Παπούτσια με φτερά

vourgiaΗ βούργια είναι μια μάλλινη υφαντή τσάντα που κρατούν στην Κρήτη, μοιάζει με σακίδιο και κρέμεται με κορδόνια από τους ώμους. Τους παλιούς χρόνους, όποτε υπήρχε ανάγκη, χρησίμευε για να κουβαλούν οι άντρες τα πολεμοφόδιά τους. Αλλά πιο συχνά συντρόφευε τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους στον καθημερινό τους μόχθο, καθώς σε αυτήν μετέφεραν τα απαραίτητα, το φαγητό και το κρασί ή το νερό τους. Σήμερα, σε πολλούς κρητικούς γάμους, οι καλεσμένοι βάζουν μέσα σε βούργιες τα δώρα τους προς το ζευγάρι, ή προσφέρονται μικρές βούργιες ως μπομπονιέρες. Η διακόσμηση της βούργιας είναι χαρακτηριστική: μια σειρά από επαναλαμβανόμενα γεωμετρικά μοτίβα σε έντονα χρώματα, που παρά την απλότητά τους υφαίνονται σε αριστοτεχνικούς συνδυασμούς και δημιουργούν ένα εξαιρετικό αισθητικό αποτέλεσμα, χάρμα οφθαλμών. «Η οργάνωση των μοτίβων σε ζώνες και η συμμετρία του διακόσμου ως προς κατακόρυφο άξονα, είναι χαρακτηριστικά όλων των ξομπλιαστών σακουλιών της Κρήτης: υπάρχει πάντα μία κεντρική ζώνη -σε μερικές περιοχές αυτή η ζώνη αποκτά ιδιαίτερη σημασία- που αποτελεί τον άξονα συμμετρίας για τον διάκοσμο του υφαντού», διαβάζουμε στην ιστοσελίδα του Μουσείου Κρητικής Εθνολογίας. http://www.cretanethnologymuseum.gr/imke/html/gr/222111.html

Η εικόνα της βούργιας που μου είχε χαρίσει αγαπημένο συγγενικό πρόσωπο μια χρονιά που βρέθηκα στη Σητεία, μου ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας το νέο βιβλίο της Μαρίας Παπαγιάννη «Παπούτσια με φτερά». Με τη μαεστρία έμπειρης υφάντρας του λόγου η αγαπημένη Μαρία έπλεξε με οδηγό τη Ρόζα της, την ευάλωτη αλλά χαρισματική κεντρική της ηρωίδα, μια ιστορία αληθινή σαν παραμύθι που ταξίδεψε αξόδευτο από γενιά σε γενιά και παραμυθένια σαν το βίο και την πολιτεία ανθρώπων που μπορεί να είναι γείτονες και φίλοι μας, ανθρώπων σαν κι εμάς. Δεν λείπει κανείς και τίποτα από αυτό το βιβλίο. Όλοι και όλα, άνθρωποι, ζώα, ιδέες, λέξεις, έχουν τη θέση τους, το σχήμα τους, το χρώμα τους, την πραγματικότητά τους, το δίκιο τους, τον καημό τους, το σκοπό τους.

Ο Άρης, ο πατέρας της Ρόζας, είναι γονιός, ψαράς και ποιητής. Είναι ο άνθρωπος που μεταστρέφει με δυο κουβέντες κι ένα χαμόγελο τη σκοτεινή, σκληρή πλευρά της ζωής σε φως και τρυφερότητα. Και όχι μόνο για την κόρη του, αλλά για κάθε πλάσμα που συναντά στο δρόμο του. Ακόμη και για τα αδέσποτα γατιά που ταϊζει και «βαφτίζει» με ονόματα ποιητών και ποιητριών απ’ όλο τον κόσμο. Ακόμη και για τον Καρλίτο, το ξεστρατισμένο αηδονάκι που περιμαζεύει και περιθάλπει χωρίς να του στερήσει την ελευθερία της επιλογής: στο αυτοσχέδιο κλουβάκι του υπογείου της οδού Μοιρών 3 που για χάρη της Ρόζας του έχει ονομάσει «Βασίλειο των Γάτων», ή στο δάσος και όπου λάχει; Και το αηδονάκι, νιώθοντας ότι αυτός ο άνθρωπος είναι βαθύτατα συναισθηματικός, μένει κοντά τους για να συντροφεύει με το κελαΐδισμα του τις καλοσύνες του.

Σε αυτήν την πολύχρωμη «Αυλή των Θαυμάτων», σε αυτήν τη γεμάτη ζωή και δράση «Γειτονιά των Αγγέλων» όπου ξετυλίγεται το κουβάρι της ζωής πολλών και διαφορετικών ανθρώπων, ανθρώπων που η σκούφια τους μπορεί να κρατάει από κάθε γωνιά της γης, η Ρόζα θα μυηθεί στην περιπέτεια του προσωπικού της μεγαλώματος με τρόπους υπέροχα αντισυμβατικούς. Βήμα το βήμα θα υπερβεί ακόμη και την εκ γενετής σωματική της αδυναμία και θα ανακαλύψει αυτά που φαίνονται κι αυτά που δεν φαίνονται. Αυτά που είναι κι αυτά που καμώνονται πως είναι. Αυτά που δεν φοβούνται την εικόνα τους στον καθρέφτη κι αυτά που έχουν για πάντα εξορίσει τους καθρέφτες από τη ζωή τους. Μια πλειάδα από ξεχωριστούς γείτονες, η Ειρήνη η περιπτερού με τον «Μικρό της Παράδεισο», ο Χασίμ, ο μικρός Πακιστανός φίλος της και η οικογένειά του, η Άννα, η υπέροχη πιανίστα που από τότε που χρεοκόπησε ζει στο αυτοκίνητό της και φυτεύει ντομάτες κρυφά στον απέναντι λόφο, η ευαίσθητη Λουίζα που δεν ξαναχόρεψε φλαμένγκο και συντηρεί ένα μικρό Θέατρο – καφέ δίνοντας στέγη σε νέους ονειροπόλους ηθοποιούς και μουσικούς, η καινούργια φίλη της, η Αθηνά με τον αδερφό της τον Κωστή που κατάγονται από τη Συρία, η Λυπημένη κυρία Ελισέντα με τον κατάμαυρο μονόφθαλμο γάτο της τον Γκαμπίτο, και άλλοι πολλοί ακόμη, θαυμαστοί και μοναδικοί, πραγματικοί και ονειρικοί, θα οδηγήσουν τη Ρόζα σε περιπέτειες απίστευτες αλλά και τόσο οικείες για ένα παιδί της ηλικίας της.

Κι όταν, σαν άλλη Αλίκη, η Ρόζα θα πηδήξει μέσα στο σπιρτόκουτο που η ίδια ζωγράφισε με κιμωλία στον τοίχο του δωματίου της, τα θαύματα θα αρχίσουν να συμβαίνουν με ρυθμούς καταιγιστικούς. Ένας δεύτερος κόσμος, η Πολιτεία του Βυθού, υφασμένος με κέφι και φαντασία ανάμεσα στα μοτίβα του πρώτου, για να θυμηθούμε και την κρητική βούργια της αρχής, θα κάνει την εμφάνισή του και θα απαιτήσει την προσοχή της αλλά και την αφοσίωση των αναγνωστών. Η ξαφνιασμένη Ρόζα θα πει τον μυστικό λόγο «στα δέντρα κρέμονται οι λέξεις» και θα μπει στη σκοτεινή σπηλιά όπου συνεδριάζουν ο Βάβελ που μοιάζει με τον Δον Κιχώτη και όλοι όσοι μάχονται ενάντια στους «Γλωσσοκτόνους» δημιουργώντας φωλιές για τις γλώσσες που χάνονται, για την επικοινωνία που φτωχαίνει και υποβαθμίζεται, για τις ιστορίες που ξεχνιούνται, για τα όνειρα που πεθαίνουν…

Η Ρόζα θα αρχίσει να μπαινοβγαίνει από τη μία πολιτεία, αυτήν της οδού Μοιρών όπου ζει με τον πατέρα της μια «κανονική» ζωή, σε εκείνη του σπιρτόκουτου, την Πολιτεία του Βυθού. Και στις δύο θα πρέπει να αγωνιστεί για αυτά που πιστεύει, για αυτούς που αγαπά. Και στις δύο θα αποκτήσει φίλους και συμμάχους, αντιπάλους και εχθρούς. Και στις δύο θα κοιτάξει τον εαυτό της στα μάτια και θα φορέσει παπούτσια με φτερά. Και στις δύο θα παλέψει για να σώσει και για να σωθεί. Και στις δύο θα νικήσει και θα ηττηθεί. Και στις δύο θα ζήσει περιπέτειες που δεν θα φτάνει μια ολόκληρη ζωή για να τις καταλάβει και να τις διηγηθεί. Γιατί και στις δύο θα «αξίζει να υπάρχεις για ένα όνειρο κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει». Και στις δύο θα τη συντροφεύουν οι λέξεις και η μαγεία τους….

Η Μαρία Παπαγιάννη μας χάρισε ένα βιβλίο – πολύχρωμο υφαντό. Μια «έντυπη» κρητική βούργια για να βάλουμε μέσα το προσφάι και το νερό μας και να ξεκινήσουμε ένα ξομπλιαστό ταξίδι στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. Με ρέουσα, κλιμακωτή γραφή, με την απλότητα και την ευαισθησία της πένας της, με την ιδιαίτερη ματιά της παιδικής αθωότητας που πάντα κομίζει στα βιβλία της, μας προσκαλεί σε μια βουτιά στην αληθινή και διαχρονική αξία της Ανθρωπιάς. Στην αληθινή και διαχρονική αξία της Ποίησης. Στην αληθινή και διαχρονική αξία της Γλώσσας, της κάθε σπάνιας και μοναδικής γλώσσας μέσω της οποίας οι άνθρωποι όπου γης κοινωνούν και επικοινωνούν την Αγάπη, την Ιστορία, την Ταυτότητά τους. Το εξώφυλλο της Φωτεινής Τίκκου είναι απολύτως ταιριαστό με το περιεχόμενο του βιβλίου. Και τα περιεχόμενά του μαζί με τη βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος, μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να εντρυφήσει κανείς στη μαγεία του ποιητικού λόγου έχοντας ανοιχτό στο πλάι του έναν παγκόσμιο χάρτη.Παπούτσια_με_φτερά

Μαρία Παπαγιάννη, Παπούτσια με φτερά, εκδόσεις Πατάκη, 2016

ExLibris2 (s)

 

Παρουσιάζοντας το “Θησαυρό της Εβίτας”

Prosklisi EvitaΗ πρώτη χρονιά της “Χάρτινης Αγκαλιάς”, της Παιδικής Λέσχης Ανάγνωσης των εκδόσεων Καλέντη, έκλεισε με την παρουσίαση του πανέμορφα εικονογραφημένου από την Ίριδα Σαμαρτζή παραμυθιού μου “Ο Θησαυρός της Εβίτας”. Αγαπημένοι φίλοι, συνάδελφοι παιδαγωγοί και συγγραφείς και συνεργάτες, παλιοί και νέοι, καθώς και μαθητές μου με τους γονείς τους, μου έδωσαν χαρά και με τίμησαν με την παρουσία και με την αγάπη τους στις 4 Ιούνη 2016, στον πολυχώρο των εκδόσεων Καλέντη, στο Ελληνικό, κάνοντας τη μέρα αυτή να μου μείνει αξέχαστη. Αυτοσχεδιάζοντας με αφήγηση, θεατρικό παιχνίδι, χορό, μικρές εικαστικές πινελιές και τη μουσική συνοδεία και το υπέροχο τραγούδισμα του συγγραφέα, μουσικού και φίλου Δημήτρη Κάσσαρη μεταφερθήκαμε νοερά στον “Υπόγειο Γλωσσολύτη” και ανακαλύψαμε μαζί με την Εβίτα και τον παιχνιδιάρη γάτο της, το Ζωηρό, “ποιος είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός του κόσμου”.KALENTIS_1

Ευχαριστώ πολύ τις εκδόσεις Καλέντη, ειδικότερα την Κέλλυ Ιωαννίδου-Καλέντη και τη Βασιλική Τζόκα για τη συνεργασία μας και για την έναρξη ενός πολύ ενδιαφέροντος και δημιουργικού ταξιδιού, που όπως φαίνεται θα συνεχιστεί -καλά να είμαστε όλοι- για πολύ πολύ καιρό ακόμη…ZOIROSEVITA_5EVITA_11EVITA_7EVITA_12EVITA_21EVITA_10EVITA_14YPOGEIOS_GLOSOLYTISEVITA_17EVITA_20XRYSANTHOS_XELIEVITA_18ELPIDAEVITA_23DIOGENIS_LAGOSEVITA_16EVITA_24TRIO_1FTEROTI_ELAFINAYPOGEIOS_GLOSSOLYTISGATOS_ZOIROSEVITA_8_1ELPIDA_1EVITA_26

EVITA_1EVITA_2

EVITA_6FTEROTI_ELAFINA_1EVITA_4

Οι καλικάντζαροι κι ο μύλος τους

paramythia_tis_imvrouΜια φορά κι έναν καιρό, ζούσαν στην Ίμβρο δυο αδέρφια. Ο ένας ήταν πολύ πλούσιος και είχε πολλά κτήματα κι ο άλλος ήταν πολύ φτωχός και είχε πολλά παιδιά. Ο φτωχός συντηρούσε με κόπο τη φαμίλια του, κάνοντας μεροκάματα πότε στα κτήματα του πλούσιου αδερφού του και πότε όπου αλλού έβρισκε. Ο πλούσιος, αν και άτεκνος, ήταν πολύ φιλάργυρος και δε βοηθούσε καθόλου τον αδερφό του.

Εκείνα τα Χριστούγεννα, στου φτωχού το σπίτι, πέρασαν με ψωμί κι ελιές, ενώ ο πλούσιος είχε απ’ όλα τα καλά στο τραπέζι του. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ο φτωχός πήγε στο νερόμυλο για να πάρει λίγο αλεύρι, μα ο μυλωνάς δεν του έδωσε, γιατί δεν είχε να πληρώσει. Καθώς γύριζε λυπημένος στο χωριό, συλλογιζόταν πως θα πήγαινε πάλι στα παιδιά του με άδεια χέρια και τον έπιανε απελπισία. Ξαφνικά, άκουσε πίσω του κουδούνια και ποδοβολητά ζώων. Παραμέρισε γρήγορα από το δρόμο και μπήκε στο δάσος, αλλά οι ήχοι σα να τον ακολουθούσαν. «Λες να είναι καλικάντζαροι χρονιάρα μέρα;», αναρωτήθηκε κι ανέβηκε πάνω σε ένα ψηλό δέντρο, φροντίζοντας να κρυφτεί στα κλαδιά του, όσο καλύτερα μπορούσε.dscn7552-2

Τα ζώα με τους συνοδούς τους σταμάτησαν κάτω από το δέντρο, μα ήταν σκοτάδι και δεν μπορούσε να διακρίνει ποιοι ήταν. Τότε άκουσε μια βροντερή φωνή να λέει:
– «Ατσίλ αγατζίμ ατσίλ!», που θα πει «άνοιξε, δέντρο μου, άνοιξε!».
Αμέσως ο κορμός του δέντρου άνοιξε στα δύο κι από μέσα ξεχύθηκε ένα φως, τόσο δυνατό, που έλαμψε ο τόπος γύρω τριγύρω. Τότε ο φτωχός είδε με τρόμο σαράντα καλικάντζαρους, μαυριδερούς κι ασχημομούρηδες, με μυτερά κέρατα, μαλλιαρές ουρές και νύχια γυριστά, να σέρνουν σαράντα μουλάρια τόσο φορτωμένα, που με το ζόρι στέκονταν στα πόδια τους! Από τη ρίζα του δέντρου ξεκινούσαν κάτι ξύλινες, στριφογυριστές σκάλες, που απλώνονταν σε βάθος, όσο έφτανε το βλέμμα του. Οι καλικάντζαροι φορτώθηκαν τα σακιά και κατέβαιναν τις σκάλες, για να τα στοιβάξουν στις υπόγειες αποθήκες τους. Αφού τελείωσαν αυτή τη δουλειά, ο αρχηγός τους φώναξε ένα μικρό καλικαντζαράκι και το διέταξε:
– «Φέρε μου το μύλο, μικρέ!».
Τότε το καλικαντζαράκι άνοιξε ένα κρυφό συρτάρι, σκαλισμένο στη ρίζα του δέντρου, πήρε έναν μύλο μικρό, σαν εκείνους που αλέθουν τον καφέ και τον παρέδωσε στον αρχηγό του με μια αστεία υπόκλιση.dscn7547-2

Ο αρχηγός των καλικάντζαρων πήρε το μύλο, στάθηκε όρθιος με μεγάλη επισημότητα, τον σήκωσε ψηλά τεντώνοντας τα χέρια του και βροντοφώναξε:
– «Μύλε μου, αφέντη μύλε μου,
βγάλε σωρούς κριθάρια
νόστιμα σα ζαχαρωτά,
να φάνε τα μουλάρια!».

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του κι ο μύλος άρχισε να βγάζει σπόρους κριθαριού, αφράτους και λαχταριστούς σαν ένα βουνό από κουφέτα! Τα μουλάρια έφαγαν με την ψυχή τους, μέχρι που οι κοιλιές τους φούσκωσαν σα μπαλόνια. Τότε ο Αρχικαλικάντζαρος σκέπασε με την παλάμη του το μύλο, φύσηξε τρεις φορές κι εκείνος σταμάτησε να βγάζει κριθάρι. Έπειτα τον κράτησε πάλι ψηλά και φώναξε:
– «Μύλε μου, αφέντη μύλε μου,
βγάλε κρέας ψημένο,
να φαν τα παλικάρια μου
κι εγώ να μη χορταίνω!».dscn7543-2

Αμέσως ο μύλος άρχισε να βγάζει κρέατα τραγανιστά και ροδοκοκκινισμένα, που η μυρωδιά τους απλώθηκε στο δάσος κι άνοιξε την όρεξη σ’ όλα τα πλάσματά του. Οι καλικάντζαροι στρώθηκαν γύρω του κι έφαγαν του σκασμού! Με τον ίδιο τρόπο ο μύλος έβγαλε πίτες, αυγά, φρούτα, τυρί, γλυκίσματα και μπόλικο κρασί. Μόλις του έδινε εντολή ο αρχηγός των καλικάντζαρων, ο μύλος πρόσφερε απ’ όλα τα αγαθά πλουσιοπάροχα.

Ο φτωχός παρακολουθούσε τα συμβάντα από την κορυφή του δέντρου με ανοιχτό το στόμα. «Αχ, ας είχα κι εγώ έναν τέτοιο μύλο, μόνο για μια μέρα έστω, γι’ απόψε που είναι Πρωτοχρονιά. Θα έτρωγαν και θα χόρταιναν τα καημένα τα παιδάκια μου. Και πόσα ρούχα, πόσα παιχνιδάκια θα τους χάριζα…Τώρα, μακάρι να μας λυπηθεί ο Θεός», συλλογιζόταν κι η καρδιά του μάτωνε από τη στενοχώρια.dscn7560-2

Κοντά στα ξημερώματα, ο αρχηγός είπε στους άλλους καλικάντζαρους:
– «Καλικάντζαροι, αδέρφια,
ροκάνες πάρτε μα και ντέφια!
Προτού λαλήσει ο πετεινός,
σε άλλους τόπους πάμε,
χίλιες να κάνουμε ζημιές,
μπελάδες στις νοικοκυρές
και πριν αγιαστούνε τα νερά,
στο δέντρο μας γυρνάμε».
Οι καλικάντζαροι αλάλαξαν ενθουσιασμένοι και η γη σείστηκε από τις αγριοφωνάρες τους. Ανέβηκαν στα μουλάρια τους και χτυπώντας τα με τις ουρές τους, έγιναν άφαντοι! Ο Αρχικαλικάντζαρος, αφού φύλαξε με προσοχή το μύλο στην κρυψώνα του, καβαλίκεψε το μουλάρι του, ανέβηκε τη σκάλα και είπε στο δέντρο:
– «Καπάν, αγατζίμ, καπάν», δηλαδή «κλείσε, δέντρο μου, κλείσε».
Αμέσως το δέντρο έκλεισε, ο τόπος σκοτείνιασε κι ησύχασε ξανά και το μόνο που ακούστηκε στο δάσος για μερικά λεπτά, ήταν τα γρήγορα ποδοβολητά του μουλαριού του Αρχικαλικάντζαρου, που πήγαινε να συναντήσει τους συντρόφους του.dscn7549-2

Ο φτωχός χωρικός κατέβηκε φοβισμένος από την κορυφή του δέντρου. Ενώ ετοιμαζόταν να φύγει, ακούστηκε το λάλημα ενός πετεινού κι άρχισε να ξημερώνει. Τότε αναθάρρησε και είπε με το νου του:
– «Αν διατάξω κι εγώ το δέντρο με τα λόγια που είπε ο καλικάντζαρος, άραγε θ’ ανοίξει; Τότε θα κάναμε στ’ αλήθεια Πρωτοχρονιά κι εγώ κι η οικογένειά μου…». Τελικά κοντοστάθηκε κι αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του. Στάθηκε στη ρίζα του δέντρου και φώναξε όπως ο καλικάντζαρος, «ατσίλ, αγατζίμ, ατσίλ!». Αμέσως το δέντρο άνοιξε κι ο χωρικός θαμπώθηκε από το φως που ξεχύθηκε από μέσα του! Κατέβηκε τα σκαλοπάτια και είδε αμέτρητες κάμαρες γεμάτες χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμα πετράδια! Για μια στιγμή σάστισε από τα τόσα πλούτη και δεν ήξερε τι να κάνει. Ήταν, ωστόσο, άνθρωπος λογικός και καθόλου πλεονέκτης. Γρήγορα συνήλθε και αναζήτησε το μικρό μύλο. «Δε μου χρειάζεται τίποτα απ’ όλ’ αυτά, παρά μόνο ο μύλος», σκέφτηκε. Βρήκε την κρυψώνα του, τον πήρε, ανέβηκε πάλι τα σκαλοπάτια, διέταξε το δέντρο να κλείσει με τα μαγικά λόγια και τράβηξε για το σπίτι του.dscn7545-2

Φανταστείτε τι έγινε όταν ο φτωχός χωρικός πήγε στην οικογένειά του και ο μύλος άρχισε να βγάζει άφθονα ό,τι αγαθά του ζητούσε: φαγητά, ρούχα, παιχνίδια για τα παιδιά, χρήματα. Η γυναίκα του κόντεψε να τρελαθεί από τη χαρά της. Την Πρωτοχρονιά ο φτωχός και η οικογένειά του πήγαν στην εκκλησιά με καινούργιες φορεσιές και έριξαν στο δίσκο χρυσά νομίσματα. Όλο το χωριό απορούσε με αυτό το θαύμα. Ο μυλωνάς, που μόλις την προηγούμενη μέρα ο φτωχός παρακαλούσε να του δώσει λίγο αλεύρι, για να φάνε ψωμί τα παιδιά του, έμεινε άναυδος. Περισσότερο απ’ όλους, όμως, παραξενεύτηκε ο πλούσιος αδερφός του. «Κάτι τρέχει, κάποιο θησαυρό θα βρήκε αυτός, πρέπει να πάω να μάθω…», συλλογίστηκε και τα μάτια του γυάλιζαν από την απληστία.

Την άλλη κιόλας μέρα, ο πλούσιος αδερφός πήγε στο σπίτι του φτωχού και προσπάθησε να μάθει τι συμβαίνει. Ο φτωχός, όμως, είχε ορμηνέψει τα παιδιά και τη γυναίκα του να μη μιλήσουν. Αν και δεν κατάφερε να μάθει τίποτα, δεν το έβαλε κάτω. Πήγαινε κάθε μέρα και τους έταζε διάφορα, για να του αποκαλύψουν το μυστικό. Έτσι, μια μέρα που ο αδερφός του έλειπε σε δουλειά, πίεσε τόσο πολύ τη γυναίκα του, που εκείνη θύμωσε, ξεχάστηκε και του φανέρωσε το μυστικό τραγουδώντας:
– «Από το μύλο μας το μαγικό
ό,τι ζητήσω έχω εγώ.
Κι εσένα που μας περιφρονούσες
και διόλου δε μας συμπονούσες,
θα σε περάσουμε στα πλούτη,
τσιγκούναρε γεροξεκούτη!dscn7551-2

Ο πλούσιος αδερφός κόντεψε να σκάσει από τη ζήλια του. Ο μύλος του έγινε έμμονη ιδέα. Έβαλε στόχο να τον αποκτήσει με κάθε μέσο και να φύγει από την Ίμβρο. Άρχισε, λοιπόν, να καλοπιάνει τον αδερφό του:
– «Δώσε μου το μύλο και θα σου χαρίσω όλα μου τα κτήματα, όλα μου τα ζωντανά, όλη μου την περιουσία και θα φύγω με τη γυναίκα μου στα ξένα. Θα μείνεις μοναδικός άρχοντας αυτού του τόπου».
– «Μα την παραμονή των Θεοφανίων, οι Καλικάντζαροι θα επιστρέψουν και θα αναζητήσουν το μύλο τους. Τι θα γίνει τότε; Θα καταλάβουν ότι τους τον πήραμε και θα θελήσουν να μας εκδικηθούν. Εγώ σκοπεύω αύριο να τον επιστρέψω στη θέση του. Μου φτάνουν και μου περισσεύουν όσα αγαθά απέκτησα», του απαντούσε ο φτωχός αλλά μυαλωμένος αδερφός.
– «Την παραμονή των Θεοφανίων, εγώ θα έχω φύγει! Θα ναυλώσω ένα καΐκι και θα ταξιδέψω μακριά, σε τόπο που δε θα τον ξέρει κανείς. Έλα, αδερφέ μου, δώσε μου το μύλο και θα σου χαρίσω ό,τι έχω και δεν έχω. Εσύ δεν έχεις να χάσεις τίποτα. Ο μύλος θα βρίσκεται πλέον στα χέρια μου κι αν οι καλικάντζαροι θελήσουν να εκδικηθούν, το κακό θα βρει μονάχα εμένα!», επέμενε ο πλούσιος που το μάτι του δε χόρταινε με τίποτα.dscn7545-2

Με τα πολλά, ο φτωχός δέχτηκε να παραδώσει στον πλούσιο αδερφό του το μύλο με αντάλλαγμα την περιουσία του. Αμέσως ο πλούσιος κατέβηκε στο λιμάνι, για να ναυλώσει ένα καΐκι και να φύγει από το νησί. Δε βρήκε, όμως, και γύρισε στο σπίτι του άπρακτος, γιατί κανένα καΐκι δεν έφευγε πριν αγιαστούν τα νερά. Αλλά κι οι Καλικάντζαροι αντί να γυρίσουν στο δέντρο τους την παραμονή των Θεοφανίων, γύρισαν μια μέρα νωρίτερα. Όταν είδαν ότι έλειπε ο μύλος τους, έγιναν θηρία ανήμερα. Ο αρχηγός τους έγινε κατακόκκινος από το θυμό του και διέταξε να σκορπιστούν σε όλα τα γύρω χωριά και να ανακαλύψουν τον κλέφτη, πριν αγιαστούν τα νερά. Εκείνος έμεινε στο κρησφύγετό τους, να περιμένει τα μαντάτα.

Ωστόσο, ένα μικρό καλικαντζαράκι είχε σκαρφαλώσει στο τζάκι το βράδυ που συνομιλούσαν τα δυο αδέρφια και άκουσε όλα όσα είπαν. Έτρεξε στον Αρχικαλικάντζαρο και του τα είπε χαρτί και καλαμάρι:
– «Απόψε φεύγει ο κλέφτης του μύλου, αφεντικό! Κατέβηκε χτες στο γιαλό να βρει καΐκι, μα δεν τα κατάφερε».
– «Μπράβο, καλικαντζαράκι μου! Άκουσε τώρα πως θα τον παγιδέψουμε. Εγώ θα κατέβω στο λιμάνι του Κάστρου και θα περιμένω μέσα σε μια βάρκα. Εσύ θα πας στον κλέφτη του μύλου μας μεταμφιεσμένος σε ναύτη και θα του πεις ότι αναχωρούμε το συντομότερο. Αν θέλει να ταξιδέψει μαζί μας, θα πρέπει να κατέβει αμέσως στο λιμάνι με τα πράγματά του, γιατί θα σαλπάρουμε νωρίς, για να φτάσουμε στη Σαμοθράκη πριν αγιαστούν τα νερά», πρόσταξε ο Αρχικαλικάντζαρος.dscn7541-2

Έτσι κι έγινε. Σε λίγο έφτασε στο λιμάνι ο πλούσιος αδερφός με τη γυναίκα του και με ένα καλάθι που είχε μέσα το μύλο. Μπήκε στο καΐκι μαζί με το καλικαντζαράκι, που ήταν μεταμφιεσμένο σε ναύτη. Ο Αρχικαλικάντζαρος που παρίστανε τον καπετάνιο, σήκωσε αμέσως άγκυρα για Σαμοθράκη. Σε όλο το ταξίδι ο πλούσιος αδερφός και η γυναίκα του παρακαλούσαν να ξημερώσει γρήγορα και να αγιαστούν τα νερά, για να πάψουν να κινδυνεύουν από τους καλικάντζαρους. Οι καλικάντζαροι, πάλι, συλλογίζονταν με τι τρόπο θα άρπαζαν το μύλο από το καλάθι του. Ήταν, βλέπετε, σκεπασμένος με ένα πετσετάκι, που είχε επάνω του κεντημένο ένα σταυρό! Που να πλησιάσουν οι καλικάντζαροι!dscn7557-2

Γύρω στα μεσάνυχτα, είπε ο καπετάνιος στο ναύτη του:
– «Βάλε να βράσει λίγο ρύζι, να κάνεις σούπα να φάμε, γιατί πείνασα».
– «Στις προσταγές σου, καπετάνιε μου», είπε το ναυτάκι-καλικαντζαράκι κι άναψε την πυροστιά στην πλώρη, για να φτιάξει τη σούπα. Μετά από λίγο, φώναξε:
– «Καπετάνιε, ξεχάσαμε να πάρουμε αλάτι και θα φας τη σούπα σου ανάλατη».
– «Δεν τρώγεται ανάλατη αυτή η σούπα, βρε ναυτόπουλο! Έχασες τα μυαλά σου; Μήπως τυχόν έχετε μαζί σας λίγο αλάτι;», ρώτησε τον πλούσιο αδερφό και τη γυναίκα του ο καπετάνιος.
– «Εμείς έχουμε ό,τι θελήσουμε, μόνο σίμωσε να πάρεις το αλάτι που ζήτησες», είπε ο πλούσιος αδερφός με έπαρση κι έβγαλε το μύλο απ’ το καλάθι του. Τον κράτησε μπροστά του με τα χέρια τεντωμένα και είπε δυνατά:
– «Μύλε μου, αφέντη μύλε μου,
βγάλε ψιλό αλάτι,
να νοστιμίσει η σούπα μας,
σύμφωνα με τα γούστα μας!».dscn7558-2

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του κι ο μύλος άρχισε να βγάζει αλάτι. Άλλο που δεν ήθελαν κι οι καλικάντζαροι, όρμησαν να τον αρπάξουν από τα χέρια του πλούσιου χωρικού και ακολούθησε πάλη φοβερή! Πάλευαν οι Καλικάντζαροι να τους πάρουν το μαγικό μύλο, πάλευαν κι ο πλούσιος με τη γυναίκα του να τον βάλουν πάλι στο καλάθι και να τον σκεπάσουν με το πετσετάκι με το σταυρό, για να τον σώσουν. Όλη αυτήν την ώρα, ο μύλος έβγαζε αλάτι ασταμάτητα και το καΐκι άρχισε να γεμίζει και να βουλιάζει από το παραπανίσιο βάρος…

Το ξημέρωμα τους βρήκε να συνεχίζουν την πάλη με λυσσαλέο πείσμα. Ξαφνικά, από την αντικρινή στεριά της Σαμοθράκης ακούστηκαν ψαλμωδίες, το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε!…». Τότε οι καλικάντζαροι εξαφανίστηκαν στη στιγμή, το καΐκι βούλιαξε κι ο πλούσιος αδερφός με τη γυναίκα του βρέθηκαν στη θάλασσα. Καθώς πάλευαν με τα κύματα να σωθούν, ο μύλος τους ξέφυγε από τα χέρια και πήγε στον πάτο της θάλασσας. Τελικά, κατάφεραν να βγουν στην ακτή της Σαμοθράκης κολυμπώντας και κατάλαβαν ότι όλα τα πλούτη του κόσμου δεν άξιζαν όσο η ζωή τους…dscn7555-2

Ο μύλος βρίσκεται ακόμη βυθισμένος στο θαλάσσιο πέρασμα ανάμεσα στην Ίμβρο και τη Σαμοθράκη, που είναι από τα βαθύτερα σημεία του Αιγαίου και συνεχίζει να βγάζει αλάτι. Γι’ αυτό η θάλασσα είναι πολύ αλμυρή, όσες βροχές και να κάνει, όσα ποτάμια με γλυκό νερό και να χυθούν μέσα της. Κάθε χρόνο, κάποιοι από αυτούς που ταξιδεύουν νύχτα το Δωδεκαήμερο σ’ εκείνη την περιοχή, ισχυρίζονται ότι διακρίνουν βάρκες γεμάτες μαυριδερούς ναύτες, που ολοένα βουτούν στη θάλασσα, σα να γυρεύουν κάτι. Είναι οι καλικάντζαροι που ψάχνουν να βρουν το μύλο τους, αλλά δεν τα καταφέρνουν. Έτσι, η θάλασσα ανάμεσα στην Ίμβρο και τη Σαμοθράκη παραμένει αλμυρή!

Από τα “Παραμύθια της Ίμβρου”, λογοτεχνική απόδοση-επιμέλεια Εύη Τσιτιρίδου – Χριστοφορίδου, εικονογράφηση Αικατερίνη – Αίγλη Ποταμίτου, εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 2005

Το Πάτημα του Έλληνα

Χρυσοστόμου Σμύρνης σήμερα. Μνήμη βαριά σαν αμόνι. Ψυχή αέρινη, κεράκι αναμμένο στην Αγία Φωτεινή Νέας Σμύρνης. Φλόγα που τρεμοπαίζει από το δροσερό αγέρι κι από τις νοτισμένες ανάσες ολόγυρα. Παράξενη σιγαλιά με τόσο κόσμο μέσα στην εκκλησία. Κι η ψαλμωδία είναι σαν να ακούγεται από μακριά, από την άλλη πλευρά του Αιγαίου σαν ψίθυρος και σαν παράπονο αγγέλου μοναχικού…he-smyrna-burn-13t14d-quay-buildings2

Ο βίαιος ξεριζωμός από τις πατρογονικές εστίες δεν είναι μοίρα. Κάποιοι υφαίνουν την σκληρή, πνιγηρή κάπα του με μαύρες ατσάλινες κλωστές και την απλώνουν χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ, σε ουρανούς που υποφέρουν άδικα, ενώ υπάρχουν εις τους αιώνας των αιώνων και αξίζουν για να υποδέχονται όλους τους ήλιους και τ’ αστέρια στο ευλογημένο σώμα τους.

Η ιστορία βοά. Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Η καθ’ ημάς Ανατολή υποφέρει, οι λαοί της παραδίδονται βορά στην προσφυγιά. Εδώ, στην ίδια θάλασσα ξανά. Η ιστορία μας πονά. Αλλά εμείς δεν θα ταϊσουμε τη λήθη. Θα προχωράμε με τα μάτια ανοιχτά. Ψύχραιμα, αποφασιστικά, μπροστά. Και θα λέμε την αλήθεια στα παιδιά.χρυσοστομος-σμυρνης

Γι’ αυτό, διαβάστε «Το πάτημα του Έλληνα» της Ελένης Σβορώνου. Σκεφτείτε, συζητήστε, νιώστε, μοιραστείτε κάθε του παράγραφο με όσους αγαπάτε, μικρούς και μεγάλους. Η συγγραφέας, πολυτάλαντη, φίλη αγαπημένη, πρόσφερε απλόχερα την καλοσύνη και την ομορφιά της ψυχής της, αλλά και τον πλούτο των γνώσεών της σε αυτό το μικρό ζαφείρι. Στις σελίδες του θα αναγνωρίσετε και θα απολαύσετε όλα τα συστατικά της καλής γραφής. Πήρε ένα θέμα απίστευτα δύσκολο, ευαίσθητο και πονετικό και το απέδωσε ως αφήγημα πολυεπίπεδο, με την αισθαντική και στιβαρή ταυτόχρονα πένα της, με τρόπο αριστοτεχνικό. Δυσκολεύτηκα πολύ να το διαβάσω, μου πήρε μήνες. Με έπνιγε η συγκίνηση. Με βάραιναν οι διηγήσεις των παππούδων μου και άλλων συγγενικών και φιλικών προσώπων. Το άφηνα, το ξανάπιανα. Το τελείωσα σήμερα κι ένα πάλλευκο αηδόνι λες και πέταξε επιτέλους ελεύθερο μέσα από το στήθος μου, να κελαηδήσει και πάλι για το καλό και το δίκαιο, πέρα απ’ τα σαράντα κύματα…filesempros_447071742

Μπορώ να φανταστώ από πρώτο χέρι τον κόπο, την εγρήγορση, την ευθύνη, την αγωνία της συγγραφής ενός βιβλίου σαν αυτό, που απαιτεί ενδελεχή έρευνα για να διαμορφωθεί ως κείμενο, έτσι ώστε να επιτελέσει το βασικό του στόχο: τη μετάδοση του βιώματος εκείνης της εποχής, την ουσιαστική διδαχή μιας κομβικής ιστορικής στιγμής στους αναγνώστες. Δεν είναι παραμύθι. Δεν είναι μυθοπλασία. Δεν είναι παιχνίδισμα του λόγου. Οφείλεις να σκύψεις με απεριόριστο σεβασμό στις πηγές, στα ντοκουμέντα, στις μαρτυρίες. Και η φαντασία, ο λυρισμός, η ενσυναίσθηση, μόνο ως μικρές, προσεκτικά ζυγισμένες πινελιές τρυφερότητας και ανθρωπιάς μπορούν να συνεισφέρουν στη διαμόρφωση αυτού του κατεξοχήν ρεαλιστικού πίνακα ζωγραφικής. Γιατί η Ελένη Σβορώνου κυριολεκτικά ζωγραφίζει τις δραματικές εκείνες στιγμές, με τρόπο λιτό κι απέρριτο. Με αγάπη, με γνώση, με ευαισθησία. Με την αγάπη του ανθρώπου που συμπάσχει, με τη γνώση του επιστήμονα που διαβάζει και «μεταφράζει» τις πηγές κριτικά και όσο πιο πολύ μπορεί αντικειμενικά και με την ευαισθησία του λογοτέχνη που συναισθάνεται τον απόηχο των γεγονότων και τα πάθη και παθήματα των πρωταγωνιστών τους ως τα βάθη της καρδιάς του.

Το βιβλίο έχει τιμηθεί με Εύφημο Μνεία από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Επίσης, συγκαταλέχθηκε στη μικρή λίστα των «Λογοτεχνικών Βραβείων του Αναγνώστη 2015» και στη βραχεία λίστα για το Βραβείο εφηβικού ή νεανικού μυθιστορήματος, του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ – Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου 2015. Το εξαιρετικό εξώφυλλό του έχει φιλοτεχνήσει ο αγαπημένος Soloúp.

Ελένη Σβορώνου και εκδόσεις Κέδρος, σας ευχαριστούμε για αυτόν τον μικρό θησαυρό. Ελπίζω και εύχομαι να μη λείψει από καμιά βιβλιοθήκη, ιδιαίτερα από καμιά σχολική και πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη…Svoronou

Ο Νικηφόρος ανακαλύπτει τα συναισθήματα

Αυτές τις μέρες προσπαθώ να αποχαιρετήσω τη χρονιά που φτάνει στο τέλος της και αυτό συνεπάγεται και πολλή φασίνα στο σπίτι. Μην απορείτε. Για όσους εργαζόμαστε στην εκπαίδευση, ο κύκλος του χρόνου ολοκληρώνεται τον Αύγουστο και ξαναρχίζει το Σεπτέμβρη, με την έναρξη της νέας σχολικής και ακαδημαϊκής χρονιάς. Μια από τις λιγότερο κουραστικές αλλά πολύ χρονοβόρες οικιακές εργασίες αυτής της περιόδου, λοιπόν, είναι και το ξεσκόνισμα και ξεσκαρτάρισμα των βιβλιοθηκών. Βιβλία, βιβλία, βιβλία. Ειδικά τα παιδικά, αλλά και όσα αξιοποιώ στο σχολείο με διάφορους τρόπους, είναι πλέον ο βασικός και αδιαφιλονίκητος ιδιοκτήτης των ραφιών του σπιτιού. Κοντεύουν να εκτοπίσουν από τις έδρες τους τα ρούχα, ακόμη και τα κουζινικά. Μονάχα τα παιχνίδια του Νικηφόρου αντιστέκονται σθεναρά…

Μπορείτε ίσως να φανταστείτε γιατί είναι τόσο χρονοβόρα αυτή η διαδικασία: συνεχώς κάτι με αποσπά από τον κυρίως στόχο μου, που είναι η οργάνωση και κατηγοριοποίηση του εντύπου θησαυρού μου, ώστε να βρίσκω εύκολα και άμεσα ό,τι χρειάζομαι για την καθημερινότητα του σχολείου (και όχι μόνο). Τι με αποσπά; Τι άλλο από τα ίδια τα βιβλία! Το ένα μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια, το άλλο το έχω από φοιτήτρια, το τρίτο μου το χάρισε ο αγαπημένος μου, το τέταρτο είναι το πρώτο παραμύθι που διάβασα όταν διορίστηκα και πάει λέγοντας. Για να μη μακρηγορώ, θα σας αποκαλύψω ποιο βιβλίο έβγαλα από τη θέση του, το χάιδεψα, το ξαναδιάβασα και το ετοίμασα για την πρώτη μέρα στην τάξη μου φέτος. Μη μου πείτε ότι δεν έχετε ούτε μια στάλα περιέργεια, γιατί δεν θα σας πιστέψω!Νικ_Συν

Το παίρνω στα χέρια μου. Στο εξώφυλλό του το αγαπημένο μου χρώμα. Κυανό, σαν τη θάλασσα του Αιγαίου και σαν τον Αττικό ουρανό. Το κρατώ πάνω στην καρδιά μου και κλείνω τα μάτια χαμογελώντας, σαν να πρόκειται…Μπα σε καλό μου, σιγοτραγουδώ κιόλας, για να φτιάξω ατμόσφαιρα! Τώρα το πλοίο έχει σαλπάρει / κι από τα μάτια σβήνει η στεριά / μες στα κατάρτια πετούνε οι… Μα τι συμβαίνει; Κάποιος με σκουντάει, ουπς! Με τσιμπάει μάλλον, άουτς! Έχει γούστο να κάνουν πουλάκια τα μάτια μου: ένας γλάρος! Nikiforos_Synaisthimata_1

Νικηφόρο με λένε. Καλημέρα!
– Α, δεν πάμε καλά. Τώρα ακούω και φωνές.
Ακριβή την έχετε την καλημέρα στο χωριό σου;
– Σιγά να μη σε λένε και Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Από πότε κυκλοφορούν γλάροι με ονοματεπώνυμο;
Διακρίνω μία ειρωνεία στον τόνο της φωνής σου και αυτό με πληγώνει λίγο. Πως τα πας με το συναισθηματικό σου κόσμο;
– Πριν λίγες μέρες διάβαζα Ίρβιν Γιάλομ. Γιατί, θα μου βάλεις διαγώνισμα;
Να τον και ο καμουφλαρισμένος θυμός. Δεν το είπα για να σε προσβάλω. Μα γιατί τσιμπιέσαι;
– Τώρα εσύ το βρίσκεις φυσιολογικό να κάθομαι και να με ψυχαναλύει ένας γλάρος; Και να καταλαβαίνω τι μου λέει κι από πάνω; Αν δεν ονειρεύομαι, κάτι σοβαρό τρέχει με μένα.
Χο χο χο! Έχεις πλάκα όταν φοβάσαι.
– Μη σου πω και τι άλλο παθαίνω όταν φοβάμαι, γιατί φοβάμαι ότι θα το πάθω. Και δεν θα είναι εύκολο να ανακουφιστώ στα κατσάβραχα, στα δικά σου τα λημέρια.
Θα πω στα ειδώλια να κοιτάξουν αλλού.
– Στα ποια; Τι ζω η δόλια!
Ηρέμησε, επιτέλους! Και ρίξε ένα βλέφαρο γύρω σου. Δεν αναγνωρίζεις το χώρο; Δεν έχεις καταλάβει που βρίσκεσαι;
– Ανάμεσα σε ειδώλια, πράγματι! Κυκλαδικά! Τα λατρεύω, είναι μοναδικά! Μου κλείνουν και το μάτι πονηρά. Καθόλου αγαλματάκια αμίλητα, ακούνητα κι αγέλαστα, όπως παίζαμε παλιά. Καθόλου ανέκφραστα. Αυτά ΝΙΩΘΟΥΝ. Το ΔΕΙΧΝΟΥΝ ζωγραφιστά. Και νιώθουν πολλά…nikiforos2

Φίλες και φίλοι, αυτό που μου συμβαίνει είναι απίστευτο κι όμως αληθινό! Βρίσκομαι στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, από τα πιο αγαπημένα μου στην Αθήνα. Και κουβεντιάζουμε μ’ ένα φίλο γλάρο, το Νικηφόρο. Έχει και τ’ όνομα του γιου μου, ο…πεταχτούλης, πώς να μην τον συμπαθήσω; Μα τι άλλο θέλω για να ικανοποιηθώ; Ας πετάξω απ’ τη χαρά μου! Πως το έλεγε το παλιό, πετυχημένο σύνθημα; Μ’ ένα βιβλίο πετάω!

Ελένη Γερουλάνου, Ο Νικηφόρος ανακαλύπτει τα συναισθήματα, Με οδηγό τα κυκλαδικά ειδώλια, εικονογράφηση Φίλιππος Φωτιάδης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013

Και για να «σοβαρευτούμε», τρία είναι τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του βιβλίου, που το ανάγουν όχι μόνο σε ένα εύχρηστο εργαλείο στα χέρια παιδαγωγών, εμψυχωτών και κάθε ανθρώπου που θέλει να ασχοληθεί ποιοτικά με παιδιά, αλλά και σε πραγματικό κόσμημα για κάθε βιβλιοθήκη: απλότητα, ευαισθησία, καλαισθησία. Οι παιδαγωγοί και οι εμψυχωτές μπορούν να αξιοποιήσουν κάθε λέξη και εικόνα του για να επινοήσουν, να φιλοτεχνήσουν, να αναπαραστήσουν, να αφηγηθούν, να παίξουν και να μοιραστούν νέες, αμέτρητες ιστορίες για τα συναισθήματα, πάντα μαζί με τα παιδιά. Είναι ένα βιβλίο-πασπαρτού, που κάθε φορά μπορεί να διαβαστεί με διαφορετική ματιά, με διαφορετική διάθεση, με διαφορετικό στόχο. Ο χαριτωμένος ιπτάμενος ξεναγός με το συμβολικό και ελπιδοφόρο όνομα Νικηφόρος, θα βοηθήσει στην εξοικείωση με έννοιες, σημασίες, νοήματα και βιώματα που έχουν δυσκολία για όλους μας. Γιατί ποιος ποτέ ισχυρίστηκε ότι κατανόησε και μπόρεσε να ερμηνεύσει με απόλυτη επιτυχία τα συναισθήματα, είτε τα δικά του, είτε άλλων συνανθρώπων του, ακόμη και πολύ δικών του προσώπων…nikiforos3

Βιβλίο χάρμα οφθαλμών, ευφάνταστο. Και μια ακόμη ευκαιρία για γνωριμία με τους θησαυρούς του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, για αστείρευτη δημιουργική έκφραση στο πλαίσιο προγραμμάτων μουσειακής αγωγής και παιδείας. Η ευρηματική του εικονογράφηση δεν μπορεί, άλλωστε, παρά να ανοίξει την όρεξη σε όσους έχουμε τέτοια μεράκια (και όχι μόνο, ελπίζω!)…Δείτε εδώ δουλειά του ταλαντούχου Φίλιππου Φωτιάδη: http://www.philphot.gr/home/. Εξαιρετικός!pph-web-xpp-photo

Nik

Και εδώ ο δικός μου Νικηφόρος, που ελπίζω και εύχομαι όχι μόνο να ανακαλύπτει αλλά και να βιώνει με πληρότητα τα συναισθήματα…την αλήθεια του.

Ο διαφορετικός Ε-Αυτός μας

autosΕίναι δύσκολο να διοχετεύσεις σε ένα ανάγνωσμα -που μάλιστα αφορά κυρίως στα παιδιά- ιδέες, αξίες και έννοιες που δεν αποτυπώνονται και δεν γίνονται αντιληπτές με τρόπο αποκλειστικά ορθολογικό και «χειροπιαστό» στην καθημερινότητά μας, αλλά απευθύνονται πρωτίστως στον ψυχισμό, στα συναισθήματα, στο ένστικτο και στην πνευματικότητα κάθε αναγνώστη. Και είναι άπειρες φορές πιο δύσκολο να μιλήσεις για τη διαφορετικότητα και τις σύμφυτες εκφάνσεις της, όπως τη βιώνεις ο ίδιος ή κάποια οικεία σου πρόσωπα, εξαιτίας κάποιου θέματος υγείας.

Τα τελευταία χρόνια υποδεχόμαστε στις σχολικές τάξεις όλο και περισσότερα διαφορετικά παιδιά. Η προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε τις ιδιαιτερότητες και τις δυσκολίες τους και να τους προσφέρουμε αυτό που πραγματικά θα τα βοηθήσει να προχωρήσουν τη ζωή τους παρακάτω όντας ο καλύτερος εαυτός τους, γιγαντώνεται και δεν μας αφήνει περιθώρια να κλείσουμε τα μάτια ή να παραμείνουμε προσκολλημένοι σε παλιές «ευκολίες» και παρωχημένες τακτικές. Έτσι, βρίσκεται σε εξέλιξη μία διαρκής αναζήτηση προσιτής και διαθέσιμης στον μη ειδικό βιβλιογραφίας, καθώς και εύχρηστων μεθοδολογικών εργαλείων και επαρκούς και κατάλληλου παιδαγωγικού υλικού, που θα μας προσφέρουν τα κατάλληλα ερεθίσματα, δυνατότητες και ευκαιρίες ώστε να δράσουμε αποτελεσματικά ως παιδαγωγοί, ως εμψυχωτές, ως γονείς και συγγενείς, ως συνάνθρωποι.

Ένα βιβλίο που διάβασα πρόσφατα και βρήκα εξαιρετικό για τον τρόπο με τον οποίο πραγματεύεται το θέμα του αυτισμού, είναι Ο Αυτός, του Πέτρου Πουλάκη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, σε εικονογράφηση του Βασίλη Παπατσαρούχα. Θεωρώ ότι είναι η καλύτερη ιστορία για παιδιά με αυτό το ευαίσθητο θέμα, που έχω εντοπίσει και διαβάσει ως τώρα στην ελληνική εκδοτική παραγωγή.

Η δράση εξελίσσεται στη φύση και ειδικότερα στον μικρόκοσμο της θαλάσσιας χελώνας, εύρημα που αυτομάτως κάνει το βιβλίο πολύ ελκυστικό για τα παιδιά, αφού ο,τιδήποτε αφορά στο φυσικό περιβάλλον και τα πλάσματά του πάντα τα ενδιαφέρει και τα χαροποιεί. Η κυρία Πηνελόπη, μια υπέροχη θαλάσσια χελώνα, γεννάει 75 αυγά στην φιλόξενη αμμουδιά! Ως στοργική μητέρα περιμένει με αγωνία να σκάσουν μύτη τα χελωνάκια της. Κι όταν αυτό συμβαίνει, είναι εκεί για να δώσει από ένα όνομα στο καθένα και μαζί τις πρώτες «οδηγίες» επιβίωσης. Αλλά η πρώτη επαφή με ένα από τα χελωνάκια της δεν θα είναι η αναμενόμενη:

«Ήταν έτοιμη να τα πάει για την πρώτη τους βουτιά στη θάλασσα, όμως ένας περίεργος θόρυβος την έκανε να γυρίσει πίσω.
Κρρριιιουουουίκ!
«Τι ’ναι αυτό;» φώναξε ξαφνιασμένη.
«Αυτό, αυτό, αυτό, αυτό, αυτό…» ακούστηκε μια τσιριχτή φωνή να επαναλαμβάνει την τελευταία λέξη της μαμάς Πηνελόπης σαν να ήταν ηχώ.
Και ξεπρόβαλε ένα μικρούτσικο χελωνάκι…».

Από αυτή τη στιγμή θα ξεκινήσει η συνεχής προσπάθεια της μαμάς Πηνελόπης και των υπόλοιπων παιδιών της να επικοινωνήσουν με το χελωνάκι που δεν συμπεριφερόταν όπως τα άλλα. Με το χελωνάκι που δεν άκουσε το όνομα «Γιάννης» που του έδωσε η μαμά του, που δυσκολευόταν να σταθεί στη σειρά όπως τ’ αδέρφια του, που αδυνατούσε να ακολουθήσει πιστά και συγκροτημένα τις οδηγίες της, που επέμενε και αποτολμούσε να κάνει πράγματα που δεν έκαναν τα αδέρφια του, που αντιλαμβανόταν τον κόσμο γύρω του με ένα διαφορετικό, «μυστηριώδη» και συχνά ακατανόητο και απαράδεκτο τρόπο για τους όμοιούς του. Και που τελικά αποδέχθηκε ως προσωπική ταυτότητα την πρώτη λέξη που είπε μόλις αντίκρισε τον κόσμο: «Αυτός».

Ο Αυτός είναι από μόνος του ένας διαφορετικός κόσμος. Για τα περισσότερα αδέρφια του απόκοσμος και απόμακρος, απογοητευτικός και απροσδιόριστος. Η μητέρα του τον αγαπά όπως όλα τα παιδιά της. Μυριάδες συναισθήματα, θετικά και αρνητικά, την κατακλύζουν στον αγώνα της να τον καταλάβει και να τον βοηθήσει. Προσπαθεί να αναμετρηθεί ταυτόχρονα με τον πόνο, τη λύπη, την περιέργεια, το θυμό, την ανησυχία, το φόβο, την ενοχή, την αμηχανία, την υπομονή, την ελπίδα, την προσμονή…Να οχυρώσει τον εαυτό της απέναντι σε όλα τα τεράστια ΓΙΑΤΙ που τη βασανίζουν. Αλλά η αδερφή του, η Βαγού, προσπαθεί να τον πλησιάσει με έναν άλλο τρόπο, τον ακριβώς αντίθετο από εκείνον των αδερφών της, συχνά και της μητέρας της. Έχοντας αποδεχτεί ως φυσιολογική, έχοντας ακόμη και θαυμάσει τη διαφορετικότητά του. Ο Αυτός -προσπαθεί να τους εξηγήσει- δεν είναι διαφορετικός, αλλά εξαιρετικός. Εξαίρεση στον κανόνα, ναι, αλλά όχι με αρνητικό πρόσημο. Εξαίρεση…εξαιρετική!

Πως φτάνει σε αυτό το συμπέρασμα; Με την υπομονή, την εξυπνάδα, την παρατηρητικότητα και την απέραντη αγάπη της. Η Βαγού προσφέρει ποιοτικό χρόνο στη σχέση της με τον Αυτό. Και τον προσφέρει με πραγματικό ενδιαφέρον. Στέκεται στο πλάι του ισότιμα, τον προστατεύει διακριτικά από την άγνοια, τις επικρίσεις και τις επιθέσεις των άλλων αδερφών. Προσπαθεί με ειλικρίνεια και αγνή, αφειδώλευτη αγάπη να κατανοήσει τον τρόπο που σκέφτεται και λειτουργεί, να ερευνήσει το πώς θα μπορέσει να σχετιστεί μαζί του πιο λειτουργικά, σεβόμενη ταυτόχρονα τις ιδιαιτερότητές του. Το σημαντικότερο όπλο σε αυτήν της την προσπάθεια είναι η συστηματική παρατήρηση της συμπεριφοράς του. Αυτή θα τη βοηθήσει να «εξιχνιάσει» πολλές από τις συμπεριφορές του, που εύκολα και αβασάνιστα χαρακτηρίζονται από τους πολλούς ως ακατανόητες, ενοχλητικές, αδιάφορες έως και παραβατικές. Το επιστέγασμα της προσπάθειάς της, που περιγράφει με πολύ παραστατικό, χαριτωμένο και τρυφερό τρόπο τι σημαίνει ενσυναίσθηση, είναι η ενέργειά της να μπει κυριολεκτικά μέσα στο καβούκι του Αυτού. Κοιτώντας τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια, θα αποκρυπτογραφήσει τον τρόπο με τον οποίο εκείνος βιώνει, αντιλαμβάνεται, κατανοεί, ερμηνεύει, εκφράζει και επικοινωνεί αυτό που συμβαίνει γύρω του. Και θα γίνει ο καταλύτης στην αποκατάσταση της σχέσης του με τη μητέρα και τα υπόλοιπα αδέρφια τους.

«…Η Βαγού δεν πίστευε στα μάτια της. Ανακάλυψε πως το καβούκι του Αυτού ήταν διάφανο! Μπορούσε από κει μέσα να βλέπει και να παρακολουθεί τα πάντα, μόνο που τα έβλεπε όλα διαφορετικά. Γιατί το καβούκι του ήταν σαν ένας τεράστιος μεγεθυντικός φακός! Μέσα εκεί πραγματικά χωρούσε ολόκληρος ο κόσμος, αλλά κομματιασμένος σ’ εκατομμύρια λεπτομέρειες. Κοιτώντας ένα δέντρο, η Βαγού δεν έβλεπε μόνο το δέντρο, την επόμενη στιγμή έβλεπε σε μεγέθυνση κάθε φύλλο, και μετά ήταν σαν να ερχόταν το φύλλο ακόμα πιο κοντά, κι έβλεπε τις ίνες και τα νεύρα του και τις σκονίτσες πάνω του σαν μεγάλες πέτρες.
Όταν κοιτούσε κάποιο πράγμα, τόσο αυτό μεγάλωνε, και η Βαγού αντίκριζε ένα σωρό σημαντικές και ασήμαντες λεπτομέρειές του.
«Τόσα πολλά πράγματα χρήσιμα κι άχρηστα μαζί! Χάνεσαι! Δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις, τι να πρωτοπροσέξεις!» μονολόγησε…».

Ο Πέτρος Πουλάκης γράφει με ευαισθησία και γνώση. Ο λόγος του είναι απλός, προσιτός, κατανοητός. Η ιστορία του Αυτού εξελίσσεται κλιμακωτά, ήπια, χωρίς να προκαλεί έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις στον αναγνώστη, κάτι που θα τον αποπροσανατόλιζε από την ουσία του θέματος. Και έτσι, σιγανά και απαλά, αλλά με ενάργεια, εγκυρότητα και πληρότητα, τον προετοιμάζει για τη μεγάλη ανατροπή: αυτήν που θα μετατρέψει έναν φαινομενικό αντιήρωα σε πραγματικό ήρωα. Έναν «αρνητικό» -με το συμβατικό τρόπο σκέψης- πρωταγωνιστή σε θετικό αγωνιστή, άξιο ευρύτερης αποδοχής, ανυπόκριτου θαυμασμού και αληθινής αγάπης, χωρίς τα συνήθη φτιασιδώματα συγκαλυμμένης λύπησης, αμηχανίας, διδακτισμού, καθωσπρεπισμού και ενοχών. Αγάπης που προσφέρεται αυθόρμητα, ισότιμα, λειτουργικά και τελικά φυσιολογικά και όχι από ελεημοσύνη, υπολογισμό, τακτικισμό, ή από ανάγκη και υποχρέωση.

Το κείμενο του Πέτρου Πουλάκη συνιστά ένα θαυμάσιο και αποτελεσματικό εργαλείο συμβουλευτικής, εκπαίδευσης και εμψύχωσης για το θέμα του αυτισμού. Μπορεί να αξιοποιηθεί ποικιλοτρόπως από κάθε νηπιαγωγό και δάσκαλο στην τάξη του, να αποτελέσει την αφορμή για εκπόνηση σχετικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων, να γίνει μοχλός συνεργασίας και αλληλοεπίδρασης με φορείς και με την ευρύτερη κοινότητα του κοινωνικού σχολείου, συνδυάζοντας τη φιλαναγνωσία με την αγωγή υγείας, την περιβαλλοντική, αισθητική και πολιτιστική εκπαίδευση. Και κυρίως να βοηθήσει στην καλλιέργεια και εδραίωση του θετικού και ευφρόσυνου παιδαγωγικού κλίματος που -ανεξαρτήτως του ρόλου μας- όλοι έχουμε ανάγκη στη σχολική καθημερινότητα: μαθητές, εκπαιδευτικοί, γονείς, ειδικοί θεραπευτές, εξωτερικοί συνεργάτες.

Η εικονογράφηση του βιβλίου από τον ξεχωριστό και ταλαντούχο Βασίλη Παπατσαρούχα δένει αρμονικά με το κείμενο. Ανακουφίζει την απολύτως δικαιολογημένη συναισθηματική διέγερση του αναγνώστη, υποστηρίζει την κατανόηση και εμπέδωση των γνωστικών στοιχείων, πληροφοριών, αξιών και νοημάτων κατά την εξέλιξη της ιστορίας. «Παίζει» με το κείμενο, όπως αρέσει στα παιδιά, διεγείροντας την περιέργεια, την παρατηρητικότητα και τη φαντασία τους. Κάθε εικόνα του καλού και όμορφου αυτού βιβλίου τα προκαλεί να φτιάξουν μια δική τους ιστορία μέσα στην ιστορία, είτε με την ηθελημένη αφαιρετικότητά της, είτε με τις μικρές, ιδιαίτερες και κάποτε απροσδόκητες λεπτομέρειες-πινελιές της. Τα χρώματα είναι καθαρά, φωτεινά, αποπνέουν γαλήνη, αισιοδοξία, γλυκύτητα. Ολοκληρώνεις την ανάγνωση του βιβλίου και το συναίσθημα που σε διακατέχει ως κατακλείδα πρόταση των δημιουργών του είναι η χαρά και η ελπίδα. Η πίστη ότι κάθε δύσκολη στιγμή, κάθε τι που βιώνουμε ως πρόβλημα, μπορεί να κυοφορεί ένα θαύμα, έναν μυστικό κώδικα επιβίωσης και επικοινωνίας που καλούμαστε να ανακαλύψουμε και να σεβαστούμε, να μοιραστούμε και να απολαύσουμε. Αρκεί να θέλουμε να το αναγνωρίσουμε ως τέτοιο ανάμεσα στις καθημερινές μας περιπλανήσεις. Αρκεί να πιστεύουμε ότι αξίζει, ότι έχει νόημα για μας να το ζήσουμε…

Η διαφορετικότητα ζει, λειτουργεί, εκφράζεται και δημιουργεί ανάμεσά μας. Άλλοι από μας τη θεωρούν ενοχλητική και προβληματική. Άλλοι χαρισματική και δώρο Θεού. Άλλοι δυσκολεύονται να την κατατάξουν, γιατί επιμένουν να το κάνουν χρησιμοποιώντας μόνο το μυαλό τους. Άλλοι παραμένουν ουδέτεροι, αδιάφοροι, τυπικοί απέναντί της, ο καθένας για τους λόγους του. Άλλοι αποφεύγουν ακόμη και να την πλησιάσουν, από άγνοια, αμηχανία, αδεξιότητα. Άλλοι τη λυπούνται και θλίβονται, νομίζοντας πως έτσι τη συμπονούν. Αλλά η διαφορετικότητα δεν χρειάζεται τίποτα απ’ όλα αυτά. Είναι τόσο ουράνια, τόσο υδάτινη, τόσο γήινη, όπως όλοι μας. Είναι το παιδί που είμαστε, που έχουμε, που μπορεί να αποκτήσουμε, ή να κληθούμε να εκπαιδεύσουμε. Είναι ο ενήλικος με τον οποίο μπορεί να σπουδάσουμε παρέα, να συνταξιδέψουμε, να συνεργαστούμε επαγγελματικά μαζί του. Είναι το άλλο μας μισό, που σε ανύποπτο χρόνο μπορεί να ερωτευθούμε και να συμπορευτούμε μαζί του στη ζωή. Είναι η επαφή και η σύνδεση με τον καλύτερο εαυτό μας. Η ικανότερη και επαρκέστερη αξιολόγηση του δείκτη ανθρωπιάς μας.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τις εκδόσεις ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ για την προσφορά σε όλους μας αυτού του εξαιρετικού βιβλίου. Και να ευχηθώ μέσα από την καρδιά μου πάντα τέτοια…

 

Η πράσινη ταράτσα

Στις 10 Απριλίου 2013 είχαμε τη χαρά να υποδεχτούμε στο 9ο Νηπιαγωγείο Νέας Σμύρνης την αγαπημένη εικονογράφο και συγγραφέα Λιάνα Δενεζάκη. Μας μύησε στην τέχνη της εικονογράφησης με χαρούμενο και παιγνιώδη τρόπο και όλοι μαζί συνεργαστήκαμε για τη δημιουργία του δικού μας πρωτότυπου βιβλίου. Μια ανέκδοτη δική μου ιστορία, «Η πράσινη ταράτσα», άνθισε και καρποφόρησε αγάπη και ενδιαφέρον για τη φιλαναγνωσία και για το περιβάλλον. Γιατί μ’ ένα βιβλίο στο χέρι, όλα μπορούν να συμβούν!

Πριν λίγες μέρες, διάβασα το “χειροποίητο” και συλλεκτικό πλέον αυτό βιβλίο στους μαθητές μου, στο ολοήμερο τμήμα του 7ου Νηπιαγωγείου Νέας Σμύρνης, στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού-πολιτιστικού προγράμματος που εκπονήσαμε κατά τη διάρκεια της φετινής σχολικής χρονιάς. Ενθουσιάστηκαν! Ήθελαν, φυσικά, να φτιάξουν ένα δικό τους βιβλίο και αυτοί. Μπορεί να μην προλάβαμε να εξασφαλίσουμε τις απαραίτητες συνθήκες ώστε αυτό να συμβεί. Έχουμε, όμως, την τύχη να διαθέτει πράσινη ταράτσα το κτιριακό συγκρότημα στο οποίο φιλοξενείται το νηπιαγωγείο μας! Και τα παιδιά δεν παρέλειψαν να φιλοτεχνήσουν τις δικές τους υπέροχες ζωγραφιές…PR_11PR_1PR_2PR_3PR_4PR_5PR_6PR_7PR_8PR_9PR_10PRASINI_TARATSA_1PRASINI_TARATSA_2PRASINI_TARATSA_3

Το αυγό που ράγισε

 

Μεγάλη Πέμπτη. Η γιαγιά Ναυσικά βάφει, όπως κάθε χρόνο, τα πασχαλινά αυγά. Ένα από αυτά ραγίζει στο βράσιμο και όλα τα υπόλοιπα, τα γερά, αρχίζουν να το κοροϊδεύουν και να το υποτιμούν. Η στάση τους δεν διαφέρει από εκείνη πολλών συνανθρώπων μας μπροστά στην αδυναμία, την αναπηρία, τη διαφορετικότητα. Όμως ο εγγονός της, ο Νικηφόρος, θα βρει τον τρόπο να κάνει το ραγισμένο αυγό από τελευταίο πρώτο και να του χαρίσει μια καινούργια αποστολή, επαναφέροντας τη χαμένη του αυτοπεποίθηση. Πως; Μα φυσικά επιστρατεύοντας την ευαισθησία, τη συμπόνια, την αγάπη, τις γνώσεις, τη φαντασία και την ευρηματικότητά του. Γιατί κανείς δεν περισσεύει στη ζωή και στην κοινωνία μας. Και έρχεται κάποτε για όλους μας η ώρα που θα νιώσουμε αδύναμοι, θα δοκιμαστούμε από τον πόνο, τη λύπη, τη δύσκολη στιγμή…

Το αυγό που ράγισε είναι μια ιστορία για τη διαφορετικότητα και τη δύναμη της καλοσύνης και της αγάπης, τη συμπεριφορά μας απέναντι στο απρόοπτο, στην ατυχία, στη δύσκολη στιγμή του άλλου. Εκτυλίσσεται στη γιορτινή ατμόσφαιρα του Πάσχα, περιγράφοντας παράλληλα και πολλά από τα σχετικά έθιμα της πατρίδας μας.

Περιέχει, επίσης, ιδέες και προτάσεις για την ψυχαγωγία και τη δημιουργική απασχόληση των παιδιών. Η εικονογράφηση είναι της Έφης Κοκκινάκη και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σαϊτης.

Ταξιδεύοντας στη “Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη”

Malliaras_1Στις 30 Μαρτίου 2015 πέρασα ένα αξέχαστο πρωινό στα Νέα Εκπαιδευτήρια Γ. Μαλλιάρα, με τα παιδιά, τους δασκάλους και γονείς των παιδιών της Ε’ Δημοτικού. Ήμουν καλεσμένη τους με αφορμή το βιβλίο μου “Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη”, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Έχοντας συνεργαστεί άψογα με τους δασκάλους των παιδιών και προετοιμάζοντας την επίσκεψή μου 3 σχεδόν μήνες πριν, η συγκεκριμένη εμπειρία εξελίχθηκε σε ένα ενδιαφέρον διαδραστικό happening 150 περίπου ατόμων, μαθητών, γονέων, δασκάλων και άλλων συνεργατών. Παράλληλα, μια υπέροχη “βυζαντινή” γωνιά στήθηκε με αγάπη και μεράκι στο χώρο της βιβλιοθήκης του σχολείου από τα χαρισματικά αυτά παιδιά και τους άξιους δάσκάλους τους, Δήμητρα Γκούβα, Κωνσταντίνα Καραθανάση, Αργύρη Κασελούρη και Θωμαή Προδρόμου.Malliaras_Gonia_Vivliou

Η κεντρική ιδέα ήταν να «ταξιδέψουμε» στη Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη βιωματικά, με όλες τις αισθήσεις μας. Έτσι όπως ταιριάζει στους ανήσυχους και διψασμένους για τη χαρά της γνώσης και την απόλαυση της περιήγησης μικρούς (και όχι μόνο) ερευνητές της ιστορίας. Αφού, λοιπόν, έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις μεταξύ μας και απάντησα στις ερωτήσεις των παιδιών για το βιβλίο και τη μαγευτική περιπέτεια της συγγραφής και της έκδοσης, δημιουργήθηκαν -με τη βοήθεια των δασκάλων τους- 5 ομάδες, μία για κάθε αίσθηση, με το δικό της δημιουργικό «καθήκον» η κάθε μία. Ο χρόνος που είχαν στη διάθεσή τους ήταν περίπου 80 λεπτά. Μετά συγκεντρωθήκαμε πάλι ως ολομέλεια και κάθε ομάδα παρουσίασε στις υπόλοιπες τη δουλειά της. Το αμφιθέατρο έσφυζε από ζωή, ιδέες και δεξιότητες που έπρεπε να μεταμορφώσουν τις ιδέες σε πράξη άμεσα και ευρηματικά. Και βέβαια όλο αυτό έπρεπε να συμβεί σε πνεύμα συνεργασίας και συμπληρωματικότητας. Καθόλου απλό, καθόλου εύκολο…Αλλά όχι ακατόρθωτο!Mallaras_GMalliaras_3

Οι φωτογραφίες αποτυπώνουν μερικά μόνο στιγμιότυπα της δράσης. Μια δράσης που πραγματικά δεν άφησε καμία αίσθηση παραπονεμένη. Νιώθω τυχερή και ευγνώμων που μοιράστηκα μαζί με παιδιά, τους γονείς και τους δασκάλους τους αυτήν την ξεχωριστή εμπειρία. Που μου χάρισαν, για άλλη μια φορά, την έμπρακτη απόδειξη της πραγματοποίησης του οράματος που είχα για το συγκεκριμένο βιβλίο, όταν το έγραφα, όταν αγωνιζόμουν να πείσω για την έκδοσή του, όταν τελικά, μετά από τον κόπο και την εμπιστοσύνη πολλών άξιων συνεργατών στις εκδόσεις Πατάκη, το είδα ακόμη και να βραβεύεται. Evi_Dimitra_1

Δεν είναι λίγο να βλέπεις να παίρνει σάρκα και οστά μπροστά σου, από τόσους ανθρώπους που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζες, το όνειρό σου για μια παιδαγωγική διεργασία με νόημα, ενεργητική δράση, ζωντάνια και συμμετοχικότητα, με αποτύπωμα ανεξίτηλο στο χρόνο και στις καρδιές. Γιατί αυτό που συνέβη εκείνη τη μέρα είμαι βέβαιη ότι αρκετοί από τους παρευρισκόμενους, μικρούς και μεγάλους, θα το θυμούνται ως μια ευχάριστη και διαφορετική ανάμνηση μιας σχολικής ημέρας. Και αυτό μετράει για μένα περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ανταμοιβή. Τους ευχαριστώ θερμά όλους. Και παραθέτω το concept της δράσης για όσες και όσους θα ήθελαν να το αξιοποιήσουν με τις δικές τους ομάδες παιδιών, ταξιδεύοντας βιωματικά σε όποιο χωροχρόνο της Ιστορίας επιλέξουν.Malliaras_BMalliaras_H

ΟΜΑΔΑ: ΟΡΑΣΗ

«Ήσαν δύο τινές παίδες πατρός ενός…». Κάπως έτσι ξεκινούσαν τα παραμύθια που έλεγαν οι βυζαντινοί. Τα αφηγούνταν κυρίως οι μητέρες, οι τροφοί και οι γιαγιάδες, για να ηρεμήσουν και να κοιμίσουν τα παιδιά. Πολλά βυζαντινά παραμύθια ήταν…«μεταμφιεσμένοι» αρχαίοι ελληνικοί μύθοι, ή μύθοι του Αισώπου διασκευασμένοι σύμφωνα με τη χριστιανική ηθική. Άλλα μιλούσαν για ανθρώπους που μεταμορφώνονταν σε άλογα, ή για ζώα, στοιχεία της φύσης, αλλά και άψυχα αντικείμενα, που -μυστήριο πως- αποκτούσαν ανθρώπινη φωνή και συναισθήματα. Συνήθιζαν, επίσης, να διηγούνται αστείες και διδακτικές ιστορίες από τους Βίους των Αγίων και από την καθημερινή ζωή, γελοιοποιώντας ανθρώπινα πάθη και ελαττώματα, όπως την ψευτιά, την κλεψιά, τη φιλαργυρία, κ.ά…Σταδιακά έγιναν δημοφιλή τα παραμύθια για αντρειωμένα βασιλόπουλα και πεντάμορφες βασιλοπούλες, αλλά και για «κακούς» δράκους που προκαλούσαν καταστροφές και έβαζαν σε μπελάδες τους «καλούς» ήρωες. Ωστόσο «…μήτ’ εγώ ήμουν εκεί, μήτε σεις να το πιστέψετε!». Κάπως έτσι τελείωναν τα βυζαντινά παραμύθια.

Γράψτε ένα δικό σας βυζαντινό παραμύθι, χρησιμοποιώντας τις λέξεις – κλειδιά: Ακρίτας, αμπέλι, ενέδρα, Αγία Σοφία, θησαυρός, καταιγίδα, αυτοκράτειρα, Κωνσταντινούπολη, αλεπού, λιμάνι. Εικονογραφήστε τα βασικά του «επεισόδια».Malliaras_AMalliaras_N

ΟΜΑΔΑ: ΓΕΥΣΗ

Με ψαλίδι, κόλλα και εικόνες από περιοδικά, ετοιμάστε ένα λαχταριστό τραπέζι στο…χαρτόνι με την τεχνική του κολλάζ, χρησιμοποιώντας τρόφιμα που γνώριζαν, μαγείρευαν και έτρωγαν οι Βυζαντινοί. Ό,τι δεν βρείτε σε έτοιμη εικόνα, ζωγραφίστε το με τους μαρκαδόρους σας! Μπορείτε να πάρετε ιδέες και από τις σελίδες 67, 68, 72 και 75 του βιβλίου «Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη».Malliaras_J

Malliaras_EΟΜΑΔΑ: ΑΚΟΗ

Από το μουσικό CD «Τ’ αηδόνια της Ανατολής – Τραγούδια Θράκης και Μικράς Ασίας» ακούστε το ακριτικό τραγούδι «Μοναχογιός ο Κωνσταντής» (περιοχή Προποντίδας). Προσπαθήστε να δραματοποιήσετε το τραγούδι ή να το παρουσιάσετε με παντομίμα. Πρώτα όμως, μπείτε σε ρόλο σκηνοθέτη και καταγράψτε πώς θα «στηθεί» το δρώμενο σε όλες τις πτυχές του: πόσους «ηθοποιούς» θα χρειαστείτε, τι έπιπλα, κοστούμια και αντικείμενα, πώς θα κινηθούν οι πρωταγωνιστές σας στο χώρο, τι εκφράσεις θα παίρνει το πρόσωπό τους κατά τη διάρκεια της παρουσίασης, κ.τ.λ.. Μπορείτε να πάρετε ιδέες και από τις σελίδες 21, 32, 33, 45 του βιβλίου «Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη».Malliaras_MMalliaras_L

ΟΜΑΔΑ: ΟΣΦΡΗΣΗ

Κάτι ύποπτο συμβαίνει έξω από τα τείχη της Βασιλεύουσας και ως ανοιχτομάτηδες βυζαντινοί φρουροί…μυριστήκατε τον κίνδυνο. Ετοιμάστε ένα σχέδιο και ένα χάρτη άμυνας, για να αποκρούσετε ξαφνική επίθεση των εχθρών από ξηρά και θάλασσα. Το έργο σας θα μπορούσε να είναι και τρισδιάστατο, αξιοποιώντας ανακυκλώσιμα υλικά. Εφόδιά σας οι μαρκαδόροι, χαρτιά και χαρτόνι, οι σελίδες 12, 16, 29, 48, 49, 64, 65, 66 του βιβλίου «Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη» και φυσικά η φαντασία σας!Malliaras_ZMalliaras_O

ΟΜΑΔΑ: ΑΦΗ

Δημιουργήστε ένα αυτοσχέδιο δείγμα βυζαντινής τέχνης (όχι αναγκαστικά θρησκευτικού περιεχομένου) με τη μέθοδο του ψηφιδωτού. Μπορεί το έργο σας να «αφηγηθεί» μια ιστορία εμπνευσμένη από τα βυζαντινά χρόνια, ολοκληρωμένη ή ένα μέρος της, πραγματική ή και φανταστική; Εφόδιά σας τα χρωματιστά χαρτιά γλασέ και μεταλλιζέ, ένα λευκό χαρτόνι, κόλλες, ψαλίδια, οι σελίδες 36, 37, 42, 43 του βιβλίου «Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη» και φυσικά η φαντασία σας!Malliaras_6Malliaras_7

Η μοναξιά των συνόρων

Monaxia_GlykeriaΌταν δεν μπορώ να βγω στο ταξίδι, βουτάω σ’ ένα βιβλίο. Κάποιες φορές η βουτιά αποδεικνύεται πως είναι στα ρηχά. Μπορεί να γρατζουνιστώ λίγο, ή ακόμη και να γκρεμοτσακιστώ, αλλά η γιατρειά προσφέρεται σύντομα και εύκολα. Το κλείνω και ανοίγω άλλο. Κάποιες φορές, όμως, η βουτιά με στέλνει πολύ βαθιά. Τόσο που είναι αδύνατον να επιστρέψω στην επιφάνεια για να πάρω ανάσα. Και το διαβάζω με τη μία και μοναδική που πήρα στην αρχή.

Αυτό μου συνέβη με τη «Μοναξιά των Συνόρων». Η ζωή μου από παιδί είναι πλασμένη και ζυμωμένη και με τα δύο αυτά αρχέγονα και διαχρονικά συστατικά: τη μοναξιά και τα σύνορα. Ομολογώ ότι αποφεύγω να διαβάζω βιβλία με αυτή τη θεματολογία. Μου φτάνει που τα ζω. Τουλάχιστον ας μην τα διαβάζω. Γιατί να στρίβω διαρκώς και επί τούτου το μαχαίρι στην πληγή; Αλλά είναι φορές που δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Κάτι με σπρώχνει και αυτό το κάτι δεν είναι η περιέργεια. Είναι η ενστικτώδης και αδιόρατη βεβαιότητα ότι θα μου βγει σε καλό. Όπως αυτή τη φορά.

Δεν είμαι κριτικός βιβλίων. Και δεν με ενδιαφέρει να είμαι. Ποια είμαι εγώ για να κρίνω τις σκέψεις και το αίμα της καρδιάς των άλλων; Θα πω δυο λόγια γι’ αυτό το βιβλίο, λοιπόν, ως ταπεινή αναγνώστης. Και θα τα πω γιατί δεν μπορώ να μην επικοινωνήσω την εμπειρία της συγκεκριμένης ανάγνωσης. Από μεράκι. Από λαχτάρα. Από πεποίθηση ότι αυτή η επι-κοινωνία αξίζει. Και οφείλω να συμβάλλω, ως πολίτης, ως γυναίκα, ως δασκάλα, ως πρόσφυγας, ως πατριώτης, ως άνθρωπος, στη διάχυση της καλής θεωρίας και πρακτικής που ευαγγελίζεται.

Με αυτό της το πόνημα η Γλυκερία Γκρέκου σε παίρνει από το χέρι γλυκά και σταθερά, για να σου δείξει την αληθινή ζωή. Που δεν έχει καμία σχέση και επαφή με αυτήν που φωνασκεί μ’ αμετροέπεια και βερμπαλίζει αυτάρεσκα στις ειδήσεις. Την άλλη. Αυτήν που βιώνεις στο πετσί σου καθημερινά, όχι ως τηλεοπτική εξαίρεση και έξαρση αλλά ως αυτονόητο, καθημερινό κανόνα της συμβίωσης και της επιβίωσης. Ο λόγος της συγγραφέα κυλάει σιγανά και ταπεινά. Ακουμπάει πρώτα και διεγείρει το νου, την αναλυτική και συνθετική σκέψη. Την παρατηρητική καταγραφή των εντυπώσεων. Την διερευνητική, ψυχογραφική ματιά. Χωρίς βιαστικές ερμηνείες. Χωρίς προπετείς νουθεσίες και διδαχές. Με σεβασμό στην ευάλωτη ουσία του θέματος που πραγματεύεται. Και στην επικινδυνότητα της επιρροής και του αντίχτυπου που μπορεί να προκαλέσει η επιφανειακή διαπραγμάτευσή του.

Ο λόγος της Γλυκερίας Γκρέκου ανελίσσεται με μαεστρία και υφαίνει σταδιακά λογισμούς και απολογισμούς. Πότε με λεπταίσθητο λυρισμό, πότε με στακάτο ρεαλισμό. Τραβάει την κουρτίνα από τον μεγάλο ολόσωμο καθρέπτη στο δωμάτιο υποδοχής κάθε ευυπόληπτου νοικοκυριού. Για να κοιταχτούμε όλοι σε αυτόν. Να θυμηθούμε τα δικά μας. Να ανακαλύψουμε εκ νέου τη συμπόνια, προίκα ξεχωριστή και κληρονομιά βαριά της ενσυναίσθησης. Συμπονώ, άρα αποκαλύπτομαι. Ως άνθρωπος και όχι ως πόζα, ετικέτα, ρόλος, θεσμός. Ως άνθρωπος, πλάσμα φύσει και θέσει κοινωνικό.

Ο λόγος της συγγραφέα σταδιακά ξυπνάει και το θυμικό. Από μουρμουριστό ρυάκι μετατρέπεται σε ποτάμι βουερό, σε χείμαρρο ορμητικό. Συγκινεί, ξεχειλίζει, κατακλύζει. Την «έτοιμη από καιρό» καρδιά του σκεπτόμενου, ευαισθητοποιημένου ή μη, αναγνώστη. Γιατί από το δάκρυ που ξεφεύγει στα κλεφτά, γεννιέται λέξη τη λέξη, φράση τη φράση, εικόνα την εικόνα, το αναφιλητό. Και γίνεται ένα με τη θάλασσα μέσα του. Για να συντελεστεί για ακόμη μια φορά -τι ευλογία- το αθόρυβο αλλά αξεπέραστης αξίας και ομορφιάς θαύμα της καλής λογοτεχνίας.

Όση ώρα διάβαζα το βιβλίο, το μυαλό μου γέμιζε μουσικές. Τραγούδια της ξενιτιάς, ριζίτικα, ποντιακά, σμυρνέικα, νησιώτικα. Ο «Βυζαντινός Εσπερινός» του Απόστολου Καλδάρα και του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Και βασανιστικά επίμονα το «Σαν το μετανάστη» του Ζουλφί Λιβανελί με τη Μαρία Φαραντούρη, πάλι σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου.

Σαν τον μετανάστη στη δική σου γη,
μέρα νύχτα λύνεις δένεις την πληγή.
Κι όλα γύρω ξένα κι όλα πετρωμένα
και δεν ξημερώνει να ’ρθει χαραυγή.

Στράγγισε η ζωή σου που αιμορραγεί,
κάθε ώρα τρόμος πόνος και κραυγή.
Και σ’ ακούν οι ξένοι κι ο αδερφός σωπαίνει
αχ δεν είναι άλλη πιο βαθιά πληγή.

Σύρμα κι άλλο σύρμα και χοντρό γυαλί,
μάτωσε ο ήλιος την ανατολή.
Κλαις κι αναστενάζεις, αχ ξενιτιά φωνάζεις,
μα η ελπίδα μαύρο κι άπιαστο πουλί.

Σκεφτόμουν, παράλληλα, πόσες φορές αισθάνομαι εγώ πρόσφυγας, εδώ, στην ίδια μου τη χώρα. Κάθε φορά που επιστρέφω από εκδρομή στη φύση, αισθάνομαι πρόσφυγας στην αφιλόξενη, γκρίζα, μονότονη και μονόχνωτη μεγαλούπολη όπου κατοικώ. Κάθε φορά που αλλάζω σχολείο -και συμβαίνει συνεχώς αυτό εδώ και 12 χρόνια- ως «υπεράριθμη από υπαιτιότητα της υπηρεσίας» εκπαιδευτικός, αισθάνομαι πρόσφυγας στο χώρο και στις αποφάσεις, στη ρουτίνα και τις επιλογές άλλων. Κάθε φορά που συμπληρώνω τη φορολογική μου δήλωση σημειώνοντας ότι «φιλοξενούμαι στο σπίτι του πατέρα μου», αισθάνομαι οικονομικός πρόσφυγας, γιατί δεν μπόρεσα, λόγω της κρίσης, να δημιουργήσω μία αυτόνομη εστία για τη δική μου οικογένεια. Κάθε φορά που κοιτάζω τη μάνα μου, με διαπερνά η δική της εμπειρία εσωτερικής μετανάστευσης και προσφυγιάς, αυτή της Κρητικοπούλας που βρέθηκε δεκαεπτάχρονη ψυχοκόρη στην Αθήνα, για να αντιπαλέψει τη φτώχεια και την ανέχεια στην ιδιαίτερη πατρίδα της και να διεκδικήσει το όνειρό της για μια καλύτερη ζωή. Κάθε φορά που ο πατέρας μου ξεροσταλιάζει στην ουρά της τράπεζας για να εισπράξει μια σύνταξη της ντροπής, σκέπτομαι με παράπονο την ιδιόμορφη προσφυγιά του ναυτικού που στερήθηκε τη χαρά της συντροφικότητας και της οικογενειακής θαλπωρής για μια ολόκληρη ζωή, ως πρόσφυγας κατ’ εξακολούθηση με αντάλλαγμα την επιβίωση. Και ανατρέχοντας στις προγονικές ρίζες, η προσφυγιά δεν είναι μόνο μεταφορική ή κοινωνικά και ψυχικά σχετικώς ανεκτή. Τραπεζούντα, Κερασούντα, περιπέτειες μαρτυρικές, απώλειες, χωρισμοί, τραύματα, καημοί αγιάτρευτοι.

Η μοίρα το έφερε να συνδέσω τη ζωή μου με έναν άνθρωπο που γεννήθηκε, μεγάλωσε και αντρειώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά κατάγεται από την Ίμβρο. Περίπτωση ιδιόμορφη η Ίμβρος και οι άνθρωποί της, καθώς η προσφυγιά τους δεν απεδείχθη αμετάκλητη, αλλά εξελίχθηκε, χάρη στο δικό τους κυρίως παράτολμο πείσμα και στη δική τους βαθιά ριζωμένη φιλοπατρία, σε ένα συνεχές, καθαρτήριο και βασανιστικό μαζί πήγαιν’ έλα. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα και δεν εξαντλείται σε μερικές γραμμές. Του ταιριάζει, ωστόσο, γάντι ο τίτλος «Η μοναξιά των συνόρων»…

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό της Γλυκερίας Γκρέκου, δεν μπορείς παρά να ταυτιστείς με όλες τις γυναίκες ηρωίδες της: τη γιαγιά Χαρούλα, συνταξιούχο δασκάλα από την Ελλάδα, την έφηβη Χαμιντάινα, προσφυγοπούλα από το Αφγανιστάν, την ώριμη οικιακή βοηθό Ρόζα από την Αλβανία, την ίδια τη συγγραφέα. Σε όλων τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τα όνειρα, θα αναγνωρίσεις μία τουλάχιστον δική σου πλευρά. Και αυτό είναι το μυστικό «όπλο» του βιβλίου. Που δεν απευθύνεται μόνο σε νεαρούς αναγνώστες όπως επισημαίνεται στο εξώφυλλό του, αλλά σε αναγνώστες κάθε ηλικίας. Άλλο ένα χαρακτηριστικό της καλής λογοτεχνίας. Ότι χωρίς να το προσπαθήσει στοχευμένα, μπορεί να τέρψει, να ευφράνει, να διεγείρει νοητικά, ψυχικά και συναισθηματικά, κάθε αναγνώστη. Που διαβάζει, εννοείται, με «πάντα ανοικτά πάντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής του».

Σε αυτό το μικρό από καρδιάς κείμενο δεν θα ήθελα να εστιάσω στις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, πολιτιστικές, εκπαιδευτικές πτυχές του ζητήματος της μετανάστευσης. Όλοι μας πλέον, άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο στον ιδιωτικό και στο δημόσιο χώρο, τις ζούμε, τις αναλύουμε, τις προσπερνάμε, ή τις αντιμετωπίζουμε. Όλους μας προβληματίζουν, όλους μας πονάνε, μας θυμώνουν, μας λυπούν, μας εξουθενώνουν. Όπως όλα τα ανθρώπινα. Γι’ αυτό δεν μπορεί να έχουμε άλλη επιλογή από το να μας ενώνουν…Θέλω μόνο, εν κατακλείδι, να πω ότι «Η μοναξιά των συνόρων» της Γλυκερίας Γκρέκου είναι ένα μυθιστόρημα – χρονικό της εποχής μας. Μια ολοκληρωμένη, ψυχοθεραπευτική σχεδόν, σπουδή στο βαθύ πηγάδι της προσφυγιάς, που μπορεί να προσφέρει ανάσα ελπίδας σε κάθε περιπατητή της ζωής. Ένα υπέροχο διδακτικό εγχειρίδιο χωρίς ίχνος διδακτισμού. Μια γουλιά ελπίδας στον πάτο του πικρού ποτηριού που γεύονται και θα γεύονται -δυστυχώς- εκατομμύρια άνθρωποι εις τους αιώνας των αιώνων. Γευτείτε το. Αφομοιώστε την τρυφερότητα και το ρεαλισμό του, μαζί με τα παιδιά και τους εφήβους που αγαπάτε. Μόνο καλύτεροι και πιο συνειδητοί άνθρωποι και αναγνώστες θα αναδυθείτε μέσα από τις σελίδες του. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Evi_monografi