«Το μαύρο άσπρο γίνεται, το γραμμένο άγραφο δε γίνεται!»

IMVROS MAPΑυτές τις μέρες η Ίμβρος ζει μερικές από τις σημαντικότερες και ομορφότερες στιγμές της νεότερης ιστορίας της. Τα ελληνικά σχολεία επαναλειτουργούν μετά από σχεδόν μισό αιώνα. Οικογένειες νέων ανθρώπων με μικρά παιδιά επιστρέφουν και επανεγκαθίστανται στο νησί. Τα διψασμένα για νιότη και δράση ελληνικά χωριά ξαναζωντανεύουν. Η ελπίδα αναγεννάται. Τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος θα ευλογήσει αυτήν τη μοναδική στα χρονικά των πατρίδων της Μικρασίας νέα αρχή, παρουσία εκατοντάδων συμπατριωτών και φίλων της Ίμβρου. Το άλλο μου μισό, o Konstantinos Christoforidis, βρίσκεται ήδη εκεί και καμαρώνει τους καρπούς των κόπων του.
Κι εγώ αφιερώνω σε όλους τους Ίμβριους, συγγενείς, φίλους, συμπατριώτες και συναγωνιστές ένα συμβολικό παραμύθι αυτής της μικρής αλλά θαυματουργής πατρίδας. Αλήθεια σας λέω, “Το μαύρο άσπρο γίνεται, το γραμμένο άγραφο δεν γίνεται!”…Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας!

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα μακρινή, ζούσαν ένας βασιλιάς με τη γυναίκα του. Ανάμεσα στους ανθρώπους που είχε στο παλάτι του, ήταν κι ένας αράπης, έξυπνος και τίμιος. Ήταν ο πιο έμπιστος από όλους τους παλατιανούς. Σ’ όλες τις δύσκολες και τις μεγάλες υποθέσεις του παλατιού, αυτός έβγαζε το βασιλιά…ασπροπρόσωπο! Είχε κι ένα γιο, το ίδιο έξυπνο και ικανό, σαν τον πατέρα του.

Ο βασιλιάς δεν είχε παιδιά και κάθε μέρα έλεγε με καημό: «Ας είχαμε κι εμείς ένα παιδί κι ας ήταν μαύρο, σαν του αράπη το γιο». Μια νύχτα είδε στον ύπνο του ότι η βασίλισσα θα γεννήσει ένα κοριτσάκι, που, όταν μεγαλώσει, θα παντρευτεί το γιο του αράπη. Ύστερα από λίγο καιρό, η βασίλισσα έμεινε έγκυος και γέννησε ένα όμορφο κοριτσάκι. Ο βασιλιάς πήρε μεγάλη χαρά, αλλά μέσα στην ψυχή του κρυφοπάλευε ο φόβος και η υποψία. «Λες», μονολογούσε, «να βγει αληθινό το όνειρό μου; Λες να μου παίξει κανένα άτσαλο παιχνίδι η μοίρα;».

Τα παιδιά μεγάλωναν κι ο βασιλιάς όλο κι είχε το νου του, για καλό και για κακό. Συχνά παρατηρούσε ότι της βασιλοπούλας της άρεσε να παίζει με το αραπάκι, πιο πολύ από τ’ άλλα παιδιά. Ώσπου πέρασαν τα χρόνια. Τα φανερά παιχνίδια άρχισαν να γίνονται κρυφομιλήματα κι οι υποψίες του βασιλιά φίδια, που του έσφιγγαν το λαιμό. Μερόνυχτα σκεφτόταν κι άκρη δεν έβρισκε. Δεν ήθελε και να μπει στη μέση φανερά, για να μη χειροτερέψει τα πράγματα. Γιατί έτσι γίνεται τις πιο πολλές φορές, πας να διορθώσεις ένα στραβό κι εκείνο στραβώνει περισσότερο…Τέλος, αποφάσισε να βγάλει απ’ τη μέση το γιο του αράπη, αλλά με τρόπο που να μη φανεί ο σκοπός του.

Θα του ανάθετε μια αποστολή, την οποία τάχα μόνο αυτός θα μπορούσε να βγάλει πέρα, με την ελπίδα ότι δε θα γύριζε ποτέ πίσω. Φώναξε, λοιπόν, μια μέρα το παλικάρι και του είπε: «Πάρε αυτό το γράμμα να το πας στον ήλιο. Θα πάρεις την απάντησή του και θα τη φέρεις πίσω. Πρόσεξε, όμως, να μην ανοίξει το γράμμα στο δρόμο, γιατί αυτό θα σου κάνει μεγάλο κακό».

Πήρε το παλικάρι το γράμμα κι έφυγε. Πέρασαν μήνες, πέρασαν χρόνια κι ακόμη να γυρίσει. Η βασιλοπούλα, όμως, τον περίμενε, γιατί πίστευε ότι ο αγαπημένος της θα τα καταφέρει. Κι έξαφνα μια μέρα, να τος! Παρουσιάστηκε στο βασιλιά και του έδωσε την απάντηση του ήλιου, που έλεγε: «Το μαύρο άσπρο γίνεται, το γραμμένο άγραφο δε γίνεται».

Ο βασιλιάς στενοχωρήθηκε, αλλά δεν απελπίστηκε. Του έδωσε άλλο γράμμα και του είπε: «Θα το πας στο φεγγάρι, θα πάρεις την απάντηση και θα τη φέρεις. Πρόσεξε, όμως, να μην ανοίξει το γράμμα στο δρόμο, γιατί θα σου κάνει μεγάλο κακό». Το παλικάρι πήρε το γράμμα κι έφυγε. Πέρασαν μήνες, πέρασαν χρόνια, ακόμη να φανεί. Η βασιλοπούλα, όμως, τον περίμενε. Και μια μέρα, να τος με την απάντηση στο χέρι! Την έδωσε στο βασιλιά, που διάβασε: «Το μαύρο άσπρο γίνεται, το γραμμένο άγραφο δε γίνεται». Στενοχωρήθηκε ο βασιλιάς, αλλά πάλι δεν απελπίστηκε.

Σε μια άλλη χώρα, είχε ο βασιλιάς ένα φίλο, βασιλιά κι εκείνον, αλλά άρρωστο βαριά. Αν κάποιος του έφερνε νερό να πλυθεί από ένα πηγάδι εκατό μέτρα βαθύ, θα γινόταν καλά. Πολλοί δοκίμασαν να βγάλουν νερό από το βαθύ πηγάδι, γιατί η ανταμοιβή θα ήταν το μισό βασίλειο. Αλλά όποιος κατέβηκε, δεν ξανανέβηκε. Το νερό ήταν στοιχειωμένο και το φύλαγε ένας φοβερός δράκος!

Το παλικάρι έφερε το καινούργιο γράμμα στον άρρωστο βασιλιά. Αυτός το διάβασε, κούνησε το κεφάλι του και είπε: «Καλά, αλλά τα μάτια σου δέκα. Πολλοί κατέβηκαν, αλλά κανένας δε γύρισε, γιατί έτσι κι έτσι. Είναι σίγουρο πως κι εσύ θα έχεις την ίδια τύχη».

«Έχω την ευχή της μάνας μου και την αγάπη της καλής μου στην καρδιά και δε φοβάμαι», του είπε το παλικάρι. Πήρε έναν κουβά κι άρχισε να κατεβαίνει στο πηγάδι. Κατέβαινε, κατέβαινε και τελειωμό δεν είχε! Κάποτε, έφτασε στο νερό. Στάθηκε, κρατώντας την αναπνοή του, για ν’ αφουγκραστεί. Από το βάθος της σπηλιάς άκουσε ένα βουερό ροχαλητό, σα να κατρακυλά ένας βράχος σ’ ένα γκρεμνό. Το θεριό κοιμόταν. Βούτηξε το παλικάρι τον κουβά του στο νερό, αλλά πάνω στη βιάση του βούτηξε και το χέρι του, ως στον αγκώνα. Όταν το έβγαλε, είδε πως το χέρι του, όσο μπήκε στο νερό, είχε γίνει άσπρο! Δεν έχασε καιρό, βούτηξε ολόκληρος μέσα στο νερό, γέμισε και τον κουβά του κι άρχισε ν’ ανεβαίνει.

Μόλις βγήκε επάνω, ξύπνησε ο δράκος. Κατάλαβε τι είχε γίνει και μούγκρισε τόσο δυνατά, που έγινε σεισμός! Το πηγάδι γκρεμίστηκε και πλάκωσε το δράκο μέσα στη σπηλιά.

Το παλικάρι έφερε το νερό στον άρρωστο βασιλιά. Αυτός λούστηκε κι έγινε καλά. Ύστερα του είπε: «Τώρα παλικάρι μου, θα μείνεις μαζί μου. Παιδιά δεν έχω, το βασίλειό μου είναι μεγάλο και τρανό κι είναι όλο δικό σου».

«Ευχαριστώ, βασιλιά μου», είπε το παλικάρι, «αλλά δεν μπορώ να μείνω, γιατί αγαπώ την κόρη του φίλου σου του βασιλιά και με περιμένει. Τι να τα κάνω όλα τα βασίλεια του κόσμου, χωρίς τη βασίλισσα της καρδιάς μου;».
Ο βασιλιάς χαμογέλασε και του είπε: «Έννοια σου, όλα θα γίνουν όπως όρισε η μοίρα κι όπως αξίζεις». Την άλλη μέρα ο γιατρεμένος βασιλιάς αντάμωσε το φίλο του και του γύρεψε την κόρη του, γυναίκα για το γιο του. Ο άλλος βασιλιάς έκανε χαρά μεγάλη, νομίζοντας ότι έτσι θα γλίτωνε από το γιο του αράπη!

Όταν αντάμωσαν τα δυο παιδιά, γνώρισαν αμέσως το ένα το άλλο. Αλλά δεν έβγαλαν μιλιά, ώσπου να γίνει ο γάμος. Στο γάμο ήταν καλεσμένοι όλοι οι άνθρωποι του παλατιού. Μόνο ο αράπης κι η γυναίκα του έλειπαν, απαρηγόρητοι, γιατί νόμιζαν ότι έχασαν το παιδί τους. Ο γαμπρός, όμως, έστειλε να τους φέρουν. Μόνο όταν ήρθαν οι γονείς του φανέρωσε ποιος ήταν. Και γυρίζοντας στον πεθερό του, είπε: «Το μαύρο άσπρο γίνεται, το γραμμένο άγραφο δε γίνεται!».Imvros_6Imvros_5Imvros_3Imvros_2Imvros_1

Οι φωτογραφίες της Ίμβρου είναι από το αρχείο του Κώστα Χριστοφορίδη. Το παραμύθι αυτό το “αλίευσα” από τα ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΙΜΒΡΟΥ του Κώστα Ξεινού. Η επιμέλεια δική μου. Περισσότερα παραμύθια εδώ:paramithia Imvrou_fc