Ζει η ποίηση για παιδιά;

Στις 10 Φεβρουαρίου 2018, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς η παρακάτω συνέντευξη που έδωσα στο δημοσιογράφο, συγγραφέα και αγαπητό φίλο Κώστα Στοφόρο. Το θέμα της ήταν “Τα παιδιά και η ποίηση”. Μία συζήτηση με αφορμή την έκδοση του βιβλίου μου “Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων” από τις Εκδόσεις Βάρφη (2017) σε εικονογράφηση Έφης Κοκκινάκη. Την παραθέτω και εδώ γιατί πιστεύω ότι αξίζει να ξεκινήσει ένας διάλογος με αυτό το θέμα. Και να τοποθετήσουμε ξανά την ποίηση (και όχι μόνο για παιδιά) στο προσκήνιο. Η 9η Φεβρουαρίου ορίστηκε από το Υπουργείο Παιδείας και γιορτάζεται και από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου ως Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας 2018. Καταθέτω αυτές τις σκέψεις ως ένα μικρό φόρο τιμής, μια που η ποίηση είναι ένας από τους βασικούς πυλώνες της γλώσσας μας και έχει τιμηθεί και αγαπηθεί, σπουδάζεται και διαβάζεται παγκοσμίως, και εξαιτίας της.

   

  • Πώς σκέφτηκες να γράψεις «Tο Αλφαβητάρι των ποιημάτων»;

Ποιήματα γράφω από παιδί. Είναι το είδος του λόγου που με γοητεύει περισσότερο. Στο σχολείο, ενώ όλα τα άλλα παιδιά κρατούσαν λευκώματα με τις γνωστές ερωτήσεις που όλοι κάποτε απαντήσαμε, εγώ γέμιζα τετράδια αντιγράφοντας ποιήματα που μου άρεσαν, μελοποιημένους στίχους που αγαπούσα να ακούω, δημοτικά τραγούδια, μαντινάδες που μου έλεγαν ο παππούς και η γιαγιά μου από την Κρήτη. Όταν έδειχνα ποιήματά μου σε δασκάλους και αργότερα καθηγητές μου, όλοι μιλούσαν επαινετικά για αυτά και με προέτρεπαν να συνεχίσω να γράφω. Όχι ότι υπήρχε βέβαια περίπτωση να σταματήσω ποτέ, αφού έτσι ζω, εκφράζομαι και επικοινωνώ. Όταν το 2004 άρχισα να υπηρετώ σε δημόσια σχολεία, η ποίηση έγινε εξαρχής ένα από τα βασικά εργαλεία και «όπλα» μου για να προσεγγίσω τα παιδιά προσχολικής ηλικίας. Όχι μόνο για να σκεφθούν, να κρίνουν, να μάθουν και να εμπεδώσουν, αλλά και για να νιώσουν, να φανταστούν, να μοιραστούν, να εκφραστούν, να επικοινωνήσουν, να οραματιστούν, να κοινωνικοποιηθούν. Από τις πρώτες σχολικές παραστάσεις που οργάνωσα με μαθητές μου ήταν μια διασκευή μου του «Ερωτόκριτου» σε 90 τετράστιχα, που ενθουσίασε μικρούς και μεγάλους. ‘Έβλεπα την απήχηση που είχε ο έμμετρος λόγος στα νήπια και αναρωτιόμουν γιατί δεν εκδίδεται και δεν προβάλλεται η ποίηση για παιδιά. Όσες φορές προσπάθησα αργότερα να προτείνω κάτι αντίστοιχο σε εκδότες, η απάντηση ήταν αρνητική.

Το φθινόπωρο του 2015, λίγες μέρες πριν λήξει η προθεσμία υποβολής των έργων στον τότε διαγωνισμό της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, σκέφτηκα να κάνω την αποκοτιά και να στείλω ποιήματα. Με το σκεπτικό ότι αν διακριθούν, μπορεί η συζήτηση για την ποίηση και μάλιστα για την ποίηση που απευθύνεται και στα παιδιά να ανοίξει ξανά. Εγώ τουλάχιστον, θα έκανα ό,τι μπορούσα για να την προκαλέσω. Επέλεξα το να συνθέσω ένα «Αλφαβητάρι Ποιημάτων» για συμβολικούς αλλά και για πρακτικούς – ουσιαστικούς λόγους. Επειδή ένα αλφαβητάρι είναι πάντα καλοδεχούμενο στο σχολείο, στο σπίτι, παντού. Ειδικά αν τα γράμματά του μιλούν για πράγματα που αφορούν όλους μας. Έτσι, ετοίμασα τη συλλογή και την έστειλα στο διαγωνισμό με το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσα στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια: «Εύα Αγνώστου». Η συλλογή διακρίθηκε με Εύφημο Μνεία Ποίησης. Δύο χρόνια μετά, το 2017, κυκλοφόρησε σε βιβλίο από τις Εκδόσεις Βάρφη, με την εξαιρετική εικονογράφηση της Έφης Κοκκινάκη. Ένα βιβλίο όπως το ονειρευόμουν…

  • Ποια θέματα προσεγγίζουν τα ποιήματά σου στο βιβλίο «Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων»;

Τα θέματα των ποιημάτων μου αφορούν στην οικογενειακή, στη σχολική, στην κοινωνική ζωή, στη σχέση μας με τη φύση και το περιβάλλον, στο ατελείωτο ταξίδι αναζήτησης του αληθινού εαυτού μας, στην εμβάθυνση σε θεμελιώδη συναισθήματα όπως η αγάπη, ο φόβος, ο πόνος, ο θυμός, η αγωνία, το δέος μπροστά στην απώλεια, η αμηχανία και η αγανάκτηση μπροστά στα διάφορα στερεότυπα…Υπάρχουν ποιήματα που μοιάζουν με παραμυθοπαίχνιδα, προκαλούν την αυτοέκφραση, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα, τη διέγερση των αισθήσεων. Ποιήματα που φιλοσοφούν, παίζουν θέατρο, αναδεικνύουν την πολιτική σκέψη, επεξεργάζονται και προτείνουν θεμελιώδεις στάσεις και αξίες της ζωής μας. Αλλά όλα είναι ποιήματα από καρδιάς και απευθύνονται πρωτίστως στην καρδιά. Φτιαγμένα από λέξεις που πρώτα τις νιώθεις και μετά τις σκέφτεσαι. Και ίσως και να επιλέξεις να τις θυμάσαι. Αρκετά, μάλιστα, από αυτά, τα έχω γράψει στο σχολείο, μαζί με τους μαθητές μου. Ωστόσο, δεν απευθύνονται μόνο στα παιδιά. Η ποίηση, άλλωστε, δεν έχει ηλικία κατά τη γνώμη μου. Θα έλεγα ότι είναι αιώνια έφηβη, ακροβάτισσα στο μεταίχμιο της ύπαρξής μας, που πότε βγάζει προς τα έξω την παιδικότητα και πότε την ενήλικη πλευρά μας.

  • Ένα βιβλίο με ποιήματα για παιδιά αποτελεί τόλμημα για το συγγραφέα και τον εκδότη;

Ως συγγραφέας θα πω ότι η περιπέτεια της έκθεσης στο κοινό μέσα από ένα γραπτό κείμενο αποτελεί τόλμημα έτσι κι αλλιώς. Αλλά η ανάγκη της έκφρασης και της επικοινωνίας, ο έρωτας της λογοτεχνίας πάντα υπερισχύουν. Η ποίηση, βέβαια, είναι ένα πολύ απαιτητικό είδος λόγου. Παιδεύει και εκπαιδεύει αέναα τόσο αυτόν που επιχειρεί να τη γράψει, όσο και αυτόν που επιχειρεί να τη διαβάσει, να τη νιώσει, να την κατανοήσει. Η ποίηση για παιδιά, ειδικότερα, έχει ακόμη μεγαλύτερες απαιτήσεις από το δημιουργό της. Γιατί εδώ το αναγνωστικό του κοινό διαθέτει χαρακτηριστικά που οφείλει να λάβει υπόψη του με μεγάλη υπευθυνότητα, ευαισθησία, βαθιά γνώση της παιδικής ψυχοσύνθεσης. Επειδή θέλει δεν θέλει, εκτός από συγγραφέας και ποιητής, όταν απευθύνεται σε παιδιά γίνεται και εμψυχωτής – παιδαγωγός. Όσο για τους εκδότες, μπορώ να φανταστώ την απάντηση που θα έδιναν σε αυτήν την ερώτηση, αλλά θα προτιμούσα να την απευθύνετε στους ίδιους. Γιατί βλέπουν και αξιολογούν το λογοτεχνικό έργο που εκδίδουν από άλλη οπτική γωνία, εξίσου σημαντική με αυτή των δημιουργών του.

  • Διαπιστώνουμε πως οι φορείς που βραβεύουν παιδικά βιβλία – με εξαίρεση τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά – δεν έχουν θεσπίσει κάποιο βραβείο ποίησης. Πώς το κρίνεις αυτό;

Δεν θα το κρίνω, δεν είναι αυτός ο ρόλος μου. Και ίσως ακουστεί παράξενο που θα σας εξομολογηθώ πως από παιδί δεν συμπαθούσα τους διαγωνισμούς και τα βραβεία, τον πρωταθλητισμό γενικά. Μου προκαλούσαν μια αμηχανία και μια στενοχώρια. Γιατί διαχωρίζουν τους ανθρώπους σε νικημένους και ηττημένους, σε μπροστάρηδες και ουραγούς, σε πρωταγωνιστές και σε απλούς κομπάρσους. Και σε τοποθετούν, αν διακριθείς, στα ψηλότερα σκαλοπάτια μιας κλίμακας που στην πραγματικότητα ανεβοκατεβαίνεις συνεχώς από τότε που αρχίζεις να καταλαβαίνεις τον εαυτό σου. Σήμερα μπορεί να κατάφερες να φτάσεις στο ψηλότερο σκαλί, αύριο μπορεί να βρεθείς πάλι στο προτελευταίο. Έτσι είναι τ’ ανθρώπινα. Τίποτα δεν διαρκεί για πολύ. Και όλες οι κορυφές ξεπερνιούνται. Αυτό που έχει σημασία είναι η δημιουργική κίνηση και δράση, η αέναη προσπάθεια να γίνεσαι όλο και καλύτερος, η αυτοπραγμάτωση, η προσφορά με το έργο σου στους άλλους ανθρώπους. Και η συνειδητότητα αυτής της αδιάκοπης προσπάθειας.

Τα βραβεία δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός, μια de facto καταξίωση στον όποιο στίβο. Δεν μπορούν να σου αλλάξουν τη ζωή και την πορεία. Εσύ με τις επιλογές και με το ήθος σου θα το πράξεις ή δεν θα το πράξεις αυτό. Με ή χωρίς βραβεία. Αντιμετωπίζω τα βραβεία ως ένα τρόπο να βρεθούμε όλοι όσοι αγαπάμε κάτι πολύ, την ποίηση, τη λογοτεχνία γενικά, για να κουβεντιάσουμε για όσα μας ενώνουν πνευματικά και μας δονούν ψυχικά. Σήμερα διαλέξαμε το δικό σου κείμενο που θεωρούμε με τα υποκειμενικά μας κριτήρια, όσοι επιλέγουμε, ότι αξίζει να ασχοληθούμε κάπως περισσότερο μ’ αυτό. Το διαλέξαμε για να το βγάλουμε λίγο πιο μπροστά, να το χαρούμε, να το συζητήσουμε, να δουλέψουμε πράγματα μέσα μας και έξω μας με αφορμή αυτό. Με αυτό το σκεπτικό με λυπεί πολύ και με προβληματίζει η απουσία της ποίησης από τους διαγωνισμούς και τις βραβεύσεις των βιβλίων για παιδιά. Και τη θεωρώ αδικαιολόγητη.

  • Αν και γράφονται και εκδίδονται εξαιρετικές ποιητικές συλλογές, η σχέση των Ελλήνων με την ποίηση νομίζω έχει πάψει να είναι αυτή που ήταν στο παρελθόν. Που το αποδίδεις;

Η σχέση των Ελλήνων με τον εαυτό τους, με τη γλώσσα τους και με τον τόπο τους έχει πάψει να είναι αυτή που ήταν στο παρελθόν. Πως θα γλίτωνε η ποίηση; Ας μην έχουμε αυταπάτες…Τα παιδιά στο σχολείο παπαγαλίζουν και «ξεσηκώνονται» με τα εφήμερα σουξέ των νυχτερινών κέντρων και ξαφνιάζονται όταν τους βάζεις να ακούσουν το «Γεια σου κύριε Μενεξέ» του Ελύτη σε μουσική Δημήτρη Λάγιου, ή το «Βάρκα στο γιαλό» του Θεοδωράκη. Το ίδιο και οι γονείς τους: «Μα διδάσκετε ποίηση στα μικρά παιδιά; Μπορούν να την καταλάβουν;». Το καψουροτράγουδο είναι φαίνεται πιο κατανοητό…Κι όμως. Τα παιδιά μπορούν να καταλάβουν τα πάντα. Αρκεί να σταθείς στο ύψος τους, να τα κοιτάξεις στα μάτια και να τους δείξεις πόσο όμορφα είναι αυτά τα τραγούδια και τα ποιήματα, πόσο τα αγαπάς και πόσο τα πιστεύεις τα λόγια τους, με το δικό σου δημιουργικό τρόπο. Τρόπο θέλει η ποίηση. Όπως κάθε τι στη ζωή μας. Αγάπης τρόπο. Και πάθος για το Ωραίο, για αυτό που έχει Νόημα.

  • Θα μπορούσε το σχολείο, η εκπαίδευση, να αλλάξει τα πράγματα και πώς;

Αν δεν μπορεί το σχολείο να αλλάξει τα πράγματα, δεν θα μπορέσει κανείς. Το θέμα είναι αν το θέλουμε, αν το πιστεύουμε και αν θα το επιτρέψουμε στον εαυτό μας. Και με ποιους εκπαιδευτικούς λειτουργούς θα το επιχειρήσουμε. Πως θα τους μορφώσουμε και θα τους στηρίξουμε στο έργο τους, πως θα τους επιμορφώνουμε, για να γίνονται όλο και καλύτεροι. Το θέμα έχει πολλές διαστάσεις, ρίζα, κορμό, κλαδιά, φλέβες και ψυχή. Και είναι πρωτίστως πολιτικό. Συνοψίζεται σε μία και μόνο λέξη, που από μόνη της είναι ποίηση: τη λέξη «όραμα». Αν υπάρχει όραμα, βρίσκουμε και τους τρόπους πραγμάτωσής του.

Χρόνος Προσωπικός

Θέλω να πετάξω πολλά.
Να τακτοποιήσω άλλα.
Να καταλάβω περισσότερα.
Να θυμώνω όλο και λιγότερο.
Ν’ αλλάζω σελίδα γρηγορότερα.
Θέλω γαλήνη που να διαρκεί.
Θέλω ομορφιά που επιτέλους να επιβάλλεται, να νικά.
Θέλω καθαρές δουλειές. Στρογγυλά λόγια. Μετρημένες αποστάσεις.
Θέλω σωφροσύνη.
Τη σιωπή αυτών που είναι πραγματικά δυνατοί.
Την ευαισθησία και την καρτερικότητα των αιωνόβιων δέντρων.
Τη θρεπτική αύρα των γεννημάτων της μητέρας γης.
Θέλω χώμα στα δάχτυλά μου και θάλασσα στα μάτια μου.
Θέλω φρέσκο αεράκι στο μυαλό μου.
Θέλω να βαδίζω αργά, σίγουρη ότι θα φτάσω με τον εαυτό μου ακέραιο
κι ότι αυτό είναι που έχει νόημα.
Όχι το με ποια σειρά.
Όχι το πόσο κόστισε.
Όχι το πόσοι το είδαν.
Αλλά το ποιοι το ένιωσαν.
Και το γιατί έφτασα, όπως έφτασα, εκεί που έφτασα.
Θέλω να είμαι Πρόσωπο απέναντί σου, αφέντη Χρόνε.
Στάσου μια στιγμή και άκου με.
Θα σου το τραγουδήσω.

Σαράντα μαύρα άλογα σ’ ένα χρυσό αλώνι
γυροβολιές με φέρνουνε, με κάψα και με χιόνι.

Στα μάτια έχουν κάρβουνο και στις οπλές ασήμι
κι η ανάσα τους η αχνιστή μου παίζει αργό ταξίμι.

– Τι θες, Κυρά, και με κεντάς, ποια έγνοια σε παιδεύει;
Σε ποια σαράντα κύματα ο νους σου ταξιδεύει;

Ας μ’ άνοιγες τη θύρα σου να κάτσω στο σοφρά σου,
με προσφοράκι και ρακί να θρέψω την καρδιά σου.

– Κόπιασε Χρόνε, αγέραστε, χαϊνη, διαβατάρη.
Σαν το δικό σου κέρασμα κανένας δεν τρατάρει.

Μόνο τραγούδι μη μου πεις, δε θέλω γλεντοκόπι
κι ακόμη ας μη με τέλεψαν τα βάσανα κι οι κόποι.

Θέλω μονάχα μια στιγμή ακίνητος να μείνεις,
για να κοιτάξω στην αρχή της σκοτεινής σου δίνης.

Κι έπειτα γίνε, Χρόνε μου, κελαρυστό ποτάμι,
να πλύνω πλάι στις όχθες σου το ξομπλιαστό μου χράμι.

Να το απλώσω ανάερα σε μιας ελιάς τη ράχη,
που ολόρθη πάντα στέκεται σ’ ειρήνη και σε μάχη.

Κι όταν στεγνώσει, Χρόνε μου, κάθε δική σου στάλα,
καθώς θα κάνει ο ηλιάτορας στα λιόκλαδα τραμπάλα,

στη ρίζα της αγκαλιαστά να στρώσω το υφαντό μου,
να κουβεντιάζει της ελιάς το παιδικό όνειρό μου.

Κι εκεί να γείρω ήσυχη, σοφά αποφασισμένη,
από ζωή και θάνατο να μάθω ό,τι μου μένει.

“Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων”

Κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2017 «Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων» μου, από τις εκδόσεις Βάρφη, σε εικονογράφηση Έφης Κοκκινάκη. Δεν είναι απλώς ένα αξιοπρόσεκτο βιβλίο, καλαίσθητο και προσεγμένο όπως πολλοί ήδη λένε σε μένα, στους συνεργάτες και στον εκδότη μου. Είναι ένα ψηφιδωτό των ηλικιών, των βιωμάτων, των ονείρων, των πραγματικοτήτων, των προσωπικών μύθων, των σκέψεων και των συναισθημάτων μου, από τότε που άρχισα να ψηλαφίζω και να εξερευνώ τον εαυτό μου μέχρι σήμερα. Είναι ο τρόπος που λατρεύω την ελληνική γλώσσα, τα ακούσματα και τα διαβάσματά μου, οι ανάσες, οι αφηγήσεις, οι φλυαρίες και οι σιωπές μου, από τότε που ξεκίνησα να συλλαβίζω. Είναι οι εικόνες που φανταζόμουν να αγκαλιάζουν τις λέξεις μου και που τους έδωσε σάρκα και οστά με το πολύπλευρο ταλέντο της η Έφη Κοκκινάκη. Η Έφη, που κάποιο αόρατο νήμα μας συνέδεε ποιος ξέρει από πότε, χωρίς να το γνωρίζουμε, και μία άγνωστη δύναμη με έσπρωξε να επικοινωνήσω μαζί της όταν είδα έργα της στο διαδίκτυο, για να της προτείνω, μεταξύ άλλων, να εικονογραφήσει ποιήματα. Ό,τι πιο παράξενο και απρόσμενο, δηλαδή, της είχαν προτείνει μέχρι τότε στην επαγγελματική της ζωή. 

«Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων» μου, το έστειλα σε πολλούς εκδότες προς αξιολόγηση, μεγάλους, μεσαίους και μικρότερους (η διαβάθμιση αφορά αποκλειστικά στην ποσότητα των τίτλων που εκδίδουν και διακινούν κάθε χρόνο, που ασφαλώς σχετίζεται και με την οικονομική τους δυνατότητα). Η απάντησή τους ήταν αρνητική, τις περισσότερες φορές χωρίς αιτιολόγηση, κάποιες φορές με την ευγενική επισήμανση ότι δεν εκδίδουν ποιήματα για παιδιά, επειδή δεν υπάρχει ενδιαφέρον από το αναγνωστικό – αγοραστικό κοινό. Κι ας είχε προηγηθεί και η Εύφημος Μνεία Ποίησης από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, το 2015.Αποφάσισα να εγκαταλείψω την Αθήνα και να κατευθυνθώ βόρεια, όπου κάτι μου έλεγε ότι η ποίηση θα αντιμετωπιζόταν λιγότερο πραγματιστικά. Με το ρομαντικό και παθιασμένο έρωτα που της αξίζει, δηλαδή. Η διαίσθησή μου απεδείχθη σωστή. Ο Χρήστος Βάρφης μου εξομολογήθηκε πολύ σύντομα ότι δεν περίμενε να διαβάσει ολόκληρη τη συλλογή για ν’ αποφασίσει. Στο γράμμα Γ ο κύβος ερρίφθη. Τα υπόλοιπα είναι πλέον ιστορία. Σαν να τα είχαμε συμφωνήσει πριν ακόμη τα συζητήσουμε. Και το πιο καταπληκτικό για μένα ήταν ότι ο Χρήστος συμφώνησε να έχει το βιβλίο τετράχρωμη ολοσέλιδη εικονογράφηση, κάθε γράμμα – ποίημα και σαλόνι, που λέμε στο σινάφι. Και να βγει σε μεγάλο, «χορταστικό» για το χέρι και το μάτι μέγεθος, με σκληρό εξώφυλλο. Μεγαλείο, δηλαδή. Δε χρειάστηκε να δει παρά ένα μόνο δείγμα δουλειάς της Έφης και η περιπέτεια ξεκίνησε. Αθήνα – Ρόδος on line καθημερινά, για μήνες. Μέσα από αυτήν την ιδιόμορφη και απροσδόκητη εξ αποστάσεως συνεργασία, γεννήθηκε παράλληλα και μια καινούργια και πολλά υποσχόμενη φιλία. Μια φιλία που ουσιαστικά την κυοφόρησε ο κοινός κώδικας επικοινωνίας που σφυρηλάτησαν οι λέξεις μου με τις ζωγραφιές της. Αν δεν το ζήσει κάποιος, δύσκολα ίσως μπορεί να το κατανοήσει. Αλλά αν ταιριάζουν τα χνώτα του με τα δικά μας, όπως έλεγαν και οι πρόγονοι και οι δικοί μου και της Έφης (άλλη σύμπτωση;) στη Σητεία της Ανατολικής Κρήτης, σίγουρα θα το ψυχανεμιστεί… Ένα μήνα πριν κυκλοφορήσουμε, το δημιουργικό τρίγωνο Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Ρόδος, καρποφόρησε πατρίδα για τα ποιήματά μου. Η συναίσθηση ότι ένα παιδικό μου όνειρο έγινε πραγματικότητα στην ωριμότητά μου, είναι απλώς απερίγραπτη…Τα 24 ποιήματα στο Αλφαβητάρι μας δεν είναι γραμμένα μόνο για παιδιά. Η ποίηση, άλλωστε, δεν έχει ηλικία για μένα. Θα έλεγα ότι είναι αιώνια έφηβη, ακροβάτισσα στο μεταίχμιο της ύπαρξής μας, που πότε βγάζει προς τα έξω την παιδικότητα και πότε την ενήλικη πλευρά μας. Τα θέματα των ποιημάτων μου αφορούν στην οικογενειακή, στη σχολική, στην κοινωνική ζωή, στη σχέση μας με τη φύση και το περιβάλλον, στο ατελείωτο ταξίδι αναζήτησης του αληθινού εαυτού μας, στην εμβάθυνση σε θεμελιώδη συναισθήματα όπως η αγάπη, ο φόβος, ο πόνος, ο θυμός, η αγωνία, το δέος μπροστά στην απώλεια, η αμηχανία και η αγανάκτηση μπροστά στα διάφορα στερεότυπα…Υπάρχουν ποιήματα που μοιάζουν με παραμυθοπαίχνιδα, προκαλούν την αυτοέκφραση, τη φαντασία, τη δημιουργικότητα, τη διέγερση των αισθήσεων. Ποιήματα που φιλοσοφούν, παίζουν θέατρο, αναδεικνύουν την πολιτική σκέψη, επεξεργάζονται και προτείνουν θεμελιώδεις στάσεις και αξίες της ζωής μας. Αλλά όλα είναι ποιήματα από καρδιάς και απευθύνονται πρωτίστως στην καρδιά. Φτιαγμένα από λέξεις που πρώτα τις νιώθεις και μετά τις σκέφτεσαι. Και ίσως και να επιλέξεις να τις θυμάσαι…Αλλά πολύ μίλησα για μένα. Καιρός να δώσω το λόγο και στην Έφη Κοκκινάκη, που -ως εκ θαύματος- την έπεισα να μου δώσει συνέντευξη, ώστε να τη γνωρίσετε καλύτερα κι εσείς (και για να θυμηθώ και τα παλιά μου χούγια στους «Ερευνητές που πάνε παντού» της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ).

Ποιο από τα ποιήματά μου σε δυσκόλεψε περισσότερο να το εικονογραφήσεις και γιατί;

Το «Τ τ… Τριανταφυλλιά», γιατί είναι ίσως από τα πιο ιδιαίτερα ποιήματα του βιβλίου όπου τίποτα από αυτά που σου έχουν “μάθει” δεν θυμίζει αυτόν τον τόσο ξεχωριστό τρόπο προσέγγισης της έννοιας του “χρόνου”.

Για ποιο από τα ποιήματα η έμπνευση σε επισκέφθηκε «ακαριαία» και η ζωγραφιά προέκυψε άμεσα και αβίαστα;

Στο «Υ υ, η νεράιδα Υπομονή» που ήταν ίσως και η πρώτη ζωγραφιά που έκανα για το βιβλίο. Ήταν σαν η ίδια η νεράιδα να μου έδινε να πιω από την πηγή της υπομονής, αφού ξεκινούσα ένα απολαυστικά δημιουργικό ταξίδι, που κράτησε μήνες…Ποιο ποίημα σε έκανε να χαμογελάς ενώ το ζωγράφιζες και ποιο να δακρύζεις;

Κανένα δε με έκανε να δακρύζω. Χαμογελούσα σε κάθε ζωγραφιά που έκανα για κάθε ένα ποίημα. Όλα τα ποιήματα είναι «χρωματισμένα» με λεπτές διαβαθμίσεις μιας εσωτερικής παλέτας και προκαλούν μέσα σου μία γρήγορη εκκίνηση συναισθημάτων. Ένα εσωτερικό ρυθμό που δε σε αφήνει να σταθείς εδώ κι εκεί, μόνο σε συνεπαίρνει και σε ταξιδεύει!

Ποιο από τα ποιήματα θα αφιέρωνες σε ένα πρόσωπο που αγαπάς πολύ;

Το «Λ λ Λύκε, λύκε, είσ’ εδώ;». Θα το αφιέρωνα σε όλους εμάς που με το φόβο έχουμε χτίσει “φυλακές” (κι έχουμε κάνει τεράστιο λάθος γι’ αυτό). Θα το αφιέρωνα με αγάπη μεγάλη μαζί με τον καθρέφτη που δείχνει τον χειρότερο μας εαυτό, όπως ακριβώς μου το αφιέρωσαν κι εμένα οι Δάσκαλοι μου.

Υπάρχει κάποιο ποίημα που το ένιωσες τόσο δικό σου, ώστε θα μπορούσες, πιθανόν, να το είχες γράψει εσύ;

Κανένα δεν το ένοιωσα τόσο δικό μου ώστε να μπορούσα να το έχω γράψει εγώ… Όμως με όλα τα ποιήματα, ζωγραφίζοντας γι’ αυτά, γεννήθηκε μια σχέση που συγχρόνως με τον καιρό μετατρεπόταν σε μια παράξενη οικειότητα, σαν κι αυτή που έχουν οι παλιοί αδερφικοί φίλοι μεταξύ τους.Ξανακοιτώντας από κάποια απόσταση το βιβλίο, υπάρχει κάποιο ποίημα που θα το ζωγράφιζες σήμερα διαφορετικά;

ΟΛΑ. Γιατί ένα βιβλίο παρόλο που τυπώνεται, δε σταματάει να εξελίσσεται, αφού ακολουθεί τη δημιουργική διαδικασία της ψυχής σου, που κι εκείνη με τη σειρά της εξελίσσεται συνεχώς…

Πώς υποδέχτηκαν οι δικοί σου άνθρωποι, συγγενείς, φίλοι, συνάδελφοι, οι μαθητές σου, αυτή σου τη δουλειά; Υπάρχει κάποια στιγμή που θεωρείς ξεχωριστή και θα ήθελες να τη μοιραστείς;

Όταν άνοιγαν «Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων», κοιτούσα τα μάτια τους, το πρόσωπο τους, για να μαντέψω τα συναισθήματα τους… Όμως η πιο δυνατή στιγμή ήταν σε μία τάξη του σχολείου μου. Παιδιά 14 χρονών που κρατούν στα χέρια τους ένα βιβλίο με ποιήματα και ζωγραφιές είναι κιόλας μια εικόνα που με συγκινεί. Στην αρχή χαζεύουν τις εικόνες και θαυμάζουν την “τεχνική”, το “ρεαλισμό”, όπου υπάρχει…Τους εξηγώ ότι οι εικόνες που βλέπουν είναι συνδεδεμένες με το κάθε ποίημα κι ότι εγώ ως εικονογράφος έπρεπε να “πλάσω” το δικό μου ποίημα με χρώματα δίπλα στο ποίημα με τις λέξεις. Έτσι, αυθόρμητα, άρχισαν να διαβάζουν…Η φωνή της Αθηνάς ήταν δυνατή, σα να διάβαζε σε ένα αόρατο θέατρο και οι συμμαθητές της άκουγαν. Δεν χρειαζόταν να πω το συνηθισμένο “παιδιά κάντε ησυχία να ακούσουμε”. Αυτή ήταν ίσως από τις πιο δυνατές στιγμές που έχω ζήσει ως εκπαιδευτικός. Συγκινήθηκα…έκρυψα το λυγμό μου…Τα παιδιά, έστω και για λίγο, είχαν ταξιδέψει με την ποίηση!Τί είναι η ζωγραφική για σένα;

Όλος μου ο χρόνος, τα φτερά μου, οι ψίθυροι της καρδιάς μου. Η παιδική μου ηλικία. Ένα μεγάλο δώρο για το οποίο χρωστώ ευγνωμοσύνη σε αυτόν που μου το χάρισε.

Ποιο είναι το όνειρό σου για το μέλλον σου ως ζωγράφος;

Να συνεχίσω να ζωγραφίζω όσο πιο αληθινά γίνεται!

Αν σου ζητούσαν να περιγράψεις με τρεις μόνο λέξεις «Το Αλφαβητάρι των Ποιημάτων», ποιες θα διάλεγες;

Ποίηση, Ελευθερία, Καρδιά.

Έφη Κοκκινάκη, σ’ ευχαριστώ…

Οι ανήσυχες μέρες του Αυγούστου

Χτες ήταν η μέρα της ομίχλης. Έζωσε το χωριό, άναψε τα τζάκια μέσα στην καρδιά του Αυγούστου, ύγρανε μάτια, δάχτυλα, σακάκια, στοχασμούς. Έκανε αφρόλουτρο ο Θεός με καυτό νερό κι οι ατμοί αγκάλιασαν τις κορυφογραμμές, τα διάσελα, τις ορδές των ελάτων, τα χαμολούλουδα, τα ζωηρά ζουζούνια, τ’ αγριόχορτα και τους γαιοσκώληκες.

Βάδιζε στα τυφλά. Μπήκε ολόκληρη μέσα στα σύννεφα, γέμισε σταγόνες από τα φιλιά τους. Δεν υπάρχει μοναξιά όταν αφήνεσαι να σ’ αρπάξει ο κόσμος, να σε παιδέψει, να σε χαρεί. Δεν υπάρχει θάνατος όταν κάθε στιγμή βιώνεις ξυπνήματα κι αποκοιμίσματα γύρω σου, πλάι σου κι εντός σου. Δεν υπάρχει αδιέξοδο όταν και για το πιο μικρό ανθάκι, κάθε μέρα, ξημερώνει μια άλλη μέρα.

Σήμερα ίππευσε για πρώτη φορά. Κράτα γερά το χαλινάρι και μίλα του γλυκά του Ψαρή. Ίσια το κορμί στην κατηφόρα, τα πέλματα στους αναβατήρες τεντωμένα, όπως όταν ανεβαίνεις μια τσουλήθρα ανάποδα. Οι μηροί κολλημένοι στα πλευρά του αλόγου. Για τροχασμό το χαλινάρι εναλλάξ δεξιά – αριστερά και ελαφριά πίεση των ποδιών στην κοιλιά του αλόγου. Στην ανηφόρα γέρνεις το σώμα προς τα εμπρός, να δώσεις ώθηση. Μη φοβάσαι, δεν πέφτεις.

Και τώρα, Άρτεμη, εσύ και ο στόχος. Στερέωσε το βέλος, δώσε στο τόξο ελαφριά κλίση προς τα πάνω κι αριστερά και τέντωσε τη χορδή κιαλάροντας ταυτόχρονα στο κέντρο. Μην το πολυζορίζεις, απαλά και με τη μία.

Κι όταν βρεις με το ποδήλατο στο δασικό, κράτα το τιμόνι γερά και σταθερά. Πετάλι δυνατά. Φρένο ποτέ απότομα. Απόφευγε τ’ αγκάθια, τις μυτερές πέτρες, τις νωπές λασπουριές. Ν’ ανασηκώνεις το κορμί όταν το πέρασμα είναι πολύ κακοτράχαλο. Στην άσφαλτο να προσέχεις τα καμιόνια τα φορτωμένα κορμούς. Τις ταχύτητες να τις αλλάζεις μία μία σκάλα και με το μαλακό.

Τη νύχτα άναψαν φωτιά στο Κόρπου και έψησαν λουκάνικα και μπριζόλες. Με ντομάτα, πατάτα βραστή, τυρί, ψωμί και μπύρες κάτω από έναν μαγικό ουρανό. Χνάρι αρκούδας, λαγό, σκαντζόχοιρο, κουκουβάγια και αλεπού συνάντησαν στο δρόμο τους. Ο Θοδωρής πήρε το δαυλό και τον εκσφενδόνισε στο διάστημα για να παραστήσει, λέει, το φλεγόμενο μετεωρίτη.

Τους τραγούδησε. Και δεν έλεγε να σταματήσει έτσι όπως την άκουγαν εκστατικοί, άνθρωποι, άνεμοι και ξωτικά.

Φεγγάρι ανέτειλε φτενό με σάρκα από οπάλι

κι έριξε μαύρη πετονιά στου κόσμου την αγκάλη.

Στη μια άκρα είχε για δόλωμα έρωτα σταμναγκάθι,

στην άλλη όλα της αυλής των δυνατών τα πάθη.

Ας ήταν σφιχτοπλέξουδη η πετονιά του σκάλα

σαν αίλουρος να τιναχτώ στα ύψη τα μεγάλα.

Να μη με πιάνει απόγνωση μ’ αυτά που αντικρύζω

όταν στα στενοσόκακα μονάχη σεργιανίζω.

Κι όταν γκρεμίζεται η καρδιά σ’ ολάχνιστο καμίνι

να την καθίζω στο σοφρά σεμνά να τρωγοπίνει.

Γιατί είναι αφρός στη θάλασσα, στην έρημο αντιλόπη

κι όταν τ’ αστέρια αυτοκτονούν σ’ αρχαίο ναό μετόπη.

Δεν έχει αγάπη να κρυφτεί, προσκέφαλο να γείρει

στον άνεμο σκορπίζεται σαν ανεμώνης γύρη.

Τη θέλει ο γιος του λιονταριού μα εκείνη δεν τον θέλει.

Κάλλιο στ’ αλάτι λεύτερη παρά δετή στο μέλι.

Κι αν έρθει εκείνη η στιγμή κι η ώρα η αγιασμένη

που δεν θα υπάρχει τίποτα για να το περιμένει,

δεν λαχταρά κάτι πολύ και δυνατό να γίνει

μόν’ στης λεβάντας τον ανθό δροσοσταλιά να μείνει.

Ελάτη, Αύγουστος 1995, στα λημέρια του Κόζιακα.

Ερωτικό

Να ’χες τα βλέφαρα κλειστά, τα χείλη σκαλοπάτια,
τα σκαλοπάτια ν’ ανεβώ, να σε φιλώ στα μάτια.

Και ν’ αποθέσω στο σοφρά του πιο γλυκού σου ύπνου,
το πρόσφορο και το κρασί του Μυστικού μου Δείπνου.

Να μπω σαν κλέφτης, μάτια μου, στα παραμιλητά σου
και να φυτέψω μια ροδιά για κάθε αποθυμιά σου.

Να μετρηθώ με τον καημό, την αγωνία, τη λήθη
και στης καρδιάς τον αργαλειό να υφάνω παραμύθι,

που να μη λέει για μάγισσες, για δράκους και τελώνια,
μα για σφιχταγκαλιάσματα σ’ ολόλευκα σεντόνια.

Του εγωισμού μου ν’ αρνηθώ το στρουφηχτό κοχύλι
και στο λαιμό σου να δεθώ σα ναυτικού μαντήλι,

για ν’ανασαίνω τ’ άρωμα, το πικραμύγδαλό σου
και να με λογαριάζουνε ολότελα δικό σου.

Στα δόντια να κρατώ σουγιά, να περπατώ στις μύτες,
σε κοντραμπάντο όταν μπλεχτώ μ’ αντάρτες και προφήτες.

Γιατί έχω ανατολίτικο αίμα μες στο κορμί μου,
μ’ από της Δύσης την κλωστή κρεμιέται η ζωή μου.

Ο πίνακας είναι της Έφης Κοκκινάκη

Ερωτικό

Να ’χες τα βλέφαρα κλειστά, τα χείλη σκαλοπάτια,
τα σκαλοπάτια ν’ ανεβώ, να σε φιλώ στα μάτια.

Και ν’ αποθέσω στο σοφρά του πιο γλυκού σου ύπνου,
το πρόσφορο και το κρασί του Μυστικού μου Δείπνου.

Να μπω σαν κλέφτης, μάτια μου, στα παραμιλητά σου
και να φυτέψω μια ροδιά για κάθε αποθυμιά σου.

Να μετρηθώ με τον καημό, την αγωνία, τη λήθη
και στης καρδιάς τον αργαλειό να υφάνω παραμύθι,

που να μη λέει για μάγισσες, για δράκους και τελώνια,
μα για σφιχταγκαλιάσματα σ’ ολόλευκα σεντόνια.

Του εγωισμού μου ν’ αρνηθώ το στρουφηχτό κοχύλι
και στο λαιμό σου να δεθώ σα ναυτικού μαντήλι,

για ν’ανασαίνω τ’ άρωμα, το πικραμύγδαλό σου
και να με λογαριάζουνε ολότελα δικό σου.

Στα δόντια να κρατώ σουγιά, να περπατώ στις μύτες,
σε κοντραμπάντο όταν μπλεχτώ μ’ αντάρτες και προφήτες.

Γιατί έχω ανατολίτικο αίμα μες στο κορμί μου,
μ’ από της Δύσης την κλωστή κρεμιέται η ζωή μου.

 

Ο πίνακας είναι της Έφης Κοκκινάκη

Ιούλιος 2017

Επιστροφή

Το βέλασμα της καλημέρας καταμεσίς του αγρού.
Η τρίλια η δοξαστική κάθε διαβάτη φτερωτού.
Η μυρωδιά η μεθυστική της στολισμένης λυγαριάς.
Το ασημοπράσινο μαντήλι της γειτόνισσας ελιάς.
Μια εξερευνήτρια χελώνα στης νεραϊδόλιμνης την επιδερμίδα.
Ένα κοπάδι από ψαρόπουλα στην υγρή της βλεφαρίδα.
Το μωβ, το μπλε, το θαλασσί, το σμαραγδί, το γαλάζιο, το κυανό.
Το κρινάκι πλάι στο κύμα που με θωρεί, θαρρείς, ζωγραφιστό.
Εσύ που και αποκοιμισμένος ακόμη χαμογελάς.
Το μαυρισμένο μπρατσάκι της πιο λατρεμένης αγκαλιάς.
Όλα είναι εδώ.
Έχω κοντύλι και χαρτί, δημιουργώ,
ζώντας αυτό που ακατάλυτα αγαπώ.
Κι ας επιστρέφουμε αύριο στο Μεγάλο το Χωριό.
Δεν ήρθε η ώρα κι η στιγμή να λυπηθώ.

Ολυμπία

– Που θα πάτε σήμερα;
– Σήμερα το πρόγραμμα έχει Ολυμπία.
– Τι θα πάτε να κάνετε εκεί; Δεν έχει τίποτα.

Ο Κώστας μένει άναυδος. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, με έκπληκτο ακόμη βλέμμα, απαντά δειλά, συνεσταλμένα:
– Έχει τα αρχαία…
– Α ναι…
Έρχεται η απάντηση, αδιάφορα. Χωρίς καθόλου συναίσθημα. Χωρίς καθόλου ντροπή.

Ο παραπάνω διάλογος είναι αληθινός και διαδραματίστηκε σε κατάστημα, στη Ζαχάρω Ηλείας, με έναν άνθρωπο της ηλικίας μας. Εγώ σοκαρίστηκα τόσο πολύ, που απαντώ σήμερα, μετά από την περιήγησή μας σε έναν από τους ομφαλούς του κόσμου, που -όπως φαίνεται- οι ντόπιοι δεν έχουν συναίσθηση -ακόμη- του τι σημαίνει για τους ίδιους, για τη χώρα μας, για την παγκόσμια κοινότητα…

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Κοιτώ τα μάτια τους με τις σβησμένες κόρες
και μ’ αγκαλιάζει ο απαστράπτων εαυτός τους.
Να τους αγγίξω δεν μπορώ
κι όμως το δέρμα μου μυρμηγκιάζει απ’ την αχλή τους.
Στέκουν μυριάδες βήματα μακριά μου
επίμονοι στρατοκόποι, σφριγηλοί ζευγολάτες,
αγέραστοι πολεμιστές και υπομονετικοί αχθοφόροι,
σεμνές ιέρειες και μητέρες γαλακτοτροφούσες.
Κι έτσι τους νιώθω να μοιραίνουν τη ζωή μου.

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Σ’ αυτούς ελπίζω.
Σ’ ένα μαρμάρινο χεράκι, μια φτερούγα.
Στο θεϊκό κεφαλοδέσι, στην υδρία.
Σ’ αυτό το στήθος το χαλκέντερο, το ντούρο.

Τα πρόσωπά τους είναι η πάλλευκη ιστορία
που την παράταιρη γενιά μου θυμιατίζει,
μήπως σταθεί κάποτε πάλι στα σωστά της
και καλοβάδιστη υποδεχτεί τον κόσμο.
Με κάνουν ανάερη να ίπταμαι στους δρόμους
που τυφλωμένοι εργοδηγοί κερδοσκοπούνε.
Σταλάζουν κάλλος στην ασύμμετρη ασχήμια
και στερεώνουν κάθε αδύναμη αλήθεια.
Η ακινησία τους, ριζωμένη στους αιώνες,
μια κατακόρυφη αστραπή, πληγή του ερέβους.

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Εδώ σπαράζω. 
Κι αν δεν μπορώ να τους αγγίξω, τους κοιτάζω.

 

Λίμνη Καϊάφα

Να κάνουμε το άλμα που θα ντροπιάσει τη φυλακή μας. 
Να φτιάξουμε φωλιές εκεί που λαχταρά η ψυχή μας. 
Κι αν χρειαστεί κρησφύγετα να χτίσουμε, να μη φυλλοροήσουμε. 
Γιατί πάντα υπάρχει μια αιτία για ν’ ανθίσουμε.
Αρκεί τους ζυγούς να λύσουμε…

Ψάχνοντας για Ναϊάδες στα πέριξ της μυστηριώδους λίμνης Καϊάφα, παρατηρούμε τη φύση και ανακαλύπτουμε τον ανεξερεύνητο εαυτό μας.

Επίγραμμα

Εγώ θα αγναντεύω το ταξίδι 
κι εσύ θα δροσίζεσαι απ’ τη ρίζα μου.
Λευκό και κυανό το πεπρωμένο μας.

Μήνυμα στον Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Αγαπητέ Βίνσεντ, όποτε ευκαιρήσεις πέρνα και από τη λίμνη Καϊάφα και τα περίχωρα. Είμαι βέβαιη πως θα βρεις πολλά θέματα για τα επόμενα έργα σου. Τα χρώματα είναι σίγουρα της αρεσκείας σου. Τα τοπία μία συνεχής έμπνευση. Ξέρεις εσύ πως να τραβάς την κουρτίνα για να αρχίσει η παρέλαση των αισθημάτων. Κι αν συναντήσεις ανθρώπους ασκεπείς και γρανιτένιους, μη δώσεις λαβή για σχόλια. Έκαστος στο είδος του εξάλλου. Δεν ημερώνεται με τα χαιρετίσματα ο κατηφής και ο ακατέργαστος.

 

Κυπαρισσία

Δυτικά της Εδέμ η φύση αγωνίζεται να επιβιώσει άλλοτε ηχηρά και άλλοτε αθόρυβα. Ένας παππούς κόβει τον σπάνιο κρίνο της ακρογιαλιάς και τον μυρίζει αυτάρεσκα, όπως θα έκανε με τη γαρδένια στο μπαλκόνι του. Μια παρέα με το θηριώδες της τζιπ ποδοπατά χωρίς αιδώ τη συστάδα των κρίνων στις ευαίσθητες και μοναδικές αμμοθίνες για να παρκάρει ακριβώς πλάι στο σημείο που θα απλώσει την πετσέτα της. Ένα πληγωμένο θαλασσοπούλι, ανήμπορο να πετάξει πια, τσιμπολογά ό,τι σκουπίδι μοιάζει με τροφή στην εντυπωσιακή ακτή, προσπαθώντας να ξεγελάσει την ανάγκη του. Και μια συντροφιά από βότσαλα ψιθυρίζει ένα τραγούδι αποχαιρετισμού σε μια άψυχη πλέον πεταλούδα.

Στιγμές από ένα πρωινό μπάνιο στον Κυπαρισσιακό κόλπο. Δεν ξέρω από που να πιαστώ για να μη μελαγχολήσω. Ευτυχώς ακούγεται το γέλιο του Νικηφόρου που τσαλαβουτά τρισευτυχισμένος στα “μεγάλα κύματα”….

Του κρίνου της ακρογιαλιάς

Εδώ που η άμμος λημεριάζει ατημέλητη
και ο Φαέθων ονειρεύεται ένα φλεγόμενο κυανό,
στέκω μονάχο σαν παιδί μπροστά στο μέλλον του.
Με γυροφέρνουν σμήνη πλαστικοθρεμμένων παραθεριστών,
κατακτημένων από τους αστερισμούς του Εφήμερου.
Εισπνέουν ζύθο, αποπνέουν λίπη και έλαια.
Κραδαίνουν τετερίζοντας τα ιλουστρασιόν τους πρόσωπα
μήπως κι αξιωθούν επιτέλους της ρουτίνας την άλωση.
Τους συμπονώ, μα αποστρέφω τη λευκότητά μου από του λόγου τους.
Δεν είναι τρόπαιο η μοναξιά μου αλλά δικαίωμα.
Ένα κρινάκι ελευθερίας στο στερέωμα.

Ένα καθ’ όλα συνηθισμένο απόγευμα

ouranosΕνώ εσύ λικνιζόσουν με χαμόγελο τιτίβισμα

απ’ τη γη ως τον ουρανό κύμα σχεδιάζονταςfilisynnefenio_pouli

εγώ πλανάριζα με τις φτερούγες μου πισθάγκωνα

να κοινωνήσω τ’ όνειρό σου το αμίλητοfanari_feggari

Το φεγγάρι ετοιμαζόταν να ανάψει τους σεπτούς φανούς

αποκαλύπτοντας και πάλι τα θεωρεία του σύμπαντοςaeroplano

Ένας μοναχικός ουρανοδρόμος πορευόταν στο καθήκον

νουθετώντας αθόρυβα τους ευαίσθητους στρωματοσωρείτεςskoupa

Η αιώνια μητέρα συγύριζε τη φθινοπωρινή σκοτεινιά

τινάζοντας τη σκούπα της στα πεζοδρόμια των αγγέλωνgefyripotami

Κι ως το ευκάλυπτο γεφύρι κλυδωνιζόταν απερίσκεπτα

ενώ έρεε ασυγκράτητο το νεφοπόταμο από πάνω τουmov

μια σταγόνα του ξεφύτρωσε στα μάτια σου

για να ταϊσει το κρυφό μαργαριτάρι τουςkoukidofeggaro

«Κουβέντα μ’ ένα Κυκλάμινο…»

Η τρίτη εβδομάδα του Οκτώβρη τελείωσε στο σχολείο μας ποιητικά και μελωδικά. Η κυρία Εύη ήταν λίγο παράξενη από το πρωί. Λίγο αφηρημένη, ίσως και κουρασμένη. Αφού τακτοποιηθήκαμε, καθίσαμε στην παρεούλα μας, είπαμε τις καλημέρες μας, μετρηθήκαμε, πήραμε παρουσίες, φτιάξαμε την ημερομηνία και ελέγξαμε και τον καιρό, μας είπε σοβαρή σοβαρή:

– Παιδιά, ξέρετε τι είναι ποίηση;

Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας με αμηχανία. Ένα παιδί σήκωσε το χέρι του και είπε ότι «ποίηση είναι τα ποιήματα».

– Ναι, αλλά τι είναι τα ποιήματα; επέμεινε η κυρία Εύη, κοιτάζοντάς μας στα μάτια με αποφασιστικότητα. Πάει, δεν θα τη βγάλουμε καθαρή σήμερα, θα κάνουμε «σοβαρό» μάθημα, σκεφτήκαμε. «Ποιήματα είναι τα παραμύθια!», πετάχτηκε ένα άλλο παιδί.

– Τότε γιατί τα λέμε ποιήματα και δεν τα λέμε κι αυτά παραμύθια; ξαναρώτησε η κυρία Εύη. Όλο απορίες έχει αυτή η κυρία μας, δεν μας αφήνει λεπτό να ησυχάσουμε.

Αυτή τη φορά κανένα παιδί δεν σήκωσε χέρι για να απαντήσει. Η κυρία Εύη περίμενε πέντε δευτερόλεπτα να σκεφτούμε και μετά μας είπε:

– Ωραία! Καθόλου δεν πειράζει που δεν το ξέρετε. Άλλωστε γι’ αυτό ερχόμαστε στο σχολείο, για να μαθαίνουμε. Ας ανακαλύψουμε μαζί, λοιπόν, τι είναι ποίηση. Παρατηρήστε λίγο το ταμπλό μας και πείτε μου: υπάρχουν ποιήματα κολλημένα σε αυτό; Κι αν ναι, πως τα ξεχωρίζουμε από άλλα γραπτά που δεν είναι ποιήματα;ritsos_3

Κοιτάξαμε το ταμπλό μας. Ασφαλώς και υπήρχαν κολλημένα ποιήματα. Αφού συνέχεια ασχολούμαστε με αυτά! Όταν μιλήσαμε για τον κύκλο του νερού, διαβάσαμε «Το ποταμάκι». Όταν μιλήσαμε για το σεισμό, φτιάξαμε ποιηματάκι για τον Εγκέλαδο. Όταν μιλήσαμε για το σταφύλι, τραγουδήσαμε το «Τσιριτρό».  Όταν μιλήσαμε για το φθινόπωρο, πάλι διαβάσαμε ποίημα.

Η κυρία Εύη σήκωσε μερικά παιδιά και έδειξαν τα ποιήματα στο ταμπλό. Από που άρχιζε και που τελείωνε καθένα τους. Τα διαβάσαμε μαζί της άλλη μία φορά. Και τότε παρατηρήσαμε τις διαφορές που έχουν με τα παραμύθια. Είναι πιο μικρά σε έκταση και μερικές λέξεις τους τελειώνουν με την ίδια φωνούλα. «Σε μια ρώγα από σταφύλι τρωγοπίνανε τρεις φίλοι». Το «σταφύλι» και το «φίλοι» τελειώνουν σε ι. «Του φθινόπωρου παιδιά και τα τρία πολλή δουλειά». Το «παιδιά» και το «δουλειά» τελειώνουν σε α. Η κυρία Εύη μας είπε ότι αυτό το μαγικό παιχνίδι το λένε ομοιοκαταληξία, γιατί η τελευταία φωνούλα κάθε λέξης λέγεται κατάληξη.ritsos_5

– Δεν γράφονται, βέβαια, όλα τα ποιήματα με ομοιοκαταληξία, αλλά εμείς σήμερα θα ασχοληθούμε με αυτά που γράφονται, συνέχισε η κυρία Εύη. Μετά έφερε δύο καρέκλες δίπλα της και κόλλησε πάνω τους από ένα μεγάλο κομμάτι λευκό χαρτί. Έφερε και μας έδειξε και ένα CD.

– Τι είναι αυτό, παιδιά; άρχισε πάλι τις ερωτήσεις. Ε καλά, αυτό όλοι το ξέραμε. «Σιντί!!!!», φωνάξαμε ανυπόμονα.

– Μήπως ξέρετε την ελληνική λέξη για το σιντί; επέμεινε. Μείναμε με ανοιχτό το στόμα. Δεν είναι ελληνική λέξη το σιντί; Αφού και οι κότες το ξέρουν!

Κι όμως, δεν είναι! Η κυρία Εύη μας είπε ότι το σιντί στα ελληνικά λέγεται μουσικός δίσκος. Και μας ξαναρώτησε αν ξέρουμε τι έχει μέσα του. Ε αυτό το ξέρουν και τα μωρά! Μουσική!

– Μπα; Και πως χώθηκε εκεί μέσα η κυρία Μουσική, παρακαλώ; ξαναρώτησε η κυρία Εύη. Κοιταχτήκαμε με απορία. Αυτό δεν το είχαμε αναρωτηθεί ξανά. Πως μπήκε η μουσική μέσα στο σιντί; Ποιος την έβαλε; Την έσπρωξε πολύ για να χωρέσει; Γιατί είναι στρογγυλό και όχι τετράγωνο; Γιατί έχει τρύπα στη μέση;

Η κυρία Εύη χαμογέλασε και ρώτησε αν κάποιοι από μας μαθαίνουμε κάποιο μουσικό όργανο. Δυο τρία παιδιά μάθαιναν πιάνο και μας είπαν ότι πάνε σε ωδείο. Και μερικά παιδιά είχαν στο σπίτι τους κιθάρα, γιατί ήξερε να παίζει ο μπαμπάς ή η μαμά τους.ritsos_7

Μετά, η κυρία Εύη μας είπε ότι αυτόν που γράφει ποιήματα τον λέμε Ποιητή. Το έγραψε στο χαρτί της μίας καρέκλας δίπλα της και σιγά σιγά το γεμίσαμε με τις λέξεις του Ποιητή: ποίημα, λέξεις, στίχοι, στροφές, γράμματα, τίτλος. Αυτόν που γράφει μουσική τον λέμε Συνθέτη. Το έγραψε στο χαρτί της δεύτερης καρέκλας δίπλα της και σιγά σιγά το γεμίσαμε με τις λέξεις του Συνθέτη: μουσική, νότες, στροφές, στίχοι, τραγούδι. Όταν αυτοί οι δύο καλλιτέχνες συνεργάζονται, προκύπτουν τα τραγούδια! Μετά βρίσκουν και έναν Τραγουδιστή που τα τραγουδά με την ωραία του φωνή και όλοι μαζί, με πολλούς ακόμη συνεργάτες που κάνουν άλλες δουλειές, φτιάχνουν τον μουσικό δίσκο.

Μας είχε και μία έκπληξη: μας έβαλε να ακούσουμε δύο τραγούδια από το μουσικό δίσκο «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», στα οποία συνεργάστηκαν τρεις σπουδαίοι Έλληνες καλλιτέχνες: ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος και ο τραγουδιστής Γιώργος Νταλάρας. Μας έδειξε και φωτογραφίες τους! Είχαν μάλιστα ως θέμα το κυκλάμινο, ένα λουλούδι της εποχής για το οποίο είχαμε μιλήσει στην τάξη μας και η κυρία Εύη μας το είχε φέρει να το δούμε. Είχε πάει εκδρομή στο δάσος της Καισαριανής και έκοψε ένα. Μόνο ένα, γιατί τα αγριολούλουδα δεν τα κόβουμε, τα χρειάζεται η μητέρα Φύση για να τη φροντίζουν και να την στολίζουν.kyklamino

Η κυρία Εύη μας είπε και μια ιστορία για το πώς γράφτηκαν αυτά τα τραγούδια. Όσο την παρακολουθούσαμε, άχνα δεν ακουγόταν στην τάξη και μερικά παιδιά βούρκωσαν και αγκαλιάστηκαν. Ήταν πολύ συγκινητική ιστορία…

Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος ήταν ένας πολύ γενναίος και καλόκαρδος άνθρωπος, που πίστευε ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να ζουν με ελευθερία, με δικαιοσύνη, με ισότητα και με αγάπη και να μην χωρίζονται σε πλούσιους που καλοπερνάνε και σε φτωχούς που υποφέρουν. Όταν ήταν νέος, την Ελλάδα κυβερνούσαν κάποιοι άνθρωποι που δεν συμφωνούσαν με τις ιδέες του. Τους έλεγαν δικτάτορες και δεν τους άρεσε καθόλου η δημοκρατία. Ήθελαν να γίνεται μόνο το δικό τους και τους ένοιαζε μονάχα το συμφέρον τους! Τον έπιασαν, λοιπόν, και τον έβαλαν φυλακή. Εκείνος, όμως, ήταν ποιητής. Και ένας ποιητής δεν μπορεί ποτέ να σταματήσει να εμπνέεται και να γράφει. Ούτε μέσα στη φυλακή! Ακόμη κι όταν δεν τον αφήνουν! Έτσι και ο Γιάννης Ρίτσος. Όπου έβρισκε μικρά κομματάκια χαρτί, τα μάζευε και τα φύλαγε κάτω από το μαξιλάρι του. Εκεί έκρυβε και το μολυβάκι του, που από τα πολλά ποιήματα που έγραφε το έξυνε συνέχεια και είχε γίνει πολύ μικράκι, σαν σπιρτάκι. Τόσο δα που δεν το έπιανε κανένα μάτι. Τη νύχτα, όταν όλοι κοιμούνταν, στεκόταν πλάι στο μικρό καγκελόφρακτο παραθυράκι της φυλακής του και έγραφε ποιήματα με το φως του φεγγαριού. Έτσι έγραψε τα «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας».

Πως όμως θα τα έστελνε σε ένα συνθέτη για να τους βάλει μουσική, αφού δεν τον άφηναν να βγει από τη φυλακή του; Η λύση βρέθηκε με έναν τρόπο που δεν περίμενε κανείς…Ο ποιητής, που ήταν πολύ ευαίσθητος, αρρώστησε μέσα στη φυλακή. Τον μετέφεραν σε ένα νοσοκομείο και εκεί πήγε να τον δει η κορούλα του και η γυναίκα του. «Τι είναι όλα αυτά τα χαρτάκια, μπαμπά;» τον ρώτησε η μικρή Έρη. Εκείνος της χαμογέλασε, την πήρε αγκαλιά και της αποκάλυψε στ’ αυτί το μυστικό του. Η Έρη, που ήταν κι αυτή γενναία και καλόκαρδη σαν τον μπαμπά της, πήρε τα χαρτάκια με τα ποιήματα και τα έχωσε κρυφά στην τσέπη της. Αφού επέστρεψαν με τη μαμά της στο σπίτι τους, της τα εμπιστεύτηκε και εκείνη τα έβαλε σε ένα φάκελο και τα έστειλε στο συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, που ζούσε σε μια άλλη χώρα, τη Γαλλία, για να μην τον συλλάβουν οι δικτάτορες και εκείνον. Ο κύριος Μίκης, μόλις τα διάβασε, είπε με βροντερή φωνή: «Είναι έξοχα! Θα τα κάνω τραγούδια!». Έκατσε στο πιάνο του και έγραψε 18 τραγούδια, ένα για κάθε ποίημα. Όταν ο τραγουδιστής Γιώργος Νταλάρας που ήταν φίλος του, πήγε στο Παρίσι για να τον επισκεφθεί, του τα έπαιξε στο πιάνο. «Μα είναι υπέροχα, Μίκη μου! Δεν μπορώ να κρατηθώ, θέλω να τα τραγουδήσω τώρα αμέσως!», είπε κατενθουσιασμένος. Και έτσι φτιάχτηκε αυτός ο μουσικός δίσκος, που αργότερα, όταν η ελευθερία και η δημοκρατία ξαναγύρισαν στη χώρα μας – γιατί οι καλοί πάντα νικάνε, να μην έχετε καμία αμφιβολία για αυτό – τον αγάπησε και τον τραγούδησε ολόκληρη η Ελλάδα (και όχι μόνο). Ακόμη τα τραγουδάμε αυτά τα υπέροχα ποιήματα-τραγούδια. Ορίστε! Σήμερα είναι η σειρά μας!09356c3db5f9b51f6485e3dca973f583_xl

Και πριν ακόμη προλάβουμε να συνέλθουμε από την συγκίνηση που μας προκάλεσε η ιστορία του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, η κυρία Εύη πάτησε το κουμπί στο μαγνητόφωνο και άρχισε να ακούγεται το τραγούδι νούμερο 2, το Κυκλάμινο και αμέσως μετά το τραγούδι νούμερο 11, το Κουβέντα με ένα λουλούδι, όπου πάλι ο ποιητής μιλάει με ένα κυκλάμινο!

2. Κουβέντα μ’ ένα λουλούδι

– Κυκλάμινο, κυκλάμινο

στου βράχου τη σχισμάδα,

πού βρήκες χρώματα κι ανθείς,

πού μίσχο και σαλεύεις;

– Μέσα στο βράχο σύναξα

το γαίμα στάλα-στάλα.

Μαντήλι ρόδινο έπλεξα

κι ήλιο μαζεύω τώρα.

11. Το κυκλάμινο

Μικρό πουλί τριανταφυλλί

δεμένο με κλωστίτσα

με τα σγουρά φτεράκια του

στον ήλιο πεταρίζει.

Κι αν το τηράξεις μια φορά

θα σου χαμογελάσει

κι αν το τηράξεις δυο και τρεις

θ’ αρχίσεις το τραγούδι.ritsos_4

Τι μελωδίες ήταν αυτές! Πόσο όμορφες λέξεις, αλλιώτικες…Η κυρία Εύη μας εξήγησε το νόημά τους και με το μυαλό και την καρδιά μας φανταστήκαμε τις εικόνες που θα τις συνόδευαν, αν κάποιος τις ζωγράφιζε…Αρχίσαμε να τραγουδάμε κι εμείς μαζί με την κυρία Εύη και όπου ακουγόταν μόνο μελωδία, συνοδεύαμε ρυθμικά με παλαμάκια. Μας είπε ακόμη πως ξεκινήσαμε να ακούμε αυτά τα τραγούδια και για έναν ακόμη λόγο: την άλλη εβδομάδα, στις 28 Οκτώβρη, θα γιορτάσουμε μία πολύ σημαντική επέτειο για την ιστορία της χώρας μας. Που έναν άλλο Οκτώβρη, αυτόν του 1940, πολέμησε και έδωσε τα πάντα για την ελευθερία της. Για την ίδια αυτή ελευθερία που μιλούσε στα ποιήματά του και ο Γιάννης Ρίτσος.

Μετά καθίσαμε στα τραπεζάκια και ζωγραφίσαμε μετά μουσικής! Το συνθέτη, τον ποιητή, τον τραγουδιστή και το κυκλάμινο. Η κυρία Εύη τριγύριζε αεικίνητη ανάμεσά μας, μας φωτογράφιζε, ρωτούσε τι σκεφτόμασταν, μας βοηθούσε αν το χρειαζόμασταν και το ζητούσαμε και έδειχνε πολύ ευτυχισμένη.ritsos_14ritsos_13ritsos_12ritsos_11ritsos_10ritsos_9ritsos_8

– Κυρία, κάθε μέρα είσαι καλή, αλλά σήμερα είσαι ακόμη πιο καλή, είπε η Βαλέρια.

Φταίει η Ποίηση και η Μουσική, γλυκιά μου. Μαγεύουν τους ανθρώπους. Τους κάνουν καλύτερους. Τους ομορφαίνουν. Λειαίνουν τις αντιθέσεις τους, απαλύνουν τις ελλείψεις τους. Και τους στέλνουν ψηλά, ν’ ανταμώσουν το Φως.

https://www.youtube.com/watch?v=-G4PxhwVk8Iritsos_20ritsos_19ritsos_18ritsos_16ritsos_17

Ιούλιος 2016

SPETSES_AΣπέτσες

Σ’ αυτήν την κόχη που φυλάω Θερμοπύλες,
παλαιών ηθών τις λιοπερίχυτες καμπύλες,
δεν το αρνούμαι: μοναξιά είναι η αλήθεια
που δεν λιμνάζει στην κατάκοπη συνήθεια.

Ξύλο κι ασβέστη κι αιχμηρό μου κεραμίδι,
κάτω απ’ τα πούπουλα τροχίζω το κοπίδι.
Εσείς τα τρία η φτενή μου περιουσία
μα πάντα χτίζατε ακατάλυτη ουσία.

Σπουδή τα μάτια των προγόνων και φεγγίτες.
Πως πολεμούσαν ξωτικιές και Δροσουλίτες!
Απτά, υπόκωφα, θυρανοίξια πραγμάτωναν
στο σίδερο έλικες θεμέλια πυράκτωναν.

Κι εσύ ομορφιά μου κορακάτη που φωλιάζεις
σε νύμφης πρόσωπο σαν ξεκαλοκαιριάζεις,
πες μου τι έχω η Ερειπωμένη να προσμένω,
για πόσο ακόμη τη φθορά θα υπομένω;ERMIONI_PEFKOERMIONI_A

Ερμιόνη

Αυτό το δάκρυ στων ρυτίδων σου την άκρη
το χρυσοτρίκλινο στου θέρους το παλάτι,
ποιο μυστικό τάχα ανείπωτο να κρύβει,
ποια αναδυόμενη βρεφοκρατούσα Ήβη;

Αυτό το πράσινο πευκοβελόνας χέρι
που αψηφά κάθε ανυπότακτο αγέρι,
ποιας ρίζας δύναμη να θρέφει γρανιτένια,
ποιας μοναξιάς τη θαλπωρή την κοχυλένια;

Αυτό το κράσπεδο το βραχοσμιλεμένο
που γειτονεύει με το κύμα το αφρισμένο,
σε ποιο υποβρύχιο λημέρι να σε βγάζει,
σε ποιας Νηρηίδας ανεμώνης το περβάζι;

Όλα κυανόλευκα. Κι οι θύρες και τα μάγια
της Ποσειδώνιας πατρίδας μου τα άγια.
Κι εγώ με μάτια σφαλιστά, παλιά ερμάρια,
πουλιά ονειρεύομαι και δίκαια φεγγάρια.ERMIONI_VRAXOS

Πόρτο Χέλι

Εγώ να γράφω. Εσύ να παίζεις, να γελάς, να κολυμπάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ, άπιαστο κύμα, τη ζωή να τραγουδάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ τον κόσμο με γυαλιά παραμυθένια να κοιτάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ στην ξεγνοιασιά σαν γλαροπούλι να βουτάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ, όταν λυγίζω, μες στο φως να με κρατάς.ERMIONI_SKALA

Πραξικόπημα (Τουρκία, ώρα μηδέν)

Σεβαστή Εκάβη κι Ανδρομάχη και Κασσάνδρα εσύ
αφήστε τη μακριά σας κόμη ξέπλεκη.
Δεν ωφελεί πια η τόση δεξιοσύνη στους καλλωπισμούς.
Ποιοι να θαυμάσουν τις περίτεχνες κομμώσεις σας,
τους ελικοειδείς βοστρύχους και τα σκαλιστά διαδήματα;
Οι γιοι, τ’ αδέρφια, οι πατεράδες και οι σύζυγοι,
ως και οι έφηβοι και τ’ άγουρα παιδόπουλα,
στ’ αλώνια χύθηκαν και πολεμούν αχόρταγα.
Τυφλά κι αδέσποτα χτυπούν και αφανίζονται.
Ποιος ο εχθρός; Ποιον απειλεί; Γιατί επιτίθεται;
Κανείς δεν ξέρει. Ούτε στη γηραιά δικαιοσύνη πια ορκίζεται.
Μια μάσκα φόβου αιωρείται στον ορίζοντα.
Σαν αντικρίζονται, ένας αδέκαστος θεός
είναι το νεότευκτο του καθενός το πρόσωπο.
Μια σκοτεινιά. Βουβή οιμωγή. Κι ύστερα έρεβος.
Όταν αγγίζονται, σπίθες οργής εκλύονται.
Ξεσπά μπουρίνι. Κάθε στέρνο κι ένας Κέρβερος.
Κι εσείς οι μάνες, οι θυγατέρες, οι αδερφές,
εσείς οι σύζυγοι κι οι κορασίδες οι μικρές
πάλι με στάχτες το κεφάλι πασπαλίζετε.
Πάλι κραυγάζετε βουβά, πάλι θρηνείτε γοερά.
Πάλι ικέτιδες προσπέφτετε γονυπετείς
ένα στεγνό και άδειο ουρανό εκλιπαρώντας
να μην τρυγήσει άλλο αίμα ο Χάροντας.
Γιατί ήπιε φαρμάκι ναργιλέ και παραφρόνησε
κι ως μακελάρης άρχοντας μυριάδες μάγεψε,
ανύποπτους και ύποπτους αρσενικούς πυρσούς.
Και τώρα παίζει, αφανίζει κάθε φλόγα τους.
Με μία μόνο πατουχιά την κάνει ανάμνηση
θηλιά για σας τα θηλυκά τα ανυπεράσπιστα.
Πόσο σας σκέφτομαι…Λες και το Αιγαίο
μία αβαθής λακκούβα αλάτι μόλις έγινε
και δεν υπάρχει πια στεριά ευσπλαχνική
μια προσευχή κοινή να πούμε, ν’ ατσαλώσουμε.
Δεμένη η θάλασσα βαριανασαίνει κι απελπίζεται.
Ούτε ένας γλάρος με κρωγμό ευοίωνο υπερίπταται
στα σιδερόφρακτα αναιμικά κατάρτια της.
Πόσο πληγώνομαι κάθε στιγμή που ψυχοπιάνεστε
γιατί ένας κρότος τουφεκιού σιμά ακούγεται.
Τι ν’ αποθέσω στη σεμνή σας αγκαλιά
πως ν’ αποσύρω του κλαυθμού και του οδυρμού
τα γκριζοπλόκαμα τ’ ανίερα απ’ το στήθος σας;
Γυναίκα αλύτρωτη η Ειρήνη στα λημέρια σας
μόνο ο Καιάδας σε καιρούς τέτοιους θα έπρεπε.
Σθένος! Μονάχα εσείς ίσως μπορείτε απροσδόκητα
την Ύβρη και τη Νέμεση, το Κράτος και τη Βία να στομώσετε,
αρκεί το ανάστημα στο σκότος να ορθώσετε.
Δεν ξέρω να σας πω το πώς, πολύτιμές μου ομογάλακτες.
Μα προσπαθήστε το. Γιατί άλλη Έξοδος δεν θα υπάρξει πια
από τα κουρνιασμένα στις αγάπες σας φτερά.PERISTERIA_SPETSESCOSTA_BIANCA_A

Costa Bianca

Αν είμαι εγώ αμέτρητα λευκά σπαρμένα βότσαλα,
εσύ είσαι το αχνογάλανο νησί της ουτοπίας μου.
Ένα ποτάμι θάλασσα κυλά ανάμεσά μας.
Θα το διαβούμε; Θα ’ρθει κάποτε η σειρά μας;

Αν είμαι εγώ οι Συμπληγάδες μου οι παλλόμενες,
εσύ είσαι ο Ιάσονας με την Αργώ σου απόντιστη.
Μην βγεις στον πηγαιμό μου, λένε οι μάγισσες.
Θα υποταχτείς; Ή στου Άη Λια το κορφοβούνι θα ταχτείς;

Αν είμαι εγώ των οριζόντων η θεσπέσια επιδερμίδα,
εσύ είσαι ο ποιητής που πελαγοδρομεί ανέστιος.
Βασίλεψέ με. Δες τον κόσμο ν’ ανατέλλει.
Θα το τολμήσεις; Ή θα βυθιστείς για να μ’ αφήσεις;ERMIONI_ATHANATOI

Γαλήνη

Α, η Γαλήνη
Ένα αλαβάστρινο αστέρι μες στη δίνη
Να την αγγίξει η ψυχή μου δεν αφήνει

Μόλις τολμήσω
Το σκοτεινό μου ουρανό να συγυρίσω
Και το διχτάκι μου στο διάβα της να ρίξω

Λέπια φοράει
Γοργά του κόσμου το χαγιάτι προσπερνάει
Και σ’ επτασφράγιστο ναυάγιο βουτάει

Εκεί απαγκιάζει
Κι η αγωνία που με τρώει δεν τη νοιάζει
Αν καλοκαίριασε ή πως ξεχειμωνιάζει

Α, η Γαλήνη
Μία ιέρεια μ’ αλλόκοτη σαγήνη
Ζωγραφισμένη σε νησιώτικο λαγήνι

Δεν μ’ αγαπάει
Τα τάματά μου, τις σπονδές μου αψηφάει
Ούτε στα τρίστρατα για μένα ξενυχτάει

Κι εγώ λιμνάζω
Σε γρανιτένιο προσκεφάλι πλάτη βάζω
Και υπομένω και προσμένω και χειμάζω.VRAXOS