“Ο Αργοναύτης” του Στρατή Μυριβήλη

«…Την άλλη μέρα το μελτέμι φυσούσε δυνατό. Ο ήλιος λαμποκοπούσε μακριά, πάνω στα νερά. Σαν να φτερούγιζαν ξαφνικά, από κύμα σε κύμα, μεγάλα πουλιά με ασημένιες φτερούγες. Το Αιγαίο ξεδιπλωνόταν μαζί και άνθιζε άσπρους αφρούς και κρόσσια. Το μελτέμι σκόρπισε σ’ όλη την επιφάνεια του νερού άσπρα μεταξωτά μαντηλάκια.

Κι η «Φανερωμένη» έφευγε χαρούμενη χορεύοντας και αστράφτοντας μέσα στο φως από τις φρέσκιες μπογιές της, με τα πανιά τέντα. Σήκωσαν από τα πλάγια της κουπαστής και τους μουσαμάδες. Μα πάλι έρχονταν κάθε τόσο δυνατά, δροσερά χτυπήματα από το κύμα, που γέμιζε με τους σπασμένους αφρούς του αέρα. Μοσχοβολούσε φρέσκια η θάλασσα.

Ο Αντρέας χαιρόταν. Ήταν ευτυχισμένος. Ήταν κάτι σαν το μεθύσι αυτή η αίσθηση. Έγλειφε με την άκρη της γλώσσας του τα χείλη και ένιωθε την έντονη γεύση της άρμης στο στόμα του. Να, αυτό ήθελε να νιώθει σε όλη του τη ζωή. Να τρέχει πάνω στη μαβιά θάλασσα, να ακούει τον άνεμο να σκίζεται και να τρέχει στο πρόσωπό του, στα μαλλιά του, στο γιακά του πουκαμίσου του, σαν το δροσερό νερό. Να βλέπει τα μεγάλα πανιά τεντωμένα, να γέρνουν χαριτωμένα από τη μια πλευρά. Και να πιστεύει πως αυτές οι άσπρες φτερούγες είναι φυτρωμένες στους ώμους του. Πως αυτός είναι που τον σηκώνουν πάνω στα κύματα και τον κάνουν να τρέχει μέσα στο βαθύ αυλάκι που οργώνει το πέλαγος….» (σελ. 79).

Υπάρχουν μερικά βιβλία που στη συνείδησή μου έχουν συνδεθεί αναπόσπαστα με το καλοκαίρι. Ίσως επειδή το καλοκαίρι προσφέρεται για ταξιδιάρικες αναγνώσεις. Ίσως επειδή το θέμα τους παραπέμπει με τον τρόπο του σε φευγιό από τα καθιερωμένα και τα καθημερινά. Ίσως επειδή απλά μιλούν για την ακόρεστη δίψα του ανθρώπου να βιώσει την απόλυτη ελευθερία σε όλο της το μεγαλείο και να τραφεί από τους γλυκόπικρους καρπούς της. Σε αυτά τα βιβλία συγκαταλέγω το μυθιστόρημα «Ο Αργοναύτης» του Στρατή Μυριβήλη, ένα από τα δύο παιδικά βιβλία που έγραψε, κυκλοφόρησε το 1936 από τις εκδόσεις Κασταλία και στη συνέχεια από τις εκδόσεις Εστία.

Στην παρούσα έκδοση η φιλόλογος Ανεζίνα Φωτεινού επιχειρεί μία «μεταγλώτισση του έργου στην κοινή νεοελληνική», ώστε να γίνει πιο προσιτό στα σημερινά παιδιά. Έχει σκύψει με μεράκι, αγάπη και σεβασμό επάνω στο πρωτότυπο κείμενο, με αποτέλεσμα αυτό να διαβάζεται απνευστί, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό τη φρεσκάδα, τη γλαφυρότητα και το προσωπικό ύφος του συγγραφέα.

Ο Αντρέας είναι ένας μικρός νησιώτης που στις φλέβες του ρέει αίμα καραβοκύρηδων αλλά η οικογένειά του, χαροκαμένη από τη θάλασσα, ονειρεύεται να τον δει μορφωμένο και γαντζωμένο στη στεριά. «Δασκαλοπαίδι» τον φωνάζουν όλοι στο νησί του, επειδή τα παίρνει τα γράμματα. Αλλά η ψυχή του είναι δοσμένη στο αλμυρό νερό και το μυαλό του κολλημένο στη ζωή και στις περιπέτειες των Αργοναυτών… Η τύχη θα το φέρει έτσι ώστε να βρεθεί μπροστά του η ευκαιρία να επιλέξει μία από τις δύο ρότες: τη στεριανή ή τη θαλασσινή. Η επιλογή του θα τον φέρει αντιμέτωπο όχι μόνο με τη μεγάλο θεριό, τη θάλασσα, αλλά κυρίως με τον ίδιο του τον εαυτό. Και θα τον «βυθίσει» με τρόπο πρωτόγνωρο και για τον αναγνώστη μοναδικό στη χρυσή ωριμότητα.

Ο Στρατής Μυριβήλης προσφέρει σε μικρούς και μεγάλους ένα υπέροχο ανάγνωσμα, όπου αποτυπώνεται γλαφυρά και αγαπητικά μία άλλη νησιωτική Ελλάδα, αυτή που συχνά πυκνά όλο και περισσότεροι νεοέλληνες αναπολούμε, ειδικά όταν βρισκόμαστε για διακοπές μεσούντος του καλοκαιριού στα νησιά μας. Μια Ελλάδα που μπορεί να μη διέθετε οικονομικό πλούτο και τεχνολογικές ανέσεις, αλλά διέθετε σίγουρα περίσσευμα ψυχής, πάθος και ευχαριστία για τη ζωή, ευστροφία, αυθεντικότητα, στιβαρές αξίες και ήθος. Ο νησιώτικος μικρόκοσμος των ηρώων του βιβλίου αστράφτει μαγευτικά σαν λειασμένο από την αλμύρα και τη θερμότητα του ήλιου βότσαλο στη σμαραγδένια ακρογιαλιά της λεξοθάλασσας του Μυριβήλη. Τόσο, που δεν μπορείς να σηκώσεις το βλέμμα από τις κυματιστές αράδες του και το μόνο που θέλεις είναι να γευθείς αχόρταγα το αισθητικό ξεδίψασμα που σου προσφέρουν.

Ο Αντρέας, ως άλλος Ροβινσώνας Κρούσος, θα χρησιμοποιήσει τις γνώσεις, τις παραινέσεις, τις εντυπώσεις, τις συμβουλές και την εμπειρία του βιωματικού μεγαλώματός του μέσα στη φύση και πλάι σε παλαίμαχους βιοπαλαιστές της γης και της θάλασσας, για να επιβιώσει από την περιπέτεια στην οποία τον ρίχνει η απόφασή του να ακολουθήσει τη φωνή της καρδιάς του. Ο Μυριβήλης έχει τη μοναδική ικανότητα να δίνει σάρκα και οστά με το λόγο του στη φύση και τα πλάσματά της, έτσι ώστε διαβάζοντας να τα σκέφτεσαι και να τα νιώθεις συμπρωταγωνιστές στην πλοκή του έργου του, ισάξιους με τους ανθρώπους – ήρωές του. Ακόμη και όταν ο μικρός ναυαγός θα χρειαστεί να αφαιρέσει τη ζωή από κάποια ζώα για να καταφέρει να επιβιώσει, ο τρόπος που αυτές οι δύσκολες στιγμές αποτυπώνονται από το συγγραφέα δεν φοβίζει, δεν προσβάλει, δεν αποπροσανατολίζει τον αναγνώστη. Ούτε εξανεμίζεται η ευαισθησία, ο θαυμασμός και η αγάπη με την οποία περιγράφει το φυσικό περιβάλλον. Αυτό επιτυγχάνεται εν μέρει και με την αριστοτεχνική ένταξη στην εξέλιξη της ιστορίας του Κουρτ, του σκυλιού που σώζει και περιθάλπει ο Αντρέας, για να γίνει στη συνέχεια ο πιστός και αχώριστος σύντροφός του σε όλες του τις περιπέτειες.

Ένα άλλο ενδιαφέρον και γοητευτικό στοιχείο της πλοκής του έργου είναι η δημιουργική σύνδεση της αφήγησης με στοιχεία από τη μυθολογία και την ιστορία, όπου σημαντικότερο ρόλο παίζουν βέβαια η Αργώ και η Αργοναυτική εκστρατεία. Έτσι, το ανάγνωσμα γίνεται εκτός από ψυχαγωγικό και διδακτικό, με την παιδαγωγική σημασία του όρου, προσφέροντας αφορμές να ψάξουν τα παιδιά περισσότερο τη μυθολογία, να τη «φρεσκάρουν» αν ήδη τη γνωρίζουν, ή να μυηθούν σε αυτήν αν όχι.

Η παρούσα έκδοση ευτύχησε να εικονογραφηθεί από το Νικόλα Ανδρικόπουλο. Οι εικόνες του είναι εξαιρετικές, μυρίζουν ελληνικό καλοκαίρι, νησί, ψάρεμα, βουτιά, ταξίδι. Αριστοτεχνική η προσωπογραφία του θαλασσοδαρμένου ναυτικού που σώζει τον Αντρέα, στη σελίδα 153. Χάρμα οφθαλμών, σχεδόν νιώθεις την ορμή και τη δροσιά της, η σκηνή όπου ο Αντρέας βουτά και ξεκολλά την πίννα από το βυθό (κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου). Ανάλαφρη και τόσο οικεία η εικόνα της σελ. 55, όπου ο Αντρέας με το φίλο του τον Πετρή και το σκυλί του είναι ξαπλωμένοι στην κουπαστή της μπρατσέρας «Φανερωμένη» και κουβεντιάζουν τα όνειρά τους…

Η παρούσα έκδοση συνοδεύεται από παράρτημα με προτάσεις για ψυχαγωγικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες για μικρά και μεγάλα παιδιά. Ταπεινή μου άποψη είναι ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο. Αποτελούν χρήσιμο βοήθημα για εκπαιδευτικούς που θα θελήσουν να παρουσιάσουν το έργο αυτό του Μυριβήλη στις τάξεις τους και να το επεξεργαστούν με τους μαθητές τους. Αλλά δεν είναι αυτός ο βασικός στόχος μιας τέτοιας έκδοσης. Βασικός της στόχος είναι η μύηση των παιδιών (και όχι μόνο) στην καλή λογοτεχνία και στην αισθητική απόλαυση που αυτή εγγυάται. Και πιστεύω ότι έχει επιτευχθεί. Στα συν της έκδοσης η επεξήγηση λέξεων από τη ναυτική ορολογία, όπου αυτή απαντάται στο κείμενο, κάτι που βοηθά και διευκολύνει άμεσα τον αναγνώστη να συνεχίσει απρόσκοπτα την ανάγνωση.

Ο Αντρέας μου θύμισε έναν άλλο πολύ αγαπημένο μου νεαρό-λογοτεχνικό ήρωα, με τον οποίο βρίσκω ότι έχουν πολλά κοινά και ότι θα έκαναν τέλεια παρέα, αν μπορούσαν να γνωριστούν: τον εντεκάχρονο Απελλή της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου από το εξαίρετο βιβλίο της «Καναρίνι και μέντα» (Πατάκης, 1996 η πρώτη έκδοση, 2007 η δέκατη ανατύπωση). Διαβάστε τα αμφότερα και θα με θυμηθείτε!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Ο Αργοναύτης» του Στρατή Μυριβήλη έχει γυριστεί και σε τηλεοπτική σειρά το 1989 από την ΕΤ1, σε σκηνοθεσία του Μάνθου Σαντοριναίου.

https://www.retrodb.gr/wiki/index.php/%CE%9F_%CE%91%CF%81%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%82

https://www.youtube.com/watch?v=Gji5wzq3kFQ

https://www.youtube.com/watch?v=lr1REWpph28

Πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Στρατή Μυριβήλη:

http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=288

Απόσπασμα από το πρωτότυπο έργο: http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/anthology/mythology/browse.html?text_id=314

Στρατή Μυριβήλη, «Ο Αργοναύτης», ελεύθερη απόδοση και επιμέλεια Ανεζίνα Φωτεινού, εικονογράφηση Νικόλας Ανδρικόπουλος, εκδόσεις Σαϊτη, Αθήνα 2016

 

Ιούλιος 2017

Επιστροφή

Το βέλασμα της καλημέρας καταμεσίς του αγρού.
Η τρίλια η δοξαστική κάθε διαβάτη φτερωτού.
Η μυρωδιά η μεθυστική της στολισμένης λυγαριάς.
Το ασημοπράσινο μαντήλι της γειτόνισσας ελιάς.
Μια εξερευνήτρια χελώνα στης νεραϊδόλιμνης την επιδερμίδα.
Ένα κοπάδι από ψαρόπουλα στην υγρή της βλεφαρίδα.
Το μωβ, το μπλε, το θαλασσί, το σμαραγδί, το γαλάζιο, το κυανό.
Το κρινάκι πλάι στο κύμα που με θωρεί, θαρρείς, ζωγραφιστό.
Εσύ που και αποκοιμισμένος ακόμη χαμογελάς.
Το μαυρισμένο μπρατσάκι της πιο λατρεμένης αγκαλιάς.
Όλα είναι εδώ.
Έχω κοντύλι και χαρτί, δημιουργώ,
ζώντας αυτό που ακατάλυτα αγαπώ.
Κι ας επιστρέφουμε αύριο στο Μεγάλο το Χωριό.
Δεν ήρθε η ώρα κι η στιγμή να λυπηθώ.

Ολυμπία

– Που θα πάτε σήμερα;
– Σήμερα το πρόγραμμα έχει Ολυμπία.
– Τι θα πάτε να κάνετε εκεί; Δεν έχει τίποτα.

Ο Κώστας μένει άναυδος. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, με έκπληκτο ακόμη βλέμμα, απαντά δειλά, συνεσταλμένα:
– Έχει τα αρχαία…
– Α ναι…
Έρχεται η απάντηση, αδιάφορα. Χωρίς καθόλου συναίσθημα. Χωρίς καθόλου ντροπή.

Ο παραπάνω διάλογος είναι αληθινός και διαδραματίστηκε σε κατάστημα, στη Ζαχάρω Ηλείας, με έναν άνθρωπο της ηλικίας μας. Εγώ σοκαρίστηκα τόσο πολύ, που απαντώ σήμερα, μετά από την περιήγησή μας σε έναν από τους ομφαλούς του κόσμου, που -όπως φαίνεται- οι ντόπιοι δεν έχουν συναίσθηση -ακόμη- του τι σημαίνει για τους ίδιους, για τη χώρα μας, για την παγκόσμια κοινότητα…

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Κοιτώ τα μάτια τους με τις σβησμένες κόρες
και μ’ αγκαλιάζει ο απαστράπτων εαυτός τους.
Να τους αγγίξω δεν μπορώ
κι όμως το δέρμα μου μυρμηγκιάζει απ’ την αχλή τους.
Στέκουν μυριάδες βήματα μακριά μου
επίμονοι στρατοκόποι, σφριγηλοί ζευγολάτες,
αγέραστοι πολεμιστές και υπομονετικοί αχθοφόροι,
σεμνές ιέρειες και μητέρες γαλακτοτροφούσες.
Κι έτσι τους νιώθω να μοιραίνουν τη ζωή μου.

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Σ’ αυτούς ελπίζω.
Σ’ ένα μαρμάρινο χεράκι, μια φτερούγα.
Στο θεϊκό κεφαλοδέσι, στην υδρία.
Σ’ αυτό το στήθος το χαλκέντερο, το ντούρο.

Τα πρόσωπά τους είναι η πάλλευκη ιστορία
που την παράταιρη γενιά μου θυμιατίζει,
μήπως σταθεί κάποτε πάλι στα σωστά της
και καλοβάδιστη υποδεχτεί τον κόσμο.
Με κάνουν ανάερη να ίπταμαι στους δρόμους
που τυφλωμένοι εργοδηγοί κερδοσκοπούνε.
Σταλάζουν κάλλος στην ασύμμετρη ασχήμια
και στερεώνουν κάθε αδύναμη αλήθεια.
Η ακινησία τους, ριζωμένη στους αιώνες,
μια κατακόρυφη αστραπή, πληγή του ερέβους.

Οι άνθρωποί μου είναι εκεί.
Εδώ σπαράζω. 
Κι αν δεν μπορώ να τους αγγίξω, τους κοιτάζω.

 

Λίμνη Καϊάφα

Να κάνουμε το άλμα που θα ντροπιάσει τη φυλακή μας. 
Να φτιάξουμε φωλιές εκεί που λαχταρά η ψυχή μας. 
Κι αν χρειαστεί κρησφύγετα να χτίσουμε, να μη φυλλοροήσουμε. 
Γιατί πάντα υπάρχει μια αιτία για ν’ ανθίσουμε.
Αρκεί τους ζυγούς να λύσουμε…

Ψάχνοντας για Ναϊάδες στα πέριξ της μυστηριώδους λίμνης Καϊάφα, παρατηρούμε τη φύση και ανακαλύπτουμε τον ανεξερεύνητο εαυτό μας.

Επίγραμμα

Εγώ θα αγναντεύω το ταξίδι 
κι εσύ θα δροσίζεσαι απ’ τη ρίζα μου.
Λευκό και κυανό το πεπρωμένο μας.

Μήνυμα στον Βίνσεντ Βαν Γκογκ

Αγαπητέ Βίνσεντ, όποτε ευκαιρήσεις πέρνα και από τη λίμνη Καϊάφα και τα περίχωρα. Είμαι βέβαιη πως θα βρεις πολλά θέματα για τα επόμενα έργα σου. Τα χρώματα είναι σίγουρα της αρεσκείας σου. Τα τοπία μία συνεχής έμπνευση. Ξέρεις εσύ πως να τραβάς την κουρτίνα για να αρχίσει η παρέλαση των αισθημάτων. Κι αν συναντήσεις ανθρώπους ασκεπείς και γρανιτένιους, μη δώσεις λαβή για σχόλια. Έκαστος στο είδος του εξάλλου. Δεν ημερώνεται με τα χαιρετίσματα ο κατηφής και ο ακατέργαστος.

 

Κυπαρισσία

Δυτικά της Εδέμ η φύση αγωνίζεται να επιβιώσει άλλοτε ηχηρά και άλλοτε αθόρυβα. Ένας παππούς κόβει τον σπάνιο κρίνο της ακρογιαλιάς και τον μυρίζει αυτάρεσκα, όπως θα έκανε με τη γαρδένια στο μπαλκόνι του. Μια παρέα με το θηριώδες της τζιπ ποδοπατά χωρίς αιδώ τη συστάδα των κρίνων στις ευαίσθητες και μοναδικές αμμοθίνες για να παρκάρει ακριβώς πλάι στο σημείο που θα απλώσει την πετσέτα της. Ένα πληγωμένο θαλασσοπούλι, ανήμπορο να πετάξει πια, τσιμπολογά ό,τι σκουπίδι μοιάζει με τροφή στην εντυπωσιακή ακτή, προσπαθώντας να ξεγελάσει την ανάγκη του. Και μια συντροφιά από βότσαλα ψιθυρίζει ένα τραγούδι αποχαιρετισμού σε μια άψυχη πλέον πεταλούδα.

Στιγμές από ένα πρωινό μπάνιο στον Κυπαρισσιακό κόλπο. Δεν ξέρω από που να πιαστώ για να μη μελαγχολήσω. Ευτυχώς ακούγεται το γέλιο του Νικηφόρου που τσαλαβουτά τρισευτυχισμένος στα “μεγάλα κύματα”….

Του κρίνου της ακρογιαλιάς

Εδώ που η άμμος λημεριάζει ατημέλητη
και ο Φαέθων ονειρεύεται ένα φλεγόμενο κυανό,
στέκω μονάχο σαν παιδί μπροστά στο μέλλον του.
Με γυροφέρνουν σμήνη πλαστικοθρεμμένων παραθεριστών,
κατακτημένων από τους αστερισμούς του Εφήμερου.
Εισπνέουν ζύθο, αποπνέουν λίπη και έλαια.
Κραδαίνουν τετερίζοντας τα ιλουστρασιόν τους πρόσωπα
μήπως κι αξιωθούν επιτέλους της ρουτίνας την άλωση.
Τους συμπονώ, μα αποστρέφω τη λευκότητά μου από του λόγου τους.
Δεν είναι τρόπαιο η μοναξιά μου αλλά δικαίωμα.
Ένα κρινάκι ελευθερίας στο στερέωμα.