Μια γιορτή ποιητική, μυθική και ιστορική!

«ΕΛΑ ΕΣΥ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΥΡΑ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΑΞΙΔΕΨΕ ΜΑΣ, ΣΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΟΡΜΗΝΕΨΕ ΜΑΣ!…» 

ΡΟΛΟΙ (κατά σειρά εμφάνισης)

1η Μούσα, Κλειώ
2η Μούσα, Πολύμνια
Ηρακλής
3η Μούσα, Ευτέρπη
Ιάσονας
4η Μούσα, Μελπομένη
Ίκαρος
5η Μούσα, Ερατώ
Θησέας
6η Μούσα, Καλλιόπη
Οδυσσέας
7η Μούσα, Θάλεια
Αριστοφάνης
Λυσιστράτη
Πραξαγόρα
Σωκράτης
8η Μούσα, Τερψιχόρη
Καλλιπάτειρα
9η Μούσα, Ουρανία
Διογένης
Μέγας Αλέξανδρος
Περικλής
Φειδίας

ΕΝΑΡΞΗ – ΠΡΟΛΟΓΟΣ

muses-AΜΟΥΣΕΣ

1Η ΜΟΥΣΑ, ΚΛΕΙΩ

Καλώς μας ήρθατε γονείς,
αδέρφια, φιλενάδες,
παππούδες και γιαγιάδες!
Η χρονιά η σχολική
τελειώνει με γιορτή!
Καθίστε αναπαυτικά:
θα ταξιδέψουμε μακριά,
στα χρόνια τα αρχαία,
με το μυαλό και την καρδιά,
με την κυρά – Μυθολογία
και την αρχόντισσα Ιστορία,
να μας μιλούν ελληνικά,
ωραία και αυθεντικά!
Εγώ κι οι οκτώ μου αδερφές,
οι Μούσες είμαστε οι γνωστές.
Κοπέλες σαν τα κρύα νερά
και με χαρίσματα πολλά.
Το θεό Απόλλωνα ακολουθάμε
και του γλυκοτραγουδάμε.
Αν μας ακολουθήσετε,
σύντομα θα γνωρίσετε
ξεχωριστούς ανθρώπους,
στης Ελλάδας μας τους τόπους!
Αρχή ας γίνει δυνατή,
με τον ατρόμητο Ηρακλή!

2η ΜΟΥΣΑ, ΠΟΛΥΜΝΙΑ

Ο Ηρακλής ήταν, παιδιά,
ήρωας από κούνια!
Τέρατα δεν του γλύτωναν,
μα ούτε και…μαμούνια!
Μωράκι βυζανιάρικο
έπνιξε κάτι φίδια
κι ο αδερφός του ο Ιφικλής
τα χρειάστηκε ο δυστυχής!
Ο Δίας ο πατέρας του
κι η μάνα του η Αλκμήνη
ήταν περήφανοι πολύ
για το μικρούλη Ηρακλή.
Μα η δυστροπία μιας θεάς
του έγινε κακός μπελάς.
Η Ήρα ήταν πεισματάρα,
ζηλιάρα και παραπονιάρα:
συνδυασμός εκρηκτικός
σε χαρακτήρα γυναικός!
Για να εκδικηθεί το Δία,
τον έριξε τον Ηρακλή
στα άγρια θηρία!
Δώδεκα άθλους έκανε
για χάρη του Ευρυσθέα,
του θείου του, μέγα φοβιτσιάρη,
που κρύφτηκε σ’ ένα πυθάρι,
δέρμα σαν είδε από λιοντάρι!
Αλλά ας αφήσουμε τον Ηρακλή
την ιστορία του να μας πει!

HRAKLIS

ΗΡΑΚΛΗΣ

Ο Ηρακλής είμαι ο τρανός,
ημίθεος πλέον ξακουστός!
Από παιδάκι μ’ άρεσαν
τ’ αθλητικά αγωνίσματα,
τη βάση όμως δεν έπιανα
στα άλλα διαγωνίσματα.
Μια μέρα που ο δάσκαλος
μ’ έβαλε τιμωρία,
μία καρέκλα άρπαξα
κι όσα είναι τα γράμματα,
τόσα του ’κανα ράμματα,
γιατί είμαι από ράτσα
με ρωμαλέα μπράτσα!
Τους δώδεκα άθλους θα σας πω,
όχι για να το παινευτώ,
αλλά για ν’ αποδείξω,
τι καταφέρνει όταν βρεθεί
η θέληση με την πυγμή,
το θάρρος κι η εξυπνάδα
και του κορμιού η σβελτάδα…
Της Νεμέας το λιοντάρι
το ξεπάστρεψα με χάρη.
Πριν αδειάσει η κλεψύδρα,
πάει κι η Λερναία Ύδρα!
Τις Στυμφαλίδες Όρνιθες
τις έκανα κοκκινιστές,
της Άρτεμης τ’ άγριο ελάφι,
παρά λίγο με πιλάφι
και τον Ερυμάνθιο κάπρο
στο φούρνο με κρασάκι άσπρο!
Μετά με στείλαν αγγαρεία,
στους στάβλους του βασιλιά Αυγεία.
Του ταύρου ήρθε η σειρά,
στην Κρήτη που έκανε ζημιά.
Τ’ ανθρωποφάγα άλογα
δάμασα του Διομήδη,
Πέρασα κι απ’ τις Αμαζόνες,
που είχανε ωραίες ζώνες.
Στο θείο μου έφερα με τα πόδια
Τ’ αφράτα του Γηρυόνη βόδια.
Έπιασα και τον Κέρβερο,
του Άδη το σκυλί το φοβερό!
Κράτησα στους ώμους τον ουρανό
κι απ’ τον Άτλαντα, με πονηριά,
πήρα τα μήλα τα χρυσά!
Αδύνατο να σας τις πω
τις περιπέτειές μου όλες:
θ’ αποκοιμιόσασταν εδώ,
γι’ αυτό, χαιρετώ κι αποχωρώ!

3η ΜΟΥΣΑ, ΕΥΤΕΡΠΗ

Στης Μαγνησίας τα μέρη
ας πάμε τώρα χέρι – χέρι.
Ένα πανέμορφο παιδί
από γενιά βασιλική,
περιπλανιέται μόνο.
Της Ιωλκού το θρόνο
πάει πίσω να γυρέψει,
που του τον είχαν κλέψει!
Περνάει ένα ποτάμι
και το ένα του σανδάλι
μες στο νερό κυλάει…
Τον είδαν μονοσάνδαλο
κι έγινε μέγα σκάνδαλο!
Ιάσων τ’ όνομά του
και το ’λεγε η καρδιά του!

ellinikos-chrysos-chrysomallo-deras-02_A

ΙΑΣΟΝΑΣ

Μόλις με είδε ο θείος μου
στο όμορφο παλάτι,
του γυάλισε το μάτι!
Γιατί είχε λάβει ένα χρησμό,
που έλεγε νέτα – σκέτα:
«Από ένα μονοσάνδαλο
το θρόνο σου θα χάσεις!».
Μου είπε τότε ο πονηρός:
– «Γιε μου, εσύ ’σαι δυνατός!
Για κάνε μου μια χάρη,
πετάξου στην Κολχίδα, φέρε μου
το χρυσόμαλλο τομάρι!».
Σ’ ένα σπουδαίο ναυπηγό,
τον Άργο, ανέθεσα κι εγώ
κι έφτιαξε ένα πλοίο,
γοργόφτερο και δυνατό,
που το βαφτίσαμε «Αργώ».
Για πλήρωμα συγκέντρωσα
πενήντα παλικάρια.
Ο Ηρακλής και ο Θησέας
οι πρώτοι ήταν της παρέας
και τον Ορφέα πήρα,
για να μας παίζει λύρα!
Και τι δε συναντήσαμε
στης θάλασσας τους δρόμους..
Θηρία, άγριους λαούς,
κινδύνους χίλιους, τρομερούς.
Ως και Πέτρες Συμπληγάδες,
που γρήγορα ανοιγόκλειναν
και σ’ έπιαναν ζαλάδες!
Μα εμείς ακολουθήσαμε
ένα περιστεράκι
και στης Κολχίδας φτάσαμε
τ’ ωραίο λιμανάκι.
Η Μήδεια με βοήθησε,
μάγισσα, αρχοντοπούλα,
και τη χρυσόμαλλη προβιά
που λέγανε και «δέρας»,
κλέψαμε από το τέρας,
το δράκο τον ακοίμητο
που τάχα τη φυλούσε,
μα η Μήδεια με μαγικά,
του έφερε ροχαλητά!
Μετά γοργά σαλπάραμε,
πίσω για την πατρίδα.
Τη Μήδεια παντρεύτηκα
κι έτσι νοικοκυρεύτηκα.
Την ιστορία μου σταματώ,
το τέλος της δε θα σας πω,
γιατί είναι λυπημένο.
Απ’ όλα έχει η ζωή,
μα σήμερα έχουμε γιορτή
και ο Ιάσονας εγώ,
όλο χαρά σας χαιρετώ!

4η ΜΟΥΣΑ, ΜΕΛΠΟΜΕΝΗ

«Μες στου Μαγιού τις μυρωδιές,
στα κόκκινα κεράσια,
για δέστε πως χορεύουνε
της Κρήτης τα κοράσια!»…
Εκεί κι ο πρωτομάστορας
ο Δαίδαλος σκαρώνει
τον Τάλω, το Λαβύρινθο
και όλους τους θαμπώνει!
Μ’ από τη δόξα, τις τιμές,
τα πλούτη, τ’ αγαθά του,
να φύγει, να λευτερωθεί
προτίμησε η καρδιά του.
Χαρές δεν έχει η φυλακή,
ακόμη και αν είναι χρυσή…
Η ολόφωτη βασίλισσα,
που Πασιφάη τη λέγαν
και που πολύ τον συμπαθεί,
του φέρνει πούπουλα, κερί
και κάμποσα γερά σκοινιά,
κρυφά να φτιάξει τα φτερά!
Μα να τον! Με το γιόκα του,
τον Ίκαρο, πετάνε!
Πολύ ψηλά ανεβαίνουνε.
Αχ, θα τα καταφέρουνε;

daedalus-icarus-stamp

 

ΙΚΑΡΟΣ

«Κοίτα πατέρα πως πετώ,
έφτασα ως τον ουρανό!
Λίγο ακόμη και θαρρώ
θα…κουτουλήσω το Θεό!
Όχι πατέρα, μη μου λες
να χαμηλώσω και μην κλαις.
Τι; Δε σ’ ακούω καθαρά…
Θα λιώσουν, είπες, τα φτερά;
Ξέρεις πως είναι να ’σαι νέος,
έξυπνος, δυνατός κι ωραίος;
Τον κίνδυνο δε λογαριάζεις,
μέχρι και τη φωτιά αγκαλιάζεις!
Άχου, φωτιά είπα κι ο ήλιος
δεν αστειεύεται εδώ πάνω…
Πατέρα, τα φτερά μου χάνω.
Πέφτω, πριν ζήσω, θα πεθάνω!…».
Μια θάλασσα κι ένα νησί
πήρανε τ’ όνομά μου.
Στην ιστορία έμεινε
αυτή η αποκοτιά μου.
Ικάριο το πέλαγος
και το νησί Ικαρία.
Παιδιά, ποτέ μην κάνετε
τέτοια ανοησία!
Οι μικροί έχουν ορμή,
μα οι μεγάλοι έχουν πείρα.
Αν ακούτε τους γονείς,
πρώτα θα ωφεληθείτε εσείς!

5η ΜΟΥΣΑ, ΕΡΑΤΩ

Στην Αθήνα τώρα ας πάμε,
για να δούμε ένα λεβέντη.
Στα ανάκτορα όταν πήγε,
έγινε μεγάλο γλέντι.
Του βασιλιά Αιγέα γιος
ήτανε ο μορφονιός.
Βασιλικό σπαθί κρατούσε,
χρυσά ποδήματα φορούσε.
Τον γνώρισε ο βασιλιάς
σαν τον αντίκρισε, μεμιάς!
Απ’ την Τροιζήνα ξεκινώντας
κι ως την Αθήνα περπατώντας,
με κακούργους και ληστές
μάχες έδωσε πολλές.
Και πριν να μπει μέσα στην πόλη,
ήδη γι’ αυτόν μιλούσαν όλοι.
Θησέας είναι τ’ όνομά του,
πολλά τα κατορθώματά του!

ΘΗΣΕΑΣ

ΘΗΣΕΑΣ

Ο δρόμος μου έκρυβε πολλές
παγίδες και κακοτοπιές.
Τον Περιφήτη τον κουτσό,
γίγαντα, του Ηφαίστου γιο,
του αλατιού τον έκανα.
Το Σίνη, τον σκληρό ληστή
κι αυτόν τον έκανα αλοιφή,
που τους φτωχούς διαβάτες
σε λυγισμένα πεύκα
έδενε απ’ τα πόδια
και δίχως να τους λυπηθεί,
τους σκότωνε μια και καλή.
Πελώριο αγριογούρουνο
με το σπαθί μου σούβλισα
και τον κακούργο Σκείρωνα
σ’ ένα γκρεμό τον τσούλησα!
Κάπου κοντά στον Κηφισό,
βρίσκω τον αποκρουστικό
το γίγαντα Προκρούστη.
Στο μικρό του κρεβατάκι
ξάπλωσα το τερατάκι
και τον έκοψα κιμά,
όπως έκανε η αφεντιά του
στα αθώα θύματά του.
Όλοι γνωρίζετε ασφαλώς
τι έκανα στην Κρήτη.
Πήγα με τους Αθηναίους,
επτά νέες κι επτά νέους,
το φόρο να πληρώσουμε,
για πάντα να ξεχρεώσουμε.
Νίκησα το Μινώταυρο
και μ’ ένα κουβαράκι,
βγήκαμε απ’ το Λαβύρινθο,
ώσπου να πεις νεράκι!
Την Αριάδνη φίλησα,
την πήρα απ’ το χεράκι
κι όλοι μαζί το σκάσαμε:
το Μίνωα ξεγελάσαμε!
Αλλά την ξέχασα στη Δήλο
κι έπιασε το Διόνυσο φίλο,
το θεό του αμπελιού,
του κρασιού και του γλεντιού.
Μα φτάνοντας στον Πειραιά,
ένα λάθος πλήρωσα ακριβά:
μαύρα αφήνω τα πανιά,
ξεχνάω να βάλω τα λευκά
κι ο πατέρας μου ο Αιγέας
βουτάει στα βράχια από ψηλά.
Κι από τότε, το λέω και κλαίω,
το πέλαγο είπαμε Αιγαίο!

6η ΜΟΥΣΑ, ΚΑΛΛΙΟΠΗ

Φίλες και φίλοι, ετοιμαστείτε,
τους ήρωες τους Ομηρικούς
τώρα να υποδεχτείτε!
Ο ποιητής ο Όμηρος,
πρώτος μέσα στους πρώτους,
αθάνατα τα έπη του
άφησε στους ανθρώπους.
«Ιλιάδα» και «Οδύσσεια»,
έργα τέχνης ωραία,
με φαντασία, έμπνευση,
μηνύματα σπουδαία.
Τα ’χουν κάνει συναυλίες,
θέατρο, μα και ταινίες.
Αν δεν τα ’χετε διαβάσει,
σας το λέω: έχετε χάσει!
Ορίστε, να κι ο Οδυσσέας
και παραπέρα ο Αχιλλέας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Σαν πατήσαμε την Τροία,
μ’ έπιασε η νοσταλγία
στην Ιθάκη να γυρίσω,
τους δικούς μου να φιλήσω.
Στα πέλαγα ανοίχτηκα
με τους συμπατριώτες,
μα έγραφε το ριζικό μου
να φτάσω μόνος στο χωριό μου.
Τους Κίκονες νικήσαμε,
κάτι αγριανθρώπους.
Στων Λωτοφάγων φτάσαμε τη χώρα:
– «Αν δοκιμάσετε λωτό,
θα τα ξεχάσετε όλα
και γυναίκα και παιδιά
και την πατρίδα τη γλυκιά!»,
είπα στους συντρόφους.
Κι όλους τους ξεμυαλισμένους,
στο πλοίο κουβάλησα δεμένους.
Τον Κύκλωπα, ένα γίγαντα,
γιόκα του Ποσειδώνα,
μ’ ένα κοντάρι τύφλωσα.
Και ο θεός της θάλασσας
οργίστηκε, μας έριξε
στο μάτι του κυκλώνα.
Τον ασκό με τους ανέμους
οι πιο περίεργοι άνοιξαν.
Τότε ο Αίολος θυμώνει
και στα κύματα μας χώνει.
Οι Λαιστρυγόνες ήτανε
θεόρατοι σαν κάστρα,
ανθρωποφάγοι τρομεροί!
Όσοι γλυτώσαν απ’ αυτούς,
θυσίες κάναν στους θεούς…
Στης Κίρκης τα χρυσά παλάτια
αυτούς που κάνανε το μάγκα,
όλους τους έφαγε η μαρμάγκα!
Η μάγισσα η πονηρή
τους δίνει γουρουνιών μορφή.
Τρέχω, τραβάω το σπαθί,
τη φοβερίζω στη στιγμή
κι έτσι ξανάκανε ανθρώπους
τους καημένους τους συντρόφους!
Σαλπάρουμε έπειτα και πάλι
και φτάνουμε σ’ ένα ακρογιάλι,
που οι γλυκόλαλες Σειρήνες
σου παίρνανε το νου για μήνες.
– «Δέστε με», είπα, «στο κατάρτι
να μου περάσει το γινάτι
κι αν σας φωνάζω να με λύσετε,
εσείς να με περιφρονήσετε».
Σαν είδα Χάρυβδη και Σκύλλα,
τότε, παιδιά μου, όλα τα είδα!
Τέτοια αλλόκοτα θηρία,
γεννάει μόνο η φαντασία.
Μου φάγαν κάμποσους συντρόφους…
Μα κι οι υπόλοιποι χαθήκαν,
όταν τα βόδια λιμπιστήκαν,
του θεού Ήλιου και τα σφάξαν.
Μονάχο, λιποθυμισμένο,
άγρια φουρτούνα με ξεβράζει
στης Καλυψώς την αγκαλιά,
που ήταν νύμφη με καρδιά.
Πολύ μ’ αγάπησε αυτή,
μα εγώ μελαγχολούσα.
Σκεφτόμουν την πατρίδα μου
κι έκλαιγα και θρηνούσα…
Στο τέλος με λυπήθηκε
και μ’ άφησε να φύγω.
Μα στων Φαιάκων το νησί
ναυάγησα σε λίγο.
Εκεί με βρήκε η Ναυσικά,
κόρη από βασιλική γενιά.
Με πήρε ευθύς μαζί της,
με πήγε στους γονείς της.
Ο βασιλιάς Αλκίνοος
αφού με περιποιήθηκε,
μου ’δωσε πλοίο και δώρα
και να ’μαι σπίτι τώρα!
Βάζει ένα χέρι η Αθηνά,
προστάτιδα θεά μου,
και τους μνηστήρες ξέκανα,
που τρώγαν τα υπάρχοντά μου.
Το γιο μου τον Τηλέμαχο
συνάντησα επιτέλους,
την Πηνελόπη την πιστή,
που με περίμενε κι αυτή.
Ο Οδυσσέας είμαι εγώ:
με είπαν πολυμήχανο.
Έκοβε το μυαλό μου,
και όσα και να πέρασα,
πίστευα στον εαυτό μου!

7η ΜΟΥΣΑ, ΘΑΛΕΙΑ

Πολλά σας είπαν σοβαρά
τα προηγούμενα παιδιά.
Ας πούμε κι ένα αστείο
σ’ ετούτο το σχολείο!
Στου γιαλού τα άσπρα βράχια,
παίζουν μπάλα δυο…βατράχια
και στου Μήτσου το κοτέτσι
τρώνε οι Όρνιθες γιουβέτσι!
Στράτα – στράτα η Λυσιστράτη
λέει «στους άντρες κάντε κράτει!»
κι η κυρά η Πραξαγόρα
θέλει ψήφο εδώ και τώρα!
Η ζωή είναι κωμωδία,
ένα τσουβαλάκι αστεία.
Και δεν υπάρχει απ’ αυτό
τίποτα πιο τραγικό…
Αυτό λέει ο Αριστοφάνης
κι ο περιπτεράς ο Φάνης!

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Αγαπητοί μου, τη ζωή
τη φιλοσόφησα πολύ.
Αντί να τρέχω σε πορείες,
έγραφα φίνες κωμωδίες.
«Εκκλησιάζουσες» και «Λυσιστράτη»
και «Όρνιθες» και «Βάτραχοι»
κι η ξακουσμένη «Ειρήνη»,
που τα στραβά και τ’ άδικα
στον τοίχο όλα τα στήνει,
από τα έργα μου τα σωσμένα
είναι τα πλέον φημισμένα!
Κανένα εγώ δεν άφηνα
να κάτσει σε χλωρό κλαρί:
πολιτικούς, στρατιωτικούς,
ιερείς και καλλιτέχνες,
χα!, όλους τους κανόνιζα,
αν ήταν ψεύτες, κλέφτες.
Η πένα μου έτσουζε πολύ,
γιατί είχα φλέβα κωμική.
Τα πλήθη τα διασκέδαζα
και την κοιλιά μου γέμιζα!
Πολλοί δε με χωνεύανε,
κακίες μαγειρεύανε,
αλλά εγώ επέμενα
και πάντα αστέρι έμενα!
Ας περάσει η Λυσιστράτη
να μας πει κι εκείνη κάτι!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Τ’ όνομά μου, Λυσιστράτη.
Μ’ είπαν θηλυκό αντάρτη!
Τους μάγκες κάνω τ’ αλατιού
και είμαι πάντα του κουτιού.
Ψηλή, ωραία, κι έξυπνη,
καταφερτζού, τσαχπίνα,
σε φασαρίες έμπλεξα
τους άντρες στην Αθήνα.
Πολέμους κάνανε αυτοί
κι εμείς οι κακομοίρες
βάσανα είχαμε πολλά
και μέναμε και χήρες.
Του λόγου μου δεν άντεξα
και ένα μεσημέρι
με τις γυναίκες κλείστηκα
στης Ακρόπολης τα μέρη.
Από τους άντρες αποχή
κι από τα σπίτια μας μαζί,
αποφασίσαμε οι νιες,
οι ώριμες και οι γριές.
Μας κοροϊδεύαν στην αρχή.
Μετά την πάτησαν αυτοί!
Άλλος έκαψε το φαγητό,
του διπλανού κλαίει το μωρό,
ο τρίτος έβαλε μπουγάδα
και τον έπιασε ζαλάδα!
Γιατί εύκολο είναι να το λες,
πως του νοικοκυριού οι δουλειές
είναι για τα παιδάκια.
Κι είναι ευρύτερα γνωστό,
ότι απέξω απ΄το χορό,
πολλά λεν τραγουδάκια!
Πολλά μηχανευτήκανε
για να μας βγάλουν έξω,
μα εγώ δε διανοήθηκα
στιγμή να τους πιστέψω.
Φωτιές ανάψαν, ο καπνός
για να μας φέρει βήχα,
μα εμείς τους καταβρέξαμε:
τη λύση πάλι βρήκα!
Τους αστυνόμους φέρανε
Που τάχα μας συλλάβανε,
μα με τις ξεσκονίστρες μας
καρούμπαλα τους κάναμε!
Αφού καλά τους ψήσαμε,
στα σπίτια μας γυρίσαμε.
Μόνο η ειρήνη έχει χαρές
και φιλιά και αγκαλιές.
Ο πόλεμος είναι συμφορά
και φέρνει κλάματα πολλά.
Σαν όλοι συμφωνήσαμε,
ευτυχισμένοι ζήσαμε!
Για πλησίασε Πραξαγόρα,
για να συνεχίσεις τώρα…

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ

Βρε γλωσσά Αριστοφάνη,
σαν πολλά μας τα ’πες, φτάνει!
Σεις οι άντρες, κουτσομπόλες
λέτε τις γυναίκες όλες.
Μα σαν βρείτε ευκαιρία,
στιγμή δεν κάνετε ησυχία.
Σαν τα κοκόρια τρώγεστε
και παίζετε τ’ αντράκια
και δος του πόλεμοι και βία…
Αχ! Μ’ έπιασε απελπισία!
Μου ήρθε, λοιπόν, μία ιδέα
και σας τη φέραμε ωραία:
ντυθήκαμε οι γυναίκες άντρες,
στολίδια βγάλαμε και χάντρες
και στη Βουλή ψηφίσαμε,
ειρήνη αποφασίσαμε,
δημοκρατία για όλους,
αρσενικούς και θηλυκούς.
Πήγαμε σπίτια μας μετά
και ούτε γάτα, ούτε ζημιά!
Το γυναικείο το μυαλό
λένε πως είναι κοφτερό.
Μα ξέρω κι έναν άντρα
τίμιο, δίκαιο, σοφό,
που έμεινε στην ιστορία
και δίδασκε φιλοσοφία.
Τον λέγανε Σωκράτη.
Σωκράτη, πες μας κάτι!

1.-José-Maria-de-Medeiros-Death-of-Socrates-1878_A

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ένα ξέρω και το λέω,
ότι τίποτα δεν ξέρω!
Μια ολόκληρη ζωή
ερευνούσα τα γιατί.
Έκανα όλο ερωτήσεις
και απέφευγα τις κρίσεις.
Ο άνθρωπος, είπα, ο σωστός
πρέπει να είναι ταπεινός.
Όποιον τα ξέρει δήθεν όλα,
θρασύ τον λέμε και ξερόλα!
Πολύ αγαπούσα τα παιδιά.
Τα δίδασκα στην Αγορά.
Μιλούσαμε για ιδέες,
με νεανικές παρέες.
Για πιο καλό μου μαθητή
είχα τον ξύπνιο Πλάτωνα,
αλλά και τους υπόλοιπους
χαιρόμουν και καμάρωνα.
Μα όπως πάντα γίνεται
αν κάποιος ξεχωρίζει,
ελάχιστοι τον αγαπούν,
οι πιο πολλοί τονε φθονούν…
Κάποιοι με συκοφάντησαν
ότι τους νέους χαλάω.
Με σύρανε το γέροντα,
στη φυλακή να πάω.
Σκασιαρχείο μου είπανε
οι φίλοι μου να κάνω,
γιατί αλλιώς, αλίμονο,
έπρεπε να πεθάνω.
Μα εγώ όσο έζησα στη γη,
είχα περηφάνια και τιμή.
Το δηλητήριο ήπια,
γελώντας το αντίο είπα.
Για αιώνες λέγανε μετά:
– «Δάσκαλε, μας τιμούσες!».
Κανείς δεν είπε: «Δίδασκες
και νόμους δεν τηρούσες!».

8η ΜΟΥΣΑ, ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ

Ας πάμε τώρα, φίλοι μου,
βόλτα στην Ολυμπία.
Εκεί θα συναντήσουμε
μια αληθινή κυρία.
Στην αρχαία εποχή,
οι Αγώνες οι Ολυμπιακοί
είχαν οκάδες δόξα
και μια σταλίτσα…λόξα!
Γυναίκες δεν αφήνανε
στο στάδιο να μπούνε,
ούτε να είναι θεατές,
ούτε ν’ αγωνιστούνε.
Μα μία τους την έσκασε
και στις κερκίδες έκατσε.
Τη νόμισαν για άντρα
και πέρασε τη μάντρα…
Μα αν τότε οι Ολυμπιακοί
είχαν κουσούρια δύο,
πολύ φοβάμαι σήμερα
έχουν…σαράντα δύο!
Αστείο είναι τα λεφτά
να γίνονται όλα δρόμοι
και Coca Cola να ρουφάν
ως κι οι λαμπαδηδρόμοι;
Καλλιπάτειρα, εμπρός, βγες
και την ιστορία σου πες!

ΑΘΛΗΤΕΣ

ΚΑΛΛΙΠΑΤΕΙΡΑ

Θρύλο την ιστορία μου
έκαναν, είναι αλήθεια
και τη διηγιούνται οι άνθρωποι,
όπως τα παραμύθια.
Το ποίημα που θα σας πω
είναι του Λορέντζου Μαβίλη.
Τα λέει ωραία ο ποιητής,
μάστορας της στιχουργικής!
« – Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πως μπήκες;
Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία εδώθε.
– Έχω ανήψι, τον Ευκλέα,
τρία αδέρφια, γιο, πατέρα ολυμπιονίκες.
Να μ’ αφήσετε πρέπει, ελλανοδίκες,
και εγώ να καμαρώσω μες στα ωραία
κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα
παλεύουν, θαυμαστές ψυχές αντρίκιες.
Με τις άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια
στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζει,
με της αντρειάς τ’ αμάραντα προνόμια.
Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
σε αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
ύμνος χρυσός του Πινδάρου».

9η ΜΟΥΣΑ, ΟΥΡΑΝΙΑ

Ας φύγουμε απ’ τους αθλητές
και τα στεφάνια απ’ αγριελιές.
Καταμεσίς της Αγοράς,
τρώει ο Διογένης.
Τύπος απλός και λαϊκός,
πάμπτωχος αλλά καυστικός,
τα λόγια δε μασούσε,
ούτε κι όταν πεινούσε!
– «Είναι μέρος η Αγορά,
Διογένη, για να τρως κουκιά;
Σταμάτα, ρίχνεις ψίχουλα,
τα μάρμαρα λερώνεις
κι εδώ είν’ επίσημη γωνιά.
Βρε, τι καμώματα είν’ αυτά;».

Jacques_Gamelin_-_Alexandre_et_Diogène_A

ΔΙΟΓΕΝΗΣ

Για να σου πω, κορίτσι μου,
μη με παραζορίζεις
και τη δική σου την κοιλιά
μονάχα να ορίζεις.
Στην Αγορά εγώ πείνασα,
στην Αγορά θα φάω
κι είναι απολύτως φυσικό,
να τρώω όταν πεινάω!
Οι πλούσιοι τρώνε συνέχεια
μα όποιος ζει μες στην ανέχεια,
για να βγει το ξεροκόμματο,
κάνει ως και τον…αόμματο!
Δεν ντρέπομαι, το μαρτυράω,
πως ζητιανεύω για να φάω.
Πολλοί αμολάνε τα σκυλιά τους,
για να φυλούν τα υπάρχοντά τους.
Μα εγώ δεν έχω τίποτα,
κανένα δε φοβάμαι
και μέρα μεσημέρι
φανό κρατώ στο χέρι.
ΑΝΘΡΩΠΟ, ακούστε με, ζητώ,
που μ’ άνθρωπο να μοιάζει
και να μην το ’χει σύστημα
ψέματα ν’ αραδιάζει.
Όλοι τον πλούτο κυνηγούν,
το παν για χάρη του πουλούν…
Πέστε μου, τι να κάνω;
Να πέσω να πεθάνω;
Μα ποιος είν’ τούτος ο ψηλός,
που ’ρθε ντυμένος σα γαμπρός;

ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Δεν είμαι φίλε μου γαμπρός,
αλλά μεγάλος στρατηγός!
Αλέξανδρο με λένε.
Σίγουρα θα ’χεις ακουστά
για τη δική μου τη γενιά,
τους ξακουσμένους Μακεδόνες
που βασιλεύαν για αιώνες.
Τους Έλληνες οδήγησα
στα βάθη της Ασίας,
χαράζοντας τα σύνορα
μιας αυτοκρατορίας.
Το Βουκεφάλα δάμασα,
το πιο ατίθασο άτι,
σαν ήμουνα μικρό παιδί.
Κι ο βασιλιάς ο Φίλιππος:
– «Γιε μου, η Μακεδονία
είναι για σένα πια μικρή!»,
μου είπε με χαρά πολλή
και μου ’δωσε τα ηνία.
Τους Πέρσες κατατρόπωσα,
ίδρυσα πολιτείες.
Σαν το λιοντάρι άντεχα
σ’ όλες τις κακουχίες.
Μα τη σοφία σου θαυμάζω
και μπροστά σ’ όλους σου τάζω,
κάθε σου επιθυμία
να εκπληρωθεί με προθυμία.
Διογένη, ό,τι θέλεις ζήτα!

ΔΙΟΓΕΝΗΣ

Πολύ με ζάλισες και κοίτα,
πρώτα απ’ όλα, κάνε πέρα:
ήλιο μου κρύβεις και αέρα.
Τίποτε άλλο δε ζητώ,
μέριασε, για να ζεσταθώ!
Κάνε μου αυτή τη χάρη,
στάσου μακριά απ’ το πιθάρι!

ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Μα τους θεούς, ορκίζομαι
Αλέξανδρος αν δεν ήμουν,
σίγουρα θα ευχόμουνα,
Διογένης να γινόμουνα!

250px-Pericles_Pio-Clementino_Inv269

ΠΕΡΙΚΛΗΣ

Τι βλέπω; Μαζευτήκανε
προσώπατα σπουδαία
και φτιάξαν την καλύτερη
για μια γιορτή παρέα.
Έρχομαι και εγώ ευθύς,
ο δοξασμένος Περικλής.
Ηγέτης μα και στρατηγός
ήμουν εγώ ξεχωριστός!
Στα χρόνια που διοικούσα,
τον 5ο αιώνα, τον Χρυσό,
η Αθήνα ήταν διαμαντόπετρα
στης γης το δαχτυλίδι.
Άλλο αν σήμερα η φτωχή
πνίγεται στο σκουπίδι…
Μάζεψα γύρω μου ικανούς
σοφούς και καλλιτέχνες
κι όλοι μαζί ασκήσανε
τις πιο ωραίες τέχνες!
Τον Παρθενώνα έχτισαν
Ικτίνος, Καλλικράτης.
Τους νόμους όλοι σέβονταν:
σπανίως παραβάτης.
Δημοκρατία στέριωσα,
πολίτευμα σπουδαίο,
που αφήνει για να γεννηθεί
το κάθε τι ωραίο.
Τι λες κι εσύ γλύπτη Φειδία,
που έμεινες στην ιστορία;

ΦΕΙΔΙΑΣ

Με τα δυο μου γερά χέρια,
έφτιαξα αγάλματα σπουδαία:
Το χρυσελεφάντινο το Δία
στο θρόνο του, στην Ολυμπία,
την Αθηνά Παλλάδα,
που δόξασε όλη την Ελλάδα.
Στο μάρμαρο το πεντελικό
έδινα ζωή εγώ.
Τι να πρωτοθυμηθώ;
Όποτε πάτε στα μουσεία,
λέτε «αυτό είναι έργο του Φειδία».
Στα όνειρά μου έρχονταν
συχνά πυκνά οι Μούσες,
οι κοπελούδες οι εννιά,
που φέρνουν έμπνευση, χαρά
και μου χαρίσαν μια ζωή,
γεμάτη, δημιουργική.
Δε μένει παρά να σας πω,
αντίο απ’ το σχολείο αυτό.
Πέρασε κιόλας μια χρονιά,
σαν ποταμάκι που κυλά…
Εύχομαι σ’ όλα τα παιδιά
υγεία, πρόοδο, χαρά
και στους γονείς και συγγενείς
να είναι πάντα ευτυχείς,
που έχουν για θησαυρούς τους,
τις κόρες και τους γιους τους!

ΤΕΛΟΣ

Το κείμενό μου αυτό “ανεβάστηκε” ως θεατρική παράσταση στη γιορτή λήξης του σχολικού έτους το καλοκαίρι του 2004, στο 2ο Νηπιαγωγείο Πετρούπολης.

Δάσκαλοι, Μαθητές, Γονείς…Όλοι ΜΑΖΙ Εμείς!

MOUSEIO_M_1Αγαπητέ Γονιέ,

Σου γράφω γιατί όσες φορές προσπάθησα να σου μιλήσω δεν με άκουγες.

Είχες υψώσει τη φωνή σαν να αγόρευες στο δικαστήριο, σίγουρος και αποφασισμένος εκ των προτέρων για την καταδίκη μου.

Αλλά όσο εσύ αγόρευες, εγώ σκεφτόμουν πως θα εξηγήσω στο παιδί σου ποιο είναι το Α και το Ω της Ζωής. Το Ω που σημαίνει και Τέλος, το έχει μέσα της, είναι το δίδυμο αδερφάκι της γέννησης. Το Α είναι μέσα στην καρδιά της, όταν ο παλμός της είναι Αγάπη.

Όσο εσύ μου κουνούσες το δάχτυλο απειλητικά, εγώ σκεφτόμουν πως θα εμφυσήσω δυνάμεις φωτοδότριες κι ελπιδοφόρες στο παιδί σου, για να αντιπαλέψει και να νικήσει τις δυσκολίες του.MOUSEIO_M_2

Όσο εσύ με ειρωνευόσουν, έστυβα το μυαλό μου να βρει τρόπους να πλησιάσω το παιδί σου ουσιαστικά, γιατί συνήθισε να ορθώνει κάστρα θυμού και να θάβει μέσα τον πολύτιμο εαυτό του, ξεχνώντας τον.

Όσο εσύ με χαστούκιζες ηθικά και ψυχικά, ανέσυρα θησαυρούς απ’ την πατρίδα Φαντασία, για να πείσω το παιδί σου να εμπιστεύεται τους ανθρώπους χαμογελώντας, αλλά και με κρίση και με φρόνηση ταυτόχρονα.

Όσο εσύ με προπηλάκιζες και πότιζες φαρμάκι την ημέρα μου ήδη από το ξεκίνημά της, με κατέκλυζε η αγωνία του αλχημιστή: θα μπορέσω άραγε και σήμερα να συγκεράσω πιθανότητες, ελλείψεις και εμπόδια για να στηρίξω τις αλήθειες του παιδιού σου;

Όσο εσύ απαξίωνες την επιστημονική μου κατάρτιση, τις δεξιότητες και τα ταλέντα μου, εγώ σκεφτόμουν σε πόση ώρα θα πάρω το αντιπυρετικό και την αντιβίωση, αφού ήρθα και πάλι άρρωστη στο σχολείο, για να μην αναστατώσω τα προγράμματά σου με την απουσία μου.MOUSEIO_M

Αγαπητέ Γονιέ,

Από σένα που είσαι πάντα δίπλα μου, που σέβεσαι, συναισθάνεσαι και εκτιμάς την προσπάθεια και τις αγωνίες μου, ζητώ μόνο συγνώμη. Ευτυχώς η δυστυχώς, σ’ αυτήν την αρένα που ονομάζεται δημόσια εκπαίδευση, ο αγώνας δίνεται πάντα υπέρ του Ασώτου. Ποτέ υπέρ ενός Στρατιώτη Αγνώστου.

Όμως σου υπόσχομαι ότι για σένα και για το παιδί σου συνέχεια θα προσπαθώ να μεταμορφωθώ. Σε στοιχείο παντοδύναμο της φύσης, Πριγκίπισσα Λουλουδένια, Βασίλισσα Λιακάδα, Νεράιδα Λίμνη, Ρήγισσα Θάλασσα, Αρχόντισσα Βροχή, Νεράιδα Ουράνιο Τόξο. Σε Βασιλιά Σύννεφο, σε Άρχοντα Μπουμπουνητό, σε Πρίγκιπα Ποτάμι, σε Ρήγα Ωκεανό. Σε Αρχόντισσα Αστραπή, σε Βασιλιά Ηφαίστειο, σε Πρίγκιπα Άνεμο, σε Βασιλιά Δέντρο, σε Άρχοντα Βουνό. Γιατί αλλιώς να κάνω δεν μπορώ. Και γιατί ξέρω πως αξίζει και πως μπορώ να τ’ αξιωθώ. Και πως θα είναι και για του παιδιού σου και για το δικό μου το καλό. Σ’ ευχαριστώ που με καταλαβαίνεις και που σε έχω αρωγό.SAKOULA_11

Η λέξη «δασκάλα»

Η λέξη «δασκάλα»
κρύβει μέσα της ένα δάκρυ και μια σκάλα.
Δάκρυ για μένα, που σου μετάγγισα ένα χρόνο την ψυχή μου.
Σκάλα για σένα, που η δρασκελιά σου έχει απότομα ψηλώσει,
γιατί αναπόφευκτα έχεις πλάι μου μεγαλώσει.

Η λέξη «δασκάλα»
κρύβει μέσα της ένα δάνειο και το «πάμε γι’ άλλα…».
Δάνειο για μένα, που θα σου χρωστώ αιωνίως το απάνεμο λιμάνι.
Το «πάμε γι’ άλλα…» για σένα,
που θα σαλπάρεις στην κοσμοθαλασσιά μ’ όλα τα σκοινιά λυμένα.SAKOULA_4

Η λέξη «δασκάλα»
κρύβει μέσα της ένα δάσος και μια γυάλα.
Δάσος για μένα, με κάθε λογής θεότητες, ξωτικά, τέρατα και σημεία.
Γυάλα για σένα, που με θόρυβο θα σπάσει,
όταν δεν θα με λες πλέον αυθόρμητα «κυρία».

Η λέξη «δασκάλα»
κρύβει μέσα της ένα «όχι δα!» και μια τραμπάλα.
Το «όχι δα!» είναι δικό σου, γιατί χωρίς αυτό δεν θα ευτυχήσεις.
Και η τραμπάλα είναι δική μου,
αφού μια πάνω και μια κάτω σκαμπανεβάζει η πυγμή κι η αντοχή μου.

Μα ένα να ξέρεις:
Όποια πόρτα στη ζωή σου κι αν χτυπήσεις,
μία δασκάλα, κάπου εκεί κοντά ή και πιο μακριά,
θα περιμένει, λιγότερο ή περισσότερο υπομονετικά,
θ’ αγωνιά, λιγότερο ή περισσότερο φανερά,
θα προσπαθεί, λιγότερο ή περισσότερο ανατρεπτικά,
ν’ αξιωθείς να την ανοίξεις.SAKOULA_5

5 Οκτωβρίου, Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών…

Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Ματώνω σαν φτεροκοπώ
για να σου ανοίξω τη μικρή, κρυμμένη θύρα.
Για να σ’ αγγίξει ο ουρανός, ο ζωοδότης ο θερμός.
Για να μην έρθει η στιγμή που πικραμένος ίσως πεις
– Τι έφταιξε και τη ζωή μου λάθος πήρα;
Δεν κρύβω όπλα. Απλή καρδιά
κι ένα αστέρι φορτωμένο έχω στην πλάτη.
Γιατί πυκνώνουν τα ανήμερα σκοτάδια
κι αυτοί που κρίνουν κι επικρίνουν μ’ άδεια μάτια.

Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Δείξε μου λίγο σεβασμό κι εμπιστοσύνη.
Δεν γράφει «θαυματοποιός»
η τσακισμένη μου ταυτότητα στην τσέπη.
Γράφει μονάχα ΠΡΟΣΠΑΘΩ
και ούτε θέλω, ούτε μπορώ,
να υποσχεθώ σε κάθε σου όνειρο μια σκέπη.
Στάσου στο πλάι μου.
Είσαι η άλλη μου η όψη.
Ήμουν εσύ, γίνε εγώ, πάρε ό,τι έχω.
Μαζί θ’ αράξουμε στο τέλος στο μιντέρι
να ξεδιαλύνουμε στο ίδιο το τραγούδι
ποιος είναι ο δάσκαλος και ποιο το μαθητούδι.

Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Λένε τη μέρα μου πως γιόρτασαν απόψε.
Μην τους ακούς. Ψέματα λεν.
Πάει καιρός που έχω να πάω σε γιορτές.
Εσύ απλά στο πέταγμά σου προσηλώσου.
Κι όταν βρεθείς ευθυτενής,
μοναχικός ταξιδευτής
στο μονοπάτι της ζωής σου, απλά στυλώσου.

SAKOULA_3

Evi_monografi

Άνοιξη στην Καισαριανή

Είναι σκληρός αυτός ο Μάρτης. Είναι τρελός αυτός ο Μάρτης. Είναι απρόβλεπτος αυτός ο Μάρτης. Είναι ευαίσθητος αυτός ο Μάρτης. Είναι γερο-παράξενος αυτός ο Μάρτης. Είναι και έφηβος αυτός ο Μάρτης. Είναι ο καθρέφτης μας αυτός ο Μάρτης.KAISARIANI_3_1

Δεν θέλω μέρα με πνευμόνια μαυρισμένα
Δεν θέλω νύχτα χωρισμένη από σένα
Δεν θέλω κόσμο σε μπουντρούμια μ’ αλυσίδες
Δεν θέλω μέλλον από άρρωστες ελπίδεςKAISARIANI_3_2

Δεν θέλω θάλασσα αν δεν φτιάχνει τρικυμία
Δεν θέλω αλήθεια που τη στέλνουν εξορία
Δεν θέλω σπίτι κλασικά επιπλωμένο
Δεν θέλω φίλους με το βίντεο αναμμένοKAISARIANI_3_3

Δεν θέλω άνοιξη με πλαστικά μπουμπούκια
Δεν θέλω ήρωες που σκόνταψαν σε λούκια
Δεν θέλω ιδρύματα για νέους που γεράσαν
Δεν θέλω χρόνια που θρηνούν για όσα χάσανKAISARIANI_3_6

Δεν θέλω εργάτες που πεθαίνουν πριν σχολάσουν
Δεν θέλω άλογα ανήμπορα να καλπάσουν
Δεν θέλω ποίηση για εύκολους πελάτες
Δεν θέλω κόκκινα φανάρια παραστάτεςKAISARIANI_3_8

Δεν θέλω σχόλια για εκείνα που έχω κλάψει
Δεν θέλω φλόγα που από πλήξη θα με κάψει
Δεν θέλω σταρ ψεύτικη λάμψη που πουλάνε
Δεν θέλω μέντορες ρουτίνα να κερνάνεKAISARIANI_3_7

Δεν θέλω στίχο και τραγούδι ξεπεσμένο
Δεν θέλω σύνορα σε χάρτη ματωμένο
Δεν θέλω δάση σα σεληνιακά τοπία
Δεν θέλω ούτε έναν νταή στη γαλαρίαKAISARIANI_3_9

Δεν θέλω είδηση να γίνεται η τιμή μου
Δεν θέλω αιτήσεις και σφραγίδες στο κορμί μου
Δεν θέλω ανόρεχτα weekends με ουϊσκυ
Δεν θέλω αγάπη πονηρή σαν οδαλίσκηKAISARIANI_3_5

Δεν θέλω επίσημη γραβάτα για επετείους
Δεν θέλω στέκια για μοναχικούς κυρίους
Δεν θέλω γήπεδα με πλήθος που αλαλάζει
Δεν θέλω τέχνη που φοβάται να αλλάζειKASARIANI_3_14

Δεν θέλω αντίσταση φτηνή, χιλιοπαιγμένη
Δεν θέλω άρνηση στη βία μαγκωμένη
Δεν θέλω κόμματα κομμάτια να με κάνουν
Δεν θέλω πόλεμο οι σειρήνες να σημάνουνKAISARIANI_3_10

Δεν θέλω είδωλα, μετάνοιες και σημαίες
Δεν θέλω σύννεφα κρυμμένα απ’ τις κεραίες
Δεν θέλω κόντρες σε στυγνά χρηματιστήρια
Δεν θέλω υπόγειες στοές και σκοπευτήριαKAISARIANI_3_15

Δεν θέλω χάπια κι αλκοόλ να με ζαλίζουν
Δεν θέλω σήριαλ το νου ν’ αποκοιμίζουν
Δεν θέλω μάρκετινγκ να κάνουν τα όνειρά μου
Δεν θέλω επώνυμο και ούγια στη χαρά μουKAISARIANI_3_11

Δεν θέλω επάγγελμα που δεν θα ’χω διαλέξει
Δεν θέλω ύποπτη να ζει κάθε μου λέξη
Δεν θέλω μάνα και πατέρα μου δυο ξένους
Δεν θέλω πόθους και καημούς βαλσαμωμένουςKAISARIANI_3_12

Δεν θέλω ιδέες σε σαγόνια καρχαρία
Δεν θέλω ακίνητα παιδιά σε συναυλία
Δεν θέλω γκρίζες Κυριακές για ξοφλημένους
Δεν θέλω ναύτες σε μουράγια καρφωμένουςKAISARIANI_3_13

Δεν θέλω χρήμα που επέπλευσε στο βούρκο
Δεν θέλω όρια στον έρωτα που σου ’χω
Δεν θέλω θύματα στην άσφαλτο τις σχόλες
Δεν θέλω μάταιες τις αποδράσεις μου όλεςKAISARIANI_3_16

Θέλω για σένα ένα ποτάμι να σκαλίσω
Μες στο κορμί του χίλιες θάλασσες να χύσω
Κι αφού δροσίσω όλες του ήλιου τις ακτίνες
Να ξετρελάνω του Οδυσσέα τις σειρήνεςKAISARIANI_3_20

Θέλω για σένα κρήνη αξόδευτη να γίνω
Κι από τ’ αθάνατο νερό μου να σου δίνω
Να μοιάσω σ’ άνοιξη, σε νύμφη, σε ιέρεια
Να σου ανάβω της αυγής τα καντηλέριαKAISARIANI_3_17

Θέλω για σένα τον εαυτό μου να ξεχάσω
Να ταξιδέψω και τη μοίρα μου ν’ αλλάξω
Να ρίξω ακόντιο να πληγώσω τη σαγήνη
Να σε μπολιάσω με του Γκάντι τη γαλήνηKAISARIANI_3_18

Θέλω για σένα κάτι αλλιώτικο να κάνω
Θέλω για σένα το πολύ απ’ το παραπάνω
Θέλω για σένα αμβροσία να ξεχειλίζω
Κι ό,τι κι αν γίνει να μην πάψω να ελπίζωKAISARIANIi_3_15

28/10/1991 τα λόγια, 06/03/2016 οι εικόνες…

Τα Παιχνίδια της Αγάπης

paixnidia_agapis_9Τα φετινά Χριστούγεννα δεν είναι σαν τα άλλα. Πόνοι μεγάλοι, πόλεμοι, εμφύλιες διαμάχες κυκλώνουν απειλητικά και ταλαιπωρούν τη γειτονιά μας. Λαοί ολόκληροι μεταναστεύουν αναζητώντας τη σωτηρία, μια νέα ζωή απαλλαγμένη από το φόβο, το θάνατο, την εξαθλίωση. Το Αιγαίο είναι γι’ αυτούς ελευθερία ή θάνατος. Κι εμείς, ανήμποροι ν’ αντιδράσουμε αποτελεσματικά και να αποτρέψουμε αυτό το θέατρο του παραλόγου, προσπαθούμε να ανακουφίσουμε τους πόνους και τη δυστυχία τους με όση ανθρωπιά μας έχει απομείνει. DIKAIOMATA_1

Η φετινή Χριστουγεννιάτικη γιορτή του 7ου Νηπιαγωγείου Νέας Σμύρνης είχε ως στόχο να ευαισθητοποιήσει τα παιδιά και τις οικογένειές τους σχετικά με το δράμα αυτών των ανθρώπων. Να ανασύρει τον καλύτερο εαυτό όλων μας, αυτόν που νιώθει πληρέστερος και αληθινότερος όταν προσφέρει και όχι όταν απαιτεί. Αυτόν που επιλέγει συνειδητά όχι να γράψει για άλλη μια φορά γράμμα στον Άγιο Βασίλη για να ζητήσει επιπλέον καταναλωτικά αγαθά, βορά στο ήδη καλοθρεμμένο Εγώ του, αλλά να μετατραπεί εκείνος σε Άγιο Βασίλη, προσφέροντας από το περίσσευμά του σε αυτούς που το έχουν πραγματικά ανάγκη. PROSKLISEIS_2

Ένα παιχνίδι για ένα χαμόγελο. Μια αγκαλιά για κάθε προσφυγάκι. Ένας λόγος παρηγοριάς και ένα βλέμμα αγάπης για κάθε κατατρεγμένο. Γιατί κανείς μας δεν ξέρει το αύριο τι θα φέρει. «Μηδενί συμφοράν ονειδίσης, κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον». paixnidia_agapis_2

Τα παιδικά παιχνίδια “ζωντανεύουν”. Εγκαταλείπουν τις θέσεις τους κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο και μπαρκάρουν μ’ ένα καράβι της γραμμής για τη Μυτιλήνη. Εκεί θα γιορτάσουν φέτος τη Θεία Γέννηση. Ζωγραφίζοντας χαμόγελα στα προσωπάκια των προσφυγόπουλων, που τόσο τα έχουν ανάγκη.MYTILHNH

Σβούρες, αυτοκινητάκια, κούκλες, μπάλες, αεροπλανάκια, λούτρινα ζωάκια και μουσικά οργανάκια θα συστηθούν στους θεατές της γιορτής, θα χορέψουν όπως μόνο εκείνα ξέρουν ενώ θα ακούγονται χαρούμενες μουσικές, θα τραγουδήσουν τα κάλαντα, θα πουν ευχές και θα πετάξουν πάνω από θάλασσες και στεριές, για να προσγειωθούν σε όλων των ανθρώπων τις καρδιές…parastasi_1

1. Καλήν ημέραν άρχοντες!
Σκοπό έχουμε δικό μας,
να σας καλωσορίσουμε
στο φωτεινό σχολειό μας.

2. Έφτασαν μέρες γιορτινές,
όπως και κάθε χρόνο,
για ν’ απαλύνουν στις καρδιές
θυμούς, λύπες και πόνο.

3. Γι’ αυτό κι αποφασίσαμε
απόψε να σας πούμε,
μια ιστορία αληθινή,
για να συγκινηθούμε!

4. Κι αρχίζουμε! Χριστούγεννα
πλησίαζαν σαν τώρα,
όταν συμβούλιο κάνανε
τα παιδικά τα δώρα.PROSKLISI_KOUKLA_2

5. Όμορφες κούκλες σαν εμάς
και λούτρινα ζωάκια
μπάλες μεγάλες και μικρές,
σβούρες, αεροπλανάκια.

6. Κι από κοντά τα βρεφικά
όμορφα παιχνιδάκια,
οι κουδουνίστρες, τα γιο γιο,
τα μουσικά οργανάκια.paixnidia_agapis_7

7. Αφού είπαν τις απόψεις τους,
κάναν ψηφοφορία.
Μια δράση αποφάσισαν
όλο πρωτοτυπία!

8. Ν’ αφήσουν το χουζούρι τους
στου δέντρου την αγκάλη
και να μπαρκάρουν σύσσωμα
για ενός νησιού ακρογιάλι.

9. Να μπουν σ’ ασημοκάραβο,
της ναυτοσύνης τάμα,
για να ’ναι καλοτάξιδο
και να γενεί το θαύμα.paixnidia_agapis_1

10. Γιατί γυρίζει ο τροχός
όπως κι εμείς οι σβούρες
και πότε φέρνει απανεμιά,
πότε ανεμοδούρες.

11. Όταν ξεσπάει ο πόλεμος
στου κόσμου κάποια άκρη,
δεν έχει ο πόνος όρια
και σύνορα το δάκρυ.paixnidia_agapis_15

12. Φαμίλιες ξεκληρίζονται,
πατρίδες ερημώνουν,
δυστυχισμένοι άνθρωποι
απ’ το μαράζι λιώνουν.

13. Άντρες, γυναίκες και παιδιά,
παππούδες και γιαγιάδες,
παίρνουν τους δρόμους να σωθούν,
από άγριους αφεντάδες.

14. Οι λύπες τους πυροβολούν,
οι φόβοι τους πληγώνουν,
τα όνειρά τους χάνονται,
οι ελπίδες τους παγώνουν.paixnidia_agapis_4

15. Εμείς μπορεί να είμαστε
μικρά αυτοκινητάκια,
μα πιο πολύ θα θέλαμε
να σώζουμε παιδάκια.

16. Να τα οδηγούμε γρήγορα
από τις βόμβες πέρα,
σε μέρη που ’ναι ασφαλή,
χωρίς καμιά φοβέρα.

17. Εκεί να τα φροντίζουνε
και να τα προστατεύουν.
Γλυκά να τα παρηγορούν
και να τα συντροφεύουν.

18. Μαζί να ταξιδεύουμε
σε πίστες ζαχαρένιες,
εκεί που δεν κυκλοφορούν
καημοί και μαύρες έννοιες.paixnidia_agapis_5

19. Πηγαίνετε, παρκάρετε
τώρα αυτοκινητάκια.
Σειρά έχουν ν’ απογειωθούν
τα αεροπλανάκια.

20. Εμείς θα κουβαλήσουμε
σ’ όσους ανάγκη έχουν,
φάρμακα, ρούχα, φαγητό,
στις κακουχίες ν’ αντέχουν.

21. Με τ’ ατσαλένια μας φτερά
πάνω απ’ τα συννεφάκια,
ελπίδα θα μοιράσουμε
σ’ όλα τα προσφυγάκια.paixnidia_agapis_6

22. Θα μεταφέρουμε γιατρούς,
δάσκαλους, νοσοκόμους,
για να εφαρμόσουν άμεσα
της ανθρωπιάς τους νόμους.

23. Κιβώτια και αποσκευές
μ’ εφόδια γεμάτες,
για να ’χουν να πορεύονται
στης ξενιτιάς τις στράτες.

24. Μήπως γλυκάνει ο πόνος τους,
μήπως και ξεχαστούνε,
μέχρι να πάψει το κακό,
κι άσπρη μέρα να δούνε.MITILINI

25. Όλα του κόσμου τα παιδιά
τις μπάλες αγαπούνε.
Ορίστε, φτάσαμε κι εμείς!
Θα μας καλοδεχτούνε!

26. Εμείς θα τα αφήσουμε
γερά να μας κλωτσήσουν
κι όλες τις στενοχώριες τους
ευθύς να λησμονήσουν.

27. Μπάσκετ μαζί θα παίξουμε
σ’ αυλές χωρίς αγκάθια.
Κορίτσια αγόρια στη σειρά
θα βάζουνε καλάθια!AGGELAKIA_2

28. Κι όταν θα πάνε στο σχολειό,
όπου ριζώσουν πάλι,
τα προσφυγάκια θα ’χουνε
μια μπάλα στην αγκάλη.

29. Η μπάλα θα ’ναι αφορμή
νέους φίλους να βρούνε,
όταν λεξούλες άγνωστες
δεν θα μπορούν να πούνε.

30. Μα και στο προσκεφάλι τους
η μπάλα θα θυμίζει
πόσο η ζωή είναι όμορφη
και θα τα νανουρίζει.MYTILINI_8

31. Κάντε μας χώρο, φτάνουμε!
Χτυπήστε παλαμάκια!
Είμαστε τα τσαχπίνικα,
τα λούτρινα ζωάκια.

32. Και ποιο παιδί δεν λαχταρά
στα χέρια να μας πάρει,
να μας ζουλήξει τρυφερά
όπως το μαξιλάρι;

33. Μα και εμείς το θέλουμε
να κάνουμε αγκαλίτσες
με μπράτσα αγριολούλουδα
και τρυφερές μουρίτσες.paixnidia_agapis

34. Κάθε παιδί που μας κρατά,
φτιάχνει ένα σενάριο
για τη ζωή που λαχταρά,
σ’ ένα καλύτερο αύριο!

35. Κι εμείς γλυκά και απαλά
και χνουδωτά κι αφράτα,
μαζί του μαγειρεύουμε
παραμυθοσαλάτα.

36. Γιατί στις δύσκολες στιγμές
παρηγοριά μεγάλη
είναι του παιχνιδιού οι χαρές
κι η ονειρική του ζάλη.MYTILINI_7

37. Ό,τι κι αν λέτε, μόνο εμείς
τα μουσικά οργανάκια
τα καταφέρνουμε να παν
κάτω όλα τα φαρμάκια.

38. Οι κίνδυνοι αφοπλίζονται
κι οι πόνοι όλοι νικιούνται.
Μαγεύτρα είναι η μουσική,
κάνει όλους ν’ αγαπιούνται.

39. Μια κουδουνίστρα στο χεράκι,
όταν κρυώνει ή πεινά,
κάνει κάθε μικρό μωράκι
και πάλι να χαμογελά.parastasi_3

40. Ίσως ολόκληρος ο κόσμος
να γίνει παιδική χαρά,
τραγούδια αν όλοι μοιραστούνε,
δικαιώματα και αγαθά.

41. Χριστούγεννα! Παιχνίδια αγάπης,
χαρίστε σ’ όλα τα παιδιά
κι αφήστε να σας πλημμυρίσουν
αισθήματα αληθινά.

42. Ψηλά τον ουρανό κοιτάξτε,
τον δίχως τέλος και αρχή,
και ψύχραιμα αναρωτηθείτε
τι αξίζει αλήθεια στη ζωή.paixnidia_agapis_11

43. Σκέψεις κακές, θυμούς και πόνους
σβήστε τα όλα απ’ την ψυχή,
για να μπορέσει ο Χριστός μας
και μέσα σας να γεννηθεί.

44. Εδώ τελειώνει η γιορτή μας
κι αυτό που μένει τώρα πια,
είναι το να σας ευχηθούμε
ολόψυχα ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!MYTILINI_1MYTILINI_0

Οπωρικά (Οκτώβρης 2015)

Franz-Dvorak_In_The_Orchard_1912_Oil_on_Canvas-large Φθινόπωρο στον Οπωρώνα

Νύμφη είναι; Μάγισσα ή νεράιδα;
Άλλη σαν τούτη δεν ξανάειδα!
Και που πηγαίνει φορτωμένη,
φρουτολουλουδοανθισμένη;

Να τη που πρόβαλε στη στράτα
του Λαχανοφρουτοσαλάτα.
Αχ, η καρδιά του πως χτυπάει!
Λες; Λαχανοφρουταγαπάει…

– Ω, Δεσποσύνη μου, περάστε
και στο τραπέζι μου κοπιάστε!
Σαν τι τραβάει η όρεξή σας
και λαχταρά η όσφρησή σας;

Εγώ έχω ζαρζαβατικά σπουδαία!
Ελάτε! Κάντε μου παρέα!
Κερνάω φρούτα μελωμένα,
θεσπέσια αρωματισμένα!arcimboldo3-autumn-ptg-large

– Τι άλλο θ’ αντικρύσω ακόμα!
Κάστανο αψύ έχεις για στόμα.
Και -τι αστείο, τι νοστιμάδα-
για μύτη μια χοντροαχλάδα!

Για δείτε, κόσμε, παλικάρι
με μια αυτούκλα μανιτάρι!
Θαυμάστε μήλο μαγουλάκι
και ρόδι τούμπα πηγουνάκι.

Μα τι λαιμός! Καφάσι πρώτο
βολβός πατάτα και καρότο.
Μάτι ελιά σα μελανούρι.
Πιάσε ένα ουζάκι με αγγούρι!

Κοιτάξτε μούσια και μουστάκια
σαν αναμαλλιασμένα στάχια!
Μα τι; Φοράς σκουλαρικάκι;
Ξερό μου μοιάζει συκαλάκι!

– Βασίλισσά μου, δεν σ’ αρέσω;
Μωρ’ τι μας λες; Δεν θα μπορέσω!
Μια ξιπασμένη, κόσμε, κοίτα
που μας το παίζει ψηλομύτα.

– Πως; Μα δεν τρώγεσαι καημένε,
Σαλατολαχανοφρουτένιε,
μ’ αυτή τη σταφυλοπερούκα!
Μ’ άκουσες; Ή να βρω ντουντούκα;

Κορόϊδευε εσύ, γλυκιά μου,
θα το αντέξει η καρδιά μου.
Και του Φθινόπωρου τα κάλλη,
άφησε να τα εκτιμήσουν άλλοι.

Τα οπωρικά μου όλο αρνιέσαι,
και τα λαχανικά βαριέσαι,
μα θα σε δω πως θα χορτάσεις,
σαν έρθει η ώρα να πεινάσεις.

Οι πίνακες είναι των Franz Dvorak, In the Orchard και Giuseppe Arcimboldo, AutumnOPORIKA_4OPORIKA_2OPORIKA_7OPORIKA_1

Το παραπάνω ποίημα γράφτηκε σε συνεργασία με τους μαθητές μου στο Ολοήμερο Τμήμα του 7ου Νηπιαγωγείου Νέας Σμύρνης. Παρουσίασα τους δύο πίνακες και μετά, με τις κατάλληλες ερωτήσεις, πήρε μπρος η φαντασία…Τα παιδιά πρότειναν το “σενάριο”, δουλέψαμε μαζί τους στίχους λέξη λέξη παρατηρώντας διερευνητικά τις εικόνες και αυτό που απομένει είναι να το δραματοποιήσουμε και να φάμε επιτέλους τη λαχταριστή…φρουτοσαλάτα!monopati_gismonopati_nerou

Αταξίδευτη

Δεν ταξιδεύω πια παρά μονάχα εντός μου.
Καράβι οικόσιτο, λιμνάζει ο εαυτός μου.
Άλλοι ανεμίζουν την παντιέρα τους με χάρη,
μα εγώ φυλάω τ’ αντικλείδι του αρχοντάρη.

Είναι η μέρα μου πιθάρι ραγισμένο,
πότε κρασί και πότε λάδι γεμισμένο.
Τη διαμοιράζονται ομογάλακτοι και ξένοι,
ώσπου για μένα ο άδειος πάτος απομένει.

Είναι η νύχτα μου μια κουρελού βελέντζα.
Κάποιοι την κόβουν για να παίξουνε πασιέντζα.
Δεν είμαι παίκτης δυνατός να τους την πάρω,
Πορφυρογέννητη για να τους σιγοντάρω.

Τα πλήθη γύρω μου κιοτεύουν ή αλαλάζουν
κι ούτε στο ελάχιστο τον κόσμο δεν αλλάζουν.
Κι εσύ προσεύχεσαι με υψωμένα χέρια
να σκάψεις κάποτε αντί σύνορα παρτέρια.

Δεν έχω άλλη υπομονή. Φυλλορροώντας,
κοπιάζω αμίλητη. Μ’ εμπόδια αγαπώντας.
Δεν έχω φτέρωμα από φίλντισι στην πλάτη,
μα ούτε προσκύνησα ποτέ μου και την Άτη.Edward Cucuel, Στη φθινοπωρινή λιακάδα. Ιδιωτική Συλλογή.

Edward Cucuel, Στη φθινοπωρινή λιακάδα. Ιδιωτική Συλλογή.

5 Οκτωβρίου 2015, “Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών”Sandi FitzGerald

Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Ματώνω σαν φτεροκοπώ
για να σου ανοίξω τη μικρή, κρυμμένη θύρα.
Για να σ’ αγγίξει ο ουρανός, ο ζωοδότης ο θερμός.
Για να μην έρθει η στιγμή που πικραμένος ίσως πεις
– Τι έφταιξε και τη ζωή μου λάθος πήρα;
Δεν κρύβω όπλα. Απλή καρδιά
κι ένα αστέρι φορτωμένο έχω στην πλάτη.
Γιατί πυκνώνουν τα ανήμερα σκοτάδια
κι αυτοί που κρίνουν κι επικρίνουν μ’ άδεια μάτια.
Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Δείξε μου λίγο σεβασμό κι εμπιστοσύνη.
Δεν γράφει «θαυματοποιός»
η τσακισμένη μου ταυτότητα στην τσέπη.
Γράφει μονάχα ΠΡΟΣΠΑΘΩ
και ούτε θέλω, ούτε μπορώ,
να υποσχεθώ σε κάθε σου όνειρο μια σκέπη.
Στάσου στο πλάι μου.
Είσαι η άλλη μου η όψη.
Ήμουν εσύ, γίνε εγώ, πάρε ό,τι έχω.
Μαζί θ’ αράξουμε στο τέλος στο μιντέρι
να ξεδιαλύνουμε στο ίδιο το τραγούδι
ποιος είναι ο δάσκαλος και ποιο το μαθητούδι.
Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Λένε τη μέρα μου πως γιόρτασαν απόψε.
Μην τους ακούς. Ψέματα λεν.
Πάει καιρός που έχω να πάω σε γιορτές.
Εσύ απλά στο πέταγμά σου προσηλώσου.
Κι όταν βρεθείς ευθυτενής,
μοναχικός ταξιδευτής
στο μονοπάτι της ζωής σου, απλά στυλώσου.

Οκτώβρης

Νωχελικά το μάνταλό μου έκρουσες
και κάτι θέλεις να μου πεις…
Μ’ ανάσα αγιάζι και ώμους ξέσκεπους,
σαν ζαβολιάρικα μικρά καλοκαιράκια,
βγήκες στη γύρα. Καμαρώνω και φοβάμαι.
Μια αγκαλιά οπώρες η ανυπότακτη καρδιά σου.
Χέρι απαλό μα στιβαρό, όλο υποσχέσεις.
Κι αυτό το βλέμμα σου, σειρήτι ατλαζένιο,
γλυκά, επικίνδυνα, σαϊτεύει την ψυχή μου.
Μοιάζεις ανίσχυρος, μα κραταιός βαδίζεις.
Και σε προσμένω αλαφροπάτητα τρυγώντας
ζυγούς ονείρων που δεν χόρτασαν ταξίδι.
Καλώς μας όρισες, Οκτώβρη ανεμοπόρε.boy-with-a-basket-of-fruit_CARAVAGGIO

Καραβάτζιο, Αγόρι με καλάθι φρούτων

Σεληνιακόν (και ολίγον σατυρικόν…)

Μου φέρνεις πονοκέφαλο
και με πετάς σε δίνη.
Καρφιά σκορπάς στο αίμα μου,
αρχόντισσα Σελήνη.

Γεμίζεις και κορδώνεσαι
και καταντάω ράκος.
Εσύ μια Νύμφη ανύμφευτη
κι εγώ σκυφτός γεράκος.

Ζωγράφοι σε υμνολογούν,
αοιδοί σε εκθειάζουν.
Μα εμένα τα τσαλίμια σου,
Κυρά μου, με ματιάζουν!

Εκλιπαρώ σε, μέριασε
για να ηρεμήσει η Νύχτα.
Τα δίχτυα σου τ’ ακοίμητα
σ’ άλλον πλανήτη ρίχ’ τα.

Αχ φεγγαράκι μου λαμπρό
κι αξόδευτο αργύριο
που με κοιτάς αφ’ υψηλού,
μη με κερνάς μαρτύριο!

Με μάραναν, με σώριασαν
οι φάσεις κι οι γητειές σου.
Δρεπάνι μισοφέγγαρο
θερίζουν οι ματιές σου.

Θωρώ σε και ζαλίζομαι.
Με ζώνουνε τα φίδια.
Τα κάστρα μου όλα καταλείς.
Θρηνώ στ’ αποκαΐδια.

Γιατί κοκκίνισες, καλέ;
Σε θύμωσε ο καθρέφτης;
Εσύ είσαι η Εκλαμπρότατη
κι εκείνος είναι ψεύτης.

Πανσέληνέ μου έρωντα
και φιλντισένιο δάκρυ,
συμμάζεψε τα κάλλη σου,
να βρω απόψε άκρη.

Τα βλέπεις; Με κουζούλανες!
Σεληνιασμένη τρέχω
να μπω στο καβουκάκι μου,
γιατί άλλο δεν αντέχω.

Σβήσε και σύρε στο καλό
να πάψουν οι αντάρες,
γιατί μας ξεθεώσανε
του Πάνα σου οι κιθάρες.

Μα τι σου λέω; Φύρανε,
σκόρπισε το μυαλό μου.
Χωρίς εσένα δεν μπορώ.
Τον χάνω τον εαυτό μου!

Μη! Μη μου πάθεις έκλειψη!
Στάσου στο παραθύρι.
Κι εγώ θα χτίσω απ’ τη γη
στον ουρανό γιοφύρι.

Αλήθεια! Θα εκτοξευτώ
με πύραυλο κοντά σου,
να θέσω ν’ αποκοιμηθώ,
Σελήνη, στα μαλλιά σου!serifos

Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί…

Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
γεννούν το τέλος, ιστορούν τη νέα αρχή
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
λάμπουν στον ήλιο, ξεθωριάζουν στη βροχή
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
είναι του Έρωτα η αλήθεια κι η σιωπή
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
πάντα θα υπάρχουν. Κι όταν λείψω εγώ κι εσύ
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί…ALSOS_27092015fthinoporo_1

Εποχικό

Κάθε που αστράφτεις κρασοπότης και αγέρωχος
Κράτα μου λίγη γενναιότητα στο κεμέρι σου
Δεν περιμένω πια κουράγιο απ’ τα σύννεφα
Βρέχουν λιπόσαρκες Δαναΐδες και οδύνη
Όμως εσύ φιλεύεις πλούσια τ’ ακροκέραμα
Πρόσωπα αέρινα, σιωπή και ώχρα αθάνατη
Έχεις παλάμη χαϊδεμένη από αγάπανθους
Και δεν υπέκυψες στης λήθης τα κεντρίσματα
Μη με ραγίζεις. Για ουρανό έχω τη σκέπη σου
Κι όμως λυγώ και παραπαίω σαν συλλογίζομαι
Τους στρατοκόπους που αδίκως κλυδωνίζονται
Σε μαύρες θάλασσες πενθώντας τις πυξίδες τους
Μη με σκορπάς. Για ρίζα έχω την ανάσα σου
Δεν υποφέρεται η λύσσα και το όνειδος
Των συρφετών που καπηλεύονται όσα αγάπησα
Γιατί ως αγέλη έχουν μάθει να θηρεύονται
Στάξε μου βάλσαμο. Χρυσά φυλλώματα προσκάλεσα
Να μου αγκαλιάσουν κάθε δάκρυ αλαφροΐσκιωτο
Μήπως σωθούν οι κεραυνοί και δω ορίζοντα
Έλα, Σεπτέμβρη μου. Κοντά σου πάλι αγρύπνησα.September_Stefanidi

 

 

 

 

 

 

Fhinoporo_EKEDISY_1

Plaka_AeridesWINSLOW_HOMERΟ υπέροχος Σεπτέμβρης είναι της Photini Stephanidi, η λεπτομέρεια με το χέρι που κρατά φθινοπωρινά φρούτα με μάγεψε σε οροφογραφία στο κτήριο που στεγάζει το Εκεδισυ ) Εθνικό Κέντρο Έρευνας & Διάσωσης Σχολικού Υλικού, τα ακροκέραμα τα φωτογράφησα σε κτήριο στους Αέρηδες στην Πλάκα και ο πίνακας Gathering Autumn Leaves είναι του Winslow Homer.

Το Πρόσωπό μου

Το Πρόσωπό μου είναι η Γαία που διασχίζεις,
καθώς το άλλο σου μισό να βρεις πασχίζεις.
Είναι εργοτάξιο ασυγκράτητων ερώτων
και ησυχαστήριο κουρασμένων καμαρότων.

Στο Πρόσωπό μου τη μορφή του εσύ δίνεις,
κάθε φορά που με μεθάς χωρίς να πίνεις.
Δεν αντιστέκομαι. Ελεύθερος καλπάζεις
κι αν θέλουν τ’ άστρα, εκπληρώνεις όσα τάζεις.

Απ’ του Προσώπου μου το φως και το σκοτάδι
αντλείς το ράπισμα, το αντίδωρο, το χάδι.
Δεν είμαι ακίνητη, μα στέκομαι σιμά σου,
χωρίς ν’ ανήκω αμαχητί στα υπάρχοντά σου.

Μες στου Προσώπου μου τ’ ολάνθιστο περβόλι
άλλοτε εργάζεσαι και άλλοτε έχεις σχόλη.
Βαθιά αρμενίζεις στο ασπράδι των ματιών μου
κι άγκυρα ρίχνεις στο πιο ωραίο χαμόγελό μου.

Το Πρόσωπό μου είναι καμβάς σφιχτοπλεγμένος.
Κάθε του ίνα κι ένας λόγος ταιριασμένος.
Και σ’ αγαπώ. Μα εσύ να μην εφησυχάζεις:
Κafisa me 30 nikitesαθρέφτης γίνεσαι Πρόσωπο σαν κοιτάζεις…

Γενέθλια δήλωση

Μεγαλώνω μικραίνοντας
Για να χωράω στους στήμονες των λουλουδιών
Και να με σοδιάζουν στη σάλα τους θριαμβεύτριες οι μέλισσες

Μεγαλώνω μικραίνοντας
Για να κουρνιάζω στα στήθη των αποδημητικών πουλιών
Και να τρυγούν τρυφερότητα οι σκονισμένες αγκαλιές των ανέμων

Μεγαλώνω μικραίνοντας
Για να εναγκαλίζουν τις πολεμίστρες των παιδιών
ελπιδοφόρων σηματωρών οι χαρμόσυνες ανταύγειες

Μεγαλώνω μικραίνοντας
Για να ποντίζομαι ως όστρακο μυστικής ανασκαφής
Στης αγάπης το πηγάδι το αστείρευτο κι άπατο

Μεγαλώνω μικραίνοντας
Για να θυμούνται οι σιωπές την αντίσταση
Των προγόνων που έζησαν κοπετούς μα και θαύματα

Μεγαλώνω μικραίνοντας
Για να σπουδάζω τον εαυτό μου ακέραιο
Μινιατούρα ενός λιόκλαδου σε παλιό ευαγγέλιοMOUSEIO_KYKLADIKHS

Οι φωτογραφίες είναι από την Έκθεση Παιδικής Ζωγραφικής με τίτλο «5000 ζωγραφιές, ένα κυκλαδικό κεφάλι», που θα εγκαινιαστεί στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, στην Αθήνα, την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου, ώρα 18.00-21.00.

Σεπτέμβριος 2015

Loytra-talara-Astypalaia_1Και να ο Σεπτέμβρης! Όλο γλύκα, αναμαλλιάρης, ροβολάει στα σοκάκια μ’ ένα τσαμπί αγιωργίτικο στο χέρι και με τη βούργια του την υφαντή στον ώμο. Μέσα τετράδιο τσίλικο, κοντύλι φρεσκοξυσμένο και ψωμοτύρι δεμένο κόμπο στο μαντήλι, για δεκατιανό. Περνώντας έξω από την εκκλησιά, χτυπάει την καμπάνα. Αρχή της Ινδίκτου, κοπιάστε χριστιανοί για να λειτουργηθείτε. Να ευχηθείτε καλή πρωτοχρονιά, πλούσια σοδειά, να φιληθείτε.

“Ἀρρήτῳ πάντα ὡς Θεῷ ποιήσαντι σοφίᾳ, ἰσχύι τε παντουργικῇ διασῴζοντι πάντα, τὸν ὕμνον δέει ἐκ ψυχῆς προσάγομεν, ἐντρόμως δυσωποῦντες, παρασχεῖν εὐφορίαν τῇ γῇ, ἐν τῇ σήμερον ἐτησίῳ ἀπαρχῇ, παντὸς ῥυσθῆναι δυσχεροῦς, ὁρατῶν καὶ ἀοράτων δυσμενῶν, ἐν ταῖς αἰσίαις κράζοντες περιόδοις· εὔφορον πᾶσι τὸ ἔτος χορήγησον Κύριε”…

Κατηφορίζοντας, κλείνει ο Σεπτέμβρης το τσακίρικο το μάτι στη Μαριώ και κόβει απ’ το γλαστράκι της στο γαλανό περβάζι ένα κλωνί βασιλικό. Με μυρωμένο αυτί στέκει, θωρεί το κύμα και παρακαλεί:

Κάνε, κύρη μου Χρόνε, να ταξιδέψουμε αγάλια αγάλια, σαν τα πετούμενα που αποδημούν για τα ζεστά και σαν πρωτόμπαρκα, ατίθασα παιδιά. Και πάνω απ’ όλα κάνε να ταξιδέψουμε αγκαλιά…

Εικόνα: Από τα Λουτρά του Ταλαρά στη μαγευτική Αστυπάλαια.Axinosdelfiniafykiavythos

Αν ήμουν όνειρο

Αν ήμουν όνειρο

Θα εισχωρούσα στο μεδούλι των κυμάτων
για ν’ αγγίξω το φτερούγισμα του ταξιδιού

Θα χάιδευα μ’ ανάσες σκιές τις σμαραγδένιες φυκιάδες
για να ριγήσουν οι αποκοιμισμένοι αμφορείς

Θα τρυγούσα αφροσταλίδες από το ερωτοπαίγνιο των δελφινιών
για να μυρίζουν κατευόδιο οι πρωτόμπαρκοι

Θα κεντούσα με χρυσοκλωστές κάθε μοναχικό αστερία
για να ντυθεί με παραμύθι το πικραμένο προσφυγάκι

Θα πόντιζα φεγγαροκορφές στα καταγώγια του Ωκεανού
για να ελπίσουν τα σκοτάδια του στο ανέφικτο

Θα κούρσευα μια πλωτή Ιθάκη και θα σε ενθρόνιζα
για ν’ αρμενίζεις χαμογελαστός κάθε στιγμή κι αιωνιότητα

Αν ήμουν όνειρο…

Μα είμαι μονάχα η Νηρηίδα της διπλανής πόρτας
που αύριο θα αναδυθεί υποχρεωτικά
για να χτυπήσει κάρτα στη σκληρή πραγματικότηταthranio

Σχολικό

Αν είχα μια τεράστια γομολάστιχα
απ’ όλα των ανθρώπων τα κατάστιχα
θα έσβηνα μονάχα μια αράδα:
αυτήν που περιγράφει τον Καιάδα.

Αν είχα ένα πελώριο τετράδιο,
θα στο ’δινα να το ’χεις για σκιάδιο.
Όποτε σκότη ή λιοπύρια σ’ απειλούνε,
να το ανοίγεις και μαζί σου να γελούνε.

Αν έβρισκα μια πένα γιγαντιαία,
στην κορυφή της θα στερέωνα σημαία,
να τη θωρούν από παντού οι πονεμένοι
και να θυμούνται πως η ελπίδα δεν πεθαίνει.

Μα είμαι ακόμη μαθητούδι, ένα πρωτάκι,
του Πρωτομάστορα το κούτσικο τσιράκι.
Γίνε εσύ τετράδιο, γομολάστιχα και πένα,
τα μαθημένα σου να δείξεις και σε μένα.ΜΟΥΣΕΙΟ_ΣΧΟΛΕΙΟ

 

 

 

 

 

 

Οι φωτογραφίες είναι από το Εκεδισυ ) Εθνικό Κέντρο Έρευνας & Διάσωσης Σχολικού Υλικού και από το Μουσείο Παιδείας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Χρόνος Ανθοφόρος

Από την ίδια ρίζα δες
πως ξεπροβάλλουν τρεις γενιές:
μπουμπούκι, νιούτσικο ανθάκι,
ξεφουντωμένο γεροντάκι.

Ένας ο δρόμος, ο κορμός,
μοναχικός σαν εαυτός.
Κλαδιά τ’ ανέμου τα όνειρά του,
ανάσες στέλνουν στην καρδιά του.

Μήπως ο Χρόνος είναι μια
πανώρια τριανταφυλλιά,
που η ομορφιά της σε θαμπώνει,
μα ξέρει και να σ’ αγκυλώνει;

Ας είναι. Εσύ να μη διστάζεις
φως και αγάπη να της στάζεις.
Μόνο έτσι δένει ο καρπός της,
που ’ναι η αλήθεια και το βιος της.

Κι όταν σιμώσει η στιγμή
που θα λιπάνεις τη σιωπή,
τη ροδωνιά μη λησμονείς:
όπου βρεθείς, ν’ ανθοφορείς…3epoxes

Αρχαία Αγορά

Όσες φορές κι αν περπατάω
εκεί που απέραντα αγαπάω,
κάθε ματιά μου είναι σκαλίδι,
φιλοπερίεργο σαμιαμίδι.

Χώμα και μάρμαρο ανθισμένο,
πράσινο αψύ, ηλιοκαμμένο,
φτιάχνουν εξαίσια τοπία,
ζώντα για με, γι’ άλλους μνημεία.

Στην αγκαλιά τους γαληνεύω
κι αφήνομαι να ταξιδεύω.
Φαντάζομαι πως ζωγραφίζω,
όσα ν’ αξιωθώ ελπίζω.

Τριγύρω ο κόσμος τετερίζει
σαν τζίτζικας που ζουζουνίζει
κι αυτή ακριβώς είν’ η χαρά του:
να εκλύουν φως τα όνειρά του.AGORAARXAIA_AGORA_4

Σελήνη

Άλλοι μεθούν με το φεγγάρι,
κι άλλους φαρμάκια τους τρατάρει.

Άλλοι είναι ήρωες σε ρομάντζο
κι άλλοι αργοσβήνουν σ’ ένα ράντσο.

Αχ ξελογιάστρα εσύ, Σελήνη,
ποιος θα γλυτώσει απ’ τη σαγήνη;

Η φωτεινή σου η οπτασία
μια σκοτεινή κρύβει εξουσία.

Όποια σου όψη κι αν διαλέξω,
το ερώτημα είναι: θα αντέξω;Donato_Creti_Selini

Πίνακας: Donato Creti, Σελήνη

rosmarinus_officinalisjpgΜωβ

Αν θέλεις να ‘μαστε μαζί,
ποτέ μην πεις “για πάντα”,
είπε τ’ αρισμαρόπαιδο
στην όμορφη λεβάντα.

Το “πάντα” μοιάζει σύννεφο
με ποταμούς γεμάτο
κι ώσπου να δέσει το φιλί,
βρέχει κι είναι φευγάτο.

Γι’ αυτό “ή τώρα ή ποτέ”
να λες στον έρωτά σου
και ο κρυφός του θησαυρός
θα γίνει κόσμημά σου.

 

 

lavandulaangustifolia

Δέηση

Το δοιάκι σου το έστρεψες σε ρότα ποταμίσια,
με βήμα απτάλικο, βαρύ, κοίτη να στρώσεις ίσια.

Κι είχες αντίκρυ επτά κορφές, γριές ρυτιδωμένες,
απ’ άγρια χειμαρρόπουλα βαθιά χαρακωμένες.

Κι είχες ξοπίσω ηλιάτορα σα ρουμπινένιο δίσκο,
του Παντοκράτορα το γιο, του Διγενή τον ίσκιο,

που ως έσμιγε τη θάλασσα, τα στήθια της κοχλάζαν
και τη ζωή με θάνατο, τζόγια μου, την αλλάζαν.

Κι όταν μπρούσκο δοκίμασες στο καπηλειό της Δύσης,
φωνάζανε τα μάτια σου, μάτια μου, μη μ’ αφήσεις.

Πώς να σηκώσω αυτό το φως, πλαντάζει η ψυχή μου.
Μαχαίρι ο κόσμος στην πληγή κι είν’ η πληγή κορμί μου.

Τι από μικράκι γύρευα μια Παναγιά για να βρω,
να ξαποσταίνει στον αφρό, να σεργιανά στον κάμπο.

Απ’ όπου και να την κοιτώ, να με θωρεί κατάματα
και να μη ξελογιάζεται απ’ όρκους κι από τάματα.

Μονάχη να πορεύεται, Ελπίδα κι Αμαζόνα.
Με μια μονάχα δρασκελιά σ’ άλλο να μπαίνει αιώνα.

Κι όποτε αγρίμι αφουγκραστεί σε δόκανο πιασμένο,
από κακό κι απ’ άδικο να σκούζει λαβωμένο,

Λάμια ευθύς να γίνεται, Νέμεση εκδικήτρα
και τον καρκίνο ν’ αφαιρεί απ’ της ζωής τη μήτρα.Panagia_2Panagia_1

Εικόνες: Παναγία Γλυκοφιλούσα, 12ος αιώνας, Αθήνα, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο και Παναγία Φιλουσιώτισσα (1570) από τον ιερό ναό Αγίας Μαρίνας Κελοκεδάρων Πάφου

 

 

 

 

 

 

 

 

Σαν παραμύθι…(απόσπασμα)

“…Είχε πια σκοτεινιάσει και το στρείδι κούρνιασε στο βράχο του αποκαμωμένο από την ένταση της ημέρας και γρήγορα αποκοιμήθηκε. Τότε είδε ένα όνειρο, από αυτά που όταν ξυπνάς συνεχίζεις να τα θυμάσαι και να τα σκέφτεσαι.

Έγινε, λέει, σεισμός στη θάλασσα και τα πάντα ανατράπηκαν: ό, τι βρισκόταν πάνω, πήγε κάτω. Ό,τι ήταν προσκολλημένο, απελευθερώθηκε. Ό,τι ήταν πολύχρωμο έγινε άχρωμο. Ό,τι ήταν θηρευτής έγινε θήραμα. Κι ό,τι ήταν ασφαλές, «μετακόμισε» στην πιο μεγάλη ανασφάλεια.

Το στρείδι αποκολλήθηκε βίαια από το βράχο του και βρέθηκε να κλυδωνίζεται σαν ακυβέρνητο βαρκάκι στον αφρό. Και πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, παρασύρθηκε από τα ρεύματα στα βάθη του ωκεανού. Το καινούργιο του περιβάλλον το φόβιζε και ταυτόχρονα το γοήτευε. Τη μια στιγμή σκεφτόταν ότι ήταν ένα στρείδι με αλλιώτικη μοίρα από τη μοίρα των άλλων στρειδιών. Αυτή η σκέψη το έκανε να νιώθει ικανοποίηση και μια ψίχα υπεροψία. Και την άλλη στιγμή βυθιζόταν στην πιο μεγάλη απελπισία, γιατί δεν ήξερε πως να επιβιώσει σ’ ένα περιβάλλον άγνωστο για τα μέχρι τότε δεδομένα του. Ο ωκεανός δεν έμοιαζε σε τίποτα με την αγαπημένη του ακτή. Φαινόταν απρόσιτος και το στρείδι συνειδητοποίησε με λύπη ότι εδώ δεν είχε κανένα φίλο.

Ξαφνικά άκουσε ένα υπόκωφο βουητό και το ρυθμικό πλατάγισμα από δυνατά πτερύγια. Ήταν μια γαλάζια φάλαινα θεόρατη σα βουνό και ευλύγιστη σα φίδι, παρά τον τεράστιο όγκο της. «Μα τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα, έφτασε το τέλος μου. Το δίχως άλλο η φάλαινα θα με καταπιεί…», σκέφτηκε τρομοκρατημένο το στρείδι. Η φάλαινα πλησίαζε απειλητικά, εκτοξεύοντας με ρυθμό το σιντριβάνι της. Το στρείδι έλεγε την προσευχή του και παράλληλα αγωνιζόταν να ξυπνήσει, για να μην ονειρευτεί τη στιγμή του θανάτου του. Τότε έγινε κάτι αναπάντεχο.

«Τώρα εσύ κλείστηκες ερμητικά στον εαυτό σου και άλλαξες δέκα χρώματα από το φόβο σου, γιατί είσαι σίγουρο ότι θα σε κάνω μια χαψιά και όλα θα τελειώσουν εδώ. Αλλά εγώ θα διαφωνήσω. Μπας και νομίζεις ότι είσαι κανένας καταπληκτικός μεζές; Ή μήπως φαντάστηκες πως εγώ ανοίγω απλώς τη στοματάρα μου και καταπίνω ό,τι κυκλοφορεί σε ακτίνα μισού χιλιομέτρου; Όχι αγαπητό μου στρείδι, δεν θα σου κάνω τη χάρη να σε φάω! Θα μου χαλάσεις τη γεύση, γιατί είσαι ξένο σώμα στο δικό μου κόσμο. Άντε, τράβα το δρόμο σου, αν καταφέρεις ποτέ να τον βρεις, έτσι που κυκλοφορείς επτασφράγιστο. Γύρνα στα λημέρια σου. Και να θυμάσαι: το δύσκολο στη ζωή είναι να μη φαγωθείς. Αν φαγωθείς, καθάρισες!…», μουρμούρισε με στόμφο η φάλαινα. Και κάνοντας μια εντυπωσιακή κατάδυση, χάραξε ρότα προς το βορρά. Τότε ήταν που το στρείδι, απορημένο, ξύπνησε. Και άρχισε να σκέφτεται το παράδοξο αυτό όνειρο…”…

(c) Manchester City Galleries; Supplied by The Public Catalogue Foundation

(c) Manchester City Galleries; Supplied by The Public Catalogue Foundation

Ταξιδεύοντας (Καλοκαίρι 2015)

Molos_Porto_XeliΆλλος δένει για να μείνει κι άλλος λύνει για να φύγει. Αυτό είναι το ταξίδι…Κι η σοδειά του λέξεις, εικόνες, αναμνήσεις. Τροφή για τα δύσκολα. Βάλσαμο μπροστά στα αναπόφευκτα. Πόρτο Χέλι, Ερμιόνη, Σπέτσες, Ναύπλιο…Η ομορφιά είναι παντού. Κυρίως στα ταπεινά, τα καθημερινά, τα τοπία της διπλανής πόρτας. Αρκεί να έχεις τα μάτια να τη δεις…Αρκεί να μπορείς να σκύψεις, να σιγανέψεις μια στιγμή, να στερεώσεις το χρόνο στην καρδιά σου και να την δεχτείς. Και του χρόνου να είμαστε όλοι καλά, ν’ ανοίξουμε πανιά…

Alain_Botton

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

“…Τα μάτια μου ατένισαν προσεκτικά το τοπίο. Δεν αναζητούσα κάτι συγκεκριμένο: δεν έψαχνα να βρω άγρια ζώα, ούτε σπίτι για διακοπές, ούτε αναμνήσεις. Το κίνητρό μου ήταν απλό και ηδονιστικό: επεδίωκα να δω την ομορφιά. Σαν να ζητούσα ενδόμυχα από τα λιόδεντρα, τα κυπαρίσσια και τους ουρανούς της Προβηγκίας να μου ευφράνουν την καρδιά και να με αναζωογονήσουν…”.

Αλαίν Ντε Μποττόν, Η τέχνη του ταξιδιού, εκδόσεις Πατάκη, 2005VanGog_ElaionasVanGog_TherismosVanGog_1VanGog_Topio

Μοναδικά μάτια – τοπία του Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Nafplio_Aginor_AsteriadisΝαύπλιο

Ένα μπαλκόνι γύρεψα
για να σταθώ μια στάλα,
να ψάξω του ορίζοντα
τα μάτια τα μεγάλα.

Να βρω κυρά καλόγνωμη
γλυκό να με τρατάρει
και καλοτάξιδο σκαρί
μαζί του να με πάρει.

Να μη βαραίνουν πάνω μου
οι θύμησες τ’ αλάνια
και πάντα ελαφροπάτητη
να σεργιανώ στα χάνια.

Να μπαινοβγαίνω απόρθητη
σε κάστρα γρανιτένια,
να ξαποσταίνω γελαστή
σε πλουμιστά μπεντένια.

Κι όταν ζητήσω το φιλί
του Διγενή Ακρίτα
εκείνος να μη φοβηθεί
τη νίκη, ούτε την ήττα.

Ο πίνακας είναι του Αγήνορα Αστεριάδη

Ermioni_1Ermioni_3Ermioni_4Φωτογραφί-Ζωντας

Στη δίνη κάθε υδάτινης περιστροφής
και στην ανύψωση κάθε χωμάτινης στιγμής
Στην αρτηρία κάθε υπέργηρου φλοιού
και στο ατλάζι κάθε ανέφελου ουρανού
Μια γειτονιά αθανάτων για αλήθεια ευελπιστεί
κι αμετανόητα ατελεύτητα αχώριστα
ολόρθη καιροφυλακτεί.
Κι ανθεί.

Ερμιόνη, Αύγουστος 2015Ermioni_2

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ververonta_1

Της ακρογιαλιάς

Άλλο δεν έχω θησαυρό
απ’ τα χεράκια σου τα δυο.
Γαλάζιο πλέκω φυλαχτό
να πλέεις άτρωτος μ’ αυτό.

Ανασκαλεύεις τα νερά
σαν πεταλούδα που τρυγά
στάλες τ’ αθάνατο νερό
από αστείρευτο κρουνό.

Γεύεσαι αλμύρα και γελάς,
στα παραμύθια κολυμπάς,
μ’ ένα φεγγάρι για μουτράκι.
Ή μήπως μ’ ένα βοτσαλάκι;

Πες μου, πως φτιάχνεις τόσο φως;
Γιατί θαμπώνομαι ο φτωχός.
Μήπως χτυπάς μες στο γουδί
χίλια αστεράκια γιασεμί;

Δεν θα μου πεις το μυστικό;
Μεγάλωσα κι αγωνιώ…
Πως είπες; Σε χασομερώ;
Έχεις δουλειά κι εγώ φλυαρώ!

Aristeidis_VlassisΑύγουστος

Αν κοιμηθώ θα ονειρευτώ;
Αν κλάψω θα ραγίσω;
Αν σκύψω για ν’ αφουγκραστώ
το χώμα, θα ριγήσω;

Βαρύ αγώι ο θερισμός
κι εγώ λιγνό κοράσι.
Τι θα καρπίσει ο Αύγουστος
για να με ξεκουράσει;

Στον ήλιο στρέφω τη θωριά
με ασκεπές το βλέμμα.
Πες μου, Ουρανέ, πως μ’ αγαπάς
και πως δεν είσαι ψέμα.

Δεμάτιασα τους πόθους μου
και φύλαξα το σπόρο.
Δροσάτο το κατώι μου
για να του κάνω χώρο.

Κοχλάζει γύρω μου ο καιρός
ιδρώτας αχθοφόρος
κι ένα παιδί στην αμμουδιά
ο ομφάλιός του λώρος…

Ο πίνακας είναι του Αριστείδη Βλάσση

XIR416504XIR416503XIR416501Επιστρέφοντας

Ο Πόθος
Γόνος πορφυρογέννητος του Κυανού
Η Ανάγκη
Ψυχοκόρη ανεπιθύμητη του Γκρίζου
Τι είδους συνταίριασμα να μηχανευτώ
Επιστρέφοντας
Για να βαδίσω ενδυναμωμένη αν όχι ακέραια
Προς την επόμενη εγκαρτέρηση

Παρηγορούμαι μονάχα
Αποστρέφοντας το βλέμμα
Από τα θλιβερά περιεχόμενα
Τα αδίκως κατεχόμενα
Τα επικινδύνως ανεχόμενα

Που επιδεικνύονται αυτάρεσκα
ως ματαιότητα ενδεδυμένη την επικαιρότητα
Καταστρέφοντας κάθε ετερότητα
Διαστρέφοντας κάθε ωραιότητα
Περιστρέφοντας ως πούπουλο σε σκοτοδίνη
κάθε αταλάντευτο κίονα
κάθε ευπροσήγορο κτέρισμα
από εκείνα που συγκρατούν εδώ και αιώνες
αρμονικά χαρτογραφημένους θεούς και δαίμονες

Ο Πόθος
Γόνος πορφυρογέννητος του Κυανού
Η Ανάγκη
Ψυχοκόρη ανεπιθύμητη του Γκρίζου
Κι εγώ μαραίνομαι παλεύοντας ν’ αγαπηθούν
Μήπως υπάρξει επιτέλους πιθανότητα
να γεννηθεί μ’ ατσάλινη φτερούγα η Λευκότητα

Λεπτομέρειες από το έργο του Ραφαήλ Σάντσιο “Ο θρίαμβος της Γαλάτειας”Spetses_Poseidonio

Καλοκαίρι και καταχνιά…

Είμαι και Καλοκαίρι

Είμαι και βράχος είμαι κι αερικό.
Είμαι και χώμα είμαι και νερό.
Είμαι και καφέ είμαι και κυανό.
Είμαι και ρίζα είμαι και φτερό.
Να μην είμαι ο εαυτός μου δεν μπορώ.

Και όχι. Δεν λησμόνησα πως είναι Καλοκαίρι.
Μου το θυμίζει με ακατάπαυστα φιλιά τ’ αγέρι.Kostas_Grammatopoulos

Ελλάδα όπως Ελπίδα

Με κεραυνό συδαύλισα, Ελλάδα, τη φωτιά σου
να ’ρχονται ν’ απαγκιάζουνε οι λύκαινες κοντά σου.
Σε κύκλο να σε βάζουνε, μονάκριβη να σ’ έχουν,
άλλη έννοια να μην τις βαστά, εσένα να προσέχουν.
Στα μάτια σου να βλέπουνε δροσόνερα καθάρια,
άλογα να καλπάζουνε, μ’ άστρα για χαλινάρια,
κρίνα μαβιά, αμύριστα από στοιχειών ρουθούνι,
που δεν τα τσαλαπάτησε του φόβου το τακούνι
κι όλους τους θαλασσαετούς παρέκει φωλιασμένους,
στα κυανά σου βλέφαρα, σφιχτά αγκαλιασμένους.
Μικρή πατρίδα είναι η γη για το δικό σου μπόι.
Ποιοι πόντισαν τη μοίρα σου σε ζόρικο αγώι;
Στυλώσου. Εσένα διάλεξα ν’ απλώσω τη ζωή μου.
Αν με δεχτείς στο πλάι σου, θα ’ναι η μισή δική μου.
Μ’ αν προχωρήσεις μοναχή, ζωή δεν θα μου μείνει,
γιατί κι η υπόλοιπη μισή τ’ ανέμου βιος θα γίνει.
Κέντησε πάλι φυλαχτό, να μου την καρφιτσώσεις
την αύρα σου τη φωτεινή. Δεν θα μου μαραζώσεις!seaphoto2

Κατάθεση

Μία η ραχοκοκαλιά των μονοπατιών,
αναρίθμητες οι περπατησιές τους.
Νόμισα πως η ζωή μου μου ανήκει,
μα είναι αλλότρια ήθη οι πατρίδες σήμερα.
Γονατίζεις μήπως γευτείς δροσιά κι ανάπαυση,
αλλά ακράτητα κι ορμητικά τα νερά
και δεν ποτίζονται τα διψασμένα σου όνειρα.
Μπροστά σου το Αραράτ με τον κατακλυσμό του,
πίσω σου το Όρος των Ελαιών με το σταυρό του.
Κι εσύ φτεροκοπάς σαν πιτσουνάκι ανάμεσα στις Συμπληγάδες,
το δούναι και το λαβείν που κονταροχτυπιούνται αλύπητα.
Ελάχιστα δευτερόλεπτα σε χωρίζουν
από τη σωτηρία ή τη σύνθλιψη.
Κι όμως επιμένεις στο πέταγμα.
Περιπλανιέσαι επικίνδυνα στο πέρασμα.
Ποιος να κατανοήσει τη βαθύτερή σου φύση;
Δεν υπάρχουν πια μυστήρια, όλοι αναζητούν πειστήρια.
Αν είσαι πολύτιμος, είσαι το δίχως άλλο και χειροπιαστός.
Αλλιώς, βορά του πλήθους, κατανάλωση και λύση
της αχαλίνωτης υπεροψίας πριν την πλήξη.
Όμως οι ποιητές ευδοκιμούν στη μοναξιά
κι η αγάπη θέλει περισυλλογή και αφοσίωση.
Η αγάπη δεν είναι για τα πανηγύρια.
Ούτε σκοντάφτει στα τριάκοντα αργύρια.seaphoto3

Δείξε μου

Σ’ άδεια κουτιά οι ίνες της ψυχής μου
Πεινούν για μια τζούρα χαρά
Διψούν για μια μπουκιά πορφυρογέννητη αλήθεια
Εγώ δεν υπήρξα δικολάβος
Κι όμως χρεώθηκα την ευθύνη των ασώτων
Βαδίζοντας με ξάγρυπνα πάντα τα όνειρά μου
Στερήθηκα τον πλανήτη της παιδικής ηλικίας
Αμέτρητοι αδιέξοδοι μήνες η ταυτότητά μου
Του συρμού και της άγονης ελπίδας προσωπογράφοι

Τι μου ζητάτε;
Τα ρούχα μου προσφέρουν άσυλο στη φρέσκια αιθαλομίχλη
Της τιμημένης επανάστασής σας το παράγωγο
Στην Κλαυθμόνος τα περιστέρια ξεκουρδίζονται
Απεργία πείνας ή υπερωρίες στην απόγνωση;
Στρώσε το μπαϊράκι σου να κολατσίσουμε, ανέστιε αδερφέ μου
Αν δεν υπήρχες, θα έπαιρνα τη θέση σου
Πριν από σένα οι παππούδες μου την είχαν
Προσφυγιά σεσημασμένη, όχι παραμύθια
Παίξανε πόλεμο, ρίζα με ρίζα, έτσι ήταν μαθημένοι
Πότε νίκη, πότε ήττα στο αλώνι
Μα πάντοτε με τη μεριά του αδικημένου
Μ’ ακροδάχτυλα που έκαναν την ελιά να μεστώνει
Το θυμάρι να εκρήγνυται και το αμπέλι να λιγώνεται
Χρόνια κακοτράχαλα
Σήμερα αστερίσκοι στο διαδίκτυο
Για γραφικούς ιεραπόστολους του λυρισμού
Κι ασπρόμαυρες ρετρό ιστοσελίδες

Αλλά εσύ, που βρίσκεσαι, ομογάλακτέ μου;
Κάποτε μ’ εγκατέλειψες αυτάρεσκα
Για να παραστείς σ’ ένα απολιθωμένο δικαστήριο
Ήταν επείγουσα, μου είπες, η κατάσταση
Δεν σήκωνε αναβολή, μόνο θυσίες
Παράξενη η αγάπη σου
Λες και τρέφεται όταν καταστρέφεται
Επίτρεψέ μου, ωστόσο, να θλίβομαι μ’ αμετροέπεια
Γιατί η κλέφτρα ηχώ των συνθημάτων
Σ’ απέκλεισε από το ταπεινό μου μέλλον

Και δείξε μου το πρόσωπό σου επιτέλους
Ποιος θα μου ξεμάθει την ανάγκη σου;
Τελειώνουν οι χρόνοι και με ξεθεώνουν
Δείξε μου το πρόσωπό σου επιτέλουςGAITIS

Κλωθογυρίζοντας

Και πάλι θα χωριστούμε μπροστά στις τράπεζες και στα συμφέροντα.
Και πάλι θα ενωθούμε σ’ ένα γάμο, σε μια κηδεία, σε μια θεομηνία.
Γιατί στης πραγματικής ζωής τ’ απρόβλεπτα αρχεία
δεν διοικεί καμιά ανθρώπινη εξουσία.
Στον κύκλο των παραζαλισμένων ευρωπαϊκών μας αστεριών
ακόμη κι αν κατακρημνισθεί το δικό μας πεφταστέρι,
δεν θα είναι επειδή σκιάχτηκε από των Δυνατών τ’ ασκέρι,
αλλά ίσως επειδή ήρθε η στιγμή μια δίκαιη ευχή να εκπληρωθεί:
Αύριο να ξημερώσει μια άλλη εποχή.Paestum vessel (Europa and Zeus)

Αποτύπωμα

Επειδή οι γονείς έμειναν ορφανοί
από παιδιά κι από συμπόνια

Επειδή οι αγαπημένοι αποποιήθηκαν
την ωραιότητα της χαράς και το απόγειο των τέρψεων

Επειδή οι μέρες γέμισαν ψίχουλα οργής
και σπόρους ναρκισσευομένων ειδήσεων

Επειδή οι νύχτες ασπάστηκαν κλάματα
βραχυκυκλωμένων εκρηκτικών μηχανισμών

Επειδή τα μονοπάτια αλώθηκαν
από βήματα αποδιοπομπαίων στρατηλατών

Επειδή οι θάλασσες καταγέρασαν
κι αρνήθηκαν τον προορισμό τους

Επειδή τα μάτια των ιδεών εγχειρίστηκαν
για να δείχνουν απο-τρόπαια δυτικά

Επειδή οι δαχτυλιές των νηπίων στους καθρέφτες
εξαφανίστηκαν χάρη στα παντοδύναμα εκκαθαριστικά

Επειδή κι εσύ μονάχα το εγώ το κατακόρυφο
κατάφερες με αγώνα ζηλωτή να θερίσεις

Επειδή, τέλος, τα καθημερινά όνειρα έχουν εξορισθεί
κι απέμεινε γράμμα ημιτελές η πατριδογνωσία

Ήρθε η ώρα να γεννηθούν οι τρυφερές ρομφαίες
του θέρους που το καλούν και αναγέννηση
τα νευρικά συστήματα των κοιμισμένων ηφαιστείων
και τ’ απονενοημένα διαβήματα των μυθικών στοιχείων9 003

Μήνυμα

Εσείς κόβετε ράβετε με υποδιαιρέσεις νομισμάτων.
Εγώ φορώ κατάστηθα την ουτοπία των οραμάτων.
Εσείς με μορφασμούς βλέπετε μόνο και θυμούς.
Εγώ με μάτια από ανθούς κι από βυθούς.
Αν με ρωτάτε τι θ’ αφήσω στα παιδιά μου,
θα πω: ό,τι έλαβα κι εγώ απ’ τα γονικά μου.
Χίλιες φορές με την Τρελή του Φεγγαριού να ξεστρατίσω,
παρά στους Άρχοντες του Σκότους να λυγίσω.
Μην συνωστίζεστε, γνωστοί και άγνωστοί μου Εφιάλτες.
Δεν με τρομάζετε: φτερά θα βγάλω και θα πάω με τους Αντάρτες.golden_athens_vassiliou

Αρχή Καλοκαιριού 2015

Oikonomou_MixalisΠΑΤΡΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Έβγαλε χέρια ο ουρανός και ψάχνει το κορμί μου.
Με δοκιμάζει, με βροντά, να δει την αντοχή μου.

Μα εσύ, ξεσέλωτο φαρί, στο διάσελο φρουμάζεις
και τη Νηρηίδα τη ζωή απ’ το λαιμό αρπάζεις.

Για να τρομάξει, να λυθεί μπροστά σου σαν ποτάμι
κι όλοι οι φόβοι, οι άρχοντες, να ξαπλωθούν στο χράμι.

Να μη μιλούν, να μην τρυγούν τις ώρες μου, τα χρόνια,
παρά σαν στάρια ώριμα να κείτονται στ’ αλώνια.

Κι όπως ζευγάς αγέρωχος, μπαρουτοκαπνισμένος,
να δεματιάζεις τις ντροπές, τις ενοχές, το μένος

του κόσμου ετούτου που αλυχτά, κατάμονο τσακάλι,
και σαν αδέκαστος κριτής πυρώνει στο μαγκάλι

ατσάλι μαυρομάνικο με σκάλισμα στο πλάι,
για να ’ναι το σημάδεμα γλυκό σαν με χαλάει.

Ώφου και δεν σηκώνεσαι, κύρη μου, απ’ τη σκέψη,
της καταιγίδας που ’ρχεται με δάκρυα να με στέψει.

Γιατί άθελά μου ανέβηκα στης Χίμαιρας την πλάτη
κι εκείνη κρυφογέλασε και μου ’παιξε το μάτι.

Κι απέ καπνός εγίνηκε, θάλασσα αφρισμένη
κι εμένα με παράτησε πιστάγκωνα δεμένη,

μικρό καϊκι, αβάφτιστο, σ’ ονειροφάρου κάστρο,
που φέγγει κι αστραποβολεί σαν σιντεφένιο άστρο,

μα που δεν βρίσκει πουθενά βράχο για να ξωμείνει
και στου ανεμοστρόβιλου αφήνεται τη δίνη.

Εκείνου που η αγάπη του δεν είναι ελευθερία,
μα ένα συνονθύλευμα που το’ παν συγκυρία.

Μονάχη πρέπει τώρα εγώ, στο μάτι του κυκλώνα,
να λάμνω με υπομονή ως την ψυχή του αγώνα.

Κι εσύ, στις δάφνες σου αραχτός, με την κυρά Γοργόνα,
για ό,τι με πνίγει, ας μου λες πως είναι μια σταγόνα…volanakis-istof-augi

Οι πίνακες είναι των Μιχάλη Οικονόμου και Κωνσταντίνου Βολανάκη.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΕΠΟΧΙΚΟ

Στην εκπνοή του απόβραδου
παλεύει ένα τριζόνι,
με το λαρύγγι ακοίμητο,
σαν το σουγιά στη ζώνη.

Χτυπιέται και ωρύεται
μπας κι έρθουν ενισχύσεις,
μα είναι η ώρα που άπαντες
βλέπουνε τις «ειδήσεις».

– Ξυπνήστε από το λήθαργο,
μοντέρνοι εικονολάτρες,
τελώνες στήνουνε χορό
σε κυρτωμένες πλάτες.

Του κήπου σας τ’ αγιόκλημα
πεθαίνει από καρκίνο
και ο Μεγάλος Αδερφός
στα μπαρ κερνάει κινίνο.

Στα νύχια του απόβραδου
σώπασε το τριζόνι.
Κακό σπυρί η αστοχασιά
και τη ζωή ακυρώνει.Natalia_Mela_Mpenaki_Anadromiki

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα υπέροχα γλυπτά είναι της μοναδικής Ναταλίας Μελά.

Αλεξάντερ Μουτάφοφ 1ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ

Μια θάλασσα ασφυκτιά στα δάχτυλά μου
Μαγκώθηκε εκεί πολύ πριν γεννηθώ
Όταν τα δάχτυλά μου ήταν ακόμη ρίζες
Αναμαλλιάρες και ξεκούμπωτες
Και κανάκευαν το έδαφος με ζήλο απροκάλυπτο
Για να στερεωθούν στην πάλλουσα καρδιά του

Πότε βρυχάται η θάλασσα
Τόσο διακριτικά
Σαν να βαδίζει στα νύχια σε κάμαρα παιδιού που λαγοκοιμάται
Και πότε σωπαίνει η θάλασσα
Τόσο κραυγαλέα
Που τα πουλιά της είναι αδύνατο να κοιμηθούν

Κοιτάζω τα δάχτυλά μου και τρομάζω
Κοιτάζω τα δάχτυλά μου κι ονειρεύομαι

Ότι ο τρόμος θα τεμαχίσει σε αμέτρητα κυβικά όνειρα τη θάλασσα
Ότι τα όνειρα θα εκβάλλουν στη θάλασσα αμέτρητους πρόσφυγες τρόμους

Τότε αρρωσταίνει ο καθρέφτης μου
Παράγει είδωλα όπως τα επιθυμούν οι εθελοτυφλούντες
Με προκαλεί να τον ραγίσω
Αλλά μια αμείλικτη γροθιά στο κρύσταλλο
Θα ελευθερώσει πορφύρες και ψέματα
Περιπλανώμενους μύστες και θηρία πεινασμένα για πληγές
Κι η θάλασσα θα εγκαταλείψει για πάντα τα δάχτυλά μου

Γιατί, ως γνωστό, το αίμα νερό δεν γίνεται.Panagiotis_Tetsis_1

Οι πίνακες είναι των Αλεξάντερ Μουτάφοφ και Παναγιώτη Τέτση.

Parthenos_1ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Πότε δελφίνι στον αφρό, πότε βυθού κοράλλι
κάνω την περαντζάδα μου στην εδική σου αγκάλη.
Το πρώτο χνάρι της αυγής με βρίσκει στην καρδιά σου,
μα με τα σουρουπώματα χάνομαι από κοντά σου.
Φιλί τ’ αλαφροΐσκιωτου είν’ το φιλί που δίνω.
Πέρασμα ο κόσμος, μάτια μου, δεν έχω που να μείνω.
Εγώ όταν γεννήθηκα, δεν ήταν καλοκαίρι
και τα πουλιά χωρίζανε απ’ τ’ ακριβό τους ταίρι.
Τ’ άστρο που με σημάδεψε, γυναίκα είναι μόνη.
Μια Αμαζόνα τ’ ουρανού, των βράχων μια ανεμώνη.
Αλάργα στέκει και θωρεί τα πλάτη και τα μήκη
και τους εννιά της εαυτούς περνάει από δίκη.
Μες στου καημού το διάσελο βγαίνει και σεργιανίζει,
με βήμα αργό και σέρτικο πορεία ζωγραφίζει.
Κι έχει γι’ απανωβλέφαρο του πόθου το αγκίστρι:
σ’ όποιον λαθέψει και πιαστεί, του βάζει το καπίστρι.
Κι αυτός ξεχνάει τον τόπο του, ξεχνάει τ’ όνομά του.
Τη νύχτα κάνει μέρα του, τη θάλασσα στεριά του.
Του λόγου της, η αρχόντισσα, της μοίρας του η μητέρα,
σ’ όλα του τον κανοναρχεί, με χάδι, με φοβέρα.
Για τούτο σου το μήνυσα μ’ ένα μικρό ναυτίλο,
ταγμένη είμαι σ’ εκείνη να, τον πόνο να ’χω φίλο.
Να γράφω για του πρίγκιπα τα κρίνα τα γαλάζια,
ή για τις ροδομάγουλες δέσποινες στη Μαλβάζια,
μα να μην είναι μπορετό να ζήσω τ’ όνειρό μου,
γιατί την ύστερη στιγμή θυσιάζω τον εαυτό μου.
mykhnaia_1Knossos_frise2

Οι υπέροχες τοιχογραφίες είναι από τις Μυκήνες και την Κνωσό.

ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ (6/6/2004 – 6/6/2015)

Ποτάμι ρέω ταπεινό στη θάλασσά σου,
για να γλυκαίνω τ’ αλμυρά τα κύματά σου.
Σκιρτούν απέραντα τα βάθη τα μαβιά σου
κι εγώ κορδέλα κυανή στα όνειρά σου.

Μπροστάρης πάντα, βουτηχτής στην Ατλαντίδα,
κάθε ανάσα μου μπολιάζεις με ελπίδα.
Γοργά αρμενίζουμε, κωπήλατα πτερύγια
και στον αφρό και στο βυθό και στα χοχλίδια.

Όπως ο ήλιος ψάχνει θώκο επουράνιο
έτσι ορεγόμουν και εγώ λιμένα σπάνιο.
Σινιάλο άλικο στο μπλε σου σαν αγνάντεψα,
τη ρότα, Φως μου, την καλή αμέσως μάντεψα.

Έντεκα χρόνους ήδη αντάμα ταξιδεύουμε
ανεμοθύελλες κι αντάρες ημερεύουμε.
Ό,τι κι αν δώσουμε και ό,τι και να πάρουμε,
μαζί, Αλήθεια μου, ποθώ να ξεμπαρκάρουμε.Artemi_apo_ti_Thalassa

ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΗΣ (…από τη θάλασσα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)

Δυο μονοπάτια ανοίγονται μπρος στην αρχή του κόσμου.
Το ένα είναι της μυρτιάς, το άλλο είναι του δυόσμου.

Απλώνει φύλλο η μυρτιά, πράσινο, όλο χάρη
του Ορφέα και του Απόλλωνα στολίζει το δοξάρι.

Γιομίζει ο δυόσμος ευωδιά ξέφωτα και ρουμάνια,
να βαλαντώνει η Άρτεμη σαν κυνηγά στα χάνια.

Να κοντοστέκει, να γρικά της λύρας τα κουδούνια
κι απέ να θέτει μοναχή σε λουλουδένια κούνια.

– Καρδιά μου, Αμαζόνα μου, γιάντα για προσκεφάλι
μαχαίρι βάζεις δίκοπο κι ονείρου ανεμοζάλη

και δεν συβάζεσαι κι εσύ με των πολλών το νόμο,
παρά μονάχη περπατείς σ’ αποκλεισμένο δρόμο;

– Δεν είναι εμένα η φτιάξη μου για μουσικές και γλέντια.
Θωρώ τον κόσμο και βουτώ σε αχνισμένα αψέντια.

Ρόδο είν’ η κάθε μου στιγμή, με σουβλερό αγκάθι
κι η γεύση της στη γλώσσα μου πικρή σαν κατακάθι.

Γι’ αυτό κι εσύ το δίχτυ σου σ’ άλλα νερά το ρίξε.
Αλάργα στάσου από με, φρόνηση, φως μου, δείξε.

Δεν κάνουν για ποτιστικά τα χέρσα τα λημέρια
κι η πιο μεγάλη ερημιά σπιτώνεται στ’ αστέρια.

Εγώ έχω πρόγονο στοιχειό, παιδί είμαι του Πρωτέα,
τα βέλη μου τα έταξα στην Ύδρα τη Λερναία.

Μορφή αλλάζω στο λεπτό, με την πνοή του αγέρα,
τη μέρα κάνω νύχτα μου, τη νύχτα μου φοβέρα.

Μη μου σιμώνεις το λοιπόν, Έρωτα, για καλό σου.
Άσε το δυόσμο και μυρτιά σπείρε τον τον αγρό σου.koxylaki

Thalassino_MpenakiΠΕΛΑΓΙΣΙΟ (οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Μουσείου Μπενάκη)

Στήσανε τα νησιά χορό στου Αιγαίου πάνω την πίστα.
Σήκω κορμί μου ακοίμητο και τα δεσμά σου λύσ’ τα.
Πάρε του γλάρου το φτερό, του δελφινιού το ζάλο,
που ‘σαι μικρό κι αδύναμο να μην πικραίνεσαι άλλο.
Τον ίδρωτα του αυγερινού μάζεψε, να ‘χεις δάκρυ,
όταν ψυχανεμίζεσαι του κόσμου αυτού την άκρη.
Και σύρε μαύρη μολυβιά εκεί που αρχίζει ο πόνος,
να φτιάξεις την υπογραφή ανθρώπου που ‘ ναι μόνος.nautilus_1
ellinikes-thalasses-benaki