Αρχή Καλοκαιριού 2015

Oikonomou_MixalisΠΑΤΡΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Έβγαλε χέρια ο ουρανός και ψάχνει το κορμί μου.
Με δοκιμάζει, με βροντά, να δει την αντοχή μου.

Μα εσύ, ξεσέλωτο φαρί, στο διάσελο φρουμάζεις
και τη Νηρηίδα τη ζωή απ’ το λαιμό αρπάζεις.

Για να τρομάξει, να λυθεί μπροστά σου σαν ποτάμι
κι όλοι οι φόβοι, οι άρχοντες, να ξαπλωθούν στο χράμι.

Να μη μιλούν, να μην τρυγούν τις ώρες μου, τα χρόνια,
παρά σαν στάρια ώριμα να κείτονται στ’ αλώνια.

Κι όπως ζευγάς αγέρωχος, μπαρουτοκαπνισμένος,
να δεματιάζεις τις ντροπές, τις ενοχές, το μένος

του κόσμου ετούτου που αλυχτά, κατάμονο τσακάλι,
και σαν αδέκαστος κριτής πυρώνει στο μαγκάλι

ατσάλι μαυρομάνικο με σκάλισμα στο πλάι,
για να ’ναι το σημάδεμα γλυκό σαν με χαλάει.

Ώφου και δεν σηκώνεσαι, κύρη μου, απ’ τη σκέψη,
της καταιγίδας που ’ρχεται με δάκρυα να με στέψει.

Γιατί άθελά μου ανέβηκα στης Χίμαιρας την πλάτη
κι εκείνη κρυφογέλασε και μου ’παιξε το μάτι.

Κι απέ καπνός εγίνηκε, θάλασσα αφρισμένη
κι εμένα με παράτησε πιστάγκωνα δεμένη,

μικρό καϊκι, αβάφτιστο, σ’ ονειροφάρου κάστρο,
που φέγγει κι αστραποβολεί σαν σιντεφένιο άστρο,

μα που δεν βρίσκει πουθενά βράχο για να ξωμείνει
και στου ανεμοστρόβιλου αφήνεται τη δίνη.

Εκείνου που η αγάπη του δεν είναι ελευθερία,
μα ένα συνονθύλευμα που το’ παν συγκυρία.

Μονάχη πρέπει τώρα εγώ, στο μάτι του κυκλώνα,
να λάμνω με υπομονή ως την ψυχή του αγώνα.

Κι εσύ, στις δάφνες σου αραχτός, με την κυρά Γοργόνα,
για ό,τι με πνίγει, ας μου λες πως είναι μια σταγόνα…volanakis-istof-augi

Οι πίνακες είναι των Μιχάλη Οικονόμου και Κωνσταντίνου Βολανάκη.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΕΠΟΧΙΚΟ

Στην εκπνοή του απόβραδου
παλεύει ένα τριζόνι,
με το λαρύγγι ακοίμητο,
σαν το σουγιά στη ζώνη.

Χτυπιέται και ωρύεται
μπας κι έρθουν ενισχύσεις,
μα είναι η ώρα που άπαντες
βλέπουνε τις «ειδήσεις».

– Ξυπνήστε από το λήθαργο,
μοντέρνοι εικονολάτρες,
τελώνες στήνουνε χορό
σε κυρτωμένες πλάτες.

Του κήπου σας τ’ αγιόκλημα
πεθαίνει από καρκίνο
και ο Μεγάλος Αδερφός
στα μπαρ κερνάει κινίνο.

Στα νύχια του απόβραδου
σώπασε το τριζόνι.
Κακό σπυρί η αστοχασιά
και τη ζωή ακυρώνει.Natalia_Mela_Mpenaki_Anadromiki

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα υπέροχα γλυπτά είναι της μοναδικής Ναταλίας Μελά.

Αλεξάντερ Μουτάφοφ 1ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ

Μια θάλασσα ασφυκτιά στα δάχτυλά μου
Μαγκώθηκε εκεί πολύ πριν γεννηθώ
Όταν τα δάχτυλά μου ήταν ακόμη ρίζες
Αναμαλλιάρες και ξεκούμπωτες
Και κανάκευαν το έδαφος με ζήλο απροκάλυπτο
Για να στερεωθούν στην πάλλουσα καρδιά του

Πότε βρυχάται η θάλασσα
Τόσο διακριτικά
Σαν να βαδίζει στα νύχια σε κάμαρα παιδιού που λαγοκοιμάται
Και πότε σωπαίνει η θάλασσα
Τόσο κραυγαλέα
Που τα πουλιά της είναι αδύνατο να κοιμηθούν

Κοιτάζω τα δάχτυλά μου και τρομάζω
Κοιτάζω τα δάχτυλά μου κι ονειρεύομαι

Ότι ο τρόμος θα τεμαχίσει σε αμέτρητα κυβικά όνειρα τη θάλασσα
Ότι τα όνειρα θα εκβάλλουν στη θάλασσα αμέτρητους πρόσφυγες τρόμους

Τότε αρρωσταίνει ο καθρέφτης μου
Παράγει είδωλα όπως τα επιθυμούν οι εθελοτυφλούντες
Με προκαλεί να τον ραγίσω
Αλλά μια αμείλικτη γροθιά στο κρύσταλλο
Θα ελευθερώσει πορφύρες και ψέματα
Περιπλανώμενους μύστες και θηρία πεινασμένα για πληγές
Κι η θάλασσα θα εγκαταλείψει για πάντα τα δάχτυλά μου

Γιατί, ως γνωστό, το αίμα νερό δεν γίνεται.Panagiotis_Tetsis_1

Οι πίνακες είναι των Αλεξάντερ Μουτάφοφ και Παναγιώτη Τέτση.

Parthenos_1ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Πότε δελφίνι στον αφρό, πότε βυθού κοράλλι
κάνω την περαντζάδα μου στην εδική σου αγκάλη.
Το πρώτο χνάρι της αυγής με βρίσκει στην καρδιά σου,
μα με τα σουρουπώματα χάνομαι από κοντά σου.
Φιλί τ’ αλαφροΐσκιωτου είν’ το φιλί που δίνω.
Πέρασμα ο κόσμος, μάτια μου, δεν έχω που να μείνω.
Εγώ όταν γεννήθηκα, δεν ήταν καλοκαίρι
και τα πουλιά χωρίζανε απ’ τ’ ακριβό τους ταίρι.
Τ’ άστρο που με σημάδεψε, γυναίκα είναι μόνη.
Μια Αμαζόνα τ’ ουρανού, των βράχων μια ανεμώνη.
Αλάργα στέκει και θωρεί τα πλάτη και τα μήκη
και τους εννιά της εαυτούς περνάει από δίκη.
Μες στου καημού το διάσελο βγαίνει και σεργιανίζει,
με βήμα αργό και σέρτικο πορεία ζωγραφίζει.
Κι έχει γι’ απανωβλέφαρο του πόθου το αγκίστρι:
σ’ όποιον λαθέψει και πιαστεί, του βάζει το καπίστρι.
Κι αυτός ξεχνάει τον τόπο του, ξεχνάει τ’ όνομά του.
Τη νύχτα κάνει μέρα του, τη θάλασσα στεριά του.
Του λόγου της, η αρχόντισσα, της μοίρας του η μητέρα,
σ’ όλα του τον κανοναρχεί, με χάδι, με φοβέρα.
Για τούτο σου το μήνυσα μ’ ένα μικρό ναυτίλο,
ταγμένη είμαι σ’ εκείνη να, τον πόνο να ’χω φίλο.
Να γράφω για του πρίγκιπα τα κρίνα τα γαλάζια,
ή για τις ροδομάγουλες δέσποινες στη Μαλβάζια,
μα να μην είναι μπορετό να ζήσω τ’ όνειρό μου,
γιατί την ύστερη στιγμή θυσιάζω τον εαυτό μου.
mykhnaia_1Knossos_frise2

Οι υπέροχες τοιχογραφίες είναι από τις Μυκήνες και την Κνωσό.

ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ (6/6/2004 – 6/6/2015)

Ποτάμι ρέω ταπεινό στη θάλασσά σου,
για να γλυκαίνω τ’ αλμυρά τα κύματά σου.
Σκιρτούν απέραντα τα βάθη τα μαβιά σου
κι εγώ κορδέλα κυανή στα όνειρά σου.

Μπροστάρης πάντα, βουτηχτής στην Ατλαντίδα,
κάθε ανάσα μου μπολιάζεις με ελπίδα.
Γοργά αρμενίζουμε, κωπήλατα πτερύγια
και στον αφρό και στο βυθό και στα χοχλίδια.

Όπως ο ήλιος ψάχνει θώκο επουράνιο
έτσι ορεγόμουν και εγώ λιμένα σπάνιο.
Σινιάλο άλικο στο μπλε σου σαν αγνάντεψα,
τη ρότα, Φως μου, την καλή αμέσως μάντεψα.

Έντεκα χρόνους ήδη αντάμα ταξιδεύουμε
ανεμοθύελλες κι αντάρες ημερεύουμε.
Ό,τι κι αν δώσουμε και ό,τι και να πάρουμε,
μαζί, Αλήθεια μου, ποθώ να ξεμπαρκάρουμε.Artemi_apo_ti_Thalassa

ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΗΣ (…από τη θάλασσα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)

Δυο μονοπάτια ανοίγονται μπρος στην αρχή του κόσμου.
Το ένα είναι της μυρτιάς, το άλλο είναι του δυόσμου.

Απλώνει φύλλο η μυρτιά, πράσινο, όλο χάρη
του Ορφέα και του Απόλλωνα στολίζει το δοξάρι.

Γιομίζει ο δυόσμος ευωδιά ξέφωτα και ρουμάνια,
να βαλαντώνει η Άρτεμη σαν κυνηγά στα χάνια.

Να κοντοστέκει, να γρικά της λύρας τα κουδούνια
κι απέ να θέτει μοναχή σε λουλουδένια κούνια.

– Καρδιά μου, Αμαζόνα μου, γιάντα για προσκεφάλι
μαχαίρι βάζεις δίκοπο κι ονείρου ανεμοζάλη

και δεν συβάζεσαι κι εσύ με των πολλών το νόμο,
παρά μονάχη περπατείς σ’ αποκλεισμένο δρόμο;

– Δεν είναι εμένα η φτιάξη μου για μουσικές και γλέντια.
Θωρώ τον κόσμο και βουτώ σε αχνισμένα αψέντια.

Ρόδο είν’ η κάθε μου στιγμή, με σουβλερό αγκάθι
κι η γεύση της στη γλώσσα μου πικρή σαν κατακάθι.

Γι’ αυτό κι εσύ το δίχτυ σου σ’ άλλα νερά το ρίξε.
Αλάργα στάσου από με, φρόνηση, φως μου, δείξε.

Δεν κάνουν για ποτιστικά τα χέρσα τα λημέρια
κι η πιο μεγάλη ερημιά σπιτώνεται στ’ αστέρια.

Εγώ έχω πρόγονο στοιχειό, παιδί είμαι του Πρωτέα,
τα βέλη μου τα έταξα στην Ύδρα τη Λερναία.

Μορφή αλλάζω στο λεπτό, με την πνοή του αγέρα,
τη μέρα κάνω νύχτα μου, τη νύχτα μου φοβέρα.

Μη μου σιμώνεις το λοιπόν, Έρωτα, για καλό σου.
Άσε το δυόσμο και μυρτιά σπείρε τον τον αγρό σου.koxylaki

Thalassino_MpenakiΠΕΛΑΓΙΣΙΟ (οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Μουσείου Μπενάκη)

Στήσανε τα νησιά χορό στου Αιγαίου πάνω την πίστα.
Σήκω κορμί μου ακοίμητο και τα δεσμά σου λύσ’ τα.
Πάρε του γλάρου το φτερό, του δελφινιού το ζάλο,
που ‘σαι μικρό κι αδύναμο να μην πικραίνεσαι άλλο.
Τον ίδρωτα του αυγερινού μάζεψε, να ‘χεις δάκρυ,
όταν ψυχανεμίζεσαι του κόσμου αυτού την άκρη.
Και σύρε μαύρη μολυβιά εκεί που αρχίζει ο πόνος,
να φτιάξεις την υπογραφή ανθρώπου που ‘ ναι μόνος.nautilus_1
ellinikes-thalasses-benaki