Αργοναυτών, ενώ υπήρξε σημαντική κοιτίδα ζωής, δημιουργίας και πολιτισμού των Ελλήνων του Πόντου.