Της Ερήμου και του Ανέμου

Του Ανέμου

Knossos_frise2Ήτανε μια φορά αγόρι ο Άνεμος.
Με μάτια γερακιού και πηγούνι από έβενο.
Όταν θύμωνε, οι ανάσες του, κόκκινα πεφταστέρια, σπάθιζαν την αγκαλιά της γης σαν αμόνια χαλκέντερα.
Όταν μελαγχολούσε, τα κύματα κούρνιαζαν ίδια ανυπεράσπιστα ελάφια στις βραγιές των ακτών.
Όταν γλυκαινόταν, ένα μικρό αραχνοϋφαντο κοντύλι χάραζε στις βουνοκορφές ανεπίδοτα ερωτικά μηνύματα.

Ήτανε μια φορά αγόρι ο Άνεμος,
μα είχε τον εαυτό του.
Ώσπου συνάντησε την Έρημο
κι έγινε πηγάδι φωτός καταμεσής της λήθης,
σημαία ψυχωμένου πολιορκητή,
σκαρί προσφυγικό σε πικροκυματούσα θάλασσα,
αηδόνι στην καρδιά της καταχνιάς,
αντάρτικο λημέρι ακατάστατο,
σπήλαιο απόκρυφο σε μιας παλάμης οιωνό,
άτι που φρουμάζει στο χείλος του Καιάδα,
ματιά παιδιού τιμωρημένου αναίτια.

K32.8ErosΑγάπησε την Έρημο και σίγασαν τ’ αγέρωχά του μπράτσα.
Κυλίστηκε σε αμμοθίνες αιωνόβιες,
παραβγήκε στο κυνήγι με την Άρτεμη,
επίμονος, προβλέψιμος, μοναχικός.
Έχασε, έχασε, έχασε.

Και τον πήρε η Έρημος και τον δίψασε.
Κάθε του φύσημα και χρυσάνθεμο αγανάκτησης.
Κάθε του όψη κι επταπύργιο ετοιμοπόλεμο.
Κάθε του λάθος κι αγριοπερίστερο σε μαντεμένια Κιβωτό.
Κάθε του παρακαλετό κι ένα πουγκί με φυλαχτό περιούσιο.
Κάθε του άμυνα και μια δροσοσταλίδα αδαμάντινη.

Και τον άφησε η Έρημος, η πολυαγαπημένη του, που την είπανε και Πασιφάη.
Και τον αρνήθηκε η μάνα του, η Δύση, που την είπανε και Οφηλία.
Και τον λησμόνησε ο πατέρας του, ο Βορράς, που τον είπαν και Αλέξανδρο.

Να παραδέρνει στις ηπείρους και στις ονειροφαντασιές.
Με μάτια του τους σπάνιους βασιλαετούς.
Με αυτιά του τους τρικάταρτους ναυτίλους.
Με χείλη του της άμμου τα αλλεπάλληλα ραπίσματα.
Με φωνή του την κραυγή του άνυνδρου και χέρσου ποταμιού.
Με πρόσωπό του ένα κυανό, αναμαλλιασμένο σύννεφο.

Και έγειρε το αγόρι αποκαμωμένο ν’ αποκοιμηθεί.
Και βαφτίστηκε Άντρας ο Άνεμος.mykhnaia_1

Της Ερήμου

Ήτανε μια φορά κορίτσι η Έρημος.
Με μάτια λύκου και μάγουλα από πέταλα γιασεμιού.
Όταν έκλαιγε, τα δάκρυά της, μαύρα περιστέρια, λέρωναν τον ουρανό
και φόβιζαν τ’ αθώα του άστρα.
Όταν κρύωνε, το κορμί της ζάρωνε και μάζευε και γινόταν σώμα φιδιού,
με πουκάμισο χρυσό και καφετί και χαλκοπράσινο.
Όταν θύμωνε, οι αναστεναγμοί της, αναμαλλιάρηδες ανεμοστρόβιλοι,
ξέραιναν τα ποτάμια και σκοτείνιαζαν τα ξέφωτα των παραμυθιών.

Ήτανε μια φορά κορίτσι η Έρημος,
μα είχε τον εαυτό της.
Ώσπου συνάντησε τον Άνεμο
κι έγινε μανιασμένη θύελλα,
ξίφος απαστράπτον,
κινούμενη άμμος,
βάλτος απροσπέλαστος,
γερακιού φωλιά,
τραγούδι Βεδουϊνου,
απόκρυφη νεροσυρμή,
βαθιά, ακύμαντη σιωπή.

Αγάπησε τον Άνεμο κι έχασε τα δυνατά της μάτια.
Μπουσούλησε στον πυρήνα των ηφαιστείων,
πάλεψε με τον Άτλαντα,
τυφλή, προδομένη, ανοχύρωτη.
Έχασε, έχασε, έχασε…kykla-krokosyllektries

Και την πήρε ο Άνεμος και τη σκόρπισε.
Κάθε της κόκκος και απύθμενος βυθός.
Κάθε της αγκαλιά κι ένα δελφίνι ξεστρατισμένο.
Κάθε της ρίζα και μια σκάλα αναδυόμενη στον ουρανό.
Κάθε της ανάσα και μια Ικέτιδα στα σιντεφένια Τάρταρα.
Κάθε της πόνος και συστάδα από αιμάτινα κοράλλια.

Και την άφησε ο Άνεμος, ο πολυαγαπημένος της, που τον είπανε και Μίνωα.
Και την αρνήθηκε η μάνα της, η Ανατολή, που την είπαν κι Αντιγόνη.
Και τη λησμόνησε ο πατέρας της, ο Νότος, που τον είπαν και Αντώνιο.

Να παραδέρνει στις ηπείρους και στις ονειροφαντασιές.
Με μάτια της τους μοναχικούς κάκτους.
Με αυτιά της τους ετοιμοπόλεμους σκορπιούς.
Με χείλη της του γρανίτη τα τυχαία σκαλίσματα.
Με φωνή της την ηχώ του νυχτερινού παγετού.
Με πρόσωπό της μια μενεξεδιά, σπάνια ορχιδέα.

Και λύγισε το κορίτσι και πέθανε.
Και βαφτίστηκε η Έρημος Γυναίκα.Παριζιάνα

Evi_monografi

Κάποτε στις Αιγές. Μια γέρικη βελανιδιά θυμάται…

_εικόνα1-dt-13-3-2008-paliadΕμένα που με βλέπετε, ούτε που θυμάμαι πόσων χρόνων είμαι. Όλοι με ξέρουν σαν τη γέρικη βελανιδιά, «φρουρό» και σύμβολο του βασιλικού ανακτόρου της Βεργίνας. Έρχονται να θαυμάσουν ό,τι απέμεινε από τις Αιγές, την ιερή πρωτεύουσα των Μακεδόνων και ούτε που μου δίνουν σημασία. Μόνο το καλοκαίρι, όταν κυριολεκτικά σκάει ο τζίτζικας, με προσέχουν και τρέχουν να δροσιστούν κάτω από τον ίσκιο μου. Καθόλου δε με πειράζει. Μου φτάνει που ξέρω όσα είδα και που ένιωσα όσα δε φαντάζεστε…Σήμερα, ωστόσο, αποφάσισα να το γιορτάσω! Κρέμασα από τα κλαδιά μου τα ωραιότερα ευρήματα των βασιλικών τάφων και ήρθα να σας πω το παραμύθι που θα ήθελα να γραφτεί για μένα…

25-3--2-thumb-mediumΜια φορά κι έναν καιρό, είχα ανθρώπινη μορφή και κρατούσα από βασιλική γενιά. Ήμουν κοπέλα ζηλευτή, με θωριά που έλαμπε σαν τον ήλιο και κρίση καθαρή σα δροσοσταλίδα. Ζούσα στη Βέροια, το στολίδι της Μακεδονίας και όλοι με σέβονταν και με τιμούσαν, γιατί πάντα πρόσφερα στον τόπο μου και ήμουν σπλαχνική με τους κατατρεγμένους. Το όνομά μου ήταν Βεργίνα. Βεργίνα βεργολυγερή μ’ έλεγε ο αγαπημένος μου, ένα παλικάρι παθιασμένο με τη ζωή κι ορμητικό σαν ποταμός. Στιγμή δε μ’ άφηνε σε ησυχία. «Σοβαρέψου λιγάκι, Αλιάκμονα», του έλεγα όταν πια το παράκανε με τα πειράγματα και τα τρεχαλητά στις εξοχές της Ημαθίας. Αλλά που εκείνος! Το κελαρυστό του γέλιο αντιλαλούσε στις ρεματιές, τρύπωνε στα πολύχρωμα φυλλώματα και στις αστραφτερές νεροσυρμές κι αναστάτωνε τα πουλιά και τα ζώα στις φωλιές τους.

Μαζί είχαμε σκάψει τα μυστικά λαγούμια που διαπερνούσαν τα βουνά κι έφταναν στη θερινή μας κατοικία. Κανείς δεν μπορούσε να βρει την αρχή τους! Όσο και να προσπαθούσαν, πάντα τους μπέρδευαν τα σημάδια, που κάθε εποχή άλλαζαν στο δάσος. Οι οξιές, οι καστανιές, τα έλατα και οι βελανιδιές φρόντιζαν σαν καλές νοικοκυρές γι’ αυτό! Μια φορά προσπάθησαν να με πάρουν από πίσω δυο τρεις τσοπάνηδες, για να δουν που πηγαίνω όταν εξαφανίζομαι από το χωριό. Αλλά εγώ, σαν τις νεράιδες και τις ξωτικές, ξεγλύστρισα μέσα από τα μάτια τους, χώθηκα σε μιας φιλενάδας μου ελαφίνας τη σπηλιά και μην την είδατε! Πολύ διασκέδασε τότε μαζί τους ο Αλιάκμονας. Ακολουθώντας τους γρήγορα κι αθόρυβα σαν τον κάστορα, έσβηνε τα χνάρια τους με μια φουντωτή φτέρη! Ώρες έκαναν έπειτα να βρουν το μονοπάτι της επιστροφής…aiges_10

Αιγές: ένα ακόμη όνομα που ξετυλίγει την ανέμη φημισμένου παραμυθιού. Περιπλανώμενος, έψαχνε τόπο εύφορο και φυσικά προστατευμένο, για να εγκατασταθεί με το λαό του ο ιδρυτής της Μακεδονικής δυναστείας, Περδίκκας Α΄. Το έπραξε εκεί που σταμάτησαν τα κοπάδια με τις αίγες (=κατσίκες) του για να βοσκήσουν, κάτι που τον προέτρεψε να κάνει σχετικός χρησμός από το μαντείο των Δελφών! Στιγμές αξέχαστες ζήσαμε με τον αγαπημένο μου σ’ εκείνες τις ξωμεριές. Τι τραγούδια λέγαμε, τι χορούς κάναμε τις μέρες της συγκομιδής στους κήπους μας, τους φορτωμένους με φρούτα λαχταριστά και με λουλούδια που μεθούσαν τον αγέρα με την ευωδιά τους! «Σ’ αυτόν τον ευλογημένο τόπο, ως κι ο κατσούφης βοριάς αλλάζει χαρακτήρα: δριμύς και παγωμένος καταφθάνει, μα καθώς πλαγιοκοπά στα βουνά τριγύρω, από το Βέρμιο και τα Πιέρια ως τον Όλυμπο, επιστρέφει σα νοτιάς γλυκύτατος, ημερωμένος», μου έλεγε ο Αλιάκμονας. Κι εγώ για να τον πειράξω, «Λωλοπόταμο» τον ανέβαζα, «Ανεμοδούρα» τον κατέβαζα. Και δος του κυνηγητά στα ηλιόλουστα ξέφωτα και στα βαθύσκιωτα λαγκάδια…Μια μέρα, ως και τον Πάνα, τον τραγοπόδαρο γιο του Ερμή, πιάσαμε να μας κρυφοκοιτάζει. Έτρεξε να τον γραπώσει ο Αλιάκμονας, αλλά μόλις που πρόφτασε να δει μια ουρίτσα να κουνιέται παιχνιδιάρικα ανάμεσα στις καλαμιές!

Τα χρόνια κύλησαν γλυκόπιοτα, σαν το κρασάκι σε φαγοπότι γιορτινό. Γεράσαμε πολύ με τον Αλιάκμονα κι ήρθε η ώρα να φύγουμε από τη ζωή. Η μητέρα Γη, όμως, δε θέλησε να σβηστεί το πέρασμά μας από την ιστορία. Έτσι, εγώ έγινα η βελανιδιά που βλέπετε κι ο σύντροφός μου ο Αλιάκμονας, το ομώνυμο ποτάμι. Κι οι δυο ξέραμε πως σ’ αυτά τα πανάρχαια χώματα κείτονταν αναπαυμένοι για εκατοντάδες χρόνια οι θησαυροί των Μακεδόνων. Γι’ αυτό, αξέχαστη θα μας μείνει η μαγική στιγμή του 1977 που η αρχαιολογική σκαπάνη έπιασε δουλειά στα χέρια του καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικου και των συνεργατών του και τους έφερε στο φως! Το βασιλικό ανάκτορο, η ακρόπολη, το θέατρο, τα ιερά, τα θεμέλια σπιτιών και άλλων κτιρίων, έκαναν την ανθρωπότητα να ριγήσει από δέος. Μα περισσότερο απ’ όλα την εντυπωσίασε το περίφημο νεκροταφείο των τύμβων -θα έχετε ακούσει για τους τύμβους, τους τεχνητούς λόφους που τους λένε και «τούμπες»- στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Παλατίτσια και Βεργίνα. Κι αυτό γιατί ο Μακεδονικός τάφος της Μεγάλης Τούμπας δεν είχε συληθεί από τους τυμβωρύχους! Το μέγεθός του, η ναόσχημη μορφή του, η όλη κατασκευή του και διακόσμηση, καθώς και το πολύτιμο περιεχόμενό του, μαρτυρούσαν ότι κάποιος σπουδαίος βασιλιάς είχε ταφεί και λατρευόταν εκεί. Κι αυτός δεν ήταν παρά ο Φίλιππος ο Β΄, ξακουστός ηγεμόνας της Μακεδονίας και πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου! Psifidoto_Aiges

Το παραμύθι μας δεν τελειώνει εδώ. Όσο εγώ θα στέκομαι επιβλητική στο χώρο των βασιλικών ανακτόρων στη Βεργίνα κι όσο ο αγαπημένος μου Αλιάκμονας θα ποτίζει και θα θρέφει ακούραστος τη Μακεδονική γη, η ζωή θα συνεχίζεται και μαζί της και η ιστορία. Θ’ αξιωθούν άραγε κάποιοι από τους σημερινούς κατοίκους της να την λαμπρύνουν όσο κι οι δοξασμένοι πρόγονοί τους; Evi_monografi

Πηγές:
1. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, «Βεργίνα, η Μεγάλη Τούμπα», Αρχαιολογικός Οδηγός, Θεσσαλονίκη, 1994
2. Λουκία Θεοδώρου, Βασιλική Γκράτζιου, «Βεργίνα, Θησαυροί, Μύθοι και Ιστορία της Μακεδονικής Γης», εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα, 2005
3. Υπουργείο Πολιτισμού, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, «Βεργίνα, Περιδιαβάζοντας τον αρχαιολογικό χώρο», Αθήνα, 2005

Για μια μοναδική περιήγηση στις Αιγές, ακόμη και από το σπίτι σας:
http://www.aigai.gr/el/explore/polycentric/museum/aiges/vergina
http://www.latsis-foundation.org/default.asp?pid=9&la=1&nID=220
Εικονικό Μουσείο, Μέγας Αλέξανδρος (Virtual museum, Alexander the Great): https://www.facebook.com/groups/414624375246597/

 

Ένας σχολικός τοίχος εξομολογείται…

Είμαι ένας τοίχος χτισμένος πριν από 70 περίπου χρόνια. Όταν η γιγάντια γερασμένη πόλη μας ήταν ακόμη πιτσιρίκα και στις οικοδομές εργάζονταν χτιστάδες μερακλήδες. Ο μπάρμπα – Ανέστης από τον Πόντο, με έχτισε. Σαν ψηφιδωτό το κέντησε το σώμα μου: δεκάδες πέτρες σμιλεμένες κατάλληλα με το χέρι, ώστε να πάρουν σχήμα ταιριαστό, σώριασε στη γωνιά το φορτηγό. Για να «κουμπώσουν» η μία με την άλλη, να ενωθούν τέλεια σαν αγαπημένοι εραστές, ανταλλάσοντας φιλιά από άμμο, νερό, τσιμέντο και ασβέστη. Όσο μ’ έχτιζε, το χωρατό δεν έλειπε από το στόμα του. Και σαν γουργούριζε λιγάκι το στομάχι, έχωνε το βαρύ, ροζιασμένο χέρι στις τσέπες και γέμιζε το στόμα του φουντούκια. Μεγάλα, τραγανά, αρωματικά λεπτοκάρυα. Καρπούς της πατρίδας του, της Κερασούντας. Που την άφησε επτάχρονο παιδάκι το ’22, για να φτάσει σαν άλλος Οδυσσέας, μετά από πάθη και βάσανα μεγάλα, στον Πειραιά. Αλλά η προσφυγιά δεν τον σκότωσε. Σκληρή κι ανθεκτική σαν τις πέτρες μου έκανε την καρδιά του. Και πήγε τη ζωή του παρακάτω. klee-wοmen_aweking_1920

Αποστολή μου είναι να προστατεύω τον αυλόγυρο ενός σχολείου. Τους μαθητές, τους δασκάλους, τα δέντρα και τα φυτά του σχολικού κήπου, τα όνειρα όλων. Και τι δεν έχω δει και τι δεν έχω ακούσει τόσα χρόνια. Πόσες και πόσες μπάλες όλων των ειδών και των μεγεθών δεν έχω φάει…τοιχοκούτελα. Τα πρωτάκια παίζουν αχόρταγα. Κυνηγιούνται κι όλο καταφεύγουν επάνω μου για να ξαποστάσουν, ή για να κρυφτούν. Τα μεγαλύτερα παιδιά σκαρφαλώνουν στο πεζούλι μου, αράζουν σαν τεμπέλικα γατάκια και κουβεντιάζουν. Ροδάνι πάει το στόμα τους μέχρι να ηχήσει το κουδούνι για να επιστρέψουν στο μάθημα. Το διάλειμμά τους είναι το δικό μου μάθημα. Και τι δεν μαθαίνω από τις κουβέντες τους: πώς έγραψε ο Δημήτρης στο διαγώνισμα της φυσικής, ποιον τιμώρησε η δασκάλα της τετάρτης επειδή πέταγε σαϊτες την ώρα της παράδοσης, με ποιον είναι ερωτοχτυπημένη η Αριάδνη, τι αδικία έκανε ο διαιτητής στο σχολικό πρωτάθλημα και έχασε την πρόκριση η ομάδα, ποια έχει την καλύτερη φωνή από την παρέα της έκτης για να μπει επικεφαλής στο μαθητικό συγκρότημα, πως φτιάχνεις σελίδα στο facebook. Όρεξη να ’χεις ν’ ακούς! kandinsky-c8

Μερικές φορές συμβαίνουν και πράγματα που με κάνουν να νιώθω ευάλωτος και διάφανος σαν πούπουλο κι ας είμαι σκληρός και αδιαπέραστος. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τα δάκρυα που με πότισε ο Χρηστάκης όταν χώρισαν οι γονείς του. Ή το σφιχταγκάλιασμα της Μαίρης με τον Ιάσονα όταν έμαθαν ότι ο μεγάλος τους ξάδερφος, ο Στέλιος, πέθανε από υπερβολική δόση ναρκωτικών. klee-ad_parnassum_1032

Τις νύχτες που το σχολείο ερημώνει και ησυχάζει, στρέφω την προσοχή μου στη λεωφόρο. Άλλοτε με ταχύτητα και άλλοτε σημειωτόν, εξαιτίας της κίνησης, κάθε είδος τροχοφόρου ρίχνει επάνω μου τα φώτα του, λες και με περνά από ανάκριση για να του αποκαλύψω τα μυστικά μου. Που να ησυχάσεις…Άλλοτε ξιπάζομαι σαν παππούς που τον σκούντησαν απότομα, ενώ είχε πάρει τον υπνάκο του στην πολυθρόνα με την εφημερίδα στο χέρι. Άλλοτε με πιάνει περιέργεια και αγωνία, όταν με «χτενίζουν» εξεταστικά οι προβολείς των περιπολικών. Ποιον να ψάχνουν πάλι, τι κακό να έγινε; Άλλοτε χαμογελάω όταν με κατακλύζουν σαν ένα μπουκέτο από πυροτεχνήματα τα φώτα μιας νυφικής πομπής. Μπροστά μπροστά, στο αυτοκίνητο της νύφης, οι λευκές μεταξωτές κορδέλες ανεμίζουν παιχνιδιάρικα, οι κόρνες ηχούν πανηγυρικά και όλοι είναι ντυμένοι τον πιο λαμπερό εαυτό τους…

Paul-Klee-Lemon-HarvestΕίναι στιγμές που θα ήθελα να έχω στόμα, για να φωνάξω και να διαμαρτυρηθώ. Όπως τότε που είδα ένα κλεφτρόνι να χτυπάει μια γριούλα για να αρπάξει την τσάντα της. Να διαλαλήσω ότι δεν μου αρέσει να με μαυρίζει το καυσαέριο που με μπουκώνουν κάθε ώρα και στιγμή οι εξατμίσεις των αυτοκινήτων σας. Κι ότι επειδή το σώμα μου είναι πετρόχτιστο, δεν είμαι και η καταλληλότερη επιφάνεια για γκράφιτι. Μάλλον με ασχημαίνετε παρά με καλλωπίζετε με τα σπρέυ σας. Να σας θυμίσω ότι στο ανάγλυφο σώμα μου έχουν αποτυπωθεί στιγμές από τη συλλογική μνήμη αυτής της πόλης. Από τους σεισμούς που τραντάζουν κατά καιρούς βίαια την καθημερινότητά σας, μέχρι τη συγκέντρωση ρούχων και τροφίμων για τους ανθρώπους – θύματα της νέας ανέχειας που ονομάσατε «οικονομική κρίση». KRINAKIA_VRAXOU

Ένα ατίθασο κρινάκι φυτρώνει κάθε Απρίλη σε μια σχισμή, κάπου κοντά στην καρδιά μου. Του ψιθυρίζω χαϊδευτικά πως είναι η δική μου βασιλική πορφύρα, το ρούχο της χαράς και της σχόλης, ο πολύτιμος οιωνός της αναγέννησης. Κάθε χρόνο σας ατενίζει με τις χρυσαφιές του βλεφαρίδες φορτωμένες ανοιξιάτικες προσδοκίες. Ποιος το προσέχει; Ποιος καταλαβαίνει πως είμαι “ζωντανός”, για να πάρει το μήνυμα;

Καλή σχολική χρονιά!

Οι πίνακες είναι του Πάουλ Κλέε, η φωτογραφία από το προσωπικό μου άλμπουμ. Evi_monografi

Η βόλτα ενός Ιππότη

Ο πίνακας είναι του Μαρκ Σαγκάλ

Ο πίνακας είναι του Μαρκ Σαγκάλ

Οι τελευταίες ηλιαχτίδες της μέρας διαπερνούσαν γλυκά, σχεδόν ντροπαλά το συννεφένιο πάπλωμα που σκέπαζε τον ουρανό της Καρύστου. Το σούρουπο νότιζε απαλά και έντυνε με θαμπά, αναιμικά χρώματα το τοπίο στη νότια αυτή γωνιά της Ευβοϊκής γης. Η θάλασσα αναστέναζε υπόκωφα, σα να ήθελε να ομολογήσει ένα μυστικό, που δεν μπορούσε να αποφασίσει ακόμη σε ποιον θα το εμπιστευόταν. Μικρά κύματα έσκαγαν στην ακτή ρυθμικά, συνεσταλμένα, σαν κοριτσόπουλα που ντυμένα με λευκές ποδιές μάθαιναν τα πρώτα βήματα ενός αντικριστού ερωτικού χορού. Μόνο το Κόκκινο Κάστρο στην κορυφή του απέναντι λόφου, κάστρο απόρθητο, ξακουστό για το κόκκινο χρώμα των δομικών του υλικών και για την ομορφιά των γυναικών που το κατοικούσαν, έλαμπε σαν φλογάτο τριαντάφυλλο, φωτεινή εξαίρεση στη φθινοπωρινή μουντάδα.

Όλα έδειχναν συντονισμένα απόλυτα στους ρυθμούς ενός μελαγχολικού απογεύματος, όταν ο στιβαρός καλπασμός ενός αλόγου ακούστηκε από το μονοπάτι στα δυτικά, προσθέτοντας στο τοπίο μια νότα ανησυχίας. Ο καβαλάρης του ξεπέζεψε και άφησε το κατάλευκο άτι του να περιπλανηθεί ελεύθερο στην παραλία. Ήθελε να μείνει μόνος και αυτό το μέρος προσφερόταν για σεργιάνι και περίσκεψη. Ήταν ένας άντρας στην ηλικία της δεύτερης ωριμότητας, καλοστεκούμενος, με στητή κορμοστασιά και περήφανο βάδισμα. Φορούσε ρούχα απλά, στο χρώμα του χαλκού και μαύρες δερμάτινες μπότες και ήταν ξαρμάτωτος, πράγμα περίεργο για μια εποχή σκοτεινή και επικίνδυνη όπως ο Μεσαίωνας. Ο άντρας αυτός, ωστόσο, δεν ήταν ένας τυχαίος περαστικός, αλλά ο ιππότης Λικάριος, άλλοτε περιπλανώμενος ληστής και τώρα, στα 1276 μ.Χ., φεουδάρχης της Εύβοιας και ναύαρχος του βυζαντινού στόλου.

Γέννημα-θρέμμα μιας μικροαστικής οικογένειας της Καρύστου που είχε ρίζες στη Βικεντία της Δύσης, ο Λικάριος ένιωθε αψύ στις φλέβες του τόσο το φράγκικο, όσο και το βυζαντινό αίμα. Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από τα σημεία των καιρών, καιρών ταραγμένων και αντιφατικών, με τις Σταυροφορίες σε εξέλιξη. Από τη μια τα υψηλά ιδανικά της ιπποσύνης και από την άλλη η φρίκη και η σκληρότητα του πολέμου, η πείνα, η φτώχεια και οι επιδημίες, γαλούχησαν ένα χαρακτήρα που αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στην ωμή πραγματικότητα και την εξιδανικευμένη της εκδοχή. Από έφηβος ο Λικάριος ονειρευόταν να γίνει ιππότης, να ξεφύγει από τον ασφυκτικό κλοιό της καθημερινότητας που του επιφύλασσε η ταπεινή καταγωγή του, να πετύχει άθλους, να κερδίσει το σεβασμό δυνατών και αδυνάτων. Παρατηρούσε τους ιππότες να εξασκούνται στις αυλές του Κόκκινου Κάστρου στο σπαθί, στην τοξοβολία, στο ακόντιο και -που τον έχανες που τον έβρισκες- χωνόταν στα ξέφωτα του κοντινού δάσους για να τους μιμηθεί. Τους ακολουθούσε και συχνά προσφερόταν να τους κάνει διάφορα θελήματα, για να μπορεί να παρατηρεί ανενόχλητος τη συμπεριφορά και τους ιδιαίτερους κώδικες επικοινωνίας που όριζαν τη ζωή τους. Τους καμάρωνε όταν περνούσαν πάνοπλοι και αγέρωχοι πάνω στα άλογά τους από τα πλακόστρωτα σοκάκια, με τους αφοσιωμένους ιπποκόμους τους να ακολουθούν πεζοί. Ταραζόταν όταν άκουγε τα παραθυρόφυλλα των σπιτιών να μισανοίγουν τρίζοντας και τις κοπέλες να τους πετάνε ροδοπέταλα και χρυσοκέντητα μαντήλια με μυστικά σημειώματα. Εκείνες τις στιγμές οι παλμοί του χτυπούσαν ακανόνιστα και τον έπιανε μια θερμή προσμονή να ζήσει κι αυτός τέτοιες αξεπέραστες συγκινήσεις.

Ο άρχοντας Λικάριος σα να μελαγχόλησε αναπολώντας τα εφηβικά του χρόνια. Κάθισε σε ένα βράχο αγναντεύοντας στοχαστικά τη δύση του ηλίου. Το αιγαιοπελαγίτικο αεράκι χάιδεψε απαλά το πρόσωπό του και άθελά του τη θυμήθηκε. Ένιωσε ξανά την αναπνοή της που έκανε τα βλέφαρά του να τρέμουν, καθώς του ψιθύριζε στη μυστική γωνιά τους πίσω από το ξωκλήσι του Κόκκινου Κάστρου, να μείνει κοντά της «μια σταλίτσα ακόμη». Κόρη με ευγενική καταγωγή η πρώτη του γυναίκα, η Φελίζα, έμεινε χήρα από το Φράγκο σύζυγό της, τόσο νέα και τόσο όμορφη. Όταν την πρωταντίκρισε, κατάλευκη σαν ανθισμένο νούφαρο μέσα σε μια λίμνη από μαύρες δαντέλες, τα φορέματα του πένθους, η καρδιά του αποφάσισε μεμιάς: η πρώτη του αποστολή ως μαθητευόμενου ιππότη θα ήταν να φέρει πίσω στη ζωή, σαν άλλος Ορφέας, την Ευριδίκη του από τον κόσμο της θλίψης και του μαρασμού. Η Φελίζα ανταποκρίθηκε στον έρωτά του με όλη τη θέρμη μιας καταπιεσμένης και διψασμένης για ζωή ψυχής.

Τότε ήταν που όλοι ξεσηκώθηκαν εναντίον τους: οι ευγενείς συγγενείς της, οι δύσκολοι καιροί, ο κοινωνικός περίγυρος. Όμως «η αγάπη κάστρα καταλεί, μπεντένια ρίχνει κάτου…» κι εκείνος ήταν ήδη τρελός από αγάπη για τη Φελίζα και από το πείσμα του να ξεπεράσει τα εμπόδια που έβαζε στις φιλοδοξίες του η πραγματικότητα της εποχής του. Ο έρωτας και ο γάμος του με τον «απαγορευμένο καρπό» ήταν μόνο η αφορμή…Από τη στιγμή που παντρεύτηκαν, ξεκίνησε ένας πραγματικός, ακήρυκτος πόλεμος. Οι συγγενείς της ήταν αδύνατο να αποδεχθούν το γαμπρό με την ταπεινή καταγωγή και το φλογερό ταμπεραμέντο, εντελώς άγνωστο και εχθρικό για τον τυπολατρικό τους μικρόκοσμο. Η ζωή του Λικάριου κινδύνεψε αρκετές φορές. Τότε πήρε όρκο να αρνηθεί μια για πάντα το φράγκικο αίμα του: θα απαντούσε στην απειλή με απειλή, στη βία με βία. Διάλεξε για κρησφύγετό του τη βραχώδη περιοχή των Ανεμοπυλών, έξω από την Κάρυστο και με συντρόφους του άλλους δυσαρεστημένους από το φράγκικο καθεστώς, τυχοδιώκτες και απόκληρους, που προσέλαβε στην υπηρεσία του, έγινε ο φόβος και ο τρόμος των Φράγκων κατακτητών.

Ο άρχοντας Λικάριος σηκώθηκε και άρχιζε να βηματίζει αργά στην ακτή, με τη θάλασσα να συντροφεύει τις σκέψεις του μονότονα, χωρίς ευτυχώς καμία διάθεση κριτικής. Η ανάμνηση αυτής της περιόδου της ζωής του πάντα τον έφερνε σε αμηχανία. Πάλεψε πολύ με τον εαυτό του για να χαράξει μια πορεία, που θα παραμέριζε τις ανθρώπινες ευαισθησίες και θα εξασφάλιζε την επιβίωση με κάθε μέσο. Το κόστος ήταν μεγάλο, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή, μονολογούσε πάντα, όποτε τον κύκλωναν απειλητικά ενοχές και Ερινύες…Κοντοστάθηκε και πάτησε με τη μπότα του μια μινιατούρα κάστρου, απομεινάρι παιδικού παιχνιδιού στην άμμο, που βρέθηκε μπροστά του. Έφερε με ικανοποίηση στη μνήμη του τη μέρα που τον κάλεσε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος στη Βασιλεύουσα, για να τον γνωρίσει από κοντά, εντυπωσιασμένος από τις φήμες που κυκλοφορούσαν για την ανδρεία και τα κατορθώματά του. Έναν προικισμένο και τολμηρό ηγέτη έψαχνε ο αυτοκράτορας, για να του αναθέσει ως αποστολή την ανάκτηση των νησιών του Αιγαίου από τους Βυζαντινούς. Στο πρόσωπο του Λικάριου βρήκε τον ιδανικό και τον εμπιστεύτηκε απόλυτα.

Ο αποδιωγμένος πειρατής της Καρύστου έγινε ο ένας από τους δύο αρχηγούς του Βυζαντινού στόλου. Μαζί με τον άλλο αρχηγό, το δούκα Φιλανθρωπινό, όργωσαν το Αιγαίο και κατάφεραν σε σύντομο χρονικό διάστημα να πετύχουν το θαύμα: πρώτα οι Σποράδες και η Λήμνος και αργότερα τα Κύθηρα και τα Αντικύθηρα ξαναπέρασαν στην κατοχή του Βυζαντίου. Αλλά το μυαλό του Λικάριου ήταν πάντα στην Εύβοια και στο στόχο του να ταπεινώσει τους Φράγκους συγγενείς της Φελίζας. Το όνειρό του σύντομα άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά, καθώς η Εύβοια πέρασε στην κυριαρχία του με εξαίρεση τη Χαλκίδα, όπου συγκεντρώθηκαν για να οργανώσουν την άμυνά τους οι ορκισμένοι του αντίπαλοι.

Ο άρχοντας Λικάριος σταμάτησε τη βόλτα του, πήρε ένα πλακουτσωτό βότσαλο, το εκσφενδόνισε με μαεστρία στη θάλασσα και παρακολουθώντας το να αναπηδά τρεις φορές στον αφρό πριν βυθιστεί, χαμογέλασε με ικανοποίηση. Θυμήθηκε την αγωνία των Φράγκων ελεύθερων-πολιορκημένων στο κάστρο της Χαλκίδας, καθώς εκείνος σκόπιμα απέφευγε την τελική σύγκρουση, για να τους οδηγήσει σε ψυχολογική και υλική φθορά. Θυμήθηκε και τα παρακάλια της Φελίζας να δώσει τόπο στην οργή και σ’ αυτήν την ανώφελη -όπως του έλεγε- πλέον βεντέτα και τα μάτια του σκοτείνιασαν. Αυτοί οι άνθρωποι τον είχαν προσβάλει θανάσιμα και θα πλήρωναν το λάθος τους με την ύστατη ταπείνωση. Το σχέδιό του ήταν απλό και η συνταγή αλάνθαστη. Έριξε τις δυνάμεις του σε άλλες εκστρατείες και τους άφησε να εξαντληθούν, αποκλεισμένοι καθώς ήταν από την υπόλοιπη Εύβοια, που ήδη βρισκόταν υπό την κατοχή του. Η Κέα, η Σίφνος, η Σέριφος, η Ίος, η Αμοργός, η Σίκινος και η Φολέγανδρος προστέθηκαν στις κατακτήσεις του, με αποτέλεσμα να τιμηθεί από τον αυτοκράτορα με το αξίωμα του Μεγάλου Δούκα. Οι επιτυχίες του είχαν αλλάξει εντελώς τη ζωή του: πλούτη, δόξα και εξουσία μεταμόρφωσαν υπόγεια αλλά σταθερά το ρομαντικό ιππότη σε αμείλικτο πολέμαρχο. Η καθημερινή επαφή με την ίντριγκα, την απειλή του θανάτου, τις κακουχίες σε στεριές και θάλασσες έμελλε ν’ αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια της στο κορμί και την ψυχή του Λικάριου. Ψηλαφούσε τις αμέτρητες ουλές στο σώμα του, αλλά απέφευγε να κάνει το ίδιο για τις άλλες πληγές, τις αόρατες, που πονούσαν περισσότερο…

Βαθιά κάπου από το δάσος που αγκάλιαζε το Κόκκινο Κάστρο, ακούστηκε η διαπεραστική κλάψα μιας κουκουβάγιας. Το σοφό πουλί που έχει πάντα το ένα μάτι ανοιχτό για να βλέπει γύρω του και το άλλο κλειστό για να βλέπει μέσα του, του προκαλούσε από παιδί έναν απροσδιόριστο φόβο. Εκείνος είχε συνηθίσει να έχει τα μάτια του πάντα ανοιχτά και «δεκατέσσερα», να έχει μάτια ακόμη και στην πλάτη, για να προλάβει τον κίνδυνο, να τον αναχαιτίσει, να σωθεί και να νικήσει. Σε ολόκληρη τη ζωή του δε θυμόταν μια νύχτα που να είχε ευχαριστηθεί τον ύπνο. Λαγοκοιμόταν για να νιώσει πρώτος την ενέδρα. Όπου και να βρισκόταν, σε στεριά ή θάλασσα, ήταν συνεχώς ετοιμοπόλεμος και αναπόφευκτα μόνος. Είχε ξεχάσει πως ήταν να στρέφεις τα μάτια μέσα σου και να κουβεντιάζεις με τον εαυτό σου. Κι αυτές οι μυρωδιές της ακροθαλασσιάς, θυμάρι και σκοίνα και θαλασσινή αλμύρα, απόψε ξεσήκωναν τις αισθήσεις του, τον έκαναν ευάλωτο, μια κατάσταση που τον μπέρδευε, τον θύμωνε και τον μάγευε μαζί.

Ο άρχοντας Λικάριος αναστέναξε και έγειρε να ξαπλώσει στα ζεστά βότσαλα. Είχε νυχτώσει πια για τα καλά, αλλά η συννεφιά έκρυβε με επιμέλεια τον έναστρο ουρανό. Έβαλε τις παλάμες του προσκέφαλο κι αναπόλησε μια από τις ομορφότερες στιγμές της ζωής του. Ήταν η λαμπρή τελετή κατά την οποία αναγορεύτηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ «Μεγάλος Κοντόσταυλος» και ανέλαβε και επισήμως τη διοίκηση της Εύβοιας. Μοναδική του υποχρέωση θα ήταν να διατηρεί ετοιμοπόλεμους και άριστα εξοπλισμένους διακόσιους ιππότες, έτσι ώστε να είναι ανά πάσα στιγμή εξασφαλισμένη η άμυνα της περιοχής. Είχε προηγηθεί η επιτυχημένη εκστρατεία του εναντίον της Χαλκίδας, η εκπόρθηση του κάστρου στα Φύλλα, όπου είχαν οχυρωθεί οι Φράγκοι και η μεταφορά τους ως αιχμαλώτων στην Κωνσταντινούπολη. Ανάμεσά τους βρίσκονταν και συγγενείς της Φελίζας. Το όνειρό του για εκδίκηση και αποκατάσταση της τιμής του είχε πραγματοποιηθεί, αλλά η συμβίωσή του με τη Φελίζα ήταν πλέον αδύνατη. Ακολούθησε ο χωρισμός τους και ο δεύτερος γάμος του με την τωρινή γυναίκα του, μια πλούσια Βυζαντινή.

Μια κατάφωτη και ηγεμονική πανσέληνος πρόβαλλε ξαφνικά μέσα από τα σύννεφα, που παραμέρισαν θαρρείς γοητευμένα και έβγαλαν τον μοναχικό κυρίαρχο της Εύβοιας από την αναπόληση. Ένα ασημένιο ποτάμι, ο δρόμος του φεγγαριού, ανοίχτηκε μπροστά του γεμάτο μυστικές ατραπούς και υποσχέσεις. Ανατολικά, στο Κάβο-Ντόρο, τα κύματα έδειχναν τα δόντια τους στα περαστικά καράβια. Το ακρωτήρι Καφηρέας, ο «Ξυλοφάγος» με τ’ όνομα, που κατάπινε και τα πιο γερά σκαριά όταν θύμωνε, προειδοποιούσε στο πέρασμα των αιώνων ότι «ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται». Ο άρχοντας Λικάριος σηκώθηκε και τίναξε τα φύκια από τα ρούχα του. Δεν είχε παρά ν’ ακολουθήσει τη μοίρα του. Γαληνεμένος πλέον, σφύριξε στο άλογό του που πλησίασε ήσυχα, υπακούοντας στο γνωστό σύνθημα. Καβαλίκεψε και κατευθύνθηκε προς το Κόκκινο Κάστρο που φεγγαρολουσμένο φάνταζε πελώριο σαν παραμυθένιο, σωστό βασιλόπουλο της νύχτας. Ο ξακουστός ιππότης Λικάριος δεν είχε αφήσει απλήρωτους λογαριασμούς στο πέρασμά του από τον κόσμο. Είχε επιλέξει να ζήσει τη ζωή που ήθελε, όποιο κι αν ήταν το τίμημα. Το κατάφερε και με το παραπάνω. Αυτό και μόνο έκανε το θάνατο να μοιάζει με φτωχό συγγενή και το αναπόφευκτο τέλος να είναι μια ασήμαντη στιγμή μπροστά στην αιωνιότητα.

Evi_monografi