Οι ανήσυχες μέρες του Αυγούστου

Χτες ήταν η μέρα της ομίχλης. Έζωσε το χωριό, άναψε τα τζάκια μέσα στην καρδιά του Αυγούστου, ύγρανε μάτια, δάχτυλα, σακάκια, στοχασμούς. Έκανε αφρόλουτρο ο Θεός με καυτό νερό κι οι ατμοί αγκάλιασαν τις κορυφογραμμές, τα διάσελα, τις ορδές των ελάτων, τα χαμολούλουδα, τα ζωηρά ζουζούνια, τ’ αγριόχορτα και τους γαιοσκώληκες.

Βάδιζε στα τυφλά. Μπήκε ολόκληρη μέσα στα σύννεφα, γέμισε σταγόνες από τα φιλιά τους. Δεν υπάρχει μοναξιά όταν αφήνεσαι να σ’ αρπάξει ο κόσμος, να σε παιδέψει, να σε χαρεί. Δεν υπάρχει θάνατος όταν κάθε στιγμή βιώνεις ξυπνήματα κι αποκοιμίσματα γύρω σου, πλάι σου κι εντός σου. Δεν υπάρχει αδιέξοδο όταν και για το πιο μικρό ανθάκι, κάθε μέρα, ξημερώνει μια άλλη μέρα.

Σήμερα ίππευσε για πρώτη φορά. Κράτα γερά το χαλινάρι και μίλα του γλυκά του Ψαρή. Ίσια το κορμί στην κατηφόρα, τα πέλματα στους αναβατήρες τεντωμένα, όπως όταν ανεβαίνεις μια τσουλήθρα ανάποδα. Οι μηροί κολλημένοι στα πλευρά του αλόγου. Για τροχασμό το χαλινάρι εναλλάξ δεξιά – αριστερά και ελαφριά πίεση των ποδιών στην κοιλιά του αλόγου. Στην ανηφόρα γέρνεις το σώμα προς τα εμπρός, να δώσεις ώθηση. Μη φοβάσαι, δεν πέφτεις.

Και τώρα, Άρτεμη, εσύ και ο στόχος. Στερέωσε το βέλος, δώσε στο τόξο ελαφριά κλίση προς τα πάνω κι αριστερά και τέντωσε τη χορδή κιαλάροντας ταυτόχρονα στο κέντρο. Μην το πολυζορίζεις, απαλά και με τη μία.

Κι όταν βρεις με το ποδήλατο στο δασικό, κράτα το τιμόνι γερά και σταθερά. Πετάλι δυνατά. Φρένο ποτέ απότομα. Απόφευγε τ’ αγκάθια, τις μυτερές πέτρες, τις νωπές λασπουριές. Ν’ ανασηκώνεις το κορμί όταν το πέρασμα είναι πολύ κακοτράχαλο. Στην άσφαλτο να προσέχεις τα καμιόνια τα φορτωμένα κορμούς. Τις ταχύτητες να τις αλλάζεις μία μία σκάλα και με το μαλακό.

Τη νύχτα άναψαν φωτιά στο Κόρπου και έψησαν λουκάνικα και μπριζόλες. Με ντομάτα, πατάτα βραστή, τυρί, ψωμί και μπύρες κάτω από έναν μαγικό ουρανό. Χνάρι αρκούδας, λαγό, σκαντζόχοιρο, κουκουβάγια και αλεπού συνάντησαν στο δρόμο τους. Ο Θοδωρής πήρε το δαυλό και τον εκσφενδόνισε στο διάστημα για να παραστήσει, λέει, το φλεγόμενο μετεωρίτη.

Τους τραγούδησε. Και δεν έλεγε να σταματήσει έτσι όπως την άκουγαν εκστατικοί, άνθρωποι, άνεμοι και ξωτικά.

Φεγγάρι ανέτειλε φτενό με σάρκα από οπάλι

κι έριξε μαύρη πετονιά στου κόσμου την αγκάλη.

Στη μια άκρα είχε για δόλωμα έρωτα σταμναγκάθι,

στην άλλη όλα της αυλής των δυνατών τα πάθη.

Ας ήταν σφιχτοπλέξουδη η πετονιά του σκάλα

σαν αίλουρος να τιναχτώ στα ύψη τα μεγάλα.

Να μη με πιάνει απόγνωση μ’ αυτά που αντικρύζω

όταν στα στενοσόκακα μονάχη σεργιανίζω.

Κι όταν γκρεμίζεται η καρδιά σ’ ολάχνιστο καμίνι

να την καθίζω στο σοφρά σεμνά να τρωγοπίνει.

Γιατί είναι αφρός στη θάλασσα, στην έρημο αντιλόπη

κι όταν τ’ αστέρια αυτοκτονούν σ’ αρχαίο ναό μετόπη.

Δεν έχει αγάπη να κρυφτεί, προσκέφαλο να γείρει

στον άνεμο σκορπίζεται σαν ανεμώνης γύρη.

Τη θέλει ο γιος του λιονταριού μα εκείνη δεν τον θέλει.

Κάλλιο στ’ αλάτι λεύτερη παρά δετή στο μέλι.

Κι αν έρθει εκείνη η στιγμή κι η ώρα η αγιασμένη

που δεν θα υπάρχει τίποτα για να το περιμένει,

δεν λαχταρά κάτι πολύ και δυνατό να γίνει

μόν’ στης λεβάντας τον ανθό δροσοσταλιά να μείνει.

Ελάτη, Αύγουστος 1995, στα λημέρια του Κόζιακα.

Ερωτικό

Να ’χες τα βλέφαρα κλειστά, τα χείλη σκαλοπάτια,
τα σκαλοπάτια ν’ ανεβώ, να σε φιλώ στα μάτια.

Και ν’ αποθέσω στο σοφρά του πιο γλυκού σου ύπνου,
το πρόσφορο και το κρασί του Μυστικού μου Δείπνου.

Να μπω σαν κλέφτης, μάτια μου, στα παραμιλητά σου
και να φυτέψω μια ροδιά για κάθε αποθυμιά σου.

Να μετρηθώ με τον καημό, την αγωνία, τη λήθη
και στης καρδιάς τον αργαλειό να υφάνω παραμύθι,

που να μη λέει για μάγισσες, για δράκους και τελώνια,
μα για σφιχταγκαλιάσματα σ’ ολόλευκα σεντόνια.

Του εγωισμού μου ν’ αρνηθώ το στρουφηχτό κοχύλι
και στο λαιμό σου να δεθώ σα ναυτικού μαντήλι,

για ν’ανασαίνω τ’ άρωμα, το πικραμύγδαλό σου
και να με λογαριάζουνε ολότελα δικό σου.

Στα δόντια να κρατώ σουγιά, να περπατώ στις μύτες,
σε κοντραμπάντο όταν μπλεχτώ μ’ αντάρτες και προφήτες.

Γιατί έχω ανατολίτικο αίμα μες στο κορμί μου,
μ’ από της Δύσης την κλωστή κρεμιέται η ζωή μου.

Ο πίνακας είναι της Έφης Κοκκινάκη

Ερωτικό

Να ’χες τα βλέφαρα κλειστά, τα χείλη σκαλοπάτια,
τα σκαλοπάτια ν’ ανεβώ, να σε φιλώ στα μάτια.

Και ν’ αποθέσω στο σοφρά του πιο γλυκού σου ύπνου,
το πρόσφορο και το κρασί του Μυστικού μου Δείπνου.

Να μπω σαν κλέφτης, μάτια μου, στα παραμιλητά σου
και να φυτέψω μια ροδιά για κάθε αποθυμιά σου.

Να μετρηθώ με τον καημό, την αγωνία, τη λήθη
και στης καρδιάς τον αργαλειό να υφάνω παραμύθι,

που να μη λέει για μάγισσες, για δράκους και τελώνια,
μα για σφιχταγκαλιάσματα σ’ ολόλευκα σεντόνια.

Του εγωισμού μου ν’ αρνηθώ το στρουφηχτό κοχύλι
και στο λαιμό σου να δεθώ σα ναυτικού μαντήλι,

για ν’ανασαίνω τ’ άρωμα, το πικραμύγδαλό σου
και να με λογαριάζουνε ολότελα δικό σου.

Στα δόντια να κρατώ σουγιά, να περπατώ στις μύτες,
σε κοντραμπάντο όταν μπλεχτώ μ’ αντάρτες και προφήτες.

Γιατί έχω ανατολίτικο αίμα μες στο κορμί μου,
μ’ από της Δύσης την κλωστή κρεμιέται η ζωή μου.

 

Ο πίνακας είναι της Έφης Κοκκινάκη

Ιούλιος 2017

Επιστροφή

Το βέλασμα της καλημέρας καταμεσίς του αγρού.
Η τρίλια η δοξαστική κάθε διαβάτη φτερωτού.
Η μυρωδιά η μεθυστική της στολισμένης λυγαριάς.
Το ασημοπράσινο μαντήλι της γειτόνισσας ελιάς.
Μια εξερευνήτρια χελώνα στης νεραϊδόλιμνης την επιδερμίδα.
Ένα κοπάδι από ψαρόπουλα στην υγρή της βλεφαρίδα.
Το μωβ, το μπλε, το θαλασσί, το σμαραγδί, το γαλάζιο, το κυανό.
Το κρινάκι πλάι στο κύμα που με θωρεί, θαρρείς, ζωγραφιστό.
Εσύ που και αποκοιμισμένος ακόμη χαμογελάς.
Το μαυρισμένο μπρατσάκι της πιο λατρεμένης αγκαλιάς.
Όλα είναι εδώ.
Έχω κοντύλι και χαρτί, δημιουργώ,
ζώντας αυτό που ακατάλυτα αγαπώ.
Κι ας επιστρέφουμε αύριο στο Μεγάλο το Χωριό.
Δεν ήρθε η ώρα κι η στιγμή να λυπηθώ.

Ολυμπία

– Που θα πάτε σήμερα;
– Σήμερα το πρόγραμμα έχει Ολυμπία.
– Τι θα πάτε να κάνετε εκεί; Δεν έχει τίποτα.

Ο Κώστας μένει άναυδος. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, με έκπληκτο ακόμη βλέμμα, απαντά δειλά, συνεσταλμένα:
– Έχει τα αρχαία…
– Α ναι…
Έρχεται η απάντηση, αδιάφορα. Χωρίς καθόλου συναίσθημα. Χωρίς καθόλου ντροπή.

Ο παραπάνω διάλογος είναι αληθινός και διαδραματίστηκε σε κατάστημα, στη Ζαχάρω Ηλείας, με έναν άνθρωπο της ηλικίας μας. Εγώ σοκαρίστηκα τόσο πολύ, που απαντώ σήμερα, μετά από την περιήγησή μας σε έναν από τους ομφαλούς του κόσμου, που -όπως φαίνεται- οι ντόπιοι δεν έχουν συναίσθηση -ακόμη- του τι σημαίνει για τους ίδιους, για τη χώρα μας, για την παγκόσμια κοινότητα…

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Κοιτώ τα μάτια τους με τις σβησμένες κόρες
και μ’ αγκαλιάζει ο απαστράπτων εαυτός τους.
Να τους αγγίξω δεν μπορώ
κι όμως το δέρμα μου μυρμηγκιάζει απ’ την αχλή τους.
Στέκουν μυριάδες βήματα μακριά μου
επίμονοι στρατοκόποι, σφριγηλοί ζευγολάτες,
αγέραστοι πολεμιστές και υπομονετικοί αχθοφόροι,
σεμνές ιέρειες και μητέρες γαλακτοτροφούσες.
Κι έτσι τους νιώθω να μοιραίνουν τη ζωή μου.

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Σ’ αυτούς ελπίζω.
Σ’ ένα μαρμάρινο χεράκι, μια φτερούγα.
Στο θεϊκό κεφαλοδέσι, στην υδρία.
Σ’ αυτό το στήθος το χαλκέντερο, το ντούρο.

Τα πρόσωπά τους είναι η πάλλευκη ιστορία
που την παράταιρη γενιά μου θυμιατίζει,
μήπως σταθεί κάποτε πάλι στα σωστά της
και καλοβάδιστη υποδεχτεί τον κόσμο.
Με κάνουν ανάερη να ίπταμαι στους δρόμους
που τυφλωμένοι εργοδηγοί κερδοσκοπούνε.
Σταλάζουν κάλλος στην ασύμμετρη ασχήμια
και στερεώνουν κάθε αδύναμη αλήθεια.
Η ακινησία τους, ριζωμένη στους αιώνες,
μια κατακόρυφη αστραπή, πληγή του ερέβους.

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Εδώ σπαράζω. 
Κι αν δεν μπορώ να τους αγγίξω, τους κοιτάζω.

 

Λίμνη Καϊάφα

Να κάνουμε το άλμα που θα ντροπιάσει τη φυλακή μας. 
Να φτιάξουμε φωλιές εκεί που λαχταρά η ψυχή μας. 
Κι αν χρειαστεί κρησφύγετα να χτίσουμε, να μη φυλλοροήσουμε. 
Γιατί πάντα υπάρχει μια αιτία για ν’ ανθίσουμε.
Αρκεί τους ζυγούς να λύσουμε…

Ψάχνοντας για Ναϊάδες στα πέριξ της μυστηριώδους λίμνης Καϊάφα, παρατηρούμε τη φύση και ανακαλύπτουμε τον ανεξερεύνητο εαυτό μας.

Επίγραμμα

Εγώ θα αγναντεύω το ταξίδι 
κι εσύ θα δροσίζεσαι απ’ τη ρίζα μου.
Λευκό και κυανό το πεπρωμένο μας.

Μήνυμα στον Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Αγαπητέ Βίνσεντ, όποτε ευκαιρήσεις πέρνα και από τη λίμνη Καϊάφα και τα περίχωρα. Είμαι βέβαιη πως θα βρεις πολλά θέματα για τα επόμενα έργα σου. Τα χρώματα είναι σίγουρα της αρεσκείας σου. Τα τοπία μία συνεχής έμπνευση. Ξέρεις εσύ πως να τραβάς την κουρτίνα για να αρχίσει η παρέλαση των αισθημάτων. Κι αν συναντήσεις ανθρώπους ασκεπείς και γρανιτένιους, μη δώσεις λαβή για σχόλια. Έκαστος στο είδος του εξάλλου. Δεν ημερώνεται με τα χαιρετίσματα ο κατηφής και ο ακατέργαστος.

 

Κυπαρισσία

Δυτικά της Εδέμ η φύση αγωνίζεται να επιβιώσει άλλοτε ηχηρά και άλλοτε αθόρυβα. Ένας παππούς κόβει τον σπάνιο κρίνο της ακρογιαλιάς και τον μυρίζει αυτάρεσκα, όπως θα έκανε με τη γαρδένια στο μπαλκόνι του. Μια παρέα με το θηριώδες της τζιπ ποδοπατά χωρίς αιδώ τη συστάδα των κρίνων στις ευαίσθητες και μοναδικές αμμοθίνες για να παρκάρει ακριβώς πλάι στο σημείο που θα απλώσει την πετσέτα της. Ένα πληγωμένο θαλασσοπούλι, ανήμπορο να πετάξει πια, τσιμπολογά ό,τι σκουπίδι μοιάζει με τροφή στην εντυπωσιακή ακτή, προσπαθώντας να ξεγελάσει την ανάγκη του. Και μια συντροφιά από βότσαλα ψιθυρίζει ένα τραγούδι αποχαιρετισμού σε μια άψυχη πλέον πεταλούδα.

Στιγμές από ένα πρωινό μπάνιο στον Κυπαρισσιακό κόλπο. Δεν ξέρω από που να πιαστώ για να μη μελαγχολήσω. Ευτυχώς ακούγεται το γέλιο του Νικηφόρου που τσαλαβουτά τρισευτυχισμένος στα “μεγάλα κύματα”….

Του κρίνου της ακρογιαλιάς

Εδώ που η άμμος λημεριάζει ατημέλητη
και ο Φαέθων ονειρεύεται ένα φλεγόμενο κυανό,
στέκω μονάχο σαν παιδί μπροστά στο μέλλον του.
Με γυροφέρνουν σμήνη πλαστικοθρεμμένων παραθεριστών,
κατακτημένων από τους αστερισμούς του Εφήμερου.
Εισπνέουν ζύθο, αποπνέουν λίπη και έλαια.
Κραδαίνουν τετερίζοντας τα ιλουστρασιόν τους πρόσωπα
μήπως κι αξιωθούν επιτέλους της ρουτίνας την άλωση.
Τους συμπονώ, μα αποστρέφω τη λευκότητά μου από του λόγου τους.
Δεν είναι τρόπαιο η μοναξιά μου αλλά δικαίωμα.
Ένα κρινάκι ελευθερίας στο στερέωμα.

Ένα καθ’ όλα συνηθισμένο απόγευμα

ouranosΕνώ εσύ λικνιζόσουν με χαμόγελο τιτίβισμα

απ’ τη γη ως τον ουρανό κύμα σχεδιάζονταςfilisynnefenio_pouli

εγώ πλανάριζα με τις φτερούγες μου πισθάγκωνα

να κοινωνήσω τ’ όνειρό σου το αμίλητοfanari_feggari

Το φεγγάρι ετοιμαζόταν να ανάψει τους σεπτούς φανούς

αποκαλύπτοντας και πάλι τα θεωρεία του σύμπαντοςaeroplano

Ένας μοναχικός ουρανοδρόμος πορευόταν στο καθήκον

νουθετώντας αθόρυβα τους ευαίσθητους στρωματοσωρείτεςskoupa

Η αιώνια μητέρα συγύριζε τη φθινοπωρινή σκοτεινιά

τινάζοντας τη σκούπα της στα πεζοδρόμια των αγγέλωνgefyripotami

Κι ως το ευκάλυπτο γεφύρι κλυδωνιζόταν απερίσκεπτα

ενώ έρεε ασυγκράτητο το νεφοπόταμο από πάνω τουmov

μια σταγόνα του ξεφύτρωσε στα μάτια σου

για να ταϊσει το κρυφό μαργαριτάρι τουςkoukidofeggaro

«Κουβέντα μ’ ένα Κυκλάμινο…»

Η τρίτη εβδομάδα του Οκτώβρη τελείωσε στο σχολείο μας ποιητικά και μελωδικά. Η κυρία Εύη ήταν λίγο παράξενη από το πρωί. Λίγο αφηρημένη, ίσως και κουρασμένη. Αφού τακτοποιηθήκαμε, καθίσαμε στην παρεούλα μας, είπαμε τις καλημέρες μας, μετρηθήκαμε, πήραμε παρουσίες, φτιάξαμε την ημερομηνία και ελέγξαμε και τον καιρό, μας είπε σοβαρή σοβαρή:

– Παιδιά, ξέρετε τι είναι ποίηση;

Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας με αμηχανία. Ένα παιδί σήκωσε το χέρι του και είπε ότι «ποίηση είναι τα ποιήματα».

– Ναι, αλλά τι είναι τα ποιήματα; επέμεινε η κυρία Εύη, κοιτάζοντάς μας στα μάτια με αποφασιστικότητα. Πάει, δεν θα τη βγάλουμε καθαρή σήμερα, θα κάνουμε «σοβαρό» μάθημα, σκεφτήκαμε. «Ποιήματα είναι τα παραμύθια!», πετάχτηκε ένα άλλο παιδί.

– Τότε γιατί τα λέμε ποιήματα και δεν τα λέμε κι αυτά παραμύθια; ξαναρώτησε η κυρία Εύη. Όλο απορίες έχει αυτή η κυρία μας, δεν μας αφήνει λεπτό να ησυχάσουμε.

Αυτή τη φορά κανένα παιδί δεν σήκωσε χέρι για να απαντήσει. Η κυρία Εύη περίμενε πέντε δευτερόλεπτα να σκεφτούμε και μετά μας είπε:

– Ωραία! Καθόλου δεν πειράζει που δεν το ξέρετε. Άλλωστε γι’ αυτό ερχόμαστε στο σχολείο, για να μαθαίνουμε. Ας ανακαλύψουμε μαζί, λοιπόν, τι είναι ποίηση. Παρατηρήστε λίγο το ταμπλό μας και πείτε μου: υπάρχουν ποιήματα κολλημένα σε αυτό; Κι αν ναι, πως τα ξεχωρίζουμε από άλλα γραπτά που δεν είναι ποιήματα;ritsos_3

Κοιτάξαμε το ταμπλό μας. Ασφαλώς και υπήρχαν κολλημένα ποιήματα. Αφού συνέχεια ασχολούμαστε με αυτά! Όταν μιλήσαμε για τον κύκλο του νερού, διαβάσαμε «Το ποταμάκι». Όταν μιλήσαμε για το σεισμό, φτιάξαμε ποιηματάκι για τον Εγκέλαδο. Όταν μιλήσαμε για το σταφύλι, τραγουδήσαμε το «Τσιριτρό».  Όταν μιλήσαμε για το φθινόπωρο, πάλι διαβάσαμε ποίημα.

Η κυρία Εύη σήκωσε μερικά παιδιά και έδειξαν τα ποιήματα στο ταμπλό. Από που άρχιζε και που τελείωνε καθένα τους. Τα διαβάσαμε μαζί της άλλη μία φορά. Και τότε παρατηρήσαμε τις διαφορές που έχουν με τα παραμύθια. Είναι πιο μικρά σε έκταση και μερικές λέξεις τους τελειώνουν με την ίδια φωνούλα. «Σε μια ρώγα από σταφύλι τρωγοπίνανε τρεις φίλοι». Το «σταφύλι» και το «φίλοι» τελειώνουν σε ι. «Του φθινόπωρου παιδιά και τα τρία πολλή δουλειά». Το «παιδιά» και το «δουλειά» τελειώνουν σε α. Η κυρία Εύη μας είπε ότι αυτό το μαγικό παιχνίδι το λένε ομοιοκαταληξία, γιατί η τελευταία φωνούλα κάθε λέξης λέγεται κατάληξη.ritsos_5

– Δεν γράφονται, βέβαια, όλα τα ποιήματα με ομοιοκαταληξία, αλλά εμείς σήμερα θα ασχοληθούμε με αυτά που γράφονται, συνέχισε η κυρία Εύη. Μετά έφερε δύο καρέκλες δίπλα της και κόλλησε πάνω τους από ένα μεγάλο κομμάτι λευκό χαρτί. Έφερε και μας έδειξε και ένα CD.

– Τι είναι αυτό, παιδιά; άρχισε πάλι τις ερωτήσεις. Ε καλά, αυτό όλοι το ξέραμε. «Σιντί!!!!», φωνάξαμε ανυπόμονα.

– Μήπως ξέρετε την ελληνική λέξη για το σιντί; επέμεινε. Μείναμε με ανοιχτό το στόμα. Δεν είναι ελληνική λέξη το σιντί; Αφού και οι κότες το ξέρουν!

Κι όμως, δεν είναι! Η κυρία Εύη μας είπε ότι το σιντί στα ελληνικά λέγεται μουσικός δίσκος. Και μας ξαναρώτησε αν ξέρουμε τι έχει μέσα του. Ε αυτό το ξέρουν και τα μωρά! Μουσική!

– Μπα; Και πως χώθηκε εκεί μέσα η κυρία Μουσική, παρακαλώ; ξαναρώτησε η κυρία Εύη. Κοιταχτήκαμε με απορία. Αυτό δεν το είχαμε αναρωτηθεί ξανά. Πως μπήκε η μουσική μέσα στο σιντί; Ποιος την έβαλε; Την έσπρωξε πολύ για να χωρέσει; Γιατί είναι στρογγυλό και όχι τετράγωνο; Γιατί έχει τρύπα στη μέση;

Η κυρία Εύη χαμογέλασε και ρώτησε αν κάποιοι από μας μαθαίνουμε κάποιο μουσικό όργανο. Δυο τρία παιδιά μάθαιναν πιάνο και μας είπαν ότι πάνε σε ωδείο. Και μερικά παιδιά είχαν στο σπίτι τους κιθάρα, γιατί ήξερε να παίζει ο μπαμπάς ή η μαμά τους.ritsos_7

Μετά, η κυρία Εύη μας είπε ότι αυτόν που γράφει ποιήματα τον λέμε Ποιητή. Το έγραψε στο χαρτί της μίας καρέκλας δίπλα της και σιγά σιγά το γεμίσαμε με τις λέξεις του Ποιητή: ποίημα, λέξεις, στίχοι, στροφές, γράμματα, τίτλος. Αυτόν που γράφει μουσική τον λέμε Συνθέτη. Το έγραψε στο χαρτί της δεύτερης καρέκλας δίπλα της και σιγά σιγά το γεμίσαμε με τις λέξεις του Συνθέτη: μουσική, νότες, στροφές, στίχοι, τραγούδι. Όταν αυτοί οι δύο καλλιτέχνες συνεργάζονται, προκύπτουν τα τραγούδια! Μετά βρίσκουν και έναν Τραγουδιστή που τα τραγουδά με την ωραία του φωνή και όλοι μαζί, με πολλούς ακόμη συνεργάτες που κάνουν άλλες δουλειές, φτιάχνουν τον μουσικό δίσκο.

Μας είχε και μία έκπληξη: μας έβαλε να ακούσουμε δύο τραγούδια από το μουσικό δίσκο «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», στα οποία συνεργάστηκαν τρεις σπουδαίοι Έλληνες καλλιτέχνες: ο συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος και ο τραγουδιστής Γιώργος Νταλάρας. Μας έδειξε και φωτογραφίες τους! Είχαν μάλιστα ως θέμα το κυκλάμινο, ένα λουλούδι της εποχής για το οποίο είχαμε μιλήσει στην τάξη μας και η κυρία Εύη μας το είχε φέρει να το δούμε. Είχε πάει εκδρομή στο δάσος της Καισαριανής και έκοψε ένα. Μόνο ένα, γιατί τα αγριολούλουδα δεν τα κόβουμε, τα χρειάζεται η μητέρα Φύση για να τη φροντίζουν και να την στολίζουν.kyklamino

Η κυρία Εύη μας είπε και μια ιστορία για το πώς γράφτηκαν αυτά τα τραγούδια. Όσο την παρακολουθούσαμε, άχνα δεν ακουγόταν στην τάξη και μερικά παιδιά βούρκωσαν και αγκαλιάστηκαν. Ήταν πολύ συγκινητική ιστορία…

Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος ήταν ένας πολύ γενναίος και καλόκαρδος άνθρωπος, που πίστευε ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να ζουν με ελευθερία, με δικαιοσύνη, με ισότητα και με αγάπη και να μην χωρίζονται σε πλούσιους που καλοπερνάνε και σε φτωχούς που υποφέρουν. Όταν ήταν νέος, την Ελλάδα κυβερνούσαν κάποιοι άνθρωποι που δεν συμφωνούσαν με τις ιδέες του. Τους έλεγαν δικτάτορες και δεν τους άρεσε καθόλου η δημοκρατία. Ήθελαν να γίνεται μόνο το δικό τους και τους ένοιαζε μονάχα το συμφέρον τους! Τον έπιασαν, λοιπόν, και τον έβαλαν φυλακή. Εκείνος, όμως, ήταν ποιητής. Και ένας ποιητής δεν μπορεί ποτέ να σταματήσει να εμπνέεται και να γράφει. Ούτε μέσα στη φυλακή! Ακόμη κι όταν δεν τον αφήνουν! Έτσι και ο Γιάννης Ρίτσος. Όπου έβρισκε μικρά κομματάκια χαρτί, τα μάζευε και τα φύλαγε κάτω από το μαξιλάρι του. Εκεί έκρυβε και το μολυβάκι του, που από τα πολλά ποιήματα που έγραφε το έξυνε συνέχεια και είχε γίνει πολύ μικράκι, σαν σπιρτάκι. Τόσο δα που δεν το έπιανε κανένα μάτι. Τη νύχτα, όταν όλοι κοιμούνταν, στεκόταν πλάι στο μικρό καγκελόφρακτο παραθυράκι της φυλακής του και έγραφε ποιήματα με το φως του φεγγαριού. Έτσι έγραψε τα «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας».

Πως όμως θα τα έστελνε σε ένα συνθέτη για να τους βάλει μουσική, αφού δεν τον άφηναν να βγει από τη φυλακή του; Η λύση βρέθηκε με έναν τρόπο που δεν περίμενε κανείς…Ο ποιητής, που ήταν πολύ ευαίσθητος, αρρώστησε μέσα στη φυλακή. Τον μετέφεραν σε ένα νοσοκομείο και εκεί πήγε να τον δει η κορούλα του και η γυναίκα του. «Τι είναι όλα αυτά τα χαρτάκια, μπαμπά;» τον ρώτησε η μικρή Έρη. Εκείνος της χαμογέλασε, την πήρε αγκαλιά και της αποκάλυψε στ’ αυτί το μυστικό του. Η Έρη, που ήταν κι αυτή γενναία και καλόκαρδη σαν τον μπαμπά της, πήρε τα χαρτάκια με τα ποιήματα και τα έχωσε κρυφά στην τσέπη της. Αφού επέστρεψαν με τη μαμά της στο σπίτι τους, της τα εμπιστεύτηκε και εκείνη τα έβαλε σε ένα φάκελο και τα έστειλε στο συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, που ζούσε σε μια άλλη χώρα, τη Γαλλία, για να μην τον συλλάβουν οι δικτάτορες και εκείνον. Ο κύριος Μίκης, μόλις τα διάβασε, είπε με βροντερή φωνή: «Είναι έξοχα! Θα τα κάνω τραγούδια!». Έκατσε στο πιάνο του και έγραψε 18 τραγούδια, ένα για κάθε ποίημα. Όταν ο τραγουδιστής Γιώργος Νταλάρας που ήταν φίλος του, πήγε στο Παρίσι για να τον επισκεφθεί, του τα έπαιξε στο πιάνο. «Μα είναι υπέροχα, Μίκη μου! Δεν μπορώ να κρατηθώ, θέλω να τα τραγουδήσω τώρα αμέσως!», είπε κατενθουσιασμένος. Και έτσι φτιάχτηκε αυτός ο μουσικός δίσκος, που αργότερα, όταν η ελευθερία και η δημοκρατία ξαναγύρισαν στη χώρα μας – γιατί οι καλοί πάντα νικάνε, να μην έχετε καμία αμφιβολία για αυτό – τον αγάπησε και τον τραγούδησε ολόκληρη η Ελλάδα (και όχι μόνο). Ακόμη τα τραγουδάμε αυτά τα υπέροχα ποιήματα-τραγούδια. Ορίστε! Σήμερα είναι η σειρά μας!09356c3db5f9b51f6485e3dca973f583_xl

Και πριν ακόμη προλάβουμε να συνέλθουμε από την συγκίνηση που μας προκάλεσε η ιστορία του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, η κυρία Εύη πάτησε το κουμπί στο μαγνητόφωνο και άρχισε να ακούγεται το τραγούδι νούμερο 2, το Κυκλάμινο και αμέσως μετά το τραγούδι νούμερο 11, το Κουβέντα με ένα λουλούδι, όπου πάλι ο ποιητής μιλάει με ένα κυκλάμινο!

2. Κουβέντα μ’ ένα λουλούδι

– Κυκλάμινο, κυκλάμινο

στου βράχου τη σχισμάδα,

πού βρήκες χρώματα κι ανθείς,

πού μίσχο και σαλεύεις;

– Μέσα στο βράχο σύναξα

το γαίμα στάλα-στάλα.

Μαντήλι ρόδινο έπλεξα

κι ήλιο μαζεύω τώρα.

11. Το κυκλάμινο

Μικρό πουλί τριανταφυλλί

δεμένο με κλωστίτσα

με τα σγουρά φτεράκια του

στον ήλιο πεταρίζει.

Κι αν το τηράξεις μια φορά

θα σου χαμογελάσει

κι αν το τηράξεις δυο και τρεις

θ’ αρχίσεις το τραγούδι.ritsos_4

Τι μελωδίες ήταν αυτές! Πόσο όμορφες λέξεις, αλλιώτικες…Η κυρία Εύη μας εξήγησε το νόημά τους και με το μυαλό και την καρδιά μας φανταστήκαμε τις εικόνες που θα τις συνόδευαν, αν κάποιος τις ζωγράφιζε…Αρχίσαμε να τραγουδάμε κι εμείς μαζί με την κυρία Εύη και όπου ακουγόταν μόνο μελωδία, συνοδεύαμε ρυθμικά με παλαμάκια. Μας είπε ακόμη πως ξεκινήσαμε να ακούμε αυτά τα τραγούδια και για έναν ακόμη λόγο: την άλλη εβδομάδα, στις 28 Οκτώβρη, θα γιορτάσουμε μία πολύ σημαντική επέτειο για την ιστορία της χώρας μας. Που έναν άλλο Οκτώβρη, αυτόν του 1940, πολέμησε και έδωσε τα πάντα για την ελευθερία της. Για την ίδια αυτή ελευθερία που μιλούσε στα ποιήματά του και ο Γιάννης Ρίτσος.

Μετά καθίσαμε στα τραπεζάκια και ζωγραφίσαμε μετά μουσικής! Το συνθέτη, τον ποιητή, τον τραγουδιστή και το κυκλάμινο. Η κυρία Εύη τριγύριζε αεικίνητη ανάμεσά μας, μας φωτογράφιζε, ρωτούσε τι σκεφτόμασταν, μας βοηθούσε αν το χρειαζόμασταν και το ζητούσαμε και έδειχνε πολύ ευτυχισμένη.ritsos_14ritsos_13ritsos_12ritsos_11ritsos_10ritsos_9ritsos_8

– Κυρία, κάθε μέρα είσαι καλή, αλλά σήμερα είσαι ακόμη πιο καλή, είπε η Βαλέρια.

Φταίει η Ποίηση και η Μουσική, γλυκιά μου. Μαγεύουν τους ανθρώπους. Τους κάνουν καλύτερους. Τους ομορφαίνουν. Λειαίνουν τις αντιθέσεις τους, απαλύνουν τις ελλείψεις τους. Και τους στέλνουν ψηλά, ν’ ανταμώσουν το Φως.

https://www.youtube.com/watch?v=-G4PxhwVk8Iritsos_20ritsos_19ritsos_18ritsos_16ritsos_17

Ιούλιος 2016

SPETSES_AΣπέτσες

Σ’ αυτήν την κόχη που φυλάω Θερμοπύλες,
παλαιών ηθών τις λιοπερίχυτες καμπύλες,
δεν το αρνούμαι: μοναξιά είναι η αλήθεια
που δεν λιμνάζει στην κατάκοπη συνήθεια.

Ξύλο κι ασβέστη κι αιχμηρό μου κεραμίδι,
κάτω απ’ τα πούπουλα τροχίζω το κοπίδι.
Εσείς τα τρία η φτενή μου περιουσία
μα πάντα χτίζατε ακατάλυτη ουσία.

Σπουδή τα μάτια των προγόνων και φεγγίτες.
Πως πολεμούσαν ξωτικιές και Δροσουλίτες!
Απτά, υπόκωφα, θυρανοίξια πραγμάτωναν
στο σίδερο έλικες θεμέλια πυράκτωναν.

Κι εσύ ομορφιά μου κορακάτη που φωλιάζεις
σε νύμφης πρόσωπο σαν ξεκαλοκαιριάζεις,
πες μου τι έχω η Ερειπωμένη να προσμένω,
για πόσο ακόμη τη φθορά θα υπομένω;ERMIONI_PEFKOERMIONI_A

Ερμιόνη

Αυτό το δάκρυ στων ρυτίδων σου την άκρη
το χρυσοτρίκλινο στου θέρους το παλάτι,
ποιο μυστικό τάχα ανείπωτο να κρύβει,
ποια αναδυόμενη βρεφοκρατούσα Ήβη;

Αυτό το πράσινο πευκοβελόνας χέρι
που αψηφά κάθε ανυπότακτο αγέρι,
ποιας ρίζας δύναμη να θρέφει γρανιτένια,
ποιας μοναξιάς τη θαλπωρή την κοχυλένια;

Αυτό το κράσπεδο το βραχοσμιλεμένο
που γειτονεύει με το κύμα το αφρισμένο,
σε ποιο υποβρύχιο λημέρι να σε βγάζει,
σε ποιας Νηρηίδας ανεμώνης το περβάζι;

Όλα κυανόλευκα. Κι οι θύρες και τα μάγια
της Ποσειδώνιας πατρίδας μου τα άγια.
Κι εγώ με μάτια σφαλιστά, παλιά ερμάρια,
πουλιά ονειρεύομαι και δίκαια φεγγάρια.ERMIONI_VRAXOS

Πόρτο Χέλι

Εγώ να γράφω. Εσύ να παίζεις, να γελάς, να κολυμπάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ, άπιαστο κύμα, τη ζωή να τραγουδάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ τον κόσμο με γυαλιά παραμυθένια να κοιτάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ στην ξεγνοιασιά σαν γλαροπούλι να βουτάς.
Εγώ να γράφω. Εσύ, όταν λυγίζω, μες στο φως να με κρατάς.ERMIONI_SKALA

Πραξικόπημα (Τουρκία, ώρα μηδέν)

Σεβαστή Εκάβη κι Ανδρομάχη και Κασσάνδρα εσύ
αφήστε τη μακριά σας κόμη ξέπλεκη.
Δεν ωφελεί πια η τόση δεξιοσύνη στους καλλωπισμούς.
Ποιοι να θαυμάσουν τις περίτεχνες κομμώσεις σας,
τους ελικοειδείς βοστρύχους και τα σκαλιστά διαδήματα;
Οι γιοι, τ’ αδέρφια, οι πατεράδες και οι σύζυγοι,
ως και οι έφηβοι και τ’ άγουρα παιδόπουλα,
στ’ αλώνια χύθηκαν και πολεμούν αχόρταγα.
Τυφλά κι αδέσποτα χτυπούν και αφανίζονται.
Ποιος ο εχθρός; Ποιον απειλεί; Γιατί επιτίθεται;
Κανείς δεν ξέρει. Ούτε στη γηραιά δικαιοσύνη πια ορκίζεται.
Μια μάσκα φόβου αιωρείται στον ορίζοντα.
Σαν αντικρίζονται, ένας αδέκαστος θεός
είναι το νεότευκτο του καθενός το πρόσωπο.
Μια σκοτεινιά. Βουβή οιμωγή. Κι ύστερα έρεβος.
Όταν αγγίζονται, σπίθες οργής εκλύονται.
Ξεσπά μπουρίνι. Κάθε στέρνο κι ένας Κέρβερος.
Κι εσείς οι μάνες, οι θυγατέρες, οι αδερφές,
εσείς οι σύζυγοι κι οι κορασίδες οι μικρές
πάλι με στάχτες το κεφάλι πασπαλίζετε.
Πάλι κραυγάζετε βουβά, πάλι θρηνείτε γοερά.
Πάλι ικέτιδες προσπέφτετε γονυπετείς
ένα στεγνό και άδειο ουρανό εκλιπαρώντας
να μην τρυγήσει άλλο αίμα ο Χάροντας.
Γιατί ήπιε φαρμάκι ναργιλέ και παραφρόνησε
κι ως μακελάρης άρχοντας μυριάδες μάγεψε,
ανύποπτους και ύποπτους αρσενικούς πυρσούς.
Και τώρα παίζει, αφανίζει κάθε φλόγα τους.
Με μία μόνο πατουχιά την κάνει ανάμνηση
θηλιά για σας τα θηλυκά τα ανυπεράσπιστα.
Πόσο σας σκέφτομαι…Λες και το Αιγαίο
μία αβαθής λακκούβα αλάτι μόλις έγινε
και δεν υπάρχει πια στεριά ευσπλαχνική
μια προσευχή κοινή να πούμε, ν’ ατσαλώσουμε.
Δεμένη η θάλασσα βαριανασαίνει κι απελπίζεται.
Ούτε ένας γλάρος με κρωγμό ευοίωνο υπερίπταται
στα σιδερόφρακτα αναιμικά κατάρτια της.
Πόσο πληγώνομαι κάθε στιγμή που ψυχοπιάνεστε
γιατί ένας κρότος τουφεκιού σιμά ακούγεται.
Τι ν’ αποθέσω στη σεμνή σας αγκαλιά
πως ν’ αποσύρω του κλαυθμού και του οδυρμού
τα γκριζοπλόκαμα τ’ ανίερα απ’ το στήθος σας;
Γυναίκα αλύτρωτη η Ειρήνη στα λημέρια σας
μόνο ο Καιάδας σε καιρούς τέτοιους θα έπρεπε.
Σθένος! Μονάχα εσείς ίσως μπορείτε απροσδόκητα
την Ύβρη και τη Νέμεση, το Κράτος και τη Βία να στομώσετε,
αρκεί το ανάστημα στο σκότος να ορθώσετε.
Δεν ξέρω να σας πω το πώς, πολύτιμές μου ομογάλακτες.
Μα προσπαθήστε το. Γιατί άλλη Έξοδος δεν θα υπάρξει πια
από τα κουρνιασμένα στις αγάπες σας φτερά.PERISTERIA_SPETSESCOSTA_BIANCA_A

Costa Bianca

Αν είμαι εγώ αμέτρητα λευκά σπαρμένα βότσαλα,
εσύ είσαι το αχνογάλανο νησί της ουτοπίας μου.
Ένα ποτάμι θάλασσα κυλά ανάμεσά μας.
Θα το διαβούμε; Θα ’ρθει κάποτε η σειρά μας;

Αν είμαι εγώ οι Συμπληγάδες μου οι παλλόμενες,
εσύ είσαι ο Ιάσονας με την Αργώ σου απόντιστη.
Μην βγεις στον πηγαιμό μου, λένε οι μάγισσες.
Θα υποταχτείς; Ή στου Άη Λια το κορφοβούνι θα ταχτείς;

Αν είμαι εγώ των οριζόντων η θεσπέσια επιδερμίδα,
εσύ είσαι ο ποιητής που πελαγοδρομεί ανέστιος.
Βασίλεψέ με. Δες τον κόσμο ν’ ανατέλλει.
Θα το τολμήσεις; Ή θα βυθιστείς για να μ’ αφήσεις;ERMIONI_ATHANATOI

Γαλήνη

Α, η Γαλήνη
Ένα αλαβάστρινο αστέρι μες στη δίνη
Να την αγγίξει η ψυχή μου δεν αφήνει

Μόλις τολμήσω
Το σκοτεινό μου ουρανό να συγυρίσω
Και το διχτάκι μου στο διάβα της να ρίξω

Λέπια φοράει
Γοργά του κόσμου το χαγιάτι προσπερνάει
Και σ’ επτασφράγιστο ναυάγιο βουτάει

Εκεί απαγκιάζει
Κι η αγωνία που με τρώει δεν τη νοιάζει
Αν καλοκαίριασε ή πως ξεχειμωνιάζει

Α, η Γαλήνη
Μία ιέρεια μ’ αλλόκοτη σαγήνη
Ζωγραφισμένη σε νησιώτικο λαγήνι

Δεν μ’ αγαπάει
Τα τάματά μου, τις σπονδές μου αψηφάει
Ούτε στα τρίστρατα για μένα ξενυχτάει

Κι εγώ λιμνάζω
Σε γρανιτένιο προσκεφάλι πλάτη βάζω
Και υπομένω και προσμένω και χειμάζω.VRAXOS

Αυτό το Φως…

pilosΑυτό το φως είναι πηλός
που τον μαλάζει και ο γέροντας κι ο νιοςagios_stefanos_3

Αυτό το φως είναι ουρανός
είναι η Ανάσταση κι ο Άδης ο πικρόςagios_stefanos

Αυτό το φως είναι λυγμός
είναι ο χαϊνης σου κι ο αρραβωνιαστικόςrethimno_faros

Αυτό το φως είναι σιωπή
θαλασσομοίρα που παιδεύει τη ζωή siteia

Αυτό το φως είναι φρουρός
όταν σιμώνει ο χειρότερος εχθρόςeleftherna

Αυτό το φως είναι καημός
είτε χαϊδεύει, είτε χτυπά σαν κεραυνόςeleftherna_1

Αυτό το φως είναι γιατρός
γιατροπορεύει και το πίσω και το εμπρόςmargarotes_4

Αυτό το φως είναι φωλιά
για τα ξενάκια, της ψυχής σου τα πουλιάeleftherna_3

Αυτό το φως είναι οδηγός
είναι ο δάσκαλος που λάτρεψες μικρόςeleftherna_2

Αυτό το φως είναι η γη
στόμα δεν έχει μα αδιάκοπα λαλείmargarites_kerameio

Αυτό το φως είναι χορός
είναι του Ηφαίστου το καμίνι κι ο τροχόςxoma_anthos

Αυτό το φως όταν ανθεί
σε διαφεντεύει, σε μαγεύει, σε δονείmargarites_paidi

Αυτό το φως είσαι εσύ
όταν αφήνεσαι να παίξεις σαν παιδίetia

Αυτό το φως το υπηρετώ
και ίσως κάποτε και να τ’ αξιωθώ

Οι φωτογραφίες είναι από το ταξίδι μας στην Κρήτη τον Αύγουστο του 2007, τραβηγμένες στον Άγιο Στέφανο και στην Ετιά Σητείας, στο Ρέθυμνο, στις Μαργαρίτες και στον αρχαιολογικό χώρο της Ελεύθερνας, όπου είχαμε την αγαθή τύχη να μας ξεναγήσουν οι εκλεκτοί μας αρχαιολόγοι και καθηγητές κ. Νίκος Σταμπολίδης και κ. Πέτρος Θέμελης. Αναπόλησα έντονα αυτό το υπέροχο ταξίδι με αφορμή τα πρόσφατα εγκαίνια του νέου Μουσείου της Ελεύθερνας, όνειρο και έργο ζωής για τον αγαπημένο μας κ. Νίκο Σταμπολίδη. Και ελπίζω σύντομα να βρεθώ και πάλι εκεί, να λουστώ το Φως του μοναδικού αυτού τόπου και των ξεχωριστών ανθρώπων του…

http://www.mae.com.gr/muomicronupsilonsigmaepsiloniotaomicron.html

 

Ωδές στη Σελήνη

2-Claude_Monet,_Impression,_soleil_levant,Musée Marmottan Monet1872_1Donato Creti, Σελήνη

Σεληνιακόν (και ολίγον σατυρικόν…)

Μου φέρνεις πονοκέφαλο
και με πετάς σε δίνη.
Καρφιά σκορπάς στο αίμα μου,
αρχόντισσα Σελήνη.

Γεμίζεις και κορδώνεσαι
και καταντάω ράκος.
Εσύ μια Νύμφη ανύμφευτη
κι εγώ σκυφτός γεράκος.

Ζωγράφοι σε υμνολογούν,
αοιδοί σε εκθειάζουν.
Μα εμένα τα τσαλίμια σου,
Κυρά μου, με ματιάζουν!

Εκλιπαρώ σε, μέριασε
για να ηρεμήσει η Νύχτα.
Τα δίχτυα σου τ’ ακοίμητα
σ’ άλλον πλανήτη ρίχ’ τα.

Αχ φεγγαράκι μου λαμπρό
κι αξόδευτο αργύριο
που με κοιτάς αφ’ υψηλού,
μη με κερνάς μαρτύριο!

Με μάραναν, με σώριασαν
οι φάσεις κι οι γητειές σου.
Δρεπάνι μισοφέγγαρο
θερίζουν οι ματιές σου.

Θωρώ σε και ζαλίζομαι.
Με ζώνουνε τα φίδια.
Τα κάστρα μου όλα καταλείς.
Θρηνώ στ’ αποκαΐδια.

Γιατί κοκκίνισες, καλέ;
Σε θύμωσε ο καθρέφτης;
Εσύ είσαι η Εκλαμπρότατη
κι εκείνος είναι ψεύτης.

Πανσέληνέ μου έρωντα
και φιλντισένιο δάκρυ,
συμμάζεψε τα κάλλη σου,
να βρω απόψε άκρη.

Τα βλέπεις; Με κουζούλανες!
Σεληνιασμένη τρέχω
να μπω στο καβουκάκι μου,
γιατί άλλο δεν αντέχω.

Σβήσε και σύρε στο καλό
να πάψουν οι αντάρες,
γιατί μας ξεθεώσανε
του Πάνα σου οι κιθάρες.

Μα τι σου λέω; Φύρανε,
σκόρπισε το μυαλό μου.
Χωρίς εσένα δεν μπορώ.
Τον χάνω τον εαυτό μου!

Μη! Μη μου πάθεις έκλειψη!
Στάσου στο παραθύρι.
Κι εγώ θα χτίσω απ’ τη γη
στον ουρανό γιοφύρι.

Αλήθεια! Θα εκτοξευτώ
με πύραυλο κοντά σου,
να θέσω ν’ αποκοιμηθώ,
Σελήνη, στα μαλλιά σου!van_gogh_-_starry_night

Πανσέληνος

Άλλοι μεθούν με το φεγγάρι,
κι άλλους φαρμάκια τους τρατάρει.

Άλλοι είναι ήρωες σε ρομάντζο
κι άλλοι αργοσβήνουν σ’ ένα ράντσο.

Αχ ξελογιάστρα εσύ, Σελήνη,
ποιος θα γλυτώσει απ’ τη σαγήνη;

Η φωτεινή σου η οπτασία
μια σκοτεινή κρύβει εξουσία.

Όποια σου όψη κι αν διαλέξω,
το ερώτημα είναι: θα αντέξω;

Evi_monografi

 

Μια γιορτή ποιητική, μυθική και ιστορική!

«ΕΛΑ ΕΣΥ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΥΡΑ ΜΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΑΞΙΔΕΨΕ ΜΑΣ, ΣΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΟΡΜΗΝΕΨΕ ΜΑΣ!…» 

ΡΟΛΟΙ (κατά σειρά εμφάνισης)

1η Μούσα, Κλειώ
2η Μούσα, Πολύμνια
Ηρακλής
3η Μούσα, Ευτέρπη
Ιάσονας
4η Μούσα, Μελπομένη
Ίκαρος
5η Μούσα, Ερατώ
Θησέας
6η Μούσα, Καλλιόπη
Οδυσσέας
7η Μούσα, Θάλεια
Αριστοφάνης
Λυσιστράτη
Πραξαγόρα
Σωκράτης
8η Μούσα, Τερψιχόρη
Καλλιπάτειρα
9η Μούσα, Ουρανία
Διογένης
Μέγας Αλέξανδρος
Περικλής
Φειδίας

ΕΝΑΡΞΗ – ΠΡΟΛΟΓΟΣ

muses-AΜΟΥΣΕΣ

1Η ΜΟΥΣΑ, ΚΛΕΙΩ

Καλώς μας ήρθατε γονείς,
αδέρφια, φιλενάδες,
παππούδες και γιαγιάδες!
Η χρονιά η σχολική
τελειώνει με γιορτή!
Καθίστε αναπαυτικά:
θα ταξιδέψουμε μακριά,
στα χρόνια τα αρχαία,
με το μυαλό και την καρδιά,
με την κυρά – Μυθολογία
και την αρχόντισσα Ιστορία,
να μας μιλούν ελληνικά,
ωραία και αυθεντικά!
Εγώ κι οι οκτώ μου αδερφές,
οι Μούσες είμαστε οι γνωστές.
Κοπέλες σαν τα κρύα νερά
και με χαρίσματα πολλά.
Το θεό Απόλλωνα ακολουθάμε
και του γλυκοτραγουδάμε.
Αν μας ακολουθήσετε,
σύντομα θα γνωρίσετε
ξεχωριστούς ανθρώπους,
στης Ελλάδας μας τους τόπους!
Αρχή ας γίνει δυνατή,
με τον ατρόμητο Ηρακλή!

2η ΜΟΥΣΑ, ΠΟΛΥΜΝΙΑ

Ο Ηρακλής ήταν, παιδιά,
ήρωας από κούνια!
Τέρατα δεν του γλύτωναν,
μα ούτε και…μαμούνια!
Μωράκι βυζανιάρικο
έπνιξε κάτι φίδια
κι ο αδερφός του ο Ιφικλής
τα χρειάστηκε ο δυστυχής!
Ο Δίας ο πατέρας του
κι η μάνα του η Αλκμήνη
ήταν περήφανοι πολύ
για το μικρούλη Ηρακλή.
Μα η δυστροπία μιας θεάς
του έγινε κακός μπελάς.
Η Ήρα ήταν πεισματάρα,
ζηλιάρα και παραπονιάρα:
συνδυασμός εκρηκτικός
σε χαρακτήρα γυναικός!
Για να εκδικηθεί το Δία,
τον έριξε τον Ηρακλή
στα άγρια θηρία!
Δώδεκα άθλους έκανε
για χάρη του Ευρυσθέα,
του θείου του, μέγα φοβιτσιάρη,
που κρύφτηκε σ’ ένα πυθάρι,
δέρμα σαν είδε από λιοντάρι!
Αλλά ας αφήσουμε τον Ηρακλή
την ιστορία του να μας πει!

HRAKLIS

ΗΡΑΚΛΗΣ

Ο Ηρακλής είμαι ο τρανός,
ημίθεος πλέον ξακουστός!
Από παιδάκι μ’ άρεσαν
τ’ αθλητικά αγωνίσματα,
τη βάση όμως δεν έπιανα
στα άλλα διαγωνίσματα.
Μια μέρα που ο δάσκαλος
μ’ έβαλε τιμωρία,
μία καρέκλα άρπαξα
κι όσα είναι τα γράμματα,
τόσα του ’κανα ράμματα,
γιατί είμαι από ράτσα
με ρωμαλέα μπράτσα!
Τους δώδεκα άθλους θα σας πω,
όχι για να το παινευτώ,
αλλά για ν’ αποδείξω,
τι καταφέρνει όταν βρεθεί
η θέληση με την πυγμή,
το θάρρος κι η εξυπνάδα
και του κορμιού η σβελτάδα…
Της Νεμέας το λιοντάρι
το ξεπάστρεψα με χάρη.
Πριν αδειάσει η κλεψύδρα,
πάει κι η Λερναία Ύδρα!
Τις Στυμφαλίδες Όρνιθες
τις έκανα κοκκινιστές,
της Άρτεμης τ’ άγριο ελάφι,
παρά λίγο με πιλάφι
και τον Ερυμάνθιο κάπρο
στο φούρνο με κρασάκι άσπρο!
Μετά με στείλαν αγγαρεία,
στους στάβλους του βασιλιά Αυγεία.
Του ταύρου ήρθε η σειρά,
στην Κρήτη που έκανε ζημιά.
Τ’ ανθρωποφάγα άλογα
δάμασα του Διομήδη,
Πέρασα κι απ’ τις Αμαζόνες,
που είχανε ωραίες ζώνες.
Στο θείο μου έφερα με τα πόδια
Τ’ αφράτα του Γηρυόνη βόδια.
Έπιασα και τον Κέρβερο,
του Άδη το σκυλί το φοβερό!
Κράτησα στους ώμους τον ουρανό
κι απ’ τον Άτλαντα, με πονηριά,
πήρα τα μήλα τα χρυσά!
Αδύνατο να σας τις πω
τις περιπέτειές μου όλες:
θ’ αποκοιμιόσασταν εδώ,
γι’ αυτό, χαιρετώ κι αποχωρώ!

3η ΜΟΥΣΑ, ΕΥΤΕΡΠΗ

Στης Μαγνησίας τα μέρη
ας πάμε τώρα χέρι – χέρι.
Ένα πανέμορφο παιδί
από γενιά βασιλική,
περιπλανιέται μόνο.
Της Ιωλκού το θρόνο
πάει πίσω να γυρέψει,
που του τον είχαν κλέψει!
Περνάει ένα ποτάμι
και το ένα του σανδάλι
μες στο νερό κυλάει…
Τον είδαν μονοσάνδαλο
κι έγινε μέγα σκάνδαλο!
Ιάσων τ’ όνομά του
και το ’λεγε η καρδιά του!

ellinikos-chrysos-chrysomallo-deras-02_A

ΙΑΣΟΝΑΣ

Μόλις με είδε ο θείος μου
στο όμορφο παλάτι,
του γυάλισε το μάτι!
Γιατί είχε λάβει ένα χρησμό,
που έλεγε νέτα – σκέτα:
«Από ένα μονοσάνδαλο
το θρόνο σου θα χάσεις!».
Μου είπε τότε ο πονηρός:
– «Γιε μου, εσύ ’σαι δυνατός!
Για κάνε μου μια χάρη,
πετάξου στην Κολχίδα, φέρε μου
το χρυσόμαλλο τομάρι!».
Σ’ ένα σπουδαίο ναυπηγό,
τον Άργο, ανέθεσα κι εγώ
κι έφτιαξε ένα πλοίο,
γοργόφτερο και δυνατό,
που το βαφτίσαμε «Αργώ».
Για πλήρωμα συγκέντρωσα
πενήντα παλικάρια.
Ο Ηρακλής και ο Θησέας
οι πρώτοι ήταν της παρέας
και τον Ορφέα πήρα,
για να μας παίζει λύρα!
Και τι δε συναντήσαμε
στης θάλασσας τους δρόμους..
Θηρία, άγριους λαούς,
κινδύνους χίλιους, τρομερούς.
Ως και Πέτρες Συμπληγάδες,
που γρήγορα ανοιγόκλειναν
και σ’ έπιαναν ζαλάδες!
Μα εμείς ακολουθήσαμε
ένα περιστεράκι
και στης Κολχίδας φτάσαμε
τ’ ωραίο λιμανάκι.
Η Μήδεια με βοήθησε,
μάγισσα, αρχοντοπούλα,
και τη χρυσόμαλλη προβιά
που λέγανε και «δέρας»,
κλέψαμε από το τέρας,
το δράκο τον ακοίμητο
που τάχα τη φυλούσε,
μα η Μήδεια με μαγικά,
του έφερε ροχαλητά!
Μετά γοργά σαλπάραμε,
πίσω για την πατρίδα.
Τη Μήδεια παντρεύτηκα
κι έτσι νοικοκυρεύτηκα.
Την ιστορία μου σταματώ,
το τέλος της δε θα σας πω,
γιατί είναι λυπημένο.
Απ’ όλα έχει η ζωή,
μα σήμερα έχουμε γιορτή
και ο Ιάσονας εγώ,
όλο χαρά σας χαιρετώ!

4η ΜΟΥΣΑ, ΜΕΛΠΟΜΕΝΗ

«Μες στου Μαγιού τις μυρωδιές,
στα κόκκινα κεράσια,
για δέστε πως χορεύουνε
της Κρήτης τα κοράσια!»…
Εκεί κι ο πρωτομάστορας
ο Δαίδαλος σκαρώνει
τον Τάλω, το Λαβύρινθο
και όλους τους θαμπώνει!
Μ’ από τη δόξα, τις τιμές,
τα πλούτη, τ’ αγαθά του,
να φύγει, να λευτερωθεί
προτίμησε η καρδιά του.
Χαρές δεν έχει η φυλακή,
ακόμη και αν είναι χρυσή…
Η ολόφωτη βασίλισσα,
που Πασιφάη τη λέγαν
και που πολύ τον συμπαθεί,
του φέρνει πούπουλα, κερί
και κάμποσα γερά σκοινιά,
κρυφά να φτιάξει τα φτερά!
Μα να τον! Με το γιόκα του,
τον Ίκαρο, πετάνε!
Πολύ ψηλά ανεβαίνουνε.
Αχ, θα τα καταφέρουνε;

daedalus-icarus-stamp

 

ΙΚΑΡΟΣ

«Κοίτα πατέρα πως πετώ,
έφτασα ως τον ουρανό!
Λίγο ακόμη και θαρρώ
θα…κουτουλήσω το Θεό!
Όχι πατέρα, μη μου λες
να χαμηλώσω και μην κλαις.
Τι; Δε σ’ ακούω καθαρά…
Θα λιώσουν, είπες, τα φτερά;
Ξέρεις πως είναι να ’σαι νέος,
έξυπνος, δυνατός κι ωραίος;
Τον κίνδυνο δε λογαριάζεις,
μέχρι και τη φωτιά αγκαλιάζεις!
Άχου, φωτιά είπα κι ο ήλιος
δεν αστειεύεται εδώ πάνω…
Πατέρα, τα φτερά μου χάνω.
Πέφτω, πριν ζήσω, θα πεθάνω!…».
Μια θάλασσα κι ένα νησί
πήρανε τ’ όνομά μου.
Στην ιστορία έμεινε
αυτή η αποκοτιά μου.
Ικάριο το πέλαγος
και το νησί Ικαρία.
Παιδιά, ποτέ μην κάνετε
τέτοια ανοησία!
Οι μικροί έχουν ορμή,
μα οι μεγάλοι έχουν πείρα.
Αν ακούτε τους γονείς,
πρώτα θα ωφεληθείτε εσείς!

5η ΜΟΥΣΑ, ΕΡΑΤΩ

Στην Αθήνα τώρα ας πάμε,
για να δούμε ένα λεβέντη.
Στα ανάκτορα όταν πήγε,
έγινε μεγάλο γλέντι.
Του βασιλιά Αιγέα γιος
ήτανε ο μορφονιός.
Βασιλικό σπαθί κρατούσε,
χρυσά ποδήματα φορούσε.
Τον γνώρισε ο βασιλιάς
σαν τον αντίκρισε, μεμιάς!
Απ’ την Τροιζήνα ξεκινώντας
κι ως την Αθήνα περπατώντας,
με κακούργους και ληστές
μάχες έδωσε πολλές.
Και πριν να μπει μέσα στην πόλη,
ήδη γι’ αυτόν μιλούσαν όλοι.
Θησέας είναι τ’ όνομά του,
πολλά τα κατορθώματά του!

ΘΗΣΕΑΣ

ΘΗΣΕΑΣ

Ο δρόμος μου έκρυβε πολλές
παγίδες και κακοτοπιές.
Τον Περιφήτη τον κουτσό,
γίγαντα, του Ηφαίστου γιο,
του αλατιού τον έκανα.
Το Σίνη, τον σκληρό ληστή
κι αυτόν τον έκανα αλοιφή,
που τους φτωχούς διαβάτες
σε λυγισμένα πεύκα
έδενε απ’ τα πόδια
και δίχως να τους λυπηθεί,
τους σκότωνε μια και καλή.
Πελώριο αγριογούρουνο
με το σπαθί μου σούβλισα
και τον κακούργο Σκείρωνα
σ’ ένα γκρεμό τον τσούλησα!
Κάπου κοντά στον Κηφισό,
βρίσκω τον αποκρουστικό
το γίγαντα Προκρούστη.
Στο μικρό του κρεβατάκι
ξάπλωσα το τερατάκι
και τον έκοψα κιμά,
όπως έκανε η αφεντιά του
στα αθώα θύματά του.
Όλοι γνωρίζετε ασφαλώς
τι έκανα στην Κρήτη.
Πήγα με τους Αθηναίους,
επτά νέες κι επτά νέους,
το φόρο να πληρώσουμε,
για πάντα να ξεχρεώσουμε.
Νίκησα το Μινώταυρο
και μ’ ένα κουβαράκι,
βγήκαμε απ’ το Λαβύρινθο,
ώσπου να πεις νεράκι!
Την Αριάδνη φίλησα,
την πήρα απ’ το χεράκι
κι όλοι μαζί το σκάσαμε:
το Μίνωα ξεγελάσαμε!
Αλλά την ξέχασα στη Δήλο
κι έπιασε το Διόνυσο φίλο,
το θεό του αμπελιού,
του κρασιού και του γλεντιού.
Μα φτάνοντας στον Πειραιά,
ένα λάθος πλήρωσα ακριβά:
μαύρα αφήνω τα πανιά,
ξεχνάω να βάλω τα λευκά
κι ο πατέρας μου ο Αιγέας
βουτάει στα βράχια από ψηλά.
Κι από τότε, το λέω και κλαίω,
το πέλαγο είπαμε Αιγαίο!

6η ΜΟΥΣΑ, ΚΑΛΛΙΟΠΗ

Φίλες και φίλοι, ετοιμαστείτε,
τους ήρωες τους Ομηρικούς
τώρα να υποδεχτείτε!
Ο ποιητής ο Όμηρος,
πρώτος μέσα στους πρώτους,
αθάνατα τα έπη του
άφησε στους ανθρώπους.
«Ιλιάδα» και «Οδύσσεια»,
έργα τέχνης ωραία,
με φαντασία, έμπνευση,
μηνύματα σπουδαία.
Τα ’χουν κάνει συναυλίες,
θέατρο, μα και ταινίες.
Αν δεν τα ’χετε διαβάσει,
σας το λέω: έχετε χάσει!
Ορίστε, να κι ο Οδυσσέας
και παραπέρα ο Αχιλλέας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ

Σαν πατήσαμε την Τροία,
μ’ έπιασε η νοσταλγία
στην Ιθάκη να γυρίσω,
τους δικούς μου να φιλήσω.
Στα πέλαγα ανοίχτηκα
με τους συμπατριώτες,
μα έγραφε το ριζικό μου
να φτάσω μόνος στο χωριό μου.
Τους Κίκονες νικήσαμε,
κάτι αγριανθρώπους.
Στων Λωτοφάγων φτάσαμε τη χώρα:
– «Αν δοκιμάσετε λωτό,
θα τα ξεχάσετε όλα
και γυναίκα και παιδιά
και την πατρίδα τη γλυκιά!»,
είπα στους συντρόφους.
Κι όλους τους ξεμυαλισμένους,
στο πλοίο κουβάλησα δεμένους.
Τον Κύκλωπα, ένα γίγαντα,
γιόκα του Ποσειδώνα,
μ’ ένα κοντάρι τύφλωσα.
Και ο θεός της θάλασσας
οργίστηκε, μας έριξε
στο μάτι του κυκλώνα.
Τον ασκό με τους ανέμους
οι πιο περίεργοι άνοιξαν.
Τότε ο Αίολος θυμώνει
και στα κύματα μας χώνει.
Οι Λαιστρυγόνες ήτανε
θεόρατοι σαν κάστρα,
ανθρωποφάγοι τρομεροί!
Όσοι γλυτώσαν απ’ αυτούς,
θυσίες κάναν στους θεούς…
Στης Κίρκης τα χρυσά παλάτια
αυτούς που κάνανε το μάγκα,
όλους τους έφαγε η μαρμάγκα!
Η μάγισσα η πονηρή
τους δίνει γουρουνιών μορφή.
Τρέχω, τραβάω το σπαθί,
τη φοβερίζω στη στιγμή
κι έτσι ξανάκανε ανθρώπους
τους καημένους τους συντρόφους!
Σαλπάρουμε έπειτα και πάλι
και φτάνουμε σ’ ένα ακρογιάλι,
που οι γλυκόλαλες Σειρήνες
σου παίρνανε το νου για μήνες.
– «Δέστε με», είπα, «στο κατάρτι
να μου περάσει το γινάτι
κι αν σας φωνάζω να με λύσετε,
εσείς να με περιφρονήσετε».
Σαν είδα Χάρυβδη και Σκύλλα,
τότε, παιδιά μου, όλα τα είδα!
Τέτοια αλλόκοτα θηρία,
γεννάει μόνο η φαντασία.
Μου φάγαν κάμποσους συντρόφους…
Μα κι οι υπόλοιποι χαθήκαν,
όταν τα βόδια λιμπιστήκαν,
του θεού Ήλιου και τα σφάξαν.
Μονάχο, λιποθυμισμένο,
άγρια φουρτούνα με ξεβράζει
στης Καλυψώς την αγκαλιά,
που ήταν νύμφη με καρδιά.
Πολύ μ’ αγάπησε αυτή,
μα εγώ μελαγχολούσα.
Σκεφτόμουν την πατρίδα μου
κι έκλαιγα και θρηνούσα…
Στο τέλος με λυπήθηκε
και μ’ άφησε να φύγω.
Μα στων Φαιάκων το νησί
ναυάγησα σε λίγο.
Εκεί με βρήκε η Ναυσικά,
κόρη από βασιλική γενιά.
Με πήρε ευθύς μαζί της,
με πήγε στους γονείς της.
Ο βασιλιάς Αλκίνοος
αφού με περιποιήθηκε,
μου ’δωσε πλοίο και δώρα
και να ’μαι σπίτι τώρα!
Βάζει ένα χέρι η Αθηνά,
προστάτιδα θεά μου,
και τους μνηστήρες ξέκανα,
που τρώγαν τα υπάρχοντά μου.
Το γιο μου τον Τηλέμαχο
συνάντησα επιτέλους,
την Πηνελόπη την πιστή,
που με περίμενε κι αυτή.
Ο Οδυσσέας είμαι εγώ:
με είπαν πολυμήχανο.
Έκοβε το μυαλό μου,
και όσα και να πέρασα,
πίστευα στον εαυτό μου!

7η ΜΟΥΣΑ, ΘΑΛΕΙΑ

Πολλά σας είπαν σοβαρά
τα προηγούμενα παιδιά.
Ας πούμε κι ένα αστείο
σ’ ετούτο το σχολείο!
Στου γιαλού τα άσπρα βράχια,
παίζουν μπάλα δυο…βατράχια
και στου Μήτσου το κοτέτσι
τρώνε οι Όρνιθες γιουβέτσι!
Στράτα – στράτα η Λυσιστράτη
λέει «στους άντρες κάντε κράτει!»
κι η κυρά η Πραξαγόρα
θέλει ψήφο εδώ και τώρα!
Η ζωή είναι κωμωδία,
ένα τσουβαλάκι αστεία.
Και δεν υπάρχει απ’ αυτό
τίποτα πιο τραγικό…
Αυτό λέει ο Αριστοφάνης
κι ο περιπτεράς ο Φάνης!

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Αγαπητοί μου, τη ζωή
τη φιλοσόφησα πολύ.
Αντί να τρέχω σε πορείες,
έγραφα φίνες κωμωδίες.
«Εκκλησιάζουσες» και «Λυσιστράτη»
και «Όρνιθες» και «Βάτραχοι»
κι η ξακουσμένη «Ειρήνη»,
που τα στραβά και τ’ άδικα
στον τοίχο όλα τα στήνει,
από τα έργα μου τα σωσμένα
είναι τα πλέον φημισμένα!
Κανένα εγώ δεν άφηνα
να κάτσει σε χλωρό κλαρί:
πολιτικούς, στρατιωτικούς,
ιερείς και καλλιτέχνες,
χα!, όλους τους κανόνιζα,
αν ήταν ψεύτες, κλέφτες.
Η πένα μου έτσουζε πολύ,
γιατί είχα φλέβα κωμική.
Τα πλήθη τα διασκέδαζα
και την κοιλιά μου γέμιζα!
Πολλοί δε με χωνεύανε,
κακίες μαγειρεύανε,
αλλά εγώ επέμενα
και πάντα αστέρι έμενα!
Ας περάσει η Λυσιστράτη
να μας πει κι εκείνη κάτι!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

Τ’ όνομά μου, Λυσιστράτη.
Μ’ είπαν θηλυκό αντάρτη!
Τους μάγκες κάνω τ’ αλατιού
και είμαι πάντα του κουτιού.
Ψηλή, ωραία, κι έξυπνη,
καταφερτζού, τσαχπίνα,
σε φασαρίες έμπλεξα
τους άντρες στην Αθήνα.
Πολέμους κάνανε αυτοί
κι εμείς οι κακομοίρες
βάσανα είχαμε πολλά
και μέναμε και χήρες.
Του λόγου μου δεν άντεξα
και ένα μεσημέρι
με τις γυναίκες κλείστηκα
στης Ακρόπολης τα μέρη.
Από τους άντρες αποχή
κι από τα σπίτια μας μαζί,
αποφασίσαμε οι νιες,
οι ώριμες και οι γριές.
Μας κοροϊδεύαν στην αρχή.
Μετά την πάτησαν αυτοί!
Άλλος έκαψε το φαγητό,
του διπλανού κλαίει το μωρό,
ο τρίτος έβαλε μπουγάδα
και τον έπιασε ζαλάδα!
Γιατί εύκολο είναι να το λες,
πως του νοικοκυριού οι δουλειές
είναι για τα παιδάκια.
Κι είναι ευρύτερα γνωστό,
ότι απέξω απ΄το χορό,
πολλά λεν τραγουδάκια!
Πολλά μηχανευτήκανε
για να μας βγάλουν έξω,
μα εγώ δε διανοήθηκα
στιγμή να τους πιστέψω.
Φωτιές ανάψαν, ο καπνός
για να μας φέρει βήχα,
μα εμείς τους καταβρέξαμε:
τη λύση πάλι βρήκα!
Τους αστυνόμους φέρανε
Που τάχα μας συλλάβανε,
μα με τις ξεσκονίστρες μας
καρούμπαλα τους κάναμε!
Αφού καλά τους ψήσαμε,
στα σπίτια μας γυρίσαμε.
Μόνο η ειρήνη έχει χαρές
και φιλιά και αγκαλιές.
Ο πόλεμος είναι συμφορά
και φέρνει κλάματα πολλά.
Σαν όλοι συμφωνήσαμε,
ευτυχισμένοι ζήσαμε!
Για πλησίασε Πραξαγόρα,
για να συνεχίσεις τώρα…

ΠΡΑΞΑΓΟΡΑ

Βρε γλωσσά Αριστοφάνη,
σαν πολλά μας τα ’πες, φτάνει!
Σεις οι άντρες, κουτσομπόλες
λέτε τις γυναίκες όλες.
Μα σαν βρείτε ευκαιρία,
στιγμή δεν κάνετε ησυχία.
Σαν τα κοκόρια τρώγεστε
και παίζετε τ’ αντράκια
και δος του πόλεμοι και βία…
Αχ! Μ’ έπιασε απελπισία!
Μου ήρθε, λοιπόν, μία ιδέα
και σας τη φέραμε ωραία:
ντυθήκαμε οι γυναίκες άντρες,
στολίδια βγάλαμε και χάντρες
και στη Βουλή ψηφίσαμε,
ειρήνη αποφασίσαμε,
δημοκρατία για όλους,
αρσενικούς και θηλυκούς.
Πήγαμε σπίτια μας μετά
και ούτε γάτα, ούτε ζημιά!
Το γυναικείο το μυαλό
λένε πως είναι κοφτερό.
Μα ξέρω κι έναν άντρα
τίμιο, δίκαιο, σοφό,
που έμεινε στην ιστορία
και δίδασκε φιλοσοφία.
Τον λέγανε Σωκράτη.
Σωκράτη, πες μας κάτι!

1.-José-Maria-de-Medeiros-Death-of-Socrates-1878_A

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

Ένα ξέρω και το λέω,
ότι τίποτα δεν ξέρω!
Μια ολόκληρη ζωή
ερευνούσα τα γιατί.
Έκανα όλο ερωτήσεις
και απέφευγα τις κρίσεις.
Ο άνθρωπος, είπα, ο σωστός
πρέπει να είναι ταπεινός.
Όποιον τα ξέρει δήθεν όλα,
θρασύ τον λέμε και ξερόλα!
Πολύ αγαπούσα τα παιδιά.
Τα δίδασκα στην Αγορά.
Μιλούσαμε για ιδέες,
με νεανικές παρέες.
Για πιο καλό μου μαθητή
είχα τον ξύπνιο Πλάτωνα,
αλλά και τους υπόλοιπους
χαιρόμουν και καμάρωνα.
Μα όπως πάντα γίνεται
αν κάποιος ξεχωρίζει,
ελάχιστοι τον αγαπούν,
οι πιο πολλοί τονε φθονούν…
Κάποιοι με συκοφάντησαν
ότι τους νέους χαλάω.
Με σύρανε το γέροντα,
στη φυλακή να πάω.
Σκασιαρχείο μου είπανε
οι φίλοι μου να κάνω,
γιατί αλλιώς, αλίμονο,
έπρεπε να πεθάνω.
Μα εγώ όσο έζησα στη γη,
είχα περηφάνια και τιμή.
Το δηλητήριο ήπια,
γελώντας το αντίο είπα.
Για αιώνες λέγανε μετά:
– «Δάσκαλε, μας τιμούσες!».
Κανείς δεν είπε: «Δίδασκες
και νόμους δεν τηρούσες!».

8η ΜΟΥΣΑ, ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ

Ας πάμε τώρα, φίλοι μου,
βόλτα στην Ολυμπία.
Εκεί θα συναντήσουμε
μια αληθινή κυρία.
Στην αρχαία εποχή,
οι Αγώνες οι Ολυμπιακοί
είχαν οκάδες δόξα
και μια σταλίτσα…λόξα!
Γυναίκες δεν αφήνανε
στο στάδιο να μπούνε,
ούτε να είναι θεατές,
ούτε ν’ αγωνιστούνε.
Μα μία τους την έσκασε
και στις κερκίδες έκατσε.
Τη νόμισαν για άντρα
και πέρασε τη μάντρα…
Μα αν τότε οι Ολυμπιακοί
είχαν κουσούρια δύο,
πολύ φοβάμαι σήμερα
έχουν…σαράντα δύο!
Αστείο είναι τα λεφτά
να γίνονται όλα δρόμοι
και Coca Cola να ρουφάν
ως κι οι λαμπαδηδρόμοι;
Καλλιπάτειρα, εμπρός, βγες
και την ιστορία σου πες!

ΑΘΛΗΤΕΣ

ΚΑΛΛΙΠΑΤΕΙΡΑ

Θρύλο την ιστορία μου
έκαναν, είναι αλήθεια
και τη διηγιούνται οι άνθρωποι,
όπως τα παραμύθια.
Το ποίημα που θα σας πω
είναι του Λορέντζου Μαβίλη.
Τα λέει ωραία ο ποιητής,
μάστορας της στιχουργικής!
« – Αρχόντισσα Ροδίτισσα, πως μπήκες;
Γυναίκες διώχνει μια συνήθεια αρχαία εδώθε.
– Έχω ανήψι, τον Ευκλέα,
τρία αδέρφια, γιο, πατέρα ολυμπιονίκες.
Να μ’ αφήσετε πρέπει, ελλανοδίκες,
και εγώ να καμαρώσω μες στα ωραία
κορμιά, που για το αγρίλι του Ηρακλέα
παλεύουν, θαυμαστές ψυχές αντρίκιες.
Με τις άλλες γυναίκες δεν είμαι όμοια
στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζει,
με της αντρειάς τ’ αμάραντα προνόμια.
Με μάλαμα γραμμένος το δοξάζει
σε αστραφτερό κατεβατό μαρμάρου
ύμνος χρυσός του Πινδάρου».

9η ΜΟΥΣΑ, ΟΥΡΑΝΙΑ

Ας φύγουμε απ’ τους αθλητές
και τα στεφάνια απ’ αγριελιές.
Καταμεσίς της Αγοράς,
τρώει ο Διογένης.
Τύπος απλός και λαϊκός,
πάμπτωχος αλλά καυστικός,
τα λόγια δε μασούσε,
ούτε κι όταν πεινούσε!
– «Είναι μέρος η Αγορά,
Διογένη, για να τρως κουκιά;
Σταμάτα, ρίχνεις ψίχουλα,
τα μάρμαρα λερώνεις
κι εδώ είν’ επίσημη γωνιά.
Βρε, τι καμώματα είν’ αυτά;».

Jacques_Gamelin_-_Alexandre_et_Diogène_A

ΔΙΟΓΕΝΗΣ

Για να σου πω, κορίτσι μου,
μη με παραζορίζεις
και τη δική σου την κοιλιά
μονάχα να ορίζεις.
Στην Αγορά εγώ πείνασα,
στην Αγορά θα φάω
κι είναι απολύτως φυσικό,
να τρώω όταν πεινάω!
Οι πλούσιοι τρώνε συνέχεια
μα όποιος ζει μες στην ανέχεια,
για να βγει το ξεροκόμματο,
κάνει ως και τον…αόμματο!
Δεν ντρέπομαι, το μαρτυράω,
πως ζητιανεύω για να φάω.
Πολλοί αμολάνε τα σκυλιά τους,
για να φυλούν τα υπάρχοντά τους.
Μα εγώ δεν έχω τίποτα,
κανένα δε φοβάμαι
και μέρα μεσημέρι
φανό κρατώ στο χέρι.
ΑΝΘΡΩΠΟ, ακούστε με, ζητώ,
που μ’ άνθρωπο να μοιάζει
και να μην το ’χει σύστημα
ψέματα ν’ αραδιάζει.
Όλοι τον πλούτο κυνηγούν,
το παν για χάρη του πουλούν…
Πέστε μου, τι να κάνω;
Να πέσω να πεθάνω;
Μα ποιος είν’ τούτος ο ψηλός,
που ’ρθε ντυμένος σα γαμπρός;

ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Δεν είμαι φίλε μου γαμπρός,
αλλά μεγάλος στρατηγός!
Αλέξανδρο με λένε.
Σίγουρα θα ’χεις ακουστά
για τη δική μου τη γενιά,
τους ξακουσμένους Μακεδόνες
που βασιλεύαν για αιώνες.
Τους Έλληνες οδήγησα
στα βάθη της Ασίας,
χαράζοντας τα σύνορα
μιας αυτοκρατορίας.
Το Βουκεφάλα δάμασα,
το πιο ατίθασο άτι,
σαν ήμουνα μικρό παιδί.
Κι ο βασιλιάς ο Φίλιππος:
– «Γιε μου, η Μακεδονία
είναι για σένα πια μικρή!»,
μου είπε με χαρά πολλή
και μου ’δωσε τα ηνία.
Τους Πέρσες κατατρόπωσα,
ίδρυσα πολιτείες.
Σαν το λιοντάρι άντεχα
σ’ όλες τις κακουχίες.
Μα τη σοφία σου θαυμάζω
και μπροστά σ’ όλους σου τάζω,
κάθε σου επιθυμία
να εκπληρωθεί με προθυμία.
Διογένη, ό,τι θέλεις ζήτα!

ΔΙΟΓΕΝΗΣ

Πολύ με ζάλισες και κοίτα,
πρώτα απ’ όλα, κάνε πέρα:
ήλιο μου κρύβεις και αέρα.
Τίποτε άλλο δε ζητώ,
μέριασε, για να ζεσταθώ!
Κάνε μου αυτή τη χάρη,
στάσου μακριά απ’ το πιθάρι!

ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ

Μα τους θεούς, ορκίζομαι
Αλέξανδρος αν δεν ήμουν,
σίγουρα θα ευχόμουνα,
Διογένης να γινόμουνα!

250px-Pericles_Pio-Clementino_Inv269

ΠΕΡΙΚΛΗΣ

Τι βλέπω; Μαζευτήκανε
προσώπατα σπουδαία
και φτιάξαν την καλύτερη
για μια γιορτή παρέα.
Έρχομαι και εγώ ευθύς,
ο δοξασμένος Περικλής.
Ηγέτης μα και στρατηγός
ήμουν εγώ ξεχωριστός!
Στα χρόνια που διοικούσα,
τον 5ο αιώνα, τον Χρυσό,
η Αθήνα ήταν διαμαντόπετρα
στης γης το δαχτυλίδι.
Άλλο αν σήμερα η φτωχή
πνίγεται στο σκουπίδι…
Μάζεψα γύρω μου ικανούς
σοφούς και καλλιτέχνες
κι όλοι μαζί ασκήσανε
τις πιο ωραίες τέχνες!
Τον Παρθενώνα έχτισαν
Ικτίνος, Καλλικράτης.
Τους νόμους όλοι σέβονταν:
σπανίως παραβάτης.
Δημοκρατία στέριωσα,
πολίτευμα σπουδαίο,
που αφήνει για να γεννηθεί
το κάθε τι ωραίο.
Τι λες κι εσύ γλύπτη Φειδία,
που έμεινες στην ιστορία;

ΦΕΙΔΙΑΣ

Με τα δυο μου γερά χέρια,
έφτιαξα αγάλματα σπουδαία:
Το χρυσελεφάντινο το Δία
στο θρόνο του, στην Ολυμπία,
την Αθηνά Παλλάδα,
που δόξασε όλη την Ελλάδα.
Στο μάρμαρο το πεντελικό
έδινα ζωή εγώ.
Τι να πρωτοθυμηθώ;
Όποτε πάτε στα μουσεία,
λέτε «αυτό είναι έργο του Φειδία».
Στα όνειρά μου έρχονταν
συχνά πυκνά οι Μούσες,
οι κοπελούδες οι εννιά,
που φέρνουν έμπνευση, χαρά
και μου χαρίσαν μια ζωή,
γεμάτη, δημιουργική.
Δε μένει παρά να σας πω,
αντίο απ’ το σχολείο αυτό.
Πέρασε κιόλας μια χρονιά,
σαν ποταμάκι που κυλά…
Εύχομαι σ’ όλα τα παιδιά
υγεία, πρόοδο, χαρά
και στους γονείς και συγγενείς
να είναι πάντα ευτυχείς,
που έχουν για θησαυρούς τους,
τις κόρες και τους γιους τους!

ΤΕΛΟΣ

Το κείμενό μου αυτό “ανεβάστηκε” ως θεατρική παράσταση στη γιορτή λήξης του σχολικού έτους το καλοκαίρι του 2004, στο 2ο Νηπιαγωγείο Πετρούπολης.