Στρείδι και φάλαινα

…Είχε πια σκοτεινιάσει και το στρείδι κούρνιασε στο βράχο του αποκαμωμένο από την ένταση της ημέρας και γρήγορα αποκοιμήθηκε. Τότε είδε ένα όνειρο, από αυτά που όταν ξυπνάς συνεχίζεις να τα θυμάσαι και να τα σκέφτεσαι.

Έγινε, λέει, σεισμός στη θάλασσα και τα πάντα ανατράπηκαν: ό, τι βρισκόταν πάνω, πήγε κάτω. Ό,τι ήταν προσκολλημένο, απελευθερώθηκε. Ό,τι ήταν πολύχρωμο έγινε άχρωμο. Ό,τι ήταν θηρευτής έγινε θήραμα. Κι ό,τι ήταν ασφαλές, μετακόμισε στην πιο μεγάλη ανασφάλεια.

Το στρείδι αποκολλήθηκε βίαια από το βράχο του και βρέθηκε να κλυδωνίζεται σαν ακυβέρνητο βαρκάκι στον αφρό. Και πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, παρασύρθηκε από τα ρεύματα στα βάθη του ωκεανού. Το καινούργιο του περιβάλλον το φόβιζε και ταυτόχρονα το γοήτευε. Τη μια στιγμή σκεφτόταν ότι ήταν ένα στρείδι με αλλιώτικη μοίρα από τη μοίρα των άλλων στρειδιών. Αυτή η σκέψη το έκανε να νιώθει ικανοποίηση και μια ψίχα υπεροψία. Και την άλλη στιγμή βυθιζόταν στην πιο μεγάλη απελπισία, γιατί δεν ήξερε πως να επιβιώσει σ’ ένα περιβάλλον άγνωστο για τα μέχρι τότε δεδομένα του. Ο ωκεανός δεν έμοιαζε σε τίποτα με την αγαπημένη του ακτή. Φαινόταν απρόσιτος και το στρείδι συνειδητοποίησε με λύπη ότι εδώ δεν είχε κανένα φίλο.

Ξαφνικά άκουσε ένα υπόκωφο βουητό και το ρυθμικό πλατάγισμα από δυνατά πτερύγια. Ήταν μια γαλάζια φάλαινα θεόρατη σα βουνό και ευλύγιστη σα φίδι, παρά τον τεράστιο όγκο της.

Μα τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα, έφτασε το τέλος μου. Το δίχως άλλο η φάλαινα θα με καταπιεί…, σκέφτηκε τρομοκρατημένο το στρείδι. Η φάλαινα πλησίαζε απειλητικά, εκτοξεύοντας με ρυθμό το σιντριβάνι της. Το στρείδι έλεγε την προσευχή του και παράλληλα αγωνιζόταν να ξυπνήσει, για να μην ονειρευτεί τη στιγμή του θανάτου του. Τότε έγινε κάτι αναπάντεχο.

Τώρα εσύ κλείστηκες ερμητικά στον εαυτό σου και άλλαξες δέκα χρώματα από το φόβο σου, γιατί είσαι σίγουρο ότι θα σε κάνω μια χαψιά και όλα θα τελειώσουν εδώ. Αλλά εγώ θα διαφωνήσω. Μπας και νομίζεις ότι είσαι κανένας καταπληκτικός μεζές; Ή μήπως φαντάστηκες ότι εγώ απλώς ανοίγω τη στοματάρα μου και καταπίνω ό,τι κυκλοφορεί σε ακτίνα μισού χιλιομέτρου; Όχι αγαπητό μου στρείδι, δεν θα σου κάνω τη χάρη να σε φάω! Θα μου χαλάσεις τη γεύση, γιατί είσαι ξένο σώμα στο δικό μου κόσμο. Άντε, τράβα το δρόμο σου, αν καταφέρεις ποτέ να τον βρεις, έτσι που κυκλοφορείς επτασφράγιστο. Γύρνα στα λημέρια σου. Και να θυμάσαι: το δύσκολο στη ζωή είναι να μη φαγωθείς! Αν φαγωθείς, καθάρισες!…, μουρμούρισε με στόμφο η φάλαινα. Και κάνοντας μια εντυπωσιακή κατάδυση, χάραξε ρότα προς το βορρά. Τότε ήταν που το στρείδι, απορημένο, ξύπνησε. Και άρχισε να σκέφτεται το παράδοξο αυτό όνειρο…

Οι ανήσυχες μέρες του Αυγούστου

Χτες ήταν η μέρα της ομίχλης. Έζωσε το χωριό, άναψε τα τζάκια μέσα στην καρδιά του Αυγούστου, ύγρανε μάτια, δάχτυλα, σακάκια, στοχασμούς. Έκανε αφρόλουτρο ο Θεός με καυτό νερό κι οι ατμοί αγκάλιασαν τις κορυφογραμμές, τα διάσελα, τις ορδές των ελάτων, τα χαμολούλουδα, τα ζωηρά ζουζούνια, τ’ αγριόχορτα και τους γαιοσκώληκες.

Βάδιζε στα τυφλά. Μπήκε ολόκληρη μέσα στα σύννεφα, γέμισε σταγόνες από τα φιλιά τους. Δεν υπάρχει μοναξιά όταν αφήνεσαι να σ’ αρπάξει ο κόσμος, να σε παιδέψει, να σε χαρεί. Δεν υπάρχει θάνατος όταν κάθε στιγμή βιώνεις ξυπνήματα κι αποκοιμίσματα γύρω σου, πλάι σου κι εντός σου. Δεν υπάρχει αδιέξοδο όταν και για το πιο μικρό ανθάκι, κάθε μέρα, ξημερώνει μια άλλη μέρα.

Σήμερα ίππευσε για πρώτη φορά. Κράτα γερά το χαλινάρι και μίλα του γλυκά του Ψαρή. Ίσια το κορμί στην κατηφόρα, τα πέλματα στους αναβατήρες τεντωμένα, όπως όταν ανεβαίνεις μια τσουλήθρα ανάποδα. Οι μηροί κολλημένοι στα πλευρά του αλόγου. Για τροχασμό το χαλινάρι εναλλάξ δεξιά – αριστερά και ελαφριά πίεση των ποδιών στην κοιλιά του αλόγου. Στην ανηφόρα γέρνεις το σώμα προς τα εμπρός, να δώσεις ώθηση. Μη φοβάσαι, δεν πέφτεις.

Και τώρα, Άρτεμη, εσύ και ο στόχος. Στερέωσε το βέλος, δώσε στο τόξο ελαφριά κλίση προς τα πάνω κι αριστερά και τέντωσε τη χορδή κιαλάροντας ταυτόχρονα στο κέντρο. Μην το πολυζορίζεις, απαλά και με τη μία.

Κι όταν βρεις με το ποδήλατο στο δασικό, κράτα το τιμόνι γερά και σταθερά. Πετάλι δυνατά. Φρένο ποτέ απότομα. Απόφευγε τ’ αγκάθια, τις μυτερές πέτρες, τις νωπές λασπουριές. Ν’ ανασηκώνεις το κορμί όταν το πέρασμα είναι πολύ κακοτράχαλο. Στην άσφαλτο να προσέχεις τα καμιόνια τα φορτωμένα κορμούς. Τις ταχύτητες να τις αλλάζεις μία μία σκάλα και με το μαλακό.

Τη νύχτα άναψαν φωτιά στο Κόρπου και έψησαν λουκάνικα και μπριζόλες. Με ντομάτα, πατάτα βραστή, τυρί, ψωμί και μπύρες κάτω από έναν μαγικό ουρανό. Χνάρι αρκούδας, λαγό, σκαντζόχοιρο, κουκουβάγια και αλεπού συνάντησαν στο δρόμο τους. Ο Θοδωρής πήρε το δαυλό και τον εκσφενδόνισε στο διάστημα για να παραστήσει, λέει, το φλεγόμενο μετεωρίτη.

Τους τραγούδησε. Και δεν έλεγε να σταματήσει έτσι όπως την άκουγαν εκστατικοί, άνθρωποι, άνεμοι και ξωτικά.

Φεγγάρι ανέτειλε φτενό με σάρκα από οπάλι

κι έριξε μαύρη πετονιά στου κόσμου την αγκάλη.

Στη μια άκρα είχε για δόλωμα έρωτα σταμναγκάθι,

στην άλλη όλα της αυλής των δυνατών τα πάθη.

Ας ήταν σφιχτοπλέξουδη η πετονιά του σκάλα

σαν αίλουρος να τιναχτώ στα ύψη τα μεγάλα.

Να μη με πιάνει απόγνωση μ’ αυτά που αντικρύζω

όταν στα στενοσόκακα μονάχη σεργιανίζω.

Κι όταν γκρεμίζεται η καρδιά σ’ ολάχνιστο καμίνι

να την καθίζω στο σοφρά σεμνά να τρωγοπίνει.

Γιατί είναι αφρός στη θάλασσα, στην έρημο αντιλόπη

κι όταν τ’ αστέρια αυτοκτονούν σ’ αρχαίο ναό μετόπη.

Δεν έχει αγάπη να κρυφτεί, προσκέφαλο να γείρει

στον άνεμο σκορπίζεται σαν ανεμώνης γύρη.

Τη θέλει ο γιος του λιονταριού μα εκείνη δεν τον θέλει.

Κάλλιο στ’ αλάτι λεύτερη παρά δετή στο μέλι.

Κι αν έρθει εκείνη η στιγμή κι η ώρα η αγιασμένη

που δεν θα υπάρχει τίποτα για να το περιμένει,

δεν λαχταρά κάτι πολύ και δυνατό να γίνει

μόν’ στης λεβάντας τον ανθό δροσοσταλιά να μείνει.

Ελάτη, Αύγουστος 1995, στα λημέρια του Κόζιακα.

644 λέξεις

Ήθελα να σου πω για το φεγγάρι που απλώνει το χαλί του στη θάλασσα. Χαλί από κρυσταλλάκια κι αναθήματα βασιλικών τάφων. Ήθελα να σου πω για τη φιδίσια κίνηση του φωτός πάνω στο νερό, που στην πραγματικότητα είναι μια οφθαλμαπάτη. Το νερό κινείται και παρασέρνει το φωτεινό του ριχτάρι. Το φως απλά είναι. Το νερό κινείται. Η ύπαρξη κάνει την κίνηση εφικτή και η κίνηση κάνει την ύπαρξη φθαρτή. Και τα δύο κάνουν τη ζωή και το θάνατο, ζευγάρι αθάνατο.

Ήθελα να σου πω ότι όταν σε πρωτοείδα, αναρωτήθηκα όπως αναρωτιέται το αηδόνι: πως γίνεται να ζει κάποιος χωρίς να τραγουδά; Και μετά ξέχασα την ερώτηση. Ήθελα να σου πω ότι όταν σε ξαναείδα και μου μίλησες, έπαψα ν’ αναρωτιέμαι. Κόπηκα. Κατάλαβα πως εσύ δεν τραγουδάς, γιατί για σένα γράφονται τα τραγούδια. Και μετά ξέχασα την απάντηση. ‘Ετσι ανέβηκα στο Κάστρο και πήρα τα κλειδιά για να ξεκλειδώσω την Ευαγγελίστρια: χωρίς ερώτηση και χωρίς απάντηση. Άγραφη περγαμηνή η ψυχή μου, παρθένος σαν το νεογέννητο. Σαν να καθαρίστηκε από κάθε σημάδι, από κάθε λύπη, κάθε στεναγμό, κάθε θυμό και κάθε θύμηση. Για να έρθεις εσύ να χαράξεις τον καινούργιο κώδικα, τη νέα αρχή, τον έλικα και το μοσχομπίζελο, το παράπονο και την έξαψη. Για να διαβείς το κατώφλι μου σαν ιππότης και σαν πειρατής. Σα ληστής και σαν άγιος. Μ’ όλα σου τα χρώματα και μ’ όλα σου τα σώματα. Αρματωμένος ως τα μάτια και γυμνός σαν πεφταστέρι. Όπως και να είσαι, όπως και να φαίνεσαι. Κι όπως θα ήθελες να είσαι.

Ήθελα να σου πω ότι με δάμασαν τα σαράντα κύματα μέχρι να σε συναντήσω. Ότι ξεπέζεψα από τον εαυτό μου χίλιες φορές και χίλιες φορές δεν το μετάνιωσα. Γιατί κάθε φορά η γη έφτιαχνε λάσπη και άλειφε τις πληγές μου. Και κάθε φορά ένα δελφίνι τιναζόταν και με ράντιζε θαλασσινή αλμύρα. Να καίγεται η πληγή και να δένει σημάδι. Επειδή ήξερε ότι εγώ πληγώθηκα από έρωτα για την αλήθεια. Ξέρεις, καλέ μου, τι είναι της αλήθειας ο έρωτας; Αυτή η ασημένια σκιά, το πετάρισμα στο σπηλιαράκι που φτιάχνει το φρύδι με τα βλέφαρά σου, όταν ανησυχείς και όταν πελαγώνεις. Αυτό το τρέμισμα στην αριστερή σου χούφτα, όταν τα πράγματα σκαλώνουν στα σκοτάδια.

Ήθελα να σου πω ότι τον ήξερα, όπως κι εσύ τον ξέρεις, της αλήθειας τον έρωτα. Κι αυτός με ξέρει, απ’ την καλή κι απ’ την ανάποδη, γιατί αυτός με ζύμωσε. Κόντρα στην κόντρα, με το σκαλίδι και με το λιανοντούφεκο, με τη γραφίδα και με το σουγιά, με το κουπί και με το ονείρεμα, με το όχι και με το ναι, με το ποτέ και με το για πάντα. Ήθελα να σου πω ότι εγώ τον προσκάλεσα να το κάνει. Μπορούσα κι αλλιώς, αλλά ήθελα με αυτόν τον τρόπο. Δυνατά και απόλυτα. Όπως και εσύ.

Ήθελα να σου πω ότι δεν περιμένω πια το θαύμα. Μόνο μικρά, καθημερινά θαύματα, στο μπόι του ανθρώπου. Απ’ αυτά που κάνουν οι γυρολόγοι στις λαϊκές αγορές και τα περιπλανώμενα μπουλούκια στην επαρχία. Απ’ αυτά που πιτσιλάνε τη ζωή ρακόμελο και ώχρα, μοιράζουνε χαμόγελα και γίνονται καπνός στην επόμενη στάση. Απ’ αυτά που όλοι τα περιφρονούνε, μα κανείς ποτέ δεν τα αρνήθηκε. Θαύματα μικρά σαν το λουλούδισμα της βουκαμβίλιας και σαν την αντίσταση του βότσαλου στο αγριεμένο κύμα. Σαν το νεύμα της γιαγιάς που καλημερίζει γνωστούς και αγνώστους στο κεφαλόσκαλο και σαν το δίχτυ του ψαρά που βάφει κίτρινο το τσιμέντο στην προκυμαία. Τέτοια μικροθαύματα. Τόσο αυτονόητα όσο και ανεκτίμητα. Σαν το νερό το δροσερό μετά τον κάματο της μέρας. Σαν το φιλί το τρυφερό μετά το πάλεμα της νύχτας.

Ήθελα κι άλλα να σου πω, αλλά δεν ξέρω αν είναι η ώρα να τ’ ακούσεις. Έτσι κι αλλιώς ο δρόμος είναι ο δικός μας τρόπος. Ή μήπως και ο δικός μας τόπος; Το τελευταίο που θα σου πω πριν σιωπήσω, είναι ότι εκεί που τελειώνει η ευθύνη της τύχης αρχίζει η ευθύνη της θέλησης.

Απόπλους

(c) Gregynog Hall; Supplied by The Public Catalogue Foundation

Έβρεχε, το τραίνο τραμπαλιζόταν στις γραμμές, το ακορντεόν έπαιζε Τα παιδιά του Πειραιά μπουκωμένο, οι εργάτες είχαν ανάψει φωτιά στις ράγες και κολάτσιζαν γύρω της κουβεντιάζοντας αμίλητοι σαν Ινδιάνοι αρχηγοί σε σύσκεψη. Τι να κατεβάζει άραγε αυτή η βροχή; Έκλεισε την ομπρέλα και την άφησε να την αγγίζει, να κλάψει επάνω της. Γνώρισε ανθρώπους χωρίς ποτέ να μάθει τ’ όνομά τους. Της ήταν αρκετό που χαμογελούσαν χωρίς ν’ απλώνουν το δισάκι για ελεημοσύνη. Όπως η βροχή γεννήθηκε για να πέφτει ελεύθερη. Και μπήκε ο γύφτος με το κλαρίνο, ο αυτοδίδακτος, και μπήκε ο καπετάν-Σπύρος μ’ ένα μουστάκι σαν του Κολοκοτρώνη κι εκείνη διάβαζε τα μάτια του και γύριζε αργά τις σελίδες για να προλαβαίνει να επαναλαμβάνει μέσα της τις καινούργιες λέξεις. Αλλάζει. Της είπε να κοιτάξει βαθιά στα μάτια του για να δει ποια στ’ αλήθεια είναι. Και κοίταξε. Και είδε.

Τα λιμάνια είναι πατρίδες που σε πληγώνουν, γιατί φτιάχτηκαν για να μην ανήκουν σε κανένα, να μην προσφέρουν άσυλο παρά μόνο στα ταξιδιάρικα, στα πλάσματα τα μοναχικά. Περπάτησε στην προκυμαία. Μία ντουζίνα αλητάκια γλάροι της γνέφανε, την καλούσαν. Κοιτούσε μπροστά μα δεν έβλεπε. Η δύση γλύκαινε τον ορίζοντα, τα καράβια έστεκαν αμίλητα, σα σεβάσμιοι γέροντες στον καφενέ του χωριού και ρέμβαζαν με τη μύτη στραμένη στη θάλασσα, την πλάτη γυρισμένη στη στεριά. Και τι δεν θα έδινε για ένα ταξίδι σκάλισμα σε χάρτη χωρίς στεριές. Έστω και μόνη, έστω με μοναδική αποσκευή τον εαυτό της.

Το φεγγάρι βγήκε νωρίς στο πάλκο απόψε. Ανέμισε δυο τρία σύννεφα σ’ έναν ξάστερο ουρανό κι άρχισε να τραγουδά σε γλώσσα ακατάληπτη. Είναι στιγμές που δεν το χωράει ο ουρανός και τότε θέλει να κρυφτεί. Να πέσει μπρούμυτα στα νεφελώματα και να σπάσει κάτι για να μην κλάψει. Το συμπόνεσε.

Μέτρησε εφτά γαλάζια πουλιά μπροστά στο παραθύρι της κι ώσπου να τα μετρήσει αποκοιμήθηκε. Κι έβγαλε, λέει, φτερά σαν του γλάρου και τ’ άπλωσε κάτω από ένα βουρκωμένο, σιωπηλό ουρανό. Και τα φτερά βγάλανε σκοινιά και τ’ άφησαν να πέσουν στη θάλασσα. Και πιάστηκαν απ’ τις άκρες τους τα δελφίνια και τ’ αφρόψαρα κι οι μέδουσες και βάλθηκαν ν’ ανέβουν στα σύννεφα να κατοικήσουν τ’ άστρα. Μα στα μισά τα περιέλαβε ο αναμαλλιάρης ο βοριάς και τραμπαλίστηκαν ίσαμε που γκρεμίστηκαν πίσω. Και άρχισε πάλι να παραδέρνει το πέλαγο, φορτωμένο τα ζωντανά του τα πλάσματα. Κι έγειρε η υδρόγειος να μπατάρει κι ίσα που την πρόφτασε και ξύπνησε.

Μέτρησε εφτά γαλάζια πουλιά μπροστά στο κατώφλι της κι ώσπου να τα μετρήσει άκουσε το λεωφορείο να φρενάρει στη στάση. Και μπαίνοντας μέσα στερέωσε σε μία γωνία το σώμα της και όσο μπορούσε πιο αθόρυβα ξεκλείδωσε και βγήκε. Κι άρχισε να μπαινοβγαίνει σ’ ό,τι σκεφτόταν πιο παράξενο και διαφορετικό και να βλέπει με τα μάτια του τα όμοια και τα συνηθισμένα. Και περνούσαν οι αιώνες σαν τα σποράκια που ανεμίζουν στους δρόμους την άνοιξη, τυλιγμένα στ’ απαλά τους αερόστατα. Και περνούσαν κι επέστρεφαν και ρίζωναν και ξαναφύτρωναν. Ώσπου έφτασε το λεωφορείο στη μέση της πόλης και θυμήθηκε πως το σώμα της την περίμενε στη γωνία με το φεγγίτη ανοιχτό. Κι έτρεξε και κρύφτηκε πάλι μέσα του.

Μέτρησε εφτά γαλάζια πουλιά και πριν φτάσει στο έβδομο ήταν ήδη στο κατάστρωμα κι αγνάντευε το λιμάνι να μικραίνει και να χάνεται στον ορίζοντα. Κι ένιωσε τα πόδια της να πατάνε στο βυθό και τα μαλλιά της να σηκώνουν μιλιούνια αστέρια στους κόμπους τους. Κι ήταν τεράστια κι απόμακρη και συνάμα μικροσκοπική και προσιτή. Κι ήταν έτοιμη για όλα και ταξίδευε και νοιαζόταν για το που πήγαινε σαν να μην ήταν να φτάσει κάποτε και να αφήσει το καράβι. Σαν να μην ήταν να πάψει κάποτε να είναι μάγισσα. Σαν να μην ήταν να μη μπορεί κάποτε να μετράει τα εφτά γαλάζια πουλιά και να την παραλαμβάνουν τα θαύματα.

symvoliko

Περιπέτεια στο Οριάν Εξπρές!

Επεισόδιο 4ο: Γιατί τα στοιχεία οδηγούν στην…κουζίνα;

Το Οριάν Εξπρές κατευθυνόταν πλέον προς Βουδαπέστη και οι δύο ρεπόρτερ ετοιμάζονταν να πέσουν για ύπνο, όταν ένα ελαφρό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Κοιτάχτηκαν με απορία για μια στιγμή. Αμέσως μετά, η Βαγγελίτσα φόρεσε την κόκκινη φανελένια ρόμπα της για ν’ ανοίξει, ενώ ο Κωστάκης πήρε θέση πίσω της με τις γροθιές προτεταμένες. Τζάμπα είχε πάρει τη μαύρη ζώνη στο καράτε; Στην πόρτα, ωστόσο, στεκόταν ένας από τους σερβιτόρους, που τον προσκάλεσε εκ μέρους του σεφ στο βαγόνι-κουζίνα, για να γευθεί ένα ιδιαίτερο γλυκό: η φήμη του ως καλοφαγά είχε εξαπλωθεί σε ολόκληρη την αμαξοστοιχία!

– «Πήγαινε, Κωστάκη, αλλά μην αργήσεις. Πρέπει να ξεκουραστούμε, μας περιμένει δουλειά. Με στενοχωρεί πολύ που η έρευνά μας δεν έχει αποδώσει όπως ελπίζαμε», είπε η Βαγγελίτσα με νόημα.

Ο Κωστάκης της έγνεψε καθησυχαστικά κι εξαφανίστηκε αγκαζέ με το σερβιτόρο. Εκείνη αναστέναξε, έκλεισε την πόρτα και ξάπλωσε στο κρεβάτι με τα κατάλευκα κολλαρισμένα σεντόνια. Όταν το Οριάν Εξπρές έκανε στάση στη Βουδαπέστη, είχε ήδη παραδοθεί στην αγκαλιά του Μορφέα.AGATHA_CRISTIE

Πρώτα ονειρεύτηκε τη διάσημη συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Αγκάθα Κρίστι, που συνήθιζε να ταξιδεύει με το Οριάν Εξπρές. Λέγεται, μάλιστα, ότι σε ένα ταξίδι της με αυτό, εμπνεύστηκε το πασίγνωστο βιβλίο της «Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές». Μετά, άρχισε να «βλέπει» σκηνές από την ταινία του Τζέιμς Μποντ «Από τη Ρωσία με αγάπη», όπου ο θρυλικός πράκτορας κυνηγιόταν με τους αδίστακτους κακοποιούς μέσα στα πολυτελή βαγόνια του Οριάν Εξπρές, έχοντας μια πανέμορφη -ως συνήθως- βοηθό στο πλευρό του. Μέχρι και εικόνες από εισιτήρια και αφίσες παλαιών δρομολογίων του Οριάν Εξπρές που είχε δει σε παλαιοπωλεία, ονειρεύτηκε. Της είχε κάνει μεγάλη εντύπωση όταν διάβασε πως η γραμμή «Άλμπεργκ Οριάν Εξπρές» που ξεκίνησε να λειτουργεί το 1930, συνέδεε το Λονδίνο, μέσω Καλαί φυσικά, με το Παρίσι, τη Ζυρίχη, το Ίνσμπουργκ, τη Βιέννη, τη Βουδαπέστη και το Βελιγράδι, έχοντας ως τελικό προορισμό την Αθήνα! Φυσικά τα δρομολόγια διαφοροποιούνταν ανάλογα με τις ιστορικές συγκυρίες στην Ευρώπη και σταματούσαν κάθε φορά που γίνονταν πόλεμοι και επικρατούσε πολιτική αναταραχή, ιδιαίτερα στην ευαίσθητη περιοχή των Βαλκανίων. Η φήμη του Οριάν Εξπρές άρχισε να ατονεί μετά την εμφάνιση του αεροπλάνου, που μπορεί να εκμηδένισε τις αποστάσεις με την ταχύτητά του, αλλά σίγουρα δεν μπόρεσε να συναγωνιστεί τη γοητεία του θρυλικού αυτού τρένου.Poster

– «Βαγγελίτσα, ξύπνα, εύρηκα, εύρηκα!», άκουσε τον Κωστάκη να φωνάζει χοροπηδώντας πάνω από το κεφάλι της. Άνοιξε με κόπο τα μάτια και είδε ένα τεράστιο χαμόγελο, πασαλειμμένο ολόγυρα μ’ ένα άσπρο, κρεμώδες υγρό!

– «Τι καταβρόχθισες πάλι, Κωστάκη; Απορώ με την όρεξή σου! Εγώ όταν έχω σκοτούρες, μπουκιά δεν μπορώ να βάλω στο στόμα μου», ψέλλισε η Βαγγελίτσα τρίβοντας τα μάτια της.

– «Το μυστήριο της κόμισσας λύθηκε και μάλιστα με ιδιαιτέρως…νόστιμο τρόπο! Είχες δίκιο όταν σκέφτηκες ότι αυτό το μυστήριο οδηγούσε κατευθείαν στην κουζίνα. Δεν θα το πιστέψεις τι ανακάλυψα!», απάντησε ο Κωστάκης, σκουπίζοντας τα χείλη του μ’ ένα δαντελένιο μαντηλάκι.

– «Είμαι όλη αυτιά, συνέχισε!».

– «Το γλυκό που με κάλεσε να γευθώ ο φίλος μου ο σερβιτόρος, ήταν μια θεσπέσια κρέμα καραμελέ. Στην αρχή παραξενεύτηκα: σιγά την πρωτότυπη συνταγή!, είπα μέσα μου. Μετά, όμως, ο γκραντ σεφ μου εκμυστηρεύτηκε ότι το γάλα που χρησιμοποίησε για να την φτιάξει, δεν ήταν τυχαίο. Του το προμήθευσε κρυφά ο κόμης Κάρλος Καταβρέχτον, με τη συμφωνία να μην το πει σε κανένα!».

– «Θες να πεις ότι το γάλα για την κρέμα ήταν το…πολύτιμο αντικείμενο που έχασε η γυναίκα του, η κόμισα Ροζελάι κι έπεσε σε βαριά κατάθλιψη; Δεν καταλαβαίνω!», είπε σκεπτική η Βαγγελίτσα.POLI_PERA_PALACE

– «Θα καταλάβεις, αν σου πω ότι αυτό το γάλα το παραγγέλνει από την Κωνσταντινούπολη, φτάνει σιδηροδρομικώς σε όποια πόλη της Ευρώπης βρίσκεται το ζεύγος και επιτελεί μια πολύ σημαντική λειτουργία: περιποιείται το γαλαζοαίματο δερματάκι της κόμισσας, πριν από κάθε δημόσια εμφάνισή της. Διότι αυτό το γάλα, αγαπητή μου Βαγγελίτσα, είναι γάλα…γαϊδουρινό, με πολύτιμες θρεπτικές ιδιότητες, δυσεύρετο και πανάκριβο!», απάντησε θριαμβευτικά ο Κωστάκης.

– «Για ένα μπουκάλι γαϊδουρινό γάλα παιδευόμαστε τόσον καιρό; Πως της μπήκε η ιδέα της κόμισσας να πασαλείβεται μ’ αυτό; Και γιατί ο κόμης προτίμησε να το κάνει κρέμα καραμελέ;», αναρωτήθηκε έκπληκτη η Βαγγελίτσα.

– «Μεταξύ μας, ο κόμης Καταβρέχτον είναι ο μεγαλύτερος λιχούδης που έχω συναντήσει στη ζωή μου. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι εκείνος σε τρόμαξε τις προάλλες. Μέθυσε και πήγε να μπει στο διαμέρισμά μας νομίζοντας ότι είναι το δικό του, κρατώντας στα χέρια μια πιατέλα με φιλέτο ξιφία βουτηγμένο στη μαγιονέζα! Καταλαβαίνεις, έσταξε και λίγη στο χαλί!… Ήθελε, λοιπόν, να δει τι γεύση θα είχε η κρέμα καραμελέ, αν παρασκευαζόταν με το γαϊδουρινό γάλα. Έτσι, το ξάφρισε από τη γυναικούλα του, απόλαυσε την κρεμούλα που προς τιμήν του συμπαθούς τετράποδου ο σεφ ονόμασε «κρεμ καραμελέ…αλά γκαρ» και τώρα κάνει τον ψόφιο κοριό, μέχρι να φτάσουμε στην Κωνσταντινούπολη και να τρέξει να της αγοράσει άλλο. Λόξα κι αυτή να πλένεται η μαντάμ με γάλα σαν την Κλεοπάτρα της Αιγύπτου!», είπε ο Κωστάκης. Κι έβαλε να πιει ένα ποτήρι λεμονάδα, που, ως γνωστόν, βοηθάει στη χώνεψη.sirkeci garının açılş töreni 1890 b

Η Βαγγελίτσα χαμογέλασε, έβαλε κι αυτή ένα ποτήρι λεμονάδα και τσούγκρισε μαζί του στην επιτυχία της αποστολής τους. Καθώς το Οριάν Εξπρές πλησίαζε στο Βουκουρέστι, μπορούσαν επιτέλους να χαλαρώσουν και να απολαύσουν το υπόλοιπο ταξίδι τους χωρίς σκοτούρες. Όσο για την κατάσταση της υγείας της κόμισσας, δεν συνέτρεχε λόγος ανησυχίας: η κατάθλιψή της ήταν εντελώς…επιδερμική. Μάλλον ο κόμης Κάρλος Καταβρέχτον είχε μεγαλύτερη ανάγκη φροντίδας, γιατί το επόμενο πρωί οι επιβάτες της αμαξοστοιχίας έμαθαν ότι είχε πέσει στο κρεβάτι με συμπτώματα οξείας δυσπεψίας!

ΤΕΛΟΣOrient_Express-7

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: Η σειρά σου τώρα!

Μη μου πεις ότι δεν θα ήθελες να ταξιδέψεις κι εσύ παρέα με τους ατρόμητους ντεντέκτιβ Βαγγελίτσα Ανησυχίδου και Κωστάκη Υπναρίδη! Φιλοτέχνησε τις καρτ ποστάλ που θα ήθελες να σου στείλουν κατά τη διάρκεια της περιπέτειάς τους στο Οριάν Εξπρές και συμπλήρωσε σε αυτές τα στοιχεία που συγκέντρωσαν για κάθε πόλη της διαδρομής του. Άνοιξε κι ένα χάρτη της Ευρώπης, για να τις εντοπίσεις. Μετά, σκέψου και γράψε μια δική σου αστυνομική ιστορία, με πρωταγωνιστές, είτε τον Κωστάκη και τη Βαγγελίτσα, είτε εσένα και τους φίλους σου, είτε και όλους μαζί με τους καινούργιους ήρωες που θα επινοήσεις. Που ξέρεις, μπορεί κάποτε να γίνει βιβλίο!

Το Παρίσι, γνωστό και ως η «πόλη του έρωτα και του φωτός», είναι η πρωτεύουσα της Γαλλίας, μια από τις ιστορικότερες πόλεις της Ευρώπης και μια από τις μεγαλύτερες στον κόσμο σε πληθυσμό, με περισσότερους από 11.000.000 κατοίκους. Ο ποταμός Σηκουάνας τη χωρίζει στα δύο: στη δεξιά όχθη χτυπάει η καρδιά της αγοράς με τις επιχειρήσεις και τα χρηματιστήρια και στην αριστερή κυριαρχούν οι τέχνες και τα γράμματα, αφού εδώ επιλέγουν -κατά κανόνα- να κατοικούν και να συχνάζουν οι διανοούμενοι και οι καλλιτέχνες. Και τι δεν αξίζει να δει κανείς στο Παρίσι: τα περίφημα μουσεία του με πρώτο και καλύτερο το Λούβρο, τα παλάτια των Βερσαλλιών, αλλά και πολλά από τα πασίγνωστα μνημεία του, όπως την Αψίδα του Θριάμβου, τη Βαστίλη, την Παναγία των Παρισίων. Κανένας επισκέπτης δεν παραλείπει, εξάλλου, να απολαύσει τη φημισμένη γαλλική κουζίνα, αλλά και τα υπέροχα γαλλικά κρασιά και ροφήματα στα ρεστοράν, τα μπιστρό και τα ατμοσφαιρικά καφέ του.

Το Στρασβούργο είναι μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πόλη της Γαλλίας, πλωτή στο μεγαλύτερο μέρος της, λόγω του ποταμού Ρήνου και του παραπόταμού του Ιλ. Αποτελεί γέφυρα και σημείο συνάντησης των λαών και πολιτισμών της Γαλλίας με τη Γερμανία. Η Ουνέσκο, ο Εκπαιδευτικός, Επιστημονικός και Πολιτιστικός Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών, έχει συμπεριλάβει το εξαιρετικά διατηρημένο ιστορικό της κέντρο, το περίφημο «Μεγάλο Νησί», στον κατάλογο με τα μνημεία της παγκόσμιας κληρονομιάς. Στο Στρασβούργο έχουν την έδρα τους το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρώπης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Το Μόναχο είναι η τρίτη μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Γερμανίας, μετά το Βερολίνο και το Αμβούργο. Χτισμένη στις όχθες ενός από τους παραποτάμους του Δούναβη, με αξιοσημείωτη βιομηχανική, εμπορική, αλλά και πολιτιστική ανάπτυξη, αποτελεί παράλληλα σημαντικό συγκοινωνιακό κόμβο. Από το 19ο αιώνα στο Μόναχο καλλιεργήθηκαν συστηματικά τα γράμματα και οι τέχνες, ειδικά η κλασική μουσική, η όπερα και το θέατρο. Εδώ βρίσκονται και τα πλέον φημισμένα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Γερμανίας, το Πανεπιστήμιο και το Πολυτεχνείο. Η πόλη προσελκύει αρκετούς τουρίστες, που έρχονται να επισκεφθούν τα μουσεία της, να θαυμάσουν τα παλαιά κτίσματά της σε ρυθμούς μπαρόκ και ροκοκό, αλλά και να γευθούν τη σύγχρονη ζωή της.

Η Βιέννη που βρίσκεται στην καρδιά της Ευρώπης, είναι η πρωτεύουσα της Αυστρίας και ο πληθυσμός της δεν ξεπερνά τα 2.000.000 κατοίκους. Αποτελεί διαρκή πόλο έλξης τουριστών, ειδικά τα Χριστούγεννα που στολίζεται μαγευτικά και διαθέτει μια ιδιαίτερα ελκυστική αγορά. Είναι παγκοσμίως γνωστή για τα υπέροχα μουσεία της, τις επιβλητικές εκκλησίες και τα κτίρια σε ρυθμό μπαρόκ και ροκοκό, καθώς και τα λαμπρά παλάτια, ενθυμήματα της Αστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και της δυναστείας των Αψβούργων με τη θρυλική αυτοκράτειρα Σίσυ. Βιέννη σημαίνει, επίσης, κλασική μουσική και μεγάλοι συνθέτες, όπως Στράους, Μότσαρτ και Μπετόβεν και μια πλούσια πολιτιστική ζωή κάθε εποχή του χρόνου.

Η Βουδαπέστη, γνωστή και ως «Μικρό Παρίσι», είναι η πρωτεύουσα της Ουγγαρίας και δεν ξεπερνά σε πληθυσμό τα 2.000.000 κατοίκους. Χτισμένη στις δύο όχθες του ποταμού Δούναβη, είναι στην ουσία δύο πόλεις, η Βούδα στη δεξιά όχθη που είναι παλαιότερη, με σημαντικά μνημεία και η Πέστη στην αριστερή, που στεγάζει τη σύγχρονη ζωή και το διοικητικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο της χώρας. Η Βουδαπέστη είναι το μεγαλύτερο λιμάνι του Δούναβη και αποτελεί συγκοινωνιακό κόμβο για τις μετακινήσεις από και προς την Κεντρική Ευρώπη.

Το Βουκουρέστι είναι η πρωτεύουσα της Ρουμανίας, παραποτάμια πόλη κι αυτή, με πληθυσμό που αγγίζει τα 2.000.000 κατοίκους. Συνδέεται αναπόσπαστα με τη νεότερη ιστορία του Ελληνισμού και τους περίφημους ηγεμόνες της Βλαχίας, καθώς εδώ, πριν το 1821, έζησαν και πρόκοψαν πολλοί Έλληνες. Προσωπικότητες όπως ο Ρήγας Φεραίος, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης συνδέονται με το Βουκουρέστι. Εδώ λειτούργησε και η περίφημη Ελληνική Ακαδημία, όπου δίδαξαν σημαντικοί δάσκαλοι του Γένους και καλλιεργήθηκε η ιδέα της επανάστασης ενάντια στον Οθωμανικό ζυγό. Στο ιστορικό κέντρο της πόλης δεσπόζει η ελληνική εκκλησία Σταυροπόλεως που κατασκευάστηκε το 1724, ένα εξαιρετικό κτίριο-κόσμημα, που συγκαταλέγεται στον κατάλογο με τα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ουνέσκο.taksidia_trena_10

ΓΑΛΛΟ…ΛΕΞΙΚΑΚΙ

μον ντιέ = Θεέ μου
Ουί μαντεμουαζέλ = Μάλιστα δεσποινίς
ζε σουί = είμαι
νες πα; = δεν είναι έτσι;
βαγκόν ρεστοράν = βαγόνι – εστιατόριο
γκραν σεφ = αρχιμάγειρας
σιλ βου πλε = παρακαλώ
τρε μπον = πολύ καλά
παρντόν μεσιέ = με συγχωρείτε κύριε
απεριτίφ = ποτό που συνήθως σερβίρεται πριν το γεύμα, για να ανοίξει την όρεξη
σαβουάρ βιβρ = στα γαλλικά σημαίνει «να γνωρίζεις να ζεις», συνήθως με τη φράση αυτή εννοούμε τους κανόνες σωστής συμπεριφοράς
μπονμπόν = καραμέλες
Αντρέ βου = περάστε
Ουι, ουι = ναι, ναι
μον ντιε, κελ καταστρόφ! = Θεέ μου, τι καταστροφή!
πτι φλερρρ = μικρό λουλούδι

Περιπέτεια στο Οριάν Εξπρές!

Επεισόδιο 3ο: Ένας ανεξήγητος λεκές!

– «Ξύπνα, επιτέλους, Υπναρίδη! Σου μιλάω, σε σκουντάω κι εσύ πιάνεις…Μόναχο!», φώναξε η Βαγγελίτσα.

Το Οριάν Εξπρές ταξίδευε με αυξημένη ταχύτητα για τη Βιέννη, μέσα σε καταρρακτώδη βροχή. Η φύση κατά μήκος της διαδρομής έδειχνε να απολαμβάνει το αναζωογονητικό ντους, αλλά όλα τα ζώα είχαν αποσυρθεί στις φωλιές τους. Αυτός ο καιρός ήταν ό,τι έπρεπε για χουζούρι, όμως η Βαγγελίτσα πλησίασε τον Κωστάκη απειλητικά…

– «Κόμη Καταβρέχτον, μη με γαργαλάς εμένα, τίποτα δε θα σου μαρτυρήσω. Χο χο χο, καλέ, θα κατουρηθώ από τα γέλια, μη, ΜΗ, ΜΗΗΗ!».

– «Κωστάκη! Προσπάθησε ο κόμης να σου αποσπάσει πληροφορίες; Ξύπνα, τέλος πάντων!», τσίριξε τώρα η Βαγγελίτσα και άρχισε να τον ταρακουνάει με όλη της τη δύναμη. Εκείνος άνοιξε τα μάτια, χασμουρήθηκε δυνατά και μετά πήρε ένα ποτήρι νερό από το κομοδίνο και το κατέβασε μονορούφι.

– «Ήταν αλμυρό το Orient_Express-6χαβιάρι, πίνω πίνω και δεν ξεδιψάω! Αααα, μπονζούρ, Βαγγελίτσα, σα βα*;».

– «Έχεις ιδέα πόσα έχουν συμβεί, ενώ εσύ κοιμόσουν του καλού καιρού; Πήγα μια βόλτα στην αμαξοστοιχία για αναγνώριση, μίλησα με την καμαριέρα της κόμισσας και ξύπνησα τα ξημερώματα από έναν παράξενο θόρυβο, σαν κάποιος να προσπαθούσε να παραβιάσει την πόρτα του διαμερίσματός μας. Σηκώθηκα πατώντας στα νύχια και την άνοιξα απότομα, αλλά το μόνο που βρήκα ήταν ένας μεγάλος λεκές από μαγιονέζα πάνω στο χαλί. Παράξενα πράγματα! Μα πες μου, προσπάθησε να σου πάρει λόγια για την αποστολή μας ο κόμης;», ρώτησε η Βαγγελίτσα με αγωνία.Orient_Express-8

Εκείνος την καθησύχασε, ήταν απλώς ένα όνειρο. Τράβηξε το βελούδινο κουρτινάκι του παραθύρου στην άκρη για να θαυμάσει το τοπίο, αλλά η βροχή είχε δυναμώσει κι άλλο και το μόνο που είδε ήταν χοντρές σταγόνες νερού να κατακλύζουν το τζάμι κι από πίσω ένα αχνό πράσινο φόντο. Καθώς σουρούπωνε, μια πηχτή ομίχλη ήρθε ν’ αγκαλιάσει τη δυνατή νεροποντή, μειώνοντας στο ελάχιστο την ορατότητα. Ο Κωστάκης βολεύτηκε στο σκαλιστό τραπέζι με την κουνιστή πολυθρόνα, για να τσιμπήσει από το κολατσιό που του είχε φυλάξει η Βαγγελίτσα. Τότε εκείνη άρχισε να του διηγείται τι έμαθε από την καμαριέρα της κόμισσας Ροζελάι.

– «Η καμαριέρα της κόμισσας είναι μονίμως φοβισμένη, Κωστάκη. Ούτε τ’ όνομά της δεν τόλμησε να μου πει. Για να της πάρω δυο κουβέντες, επιστράτευσα όλα τα μέσα: της χάρισα τα λευκά μου γάντια με τις ασημένιες πούλιες, της ορκίστηκα σε κάθε γνωστό και άγνωστο Θεό να μη μου ξεφύγει λέξη απ’ όσα μου πει, την απείλησα ότι, αν δε μιλήσει, κινδυνεύει η ζωή της κυρίας της και ίσως και της ίδιας. Το μόνο που κατάφερα να μάθω ήταν ότι η κυρία της υποφέρει από κατάθλιψη, γιατί χάθηκε κάτι από το οποίο εξαρτώνται οι εμφανίσεις της μπροστά σε κόσμο κι ότι ο σύζυγός της ισχυρίζεται ότι έβαλε ανθρώπους να το ψάξουν, αλλά αυτή δεν τον πιστεύει. Το ροχαλητό του, λέει, δε μειώθηκε καθόλου τις νύχτες, εξακολουθεί να…βρυχάται σαν ξεκούρδιστο τρομπόνι, απόδειξη ότι μάλλον δεν σκοτίστηκε και πολύ! Δεν μου είπε, ωστόσο, τι είναι αυτό που χάθηκε. Μόνο ότι πρόκειται για κάτι που ποτέ δεν μεταφέρεται σε βαλίτσα…».Orient_Express-4

Η Βαγγελίτσα έδειχνε προβληματισμένη. Καθώς το τρένο έκανε μια επιδέξια μανούβρα κι άρχισε να κόβει ταχύτητα, ήχησαν τα μελωδικά του καμπανάκια. Αμέσως μετά, η βροντερή φωνή του μηχανοδηγού ανακοίνωσε από το μικρόφωνο την άφιξη στον σταθμό της Βιέννης. Ευτυχώς, δεν ίσχυε πλέον η υποχρέωση αλλαγής της ατμομηχανής της αμαξοστοιχίας, διαδικασία που στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του, στα τέλη του 19ου αιώνα, επαναλαμβανόταν κάθε φορά που το Οριάν Εξπρές περνούσε τα σύνορα ενός κράτους.

– «Φτάσαμε στη Βιέννη! Άκουσα ότι αρκετοί επιβάτες θα αποβιβασθούν εδώ. Ταξίδεψαν, λέει, από την άλλη άκρη της Ευρώπης, μόνο και μόνο για να δούνε το σπίτι του Μπετόβεν και τον τάφο του Μότσαρτ! Λες η κόμισσα να παραμείνει κλεισμένη στο καβούκι της, εεε…στο βαγόνι της; Κρίμα, θα χάσει τα περίφημα βιεννέζικα λουκάνικα και τις λαχταριστές σοκολάτες, μμμ! Πως το αντέχει η κοιλιά, εεε…η καρδιά της; Μπας κι αυτό που χάθηκε είναι κανένα βαρύτιμο κόσμημα; Πάντα πίστευα ότι είναι τρελόγκες αυτές οι αριστοκράτισσες!», είπε ο Κωστάκης.

– «Αυτό που χάθηκε είναι κάτι που ποτέ δεν μεταφέρεται σε βαλίτσα…άρα κάτι πολύ ευαίσθητο, επικίνδυνο να σπάσει ίσως, ή κάτι που φοβούνται για την ασφάλειά του. Πως να μεταφέρεται άραγε; Σε θησαυροφυλάκιο;», αναρωτήθηκε η Βαγγελίτσα.Orient_Express-9

– «Σιγά να μην μεταφέρεται σε ψυγειοκαταψύκτη! Αν δεν είναι κόσμημα, τι μπορεί να είναι; Άρωμα; Κανένα παράξενο γούρι, ή μπιμπελό; Ή μήπως κάποιο από τα αμέτρητα νυχτικά της; Άκου να κάνει συλλογή νυχτικών η ψηλολελέκω!», είπε ο Κωστάκης και άρχισε να βηματίζει γύρω γύρω με τη μύτη ψηλά, παρασταίνοντας, επιτυχημένα είναι η αλήθεια, την κόμισσα.

– «Ψυγειοκαταψύκτη, είπες; Τώρα θυμήθηκα το λεκέ από μαγιονέζα πάνω στο χαλί της πόρτας μας. Λες αυτός που προσπάθησε να μπει χτες εδώ μέσα, να έχει σχέση με την κουζίνα; Τι να έψαχνε άραγε;», είπε η Βαγγελίτσα.

– «Μπορεί να έμαθε ότι με πιάνει λιγούρα τα βράδια και να ήθελε να μου φέρει μερικά σαντουϊτσάκια με βραστό καλαμπόκι, φρέσκο μαρουλάκι και τόνο. Σ’ αυτά, ξέρεις, πάει γάντι η μαγιονέζα!», δήλωσε ο Κωστάκης.

Η Βαγγελίτσα δεν μπήκε στον κόπο να του απαντήσει.

(συνεχίζεται)

Περιπέτεια στο Οριάν Εξπρές!

Επεισόδιο 2ο: Η έρευνα αρχίζει από το βαγκόν ρεστοράν…

– «Δέσε σωστά την…προπέλα, γιατί αν εμφανιστείς στο βαγκόν ρεστοράν έτσι, αντί για το ροζμπίφ θα φάνε εμάς με τα μάτια! Και άντε μετά να πείσουμε ότι ταξιδεύουμε ιγκόγκνιτο», είπε η Βαγγελίτσα, καθώς στραβολαίμιαζε για να κουμπώσει το μαύρο βραδυνό της φόρεμα. Ο Κωστάκης κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και διόρθωσε το παπιγιόν του, που η αλήθεια ήταν ότι τον στένευε και τον ταλαιπωρούσε. Μία ανήσυχη σκέψη τριγύριζε από ώρα στο μυαλό του, αλλά δεν τόλμησε να την πει φωναχτά: πως θα κατάπινε τις μεγάλες μπουκιές με το παπιγιόν να του σφίγγει το λαρύγγι;

Όταν οι δύο αχώριστοι ντεντέκτιβ εμφανίστηκαν στο βαγκόν ρεστοράν, είχε ήδη σερβιριστεί το πρώτο πιάτο. Τα τραπέζια ήταν γεμάτα με κυρίες και κυρίους ντυμένους με την τελευταία λέξη της μόδας, στολισμένους με εντυπωσιακά κοσμήματα και αρωματισμένους με πανάκριβα γαλλικά αρώματα. Ακόμη και τα παιδιά ήταν ντυμένα με τα πιο σικ ρούχα και κάθονταν ήσυχα σαν κοτοπουλάκια, εκεί όπου τα είχαν τοποθετήσει οι μητέρες τους.orient-express

– «Η κόμισα Ροζελάι δεν φαίνεται πουθενά», ψιθύρισε η Βαγγελίτσα στον Κωστάκη.

– «Υποθέτω ότι θα αρχίσουμε την έρευνα μετά το δείπνο, έτσι αρχηγέ; Νηστικός μυστικός, ίσον κουφός και τυφλός!», απάντησε στον ίδιο τόνο εκείνος.

– «Πήγαινε να καθίσεις δίπλα στον κόμη Κάρλος Καταβρέχτον και προσπάθησε να του αποσπάσεις πληροφορίες για την κατάσταση της συζύγου του. Εγώ θα πιάσω κουβέντα με τις κυρίες κι ελπίζω όλο και κάτι χρήσιμο να καταφέρω να μάθω. Και μην μπουκωθείς με τις σάλτσες, Κωστάκη!», είπε η Βαγγελίτσα με βλέμμα που δεν σήκωνε αντίρρηση.

Έτσι κι έγινε. Ενώ τα δύο λαγωνικά του αστυνομικού ρεπορτάζ εφάρμοζαν όλα τα ακαταμάχητα κόλπα τους, το Οριάν Εξπρές έφτανε στο Στρασβούργο. Η κίνηση στο σταθμό θύμιζε μυρμηγκοφωλιά στις μεγάλες της φούριες: αχθοφόροι μετέφεραν μπαούλα, βαλίτσες και κάθε λογής δέματα με τα τροχήλατα καρότσια τους, κόσμος πηγαινοερχόταν βιαστικός, πιτσιρίκια τραβούσαν τις φούστες των μαμάδων τους για να τους αγοράσουν μπονμπόν*, και φιστίκια από τους πλανόδιους μικροπωλητές, οι σταθμάρχες και οι υπάλληλοι της σιδηροδρομικής εταιρείας έτρεχαν από το ένα βαγόνι στο άλλο ανταλλάσσοντας νέα και οδηγίες. Καινούργιες προμήθειες σε εκλεκτά φαγητά και ποτά φορτώνονταν στα βαγόνια-αποθήκες της αστραφτερής αμαξοστοιχίας, ενώ οι καλοταϊσμένοι επιβάτες της απολάμβαναν τον καφέ τους, διάβαζαν τις εφημερίδες τους ή έπαιζαν μια παρτίδα σκάκι, ρίχνοντας που και που μια βαριεστημένη ματιά από τα παράθυρα των βαγονιών τους στην πυρετώδη κίνηση του σταθμού. Η ορχήστρα έπαιζε γνωστές μελωδίες, προσκαλώντας όσους ήθελαν να επιδείξουν τις χορευτικές τους ικανότητες, να στροβιλιστούν στους ρυθμούς της: ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να…χωνέψουν ευκολότερα τις λιχουδιές που πριν λίγο είχαν, με αρκετό τακτ ομολογουμένως, καταβροχθίσει!train708_davidhoton_belmond

Όταν το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα, το Οριάν Εξπρές είχε ήδη αναχωρήσει για τον επόμενο σταθμό του, το Μόναχο. Μία σκιά που μάλλον τρέκλιζε, χτύπησε συνθηματικά την πόρτα του διαμερίσματος 2, στο βαγόνι 4. Πρώτα τρία συνεχόμενα χτυπήματα, μετά παύση, μετά ένα μόνο του: τοκ-τοκ-τοκ…τοκ.

– «Αντρέ βου*!», ακούστηκε επιφυλακτική μια φωνή από μέσα.

– «Δεν είμαι ο Αντρέας, Βαγγελίτσα, ο Κωστάκης είμαι, χικ! Άνοιξέ μου, γιατί η κλειδαριά χοροπηδάει και δεν μπορεί να την τσακώσει το κλειδί, χικ!».

Η Βαγγελίτσα άνοιξε την πόρτα του βαγονιού συνοφρυωμένη. Ο βοηθός της είχε μάγουλα κόκκινα σαν παντζάρια και το παπιγιόν του κρεμόταν από την τσέπη του κατατσαλακωμένου φράκου του.

– «Τι χάλια είναι αυτά, Κωστάκη; Σίγουρα κατάφερες να περάσεις απαρατήρητος!».

– «Αποστολή εξετελέσθη, αρχηγέ, χικ! Ο κόμης Καταβρέχτον μιλάει πολύ, όταν τον κεράσεις ένα δυο ποτηράκια καλή γαλλική σαμπάνια, χικ!», τραύλισε ο Κωστάκης και σωριάστηκε στο μαλακό κρεβάτι.

– «Τι έμαθες, λοιπόν; Εγώ το μόνο που κατάφερα να αποσπάσω από τις κυρίες ήταν διάφορα κουτσομπολιά για την κόμισσα Ροζελάι: ότι είναι μανιώδης συλλέκτρια νυχτικών, ότι αποφεύγει τα πλήθη γιατί μυρίζουν ποδαρίλα κι ότι γνώρισε τον άντρα της σε ιππικούς αγώνες και ερωτεύτηκε το…άλογό του!», είπε η Βαγγελίτσα κοιτώντας τις σημειώσεις της.Orient_Express-7

Ο Κωστάκης φόρεσε με κόπο τις μεταξωτές πιτζάμες του κι έριξε νερό στο πρόσωπό του, πιτσιλώντας μέσα έξω τον κατάλευκο πορσελάνινο νιπτήρα. Αφού ήπιε μονορούφι ένα ποτήρι βυσσινάδα από την κανάτα με τα ανάγλυφα παγόνια, χώθηκε στα πουπουλένια σκεπάσματα και είπε:

– «Ο αγαπητός μας κόμης είναι πολύ καλοφαγάς! Και τι δε δοκιμάσαμε! Στο τέλος καλέσαμε στο τραπέζι μας τον σεφ και του δώσαμε συγχαρητήρια…».

– «Κωστάκη, έλα στο θέμα!».

– «Ουί, ουί*! Ένα πράγμα δεν αντέχει ο κυρ-Καταβρέχτον μας: την ατελείωτη γκρίνια της κόμισσας, που το ένα της βρωμάει, το άλλο της ξινίζει και μια ζωή κάνει αυστηρή δίαιτα. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί: αν την δεις, είναι σαν οδοντογλυφίδα!».

– «Κωστάκη!!!».

– «Παρντόν, μαντεμουαζέλ! Η κόμισσα δεν εμφανίστηκε χτες στο δείπνο, γιατί ήταν, λέει, αδιάθετη: κάθεται ξαπλωμένη στο πολυτελές βαγόνι της, όλο μυξοκλαίει, «μον ντιε, κελ καταστρόφ!*», και μυρίζει μαντηλάκια ραντισμένα με κολώνια «πτι φλερρρ*». Και φυσικά βασανίζει την καμαριέρα της, αλλάζοντας κάθε μισάωρο νυχτικό από την τεράστια συλλογή της. Οι κακές γλώσσες λένε ότι την κουβαλάει πάντα μαζί της, σε δεκαοχτώ μπαούλα από ξύλο καρυδιάς! Θεόμουρλη, σου λέω! Τι να κάνει κι ο δυστυχής σύζυγος; Πνίγει τον πόνο του στα κοκκινιστά μπριζολάκια και στις πένες α λα κρεμ! Και τώρα, Βαγγελίτσα, όνειρα γλυκά. Νομίζω, χμμ, ότι σήμερα φάγαμε γερή δόση από μυστήριο. Κι αύριο μέρα είναι!», είπε ο Κωστάκης, γύρισε από το άλλο πλευρό κι αποκοιμήθηκε στο λεπτό.Murder-on-the-Orient-Express

Η Βαγγελίτσα βυθίστηκε σε σκέψεις. Μα τι λόγο είχε η κόμισα να κλειστεί στο βαγόνι της και να μην απολαμβάνει την πραγματικά μοναδική εμπειρία του ταξιδιού με το Οριάν Εξπρές; Μήπως φοβόταν κάτι; Και πως ήταν δυνατό ο σύζυγός της να μη δίνει δεκάρα για την αρρώστεια της; Κάτι δεν της πήγαινε καλά σε αυτήν την ιστορία. Είχαν, ωστόσο, αρκετό χρόνο ακόμη, για να διαλευκάνουν το μυστήριο.

(συνεχίζεται)

Περιπέτεια στο Οριάν Εξπρές!

Επεισόδιο 1ο: Μυστήριο με…αφετηρία το Παρίσι

Καθώς το ξημέρωμα απλώθηκε στον ορίζοντα «βάφοντάς» τον πορτοκαλί, ο Πύργος του Άιφελ έδειχνε πολύ κομψός με τον κάτασπρο σκούφο του από αφράτο χιόνι. Δυο σκιές κουκουλωμένες από την κορφή ως τα νύχια, κατευθύνονταν βιαστικά προς το σταθμό του τρένου, ενώ ένας ρυθμικός ήχος…τακ τακ τακ, που όλο και δυνάμωνε, τραυμάτισε τη σιγαλιά στο ακόμη νυσταγμένο Παρίσι.

– «Ο μον ντιέ*, πάψε επιτέλους! Θα τους ξυπνήσουμε όλους!», ακούστηκε να λέει η μια σκιά, αυτή με το λουλουδάτο κασκόλ και τα ασορτί γάντια και σκούφο, στην άλλη.

– «Τι μον ντιε και μον ντιε, βρε Βαγγελίτσα! Εγώ φταίω που τρίζουν τα δόντια μου, ή αυτή η…κατεψυγμένη πόλη που με κουβάλησες στα καλά καθούμενα;», απάντησε η άλλη σκιά με το μαυρόασπρο σαν σκακιέρα τζάκετ.Orient_Express-1

– «Σε λίγα λεπτά θα επιβιβαστούμε στο Οριάν Εξπρές. Τι ήθελα και σε πήρα μαζί μου, Υπναρίδη; Ή θα τρως, ή θα κοιμάσαι, ή θα τουρτουρίζεις και προπαντός θα με συγχύζεις!», απάντησε η Βαγγελίτσα με φωνή όλο και πιο τσιριχτή.

– «Ουί μαντεμουαζέλ*, αλλά χωρίς Κωστάκη δε λύνεται το μυστηριάκι! Ζε σουί* και ο πρώτος ντεντέκτιβ, νες πα;*», ήρθε…τριζάτη η απάντηση από τα βάθη της τεράστιας χνουδωτής κουκούλας.

– «Α πα πα πα πα, δεν υποφέρεσαι πια! Ορίστε, φτάσαμε. Και σήκωσε λίγο την κουκούλα να βλέπεις μπροστά σου, θα γκρεμοτσακιστείς στα σκαλάκια! Μην ψάχνεις για τα εισιτήρια, τα έχω εγώ: βουαλά, είμαστε στο βαγόνι 4, διαμέρισμα 2».

Δεν ήταν η πρώτη φορά που η ακούραστη ρεπόρτερ Βαγγελίτσα Ανησυχίδου και ο επεισοδιακός βοηθός της Κωστάκης Υπναρίδης ταξίδευαν μαζί. Η συγκεκριμένη αποστολή, ωστόσο, είχε μια ιδιαιτερότητα: έπρεπε να επιβιβαστούν στο φημισμένο Οριάν Εξπρές, το πολυτελέστερο τρένο της Ευρώπης που μπήκε για πρώτη φορά στην κυκλοφορία το 1883 και να ταξιδέψουν μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Επιφανείς προσωπικότητες, καλλιτέχνες, επιστήμονες, έμποροι και γενικά διάφοροι τύποι με παραφουσκωμένο πορτοφόλι και ιδιαίτερα ακριβά γούστα το προτιμούσαν για τις μετακινήσεις τους. Ίσως αν έκαναν μαζί τους την ίδια διαδρομή, να ανακάλυπταν:

α) ποιο ήταν το πολύτιμο αντικείμενο που είχε κλαπεί την προηγούμενη νύχτα από το βαγκόν ρεστοράν* με μυστηριώδη τρόπο,

β) γιατί η μη μου άπτου κόμισα Ροζελάι άρχισε, αμέσως μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός, να υποφέρει από βαριά μελαγχολία και

γ) πως ήταν δυνατόν ο χοντρομπαλάς αλλά αξιοσέβαστος σύζυγός της, Κάρλος Καταβρέχτον, να κυκλοφορεί μονίμως μ’ ένα ύφος πέρα βρέχει.trianon_concert

– «Κωστάκη, φέρνεις το χάρτη από το σακίδιό μου; Κωστάκηηη! Μα καλά, ακόμη δεν επιβιβαστήκαμε και το ’ριξες στον ύπνο; Πότε θα οργανωθούμε;», αγανάκτησε η Βαγγελίτσα.

– «Χρρρ…φστ, χρρρ…φστ. Λίγο πουρέ ακόμη, γκραν σεφ*. Κι αυτή τη ζουμερή ροδοκόκκινη μπριζολίτσα, σιλ βου πλε*. Μμμ…μούρλια, τρε μπουν*!».

– «Τρε…μπουνμπούν είσαι και φαίνεσαι! Ξύπνα, επιτέλους, που και κοιμισμένος ξερογλείφεσαι! Έχουμε και δουλειές!», φώναξε η Βαγγελίτσα.

– «Τι, ποιος, που; Θα φάμε και αλλού;», πετάχτηκε αλαφιασμένος ο Κωστάκης και…ζντουπ, έπεσε από το καναπεδάκι όπου είχε ξαπλώσει φαρδύς πλατύς. Πως τα κατάφερε και μπουρδουκλώθηκε σ’ αυτό το χρυσοκέντητο κουβερλί;

Η Βαγγελίτσα του έριξε μια δολοφονική ματιά και δεν μπήκε στον κόπο να του απαντήσει. Είχε ήδη ξεδιπλώσει το χάρτη και σημείωνε τις πόλεις απ’ όπου θα περνούσε το Οριάν Εξπρές, αναχωρώντας από το Παρίσι με προορισμό την Κωνσταντινούπολη: Στρασβούργο, Μόναχο, Βιέννη, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι. Μια γλυκιά μελωδία χάιδευε τ’ αυτιά της εδώ και μερικά λεπτά. Παραξενεμένη, ξέχασε για μια στιγμή τον αδιόρθωτο Υπναρίδη, άνοιξε την πόρτα του βαγονιού τους και βγήκε στο διάδρομο. Ένας καμαριέρης με κόκκινο φράκο και μαύρο βελούδινο παπιγιόν περνούσε βιαστικός, με μια δωδεκάδα φρεσκοπλυμένα σεντόνια στα χέρια.

– «Παρντόν, μεσιέ*, από πού έρχεται αυτή η μουσική;», τον ρώτησε διστακτικά.

– «Η ορχήστρα μας, μαντεμουαζέλ, κάνει πρόβα. Ελπίζουμε αυτό να μην ενοχλεί τους κυρίους κυρίους επιβάτες. Περάστε στο σαλόνι για ένα απεριτίφ*, να την απολαύσετε. Είναι από τις καλύτερες της Ευρώπης. Παρακαλείσθε, μόνο, να προσέλθετε με επίσημο ένδυμα και εσείς και ο συνοδός σας. Οι κανόνες του σαβουάρ βιβρ*, βλέπετε, τηρούνται αυστηρά στην αμαξοστοιχία μας», της απάντησε εκείνος και υποκλίθηκε ευγενικά.Orient_Express-2

Η Βαγγελίτσα επέστρεψε στο βαγόνι εντυπωσιασμένη. Δεν είχε ξαναδεί τρένο σαν το Οριάν Εξπρές. Τέτοια χλιδή, τέτοια πολυτέλεια, ήταν σίγουρα αντάξια πριγκίπων και βασιλιάδων! Θυμήθηκε πως πριν από καιρό είχε διαβάσει ότι ο εμπνευστής του ήταν ένας Βέλγος επιχειρηματίας, ο Ζορζ Ναγκελμάκερς, γεννημένος το 1845. Ο μπαμπάς του ήταν τραπεζίτης και από μικρό τον μεγάλωσε στα πούπουλα. Όταν ο Ζορζ έγινε νεαρός, ετοίμασε μια βαλιτσούλα με τα απαραίτητα, τσέπωσε το γερό χαρτζιλίκι που του έδωσε ο μεσιέ μπαμπάς του και άρχισε να ταξιδεύει για να γνωρίσει τον κόσμο. Αυτό που του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση απ’ όλα όσα είδε, ήταν η ταχύτητα και η ευκολία μετακίνησης με το σιδηρόδρομο, από τη μια άκρη της Αμερικής στην άλλη. Δεν άφησε δρομολόγιο που να μην το κάνει! Και δεν ήταν μόνο το τεράστιο και ολοένα επεκτεινόμενο σιδηροδρομικό δίκτυο του Νέου Κόσμου που τον γοήτευσε. Κάποιος επιχειρηματίας ονόματι Τζορτζ Μόρτιμερ Πούλμαν (σας θυμίζει κάτι αυτό το όνομα;) που ταξίδευε συχνά για τις δουλειές του, αποφάσισε να αγοράσει και να «μεταμορφώσει» ένα τρένο σε…κινούμενο ξενοδοχείο: έφτιαξε άνετα πτυσσόμενα καθίσματα που μετατρέπονταν σε κρεβάτια, πρόσθεσε τουαλέτες και νιπτήρες και μετέτρεψε ένα ολόκληρο βαγόνι σε εστιατόριο. Αυτό το τρένο με τις άνετες και πολυτελείς κλινάμαξες, ήταν που ενθουσίασε τον υιό Ναγκελμάκερς. Έτσι, όταν επέστρεψε στην Ευρώπη, έβαλε τα δυνατά του για να πείσει την εύπορη οικογένειά του και τους διστακτικούς συμπατριώτες του να μιμηθούν την ιδέα, κατασκευάζοντας ένα στόλο βαγονιών που θα συνέδεε τις Ευρωπαϊκές πόλεις μεταξύ τους, αλλά και την αναπτυσσόμενη Δύση της γηραιάς ηπείρου με την μυστηριώδη και σαγηνευτική εγγύς Ανατολή. Αυτή ήταν η αρχή της ιστορίας του σιδηρόδρομου στην Ευρώπη και το Οριάν Εξπρές υπήρξε αναμφισβήτητα το πιο εντυπωσιακό της κεφάλαιο…738px-Orient-Express_Historic_Routes_(en).svg

(συνεχίζεται)

Κάποια αξέχαστα Χριστούγεννα…

Evita_DimotikoΉμουν 12 χρόνων. Ο μπαμπάς μου ναυτικός, πρώτος μηχανικός σε πλοία φορτηγά, τις περισσότερες φορές ήταν απών τις γιορτές από το σπίτι μας. Εκείνα τα Χριστούγεννα μιλήσαμε αργά, δυο ώρες μετά τα μεσάνυχτα, μέσω ασυρμάτου. Ήταν σωστή ιεροτελεστία ετούτα τα τηλεφωνήματα. Στηνόμασταν δίπλα στο τηλέφωνο φορώντας τα καλά μας και περιμέναμε να χτυπήσει και να μας συνδέσει ο ασυρματιστής με την αγαπημένη φωνή. Μια φράση έλεγε ο μπαμπάς, μετά «όβερ», μετά η χαρακτηριστική παύση. Κατόπιν μιλούσαμε εμείς. Μια φράση, «όβερ», πάλι η παύση. Και πάει λέγοντας. Διάλογος δεν μπορούσε να γίνει άνετα και χαλαρά. Ήταν όπως όταν λέγαμε το ποίημα μας σε κάτι βαρετές εορταστικές εκδηλώσεις στο σχολείο. Ο καθένας το δικό του, με την προκαθορισμένη σειρά. Ζήτημα να κρατούσε πέντε λεπτά το τηλεφώνημα. Γιατί περίμεναν ουρά, χρονιάρες μέρες, κι οι άλλοι συνάδελφοί του να μιλήσουν με τις οικογένειές τους. Οπότε, περιοριζόμασταν στα απολύτως απαραίτητα. Άλλωστε, τί μυστικά να εξομολογηθείς, όταν ξέρεις ότι σε ακούνε τα σαράντα κύματα και όλοι οι άνεμοι; «Χρόνια Πολλά, όβερ». «Πότε θα έρθεις, μπαμπά;». «Θα περάσει ο καιρός…Να είστε φρόνιμοι και να ακούτε τη μαμά, όβερ». «Πήρα δεκάρια σε όλα, μπαμπά!». «Μπράβο, κι εις ανώτερα! Και του χρόνου σπίτι μας, όλοι μαζί κι αγαπημένοι, όβερ». «Καλές θάλασσες να έχεις, μπαμπά…».

Αλλά εκείνα τα Χριστούγεννα συνέβη το αναπάντεχο. Για μία και μοναδική φορά στα 25 χρόνια που ο πατέρας μου ταξίδευε (όπως αποδείχτηκε στην πορεία), το πλοίο του θα έπιανε στο λιμάνι του Βόλου και μετά θα συνέχιζε για το Μπατούμ.* Αποφασίστηκε να πάει η μαμά μου με το τρένο να τον δει, το επόμενο διήμερο, γιατί θα ξεμπαρκάριζε μετά από 6 μήνες. Εμένα και τον μικρότερο αδερφό μου θα μας άφηνε στη θεία και τον παππού. Έτσι κι έγινε. Να μην σας πω τι αταξίες κάναμε, όσο έλειπε η μαμά. Αθώες, παιδικές σκανταλιές. Ακόμη νιώθει η αφή μου το βαθούλωμα στο στρώμα του παππού από τα χοροπηδητά μας.

Και ξημέρωσε η μέρα της επιστροφής της μαμάς. Μαζί της θα έφερνε και τα δώρα του Αϊ Βασίλη, τα δώρα δηλαδή που μας είχε πάρει ο μπαμπάς από τα λιμάνια της Αμερικής. Εκεί είχε πιάσει το πλοίο του, πριν επιστρέψει στη Μεσόγειο και συναπαντηθεί με τ’ αστραφτερά νερά του Αιγαίου, διασχίζοντας για πολλοστή φορά τον Ατλαντικό.

Γράφω αυτές τις γραμμές και τα μάτια μου νοτίζονται. Ένα αχ ξεπορτίζει από το νοσταλγικό μου χαμόγελο, καθώς οι αναμνήσεις μεταμορφώνονται σε πιτσιρίκια αναμαλλιάρικα, ντυμένα με τις πιτσιλωτές τους πιτζαμούλες και με τραβολογούν απ’ το μπατζάκι…Θυμάμαι πόσο νευρική και ανυπόμονη ένιωθα εκείνες τις ώρες που ήξερα ότι η μαμά επιστρέφει από το Βόλο, με τα φιλιά και τα δώρα του μπαμπά μου. Θυμάμαι ότι δεν έφαγα σχεδόν τίποτα όλη μέρα, ότι δεν ήξερα τι μου φταίει κι ότι συνεχώς μουτζούρωνα χαρτιά με στιχάκια και παράξενα σχέδια με πρόσωπα προφίλ, καράβια, γλάρους και ιερογλυφικά. Σαν κάτι να περίμενα, γιατί, αφού το ήθελα τόσο πολύ και τόσο απόλυτα, δεν έμελλε παρά να συμβεί. Και την ίδια στιγμή, σαν να προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν έπρεπε να το περιμένω, δεν είχα αυτό το δικαίωμα. Γιατί, λογικά, ήταν αδύνατο να συμβεί.

Εκείνες οι ώρες της αναμονής μου φάνηκαν ατέλειωτες. Τις πέρασα βιώνοντας την απόλυτη μοναξιά. Λες και είχα ανασηκώσει την αόρατη καταπακτή του εαυτού μου και είχα χωθεί μέσα στα βαθύτερα λαγούμια του. Δεν μιλιόμουν, δεν ακουγόμουν. Μόνο αισθανόμουν. Την αναμονή να κεντάει σταυροβελονιά σε κάθε μύχια σκέψη μου όλα τα πλεούμενα του κόσμου: από τριήρεις και ιστιοφόρα μέχρι ποταμόπλοια και παγοθραυστικά και από σκούνες και γαλέρες μέχρι υποβρύχια και υπερωκεάνια. Κάθε απουσία του μπαμπά μου, από τότε που συνειδητοποίησα την ταυτότητά μου, στριμωχνόταν τελετουργικά, σαν ένας ακόμη περίτεχνος ναυτικός κόμπος, στο περιδέραιο της παιδικής μου ηλικίας. Αμφιταλαντευόμουν ανάμεσα στο θυμό και στον πόνο, στη λύπη και στην ενοχή, στην περηφάνια και στην απογοήτευση, στη στωικότητα και στην ανυπομονησία, στην εκλογίκευση και στον παρορμητισμό, στην άγουρη παιδικότητα και στην ενήλικη ωριμότητα. Και δεν μπορούσα να ησυχάσω.

Το ρολόι του παππού, ένα εκκρεμές «αντίκα» με κούκο, σήμαινε τις ώρες αργά και βασανιστικά. Μας είχαν βάλει με τον αδερφό μου να κοιμηθούμε στο διπλό κρεβάτι του παππού και της γιαγιάς, που είχε μαραζώσει αχρησιμοποίητο, γιατί από το ζευγάρι των κατόχων του η μία ψυχή είχε ανέβει στ’ αγγελούδια. Αλλά που να μας κολλήσει ύπνος. Περιμέναμε τη μαμά. Περιμέναμε και τον Αϊ Βασίλη. Αλλά πιο πολύ περιμέναμε κάποιον άλλον, όσο κι αν ξέραμε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει το χατίρι μας, να πραγματοποιηθεί η καλύτερη ευχή μας και να ’ρθει.

Ώσπου ακούσαμε βήματα στις σκάλες, την εξώπορτα να τρίζει, χαρούμενες φωνές, αγκαλιές στο κεφαλόσκαλο. Ένα λεπτό! Φωνές, είπα. Του παππού, της θείας, της μαμάς, που με το που μπήκε γέμισε ενέργεια και φως το σπίτι. Και μια ακόμη φωνή. Μπάσα και κυματιστή. Ναι, πιστέψτε το. Εκείνα τα Χριστούγεννα, ο Αϊ Βασίλης μου έφερε δώρο τον μπαμπά μου! Δεν άντεξε να πιάσει για ανεφοδιασμό στο Βόλο και μετά να ξαναμπεί στο καράβι που το λέγανε «Μαρίτσα» και να συνεχίσει για τη μακρινή Κολχίδα, χωρίς να μας δει. Δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αντέξει. Και δεν υπήρχε περίπτωση να πιστέψουμε κι εμείς ότι θ’ αντέξει. Όβερ.BLUE_KOSTAS_SPANAKIS_1_1

Υ.Γ.: Τα Χριστούγεννα στολίζω πάντα ένα δέντρο κι ένα καράβι. Έτσι προτείνει και η παράδοσή μας, άλλωστε. Για μένα η εορταστική περίοδος αρχίζει επισήμως από τις 6 Δεκέμβρη, του Αγίου Νικολάου, προστάτη των ναυτικών και τελειώνει στις 6 Γενάρη, των Θεοφανείων, με τον αγιασμό των υδάτων.

* Το Μπατούμ (ή Βατούμ) βρίσκεται στη Γεωργία και είναι το σημαντικότερο λιμάνι της. Εικάζεται ότι πρόκειται για τη μυθική Κολχίδα των Αργοναυτών, ενώ υπήρξε σημαντική κοιτίδα ζωής, δημιουργίας και πολιτισμού των Ελλήνων του Πόντου.

Σεπτέμβριος 2015

Loytra-talara-Astypalaia_1Και να ο Σεπτέμβρης! Όλο γλύκα, αναμαλλιάρης, ροβολάει στα σοκάκια μ’ ένα τσαμπί αγιωργίτικο στο χέρι και με τη βούργια του την υφαντή στον ώμο. Μέσα τετράδιο τσίλικο, κοντύλι φρεσκοξυσμένο και ψωμοτύρι δεμένο κόμπο στο μαντήλι, για δεκατιανό. Περνώντας έξω από την εκκλησιά, χτυπάει την καμπάνα. Αρχή της Ινδίκτου, κοπιάστε χριστιανοί για να λειτουργηθείτε. Να ευχηθείτε καλή πρωτοχρονιά, πλούσια σοδειά, να φιληθείτε.

“Ἀρρήτῳ πάντα ὡς Θεῷ ποιήσαντι σοφίᾳ, ἰσχύι τε παντουργικῇ διασῴζοντι πάντα, τὸν ὕμνον δέει ἐκ ψυχῆς προσάγομεν, ἐντρόμως δυσωποῦντες, παρασχεῖν εὐφορίαν τῇ γῇ, ἐν τῇ σήμερον ἐτησίῳ ἀπαρχῇ, παντὸς ῥυσθῆναι δυσχεροῦς, ὁρατῶν καὶ ἀοράτων δυσμενῶν, ἐν ταῖς αἰσίαις κράζοντες περιόδοις· εὔφορον πᾶσι τὸ ἔτος χορήγησον Κύριε”…

Κατηφορίζοντας, κλείνει ο Σεπτέμβρης το τσακίρικο το μάτι στη Μαριώ και κόβει απ’ το γλαστράκι της στο γαλανό περβάζι ένα κλωνί βασιλικό. Με μυρωμένο αυτί στέκει, θωρεί το κύμα και παρακαλεί:

Κάνε, κύρη μου Χρόνε, να ταξιδέψουμε αγάλια αγάλια, σαν τα πετούμενα που αποδημούν για τα ζεστά και σαν πρωτόμπαρκα, ατίθασα παιδιά. Και πάνω απ’ όλα κάνε να ταξιδέψουμε αγκαλιά…

Εικόνα: Από τα Λουτρά του Ταλαρά στη μαγευτική Αστυπάλαια.Axinosdelfiniafykiavythos

Αν ήμουν όνειρο

Αν ήμουν όνειρο

Θα εισχωρούσα στο μεδούλι των κυμάτων
για ν’ αγγίξω το φτερούγισμα του ταξιδιού

Θα χάιδευα μ’ ανάσες σκιές τις σμαραγδένιες φυκιάδες
για να ριγήσουν οι αποκοιμισμένοι αμφορείς

Θα τρυγούσα αφροσταλίδες από το ερωτοπαίγνιο των δελφινιών
για να μυρίζουν κατευόδιο οι πρωτόμπαρκοι

Θα κεντούσα με χρυσοκλωστές κάθε μοναχικό αστερία
για να ντυθεί με παραμύθι το πικραμένο προσφυγάκι

Θα πόντιζα φεγγαροκορφές στα καταγώγια του Ωκεανού
για να ελπίσουν τα σκοτάδια του στο ανέφικτο

Θα κούρσευα μια πλωτή Ιθάκη και θα σε ενθρόνιζα
για ν’ αρμενίζεις χαμογελαστός κάθε στιγμή κι αιωνιότητα

Αν ήμουν όνειρο…

Μα είμαι μονάχα η Νηρηίδα της διπλανής πόρτας
που αύριο θα αναδυθεί υποχρεωτικά
για να χτυπήσει κάρτα στη σκληρή πραγματικότηταthranio

Σχολικό

Αν είχα μια τεράστια γομολάστιχα
απ’ όλα των ανθρώπων τα κατάστιχα
θα έσβηνα μονάχα μια αράδα:
αυτήν που περιγράφει τον Καιάδα.

Αν είχα ένα πελώριο τετράδιο,
θα στο ’δινα να το ’χεις για σκιάδιο.
Όποτε σκότη ή λιοπύρια σ’ απειλούνε,
να το ανοίγεις και μαζί σου να γελούνε.

Αν έβρισκα μια πένα γιγαντιαία,
στην κορυφή της θα στερέωνα σημαία,
να τη θωρούν από παντού οι πονεμένοι
και να θυμούνται πως η ελπίδα δεν πεθαίνει.

Μα είμαι ακόμη μαθητούδι, ένα πρωτάκι,
του Πρωτομάστορα το κούτσικο τσιράκι.
Γίνε εσύ τετράδιο, γομολάστιχα και πένα,
τα μαθημένα σου να δείξεις και σε μένα.ΜΟΥΣΕΙΟ_ΣΧΟΛΕΙΟ

 

 

 

 

 

 

Οι φωτογραφίες είναι από το Εκεδισυ ) Εθνικό Κέντρο Έρευνας & Διάσωσης Σχολικού Υλικού και από το Μουσείο Παιδείας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Χρόνος Ανθοφόρος

Από την ίδια ρίζα δες
πως ξεπροβάλλουν τρεις γενιές:
μπουμπούκι, νιούτσικο ανθάκι,
ξεφουντωμένο γεροντάκι.

Ένας ο δρόμος, ο κορμός,
μοναχικός σαν εαυτός.
Κλαδιά τ’ ανέμου τα όνειρά του,
ανάσες στέλνουν στην καρδιά του.

Μήπως ο Χρόνος είναι μια
πανώρια τριανταφυλλιά,
που η ομορφιά της σε θαμπώνει,
μα ξέρει και να σ’ αγκυλώνει;

Ας είναι. Εσύ να μη διστάζεις
φως και αγάπη να της στάζεις.
Μόνο έτσι δένει ο καρπός της,
που ’ναι η αλήθεια και το βιος της.

Κι όταν σιμώσει η στιγμή
που θα λιπάνεις τη σιωπή,
τη ροδωνιά μη λησμονείς:
όπου βρεθείς, ν’ ανθοφορείς…3epoxes

Αρχαία Αγορά

Όσες φορές κι αν περπατάω
εκεί που απέραντα αγαπάω,
κάθε ματιά μου είναι σκαλίδι,
φιλοπερίεργο σαμιαμίδι.

Χώμα και μάρμαρο ανθισμένο,
πράσινο αψύ, ηλιοκαμμένο,
φτιάχνουν εξαίσια τοπία,
ζώντα για με, γι’ άλλους μνημεία.

Στην αγκαλιά τους γαληνεύω
κι αφήνομαι να ταξιδεύω.
Φαντάζομαι πως ζωγραφίζω,
όσα ν’ αξιωθώ ελπίζω.

Τριγύρω ο κόσμος τετερίζει
σαν τζίτζικας που ζουζουνίζει
κι αυτή ακριβώς είν’ η χαρά του:
να εκλύουν φως τα όνειρά του.AGORAARXAIA_AGORA_4

Σελήνη

Άλλοι μεθούν με το φεγγάρι,
κι άλλους φαρμάκια τους τρατάρει.

Άλλοι είναι ήρωες σε ρομάντζο
κι άλλοι αργοσβήνουν σ’ ένα ράντσο.

Αχ ξελογιάστρα εσύ, Σελήνη,
ποιος θα γλυτώσει απ’ τη σαγήνη;

Η φωτεινή σου η οπτασία
μια σκοτεινή κρύβει εξουσία.

Όποια σου όψη κι αν διαλέξω,
το ερώτημα είναι: θα αντέξω;Donato_Creti_Selini

Πίνακας: Donato Creti, Σελήνη

rosmarinus_officinalisjpgΜωβ

Αν θέλεις να ‘μαστε μαζί,
ποτέ μην πεις “για πάντα”,
είπε τ’ αρισμαρόπαιδο
στην όμορφη λεβάντα.

Το “πάντα” μοιάζει σύννεφο
με ποταμούς γεμάτο
κι ώσπου να δέσει το φιλί,
βρέχει κι είναι φευγάτο.

Γι’ αυτό “ή τώρα ή ποτέ”
να λες στον έρωτά σου
και ο κρυφός του θησαυρός
θα γίνει κόσμημά σου.

 

 

lavandulaangustifolia

Δέηση

Το δοιάκι σου το έστρεψες σε ρότα ποταμίσια,
με βήμα απτάλικο, βαρύ, κοίτη να στρώσεις ίσια.

Κι είχες αντίκρυ επτά κορφές, γριές ρυτιδωμένες,
απ’ άγρια χειμαρρόπουλα βαθιά χαρακωμένες.

Κι είχες ξοπίσω ηλιάτορα σα ρουμπινένιο δίσκο,
του Παντοκράτορα το γιο, του Διγενή τον ίσκιο,

που ως έσμιγε τη θάλασσα, τα στήθια της κοχλάζαν
και τη ζωή με θάνατο, τζόγια μου, την αλλάζαν.

Κι όταν μπρούσκο δοκίμασες στο καπηλειό της Δύσης,
φωνάζανε τα μάτια σου, μάτια μου, μη μ’ αφήσεις.

Πώς να σηκώσω αυτό το φως, πλαντάζει η ψυχή μου.
Μαχαίρι ο κόσμος στην πληγή κι είν’ η πληγή κορμί μου.

Τι από μικράκι γύρευα μια Παναγιά για να βρω,
να ξαποσταίνει στον αφρό, να σεργιανά στον κάμπο.

Απ’ όπου και να την κοιτώ, να με θωρεί κατάματα
και να μη ξελογιάζεται απ’ όρκους κι από τάματα.

Μονάχη να πορεύεται, Ελπίδα κι Αμαζόνα.
Με μια μονάχα δρασκελιά σ’ άλλο να μπαίνει αιώνα.

Κι όποτε αγρίμι αφουγκραστεί σε δόκανο πιασμένο,
από κακό κι απ’ άδικο να σκούζει λαβωμένο,

Λάμια ευθύς να γίνεται, Νέμεση εκδικήτρα
και τον καρκίνο ν’ αφαιρεί απ’ της ζωής τη μήτρα.Panagia_2Panagia_1

Εικόνες: Παναγία Γλυκοφιλούσα, 12ος αιώνας, Αθήνα, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο και Παναγία Φιλουσιώτισσα (1570) από τον ιερό ναό Αγίας Μαρίνας Κελοκεδάρων Πάφου

 

 

 

 

 

 

 

 

Σαν παραμύθι…(απόσπασμα)

“…Είχε πια σκοτεινιάσει και το στρείδι κούρνιασε στο βράχο του αποκαμωμένο από την ένταση της ημέρας και γρήγορα αποκοιμήθηκε. Τότε είδε ένα όνειρο, από αυτά που όταν ξυπνάς συνεχίζεις να τα θυμάσαι και να τα σκέφτεσαι.

Έγινε, λέει, σεισμός στη θάλασσα και τα πάντα ανατράπηκαν: ό, τι βρισκόταν πάνω, πήγε κάτω. Ό,τι ήταν προσκολλημένο, απελευθερώθηκε. Ό,τι ήταν πολύχρωμο έγινε άχρωμο. Ό,τι ήταν θηρευτής έγινε θήραμα. Κι ό,τι ήταν ασφαλές, «μετακόμισε» στην πιο μεγάλη ανασφάλεια.

Το στρείδι αποκολλήθηκε βίαια από το βράχο του και βρέθηκε να κλυδωνίζεται σαν ακυβέρνητο βαρκάκι στον αφρό. Και πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, παρασύρθηκε από τα ρεύματα στα βάθη του ωκεανού. Το καινούργιο του περιβάλλον το φόβιζε και ταυτόχρονα το γοήτευε. Τη μια στιγμή σκεφτόταν ότι ήταν ένα στρείδι με αλλιώτικη μοίρα από τη μοίρα των άλλων στρειδιών. Αυτή η σκέψη το έκανε να νιώθει ικανοποίηση και μια ψίχα υπεροψία. Και την άλλη στιγμή βυθιζόταν στην πιο μεγάλη απελπισία, γιατί δεν ήξερε πως να επιβιώσει σ’ ένα περιβάλλον άγνωστο για τα μέχρι τότε δεδομένα του. Ο ωκεανός δεν έμοιαζε σε τίποτα με την αγαπημένη του ακτή. Φαινόταν απρόσιτος και το στρείδι συνειδητοποίησε με λύπη ότι εδώ δεν είχε κανένα φίλο.

Ξαφνικά άκουσε ένα υπόκωφο βουητό και το ρυθμικό πλατάγισμα από δυνατά πτερύγια. Ήταν μια γαλάζια φάλαινα θεόρατη σα βουνό και ευλύγιστη σα φίδι, παρά τον τεράστιο όγκο της. «Μα τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα, έφτασε το τέλος μου. Το δίχως άλλο η φάλαινα θα με καταπιεί…», σκέφτηκε τρομοκρατημένο το στρείδι. Η φάλαινα πλησίαζε απειλητικά, εκτοξεύοντας με ρυθμό το σιντριβάνι της. Το στρείδι έλεγε την προσευχή του και παράλληλα αγωνιζόταν να ξυπνήσει, για να μην ονειρευτεί τη στιγμή του θανάτου του. Τότε έγινε κάτι αναπάντεχο.

«Τώρα εσύ κλείστηκες ερμητικά στον εαυτό σου και άλλαξες δέκα χρώματα από το φόβο σου, γιατί είσαι σίγουρο ότι θα σε κάνω μια χαψιά και όλα θα τελειώσουν εδώ. Αλλά εγώ θα διαφωνήσω. Μπας και νομίζεις ότι είσαι κανένας καταπληκτικός μεζές; Ή μήπως φαντάστηκες πως εγώ ανοίγω απλώς τη στοματάρα μου και καταπίνω ό,τι κυκλοφορεί σε ακτίνα μισού χιλιομέτρου; Όχι αγαπητό μου στρείδι, δεν θα σου κάνω τη χάρη να σε φάω! Θα μου χαλάσεις τη γεύση, γιατί είσαι ξένο σώμα στο δικό μου κόσμο. Άντε, τράβα το δρόμο σου, αν καταφέρεις ποτέ να τον βρεις, έτσι που κυκλοφορείς επτασφράγιστο. Γύρνα στα λημέρια σου. Και να θυμάσαι: το δύσκολο στη ζωή είναι να μη φαγωθείς. Αν φαγωθείς, καθάρισες!…», μουρμούρισε με στόμφο η φάλαινα. Και κάνοντας μια εντυπωσιακή κατάδυση, χάραξε ρότα προς το βορρά. Τότε ήταν που το στρείδι, απορημένο, ξύπνησε. Και άρχισε να σκέφτεται το παράδοξο αυτό όνειρο…”…

(c) Manchester City Galleries; Supplied by The Public Catalogue Foundation

(c) Manchester City Galleries; Supplied by The Public Catalogue Foundation