Οπωρικά (Οκτώβρης 2015)

Franz-Dvorak_In_The_Orchard_1912_Oil_on_Canvas-large Φθινόπωρο στον Οπωρώνα

Νύμφη είναι; Μάγισσα ή νεράιδα;
Άλλη σαν τούτη δεν ξανάειδα!
Και που πηγαίνει φορτωμένη,
φρουτολουλουδοανθισμένη;

Να τη που πρόβαλε στη στράτα
του Λαχανοφρουτοσαλάτα.
Αχ, η καρδιά του πως χτυπάει!
Λες; Λαχανοφρουταγαπάει…

– Ω, Δεσποσύνη μου, περάστε
και στο τραπέζι μου κοπιάστε!
Σαν τι τραβάει η όρεξή σας
και λαχταρά η όσφρησή σας;

Εγώ έχω ζαρζαβατικά σπουδαία!
Ελάτε! Κάντε μου παρέα!
Κερνάω φρούτα μελωμένα,
θεσπέσια αρωματισμένα!arcimboldo3-autumn-ptg-large

– Τι άλλο θ’ αντικρύσω ακόμα!
Κάστανο αψύ έχεις για στόμα.
Και -τι αστείο, τι νοστιμάδα-
για μύτη μια χοντροαχλάδα!

Για δείτε, κόσμε, παλικάρι
με μια αυτούκλα μανιτάρι!
Θαυμάστε μήλο μαγουλάκι
και ρόδι τούμπα πηγουνάκι.

Μα τι λαιμός! Καφάσι πρώτο
βολβός πατάτα και καρότο.
Μάτι ελιά σα μελανούρι.
Πιάσε ένα ουζάκι με αγγούρι!

Κοιτάξτε μούσια και μουστάκια
σαν αναμαλλιασμένα στάχια!
Μα τι; Φοράς σκουλαρικάκι;
Ξερό μου μοιάζει συκαλάκι!

– Βασίλισσά μου, δεν σ’ αρέσω;
Μωρ’ τι μας λες; Δεν θα μπορέσω!
Μια ξιπασμένη, κόσμε, κοίτα
που μας το παίζει ψηλομύτα.

– Πως; Μα δεν τρώγεσαι καημένε,
Σαλατολαχανοφρουτένιε,
μ’ αυτή τη σταφυλοπερούκα!
Μ’ άκουσες; Ή να βρω ντουντούκα;

Κορόϊδευε εσύ, γλυκιά μου,
θα το αντέξει η καρδιά μου.
Και του Φθινόπωρου τα κάλλη,
άφησε να τα εκτιμήσουν άλλοι.

Τα οπωρικά μου όλο αρνιέσαι,
και τα λαχανικά βαριέσαι,
μα θα σε δω πως θα χορτάσεις,
σαν έρθει η ώρα να πεινάσεις.

Οι πίνακες είναι των Franz Dvorak, In the Orchard και Giuseppe Arcimboldo, AutumnOPORIKA_4OPORIKA_2OPORIKA_7OPORIKA_1

Το παραπάνω ποίημα γράφτηκε σε συνεργασία με τους μαθητές μου στο Ολοήμερο Τμήμα του 7ου Νηπιαγωγείου Νέας Σμύρνης. Παρουσίασα τους δύο πίνακες και μετά, με τις κατάλληλες ερωτήσεις, πήρε μπρος η φαντασία…Τα παιδιά πρότειναν το “σενάριο”, δουλέψαμε μαζί τους στίχους λέξη λέξη παρατηρώντας διερευνητικά τις εικόνες και αυτό που απομένει είναι να το δραματοποιήσουμε και να φάμε επιτέλους τη λαχταριστή…φρουτοσαλάτα!monopati_gismonopati_nerou

Αταξίδευτη

Δεν ταξιδεύω πια παρά μονάχα εντός μου.
Καράβι οικόσιτο, λιμνάζει ο εαυτός μου.
Άλλοι ανεμίζουν την παντιέρα τους με χάρη,
μα εγώ φυλάω τ’ αντικλείδι του αρχοντάρη.

Είναι η μέρα μου πιθάρι ραγισμένο,
πότε κρασί και πότε λάδι γεμισμένο.
Τη διαμοιράζονται ομογάλακτοι και ξένοι,
ώσπου για μένα ο άδειος πάτος απομένει.

Είναι η νύχτα μου μια κουρελού βελέντζα.
Κάποιοι την κόβουν για να παίξουνε πασιέντζα.
Δεν είμαι παίκτης δυνατός να τους την πάρω,
Πορφυρογέννητη για να τους σιγοντάρω.

Τα πλήθη γύρω μου κιοτεύουν ή αλαλάζουν
κι ούτε στο ελάχιστο τον κόσμο δεν αλλάζουν.
Κι εσύ προσεύχεσαι με υψωμένα χέρια
να σκάψεις κάποτε αντί σύνορα παρτέρια.

Δεν έχω άλλη υπομονή. Φυλλορροώντας,
κοπιάζω αμίλητη. Μ’ εμπόδια αγαπώντας.
Δεν έχω φτέρωμα από φίλντισι στην πλάτη,
μα ούτε προσκύνησα ποτέ μου και την Άτη.Edward Cucuel, Στη φθινοπωρινή λιακάδα. Ιδιωτική Συλλογή.

Edward Cucuel, Στη φθινοπωρινή λιακάδα. Ιδιωτική Συλλογή.

5 Οκτωβρίου 2015, “Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών”Sandi FitzGerald

Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Ματώνω σαν φτεροκοπώ
για να σου ανοίξω τη μικρή, κρυμμένη θύρα.
Για να σ’ αγγίξει ο ουρανός, ο ζωοδότης ο θερμός.
Για να μην έρθει η στιγμή που πικραμένος ίσως πεις
– Τι έφταιξε και τη ζωή μου λάθος πήρα;
Δεν κρύβω όπλα. Απλή καρδιά
κι ένα αστέρι φορτωμένο έχω στην πλάτη.
Γιατί πυκνώνουν τα ανήμερα σκοτάδια
κι αυτοί που κρίνουν κι επικρίνουν μ’ άδεια μάτια.
Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Δείξε μου λίγο σεβασμό κι εμπιστοσύνη.
Δεν γράφει «θαυματοποιός»
η τσακισμένη μου ταυτότητα στην τσέπη.
Γράφει μονάχα ΠΡΟΣΠΑΘΩ
και ούτε θέλω, ούτε μπορώ,
να υποσχεθώ σε κάθε σου όνειρο μια σκέπη.
Στάσου στο πλάι μου.
Είσαι η άλλη μου η όψη.
Ήμουν εσύ, γίνε εγώ, πάρε ό,τι έχω.
Μαζί θ’ αράξουμε στο τέλος στο μιντέρι
να ξεδιαλύνουμε στο ίδιο το τραγούδι
ποιος είναι ο δάσκαλος και ποιο το μαθητούδι.
Κι εγώ κι εσύ στο ίδιο κλουβί.
Λένε τη μέρα μου πως γιόρτασαν απόψε.
Μην τους ακούς. Ψέματα λεν.
Πάει καιρός που έχω να πάω σε γιορτές.
Εσύ απλά στο πέταγμά σου προσηλώσου.
Κι όταν βρεθείς ευθυτενής,
μοναχικός ταξιδευτής
στο μονοπάτι της ζωής σου, απλά στυλώσου.

Οκτώβρης

Νωχελικά το μάνταλό μου έκρουσες
και κάτι θέλεις να μου πεις…
Μ’ ανάσα αγιάζι και ώμους ξέσκεπους,
σαν ζαβολιάρικα μικρά καλοκαιράκια,
βγήκες στη γύρα. Καμαρώνω και φοβάμαι.
Μια αγκαλιά οπώρες η ανυπότακτη καρδιά σου.
Χέρι απαλό μα στιβαρό, όλο υποσχέσεις.
Κι αυτό το βλέμμα σου, σειρήτι ατλαζένιο,
γλυκά, επικίνδυνα, σαϊτεύει την ψυχή μου.
Μοιάζεις ανίσχυρος, μα κραταιός βαδίζεις.
Και σε προσμένω αλαφροπάτητα τρυγώντας
ζυγούς ονείρων που δεν χόρτασαν ταξίδι.
Καλώς μας όρισες, Οκτώβρη ανεμοπόρε.boy-with-a-basket-of-fruit_CARAVAGGIO

Καραβάτζιο, Αγόρι με καλάθι φρούτων

Σεληνιακόν (και ολίγον σατυρικόν…)

Μου φέρνεις πονοκέφαλο
και με πετάς σε δίνη.
Καρφιά σκορπάς στο αίμα μου,
αρχόντισσα Σελήνη.

Γεμίζεις και κορδώνεσαι
και καταντάω ράκος.
Εσύ μια Νύμφη ανύμφευτη
κι εγώ σκυφτός γεράκος.

Ζωγράφοι σε υμνολογούν,
αοιδοί σε εκθειάζουν.
Μα εμένα τα τσαλίμια σου,
Κυρά μου, με ματιάζουν!

Εκλιπαρώ σε, μέριασε
για να ηρεμήσει η Νύχτα.
Τα δίχτυα σου τ’ ακοίμητα
σ’ άλλον πλανήτη ρίχ’ τα.

Αχ φεγγαράκι μου λαμπρό
κι αξόδευτο αργύριο
που με κοιτάς αφ’ υψηλού,
μη με κερνάς μαρτύριο!

Με μάραναν, με σώριασαν
οι φάσεις κι οι γητειές σου.
Δρεπάνι μισοφέγγαρο
θερίζουν οι ματιές σου.

Θωρώ σε και ζαλίζομαι.
Με ζώνουνε τα φίδια.
Τα κάστρα μου όλα καταλείς.
Θρηνώ στ’ αποκαΐδια.

Γιατί κοκκίνισες, καλέ;
Σε θύμωσε ο καθρέφτης;
Εσύ είσαι η Εκλαμπρότατη
κι εκείνος είναι ψεύτης.

Πανσέληνέ μου έρωντα
και φιλντισένιο δάκρυ,
συμμάζεψε τα κάλλη σου,
να βρω απόψε άκρη.

Τα βλέπεις; Με κουζούλανες!
Σεληνιασμένη τρέχω
να μπω στο καβουκάκι μου,
γιατί άλλο δεν αντέχω.

Σβήσε και σύρε στο καλό
να πάψουν οι αντάρες,
γιατί μας ξεθεώσανε
του Πάνα σου οι κιθάρες.

Μα τι σου λέω; Φύρανε,
σκόρπισε το μυαλό μου.
Χωρίς εσένα δεν μπορώ.
Τον χάνω τον εαυτό μου!

Μη! Μη μου πάθεις έκλειψη!
Στάσου στο παραθύρι.
Κι εγώ θα χτίσω απ’ τη γη
στον ουρανό γιοφύρι.

Αλήθεια! Θα εκτοξευτώ
με πύραυλο κοντά σου,
να θέσω ν’ αποκοιμηθώ,
Σελήνη, στα μαλλιά σου!serifos

Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί…

Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
γεννούν το τέλος, ιστορούν τη νέα αρχή
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
λάμπουν στον ήλιο, ξεθωριάζουν στη βροχή
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
είναι του Έρωτα η αλήθεια κι η σιωπή
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί
πάντα θα υπάρχουν. Κι όταν λείψω εγώ κι εσύ
Το μπλε το πράσινο το χρυσαφί…ALSOS_27092015fthinoporo_1

Εποχικό

Κάθε που αστράφτεις κρασοπότης και αγέρωχος
Κράτα μου λίγη γενναιότητα στο κεμέρι σου
Δεν περιμένω πια κουράγιο απ’ τα σύννεφα
Βρέχουν λιπόσαρκες Δαναΐδες και οδύνη
Όμως εσύ φιλεύεις πλούσια τ’ ακροκέραμα
Πρόσωπα αέρινα, σιωπή και ώχρα αθάνατη
Έχεις παλάμη χαϊδεμένη από αγάπανθους
Και δεν υπέκυψες στης λήθης τα κεντρίσματα
Μη με ραγίζεις. Για ουρανό έχω τη σκέπη σου
Κι όμως λυγώ και παραπαίω σαν συλλογίζομαι
Τους στρατοκόπους που αδίκως κλυδωνίζονται
Σε μαύρες θάλασσες πενθώντας τις πυξίδες τους
Μη με σκορπάς. Για ρίζα έχω την ανάσα σου
Δεν υποφέρεται η λύσσα και το όνειδος
Των συρφετών που καπηλεύονται όσα αγάπησα
Γιατί ως αγέλη έχουν μάθει να θηρεύονται
Στάξε μου βάλσαμο. Χρυσά φυλλώματα προσκάλεσα
Να μου αγκαλιάσουν κάθε δάκρυ αλαφροΐσκιωτο
Μήπως σωθούν οι κεραυνοί και δω ορίζοντα
Έλα, Σεπτέμβρη μου. Κοντά σου πάλι αγρύπνησα.September_Stefanidi

 

 

 

 

 

 

Fhinoporo_EKEDISY_1

Plaka_AeridesWINSLOW_HOMERΟ υπέροχος Σεπτέμβρης είναι της Photini Stephanidi, η λεπτομέρεια με το χέρι που κρατά φθινοπωρινά φρούτα με μάγεψε σε οροφογραφία στο κτήριο που στεγάζει το Εκεδισυ ) Εθνικό Κέντρο Έρευνας & Διάσωσης Σχολικού Υλικού, τα ακροκέραμα τα φωτογράφησα σε κτήριο στους Αέρηδες στην Πλάκα και ο πίνακας Gathering Autumn Leaves είναι του Winslow Homer.