Το Αόρατο Χωριό

StrogyleniaΉταν μια φορά κι έναν καιρό ένα Χωριό, που δύσκολα το εντόπιζε κανείς στο χάρτη. Το έλεγαν «Αόρατο Χωριό», γιατί όλοι του οι κάτοικοι ήταν Αόρατοι. Κι επειδή κανένας τους δεν…φαινόταν, δεν είχαν και ονόματα. Έτσι κι αλλιώς δεν θα τους χρησίμευαν σε τίποτα! Μιλούσαν μεταξύ τους χωρίς ποτέ να έχουν επισήμως συστηθεί και αγαπούσαν και εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλο, χωρίς ποτέ να έχουν ειδωθεί. Έτρωγαν αόρατες πίτες, έπιναν αόρατη βυσσινάδα κι έβλεπαν στον ύπνο τους αόρατα όνειρα. Ποτέ τους δε μαλώνανε, αφού δεν υπήρχαν «ορατοί λόγοι» για να τους κάνουν να θυμώσουν κι έτσι δεν γνώριζαν τι θα πει δυστυχία και πόλεμος. Έπαιζαν και άκουγαν, μάλιστα, πολύ συχνά χαρούμενες μουσικές και τραγούδια, που -έτσι κι αλλιώς- είναι αόρατα!Skantaliariko_Molivi

Ώσπου μια μέρα έφτασε στο Αόρατο Χωριό ένα σκανταλιάρικο Μολύβι, με βελουδένιο παπιγιόν και φρεσκοξυσμένη μύτη. Στάθηκε στη μέση της κεντρικής αόρατης πλατείας και φώναξε δυνατά:

– «Καλημέρα! Είναι κανείς εδώ;».

– «Καλημέρα και σε σένα», απάντησαν εν χορώ οι κάτοικοι του Αόρατου Χωριού, που την ίδια στιγμή μπορούσαν, αφού ήταν αόρατοι, να βρίσκονται παντού.

– «Μα που κρύβεστε; Από που μου μιλάτε;», απόρησε το Μολύβι, στριφογυρίζοντας σαν σβούρα, μπας και ανακαλύψει τους αόρατους συνομιλητές του.

– «Εδώ είμαστε, ολόγυρά σου, μόνο που δεν μπορείς να μας δεις!», του φώναξαν οι Αόρατοι κι έσκασαν στα γέλια.

– «Μπα, μπα, μπα, τι κόλπα είναι αυτά! Και γιατί, παρακαλώ, δεν φανερώνεστε; Μήπως σας μαγέψανε;», ρώτησε παραξενεμένο το Μολύβι.

– «Όχι καλέ», απάντησαν οι Αόρατοι. «Εμείς έτσι γεννηθήκαμε, να είμαστε και να μη φαινόμαστε…».

– «Μα την γκρινιάρα θείτσα μου, την Ξεχαρβαλωμένη Ξύστρα, εκτός από πλάκα, έχετε και τρομερό ενδιαφέρον!», ξεφώνισε με θαυμασμό το Μολύβι.Molivi

Κι επειδή ήταν σκανταλιάρικο, μια ζαβολιά σκαρφάλωσε στο πι και φι από την άκρη της σουβλερής του μύτης και στρογγυλοκάθισε στο ξυλένιο κεφαλάκι του, ακριβώς κάτω από το καπέλο του, που -όπως και εσείς θα φανταστήκατε- βρισκόταν μια…μαλακή, ροζ γόμα!

«Ώστε είσαστε Αόρατοι εε; Όχι για πολύ ακόμη!», σκέφτηκε και χαλάρωσε το βελουδένιο παπιγιόν του, για να μπορεί να σχεδιάζει πιο άνετα. «Ας φτιάξουμε πρώτα τον κύριο Μακροστενάκη…», μονολόγησε με πονηρό χαμόγελο. Κι ευθύς σχεδίασε μια ευρύχωρη αλάνα κι επάνω της ένα περίεργο ανθρωπάκι, που έμοιαζε πολύ με μπουκάλι, είχε γκρίζο τσιγκελωτό μουστάκι και ξαφνικά ανοιγόκλεισε τα μάτια του και ζωντάνεψε για τα καλά! Έπειτα ήρθε η σειρά της Στρογγυλένιας, μιας καθώς-πρέπει δεσποινίδας, με πλισέ γαλάζια φούστα, που θύμιζε μπαλάκι του τένις και καμάρωνε για τις πολύχρωμες τιράντες της. Τρίτος σχεδιάστηκε ο Τριγώνης Σκαληνός, ένας πιτσιρίκος με αθλητική κορμοστασιά, άψογη χωρίστρα και μελιτζανί πουά γιλέκο.Trigonis

Το Μολύβι εργαζόταν ακούραστα. Έτσι, μέσα σε λίγη ώρα, κανένας κάτοικος του Αόρατου Χωριού δεν είχε παραμείνει Αόρατος. Και το πιο εκπληκτικό ήταν ότι, όταν όλοι παρατάχτηκαν στη σειρά, ούτε ένας δεν έμοιαζε με τον άλλο! Μιλάμε για ένα σχεδιαστικό επίτευγμα!

– «Άχου, καλέ δέστε με τι όμορφη που είμαι!», τσίριξε η κυρία Μαρίτσα Ελαφρύτσα, μια καστανόξανθη μαντάμ που έμοιαζε με μανταλάκι, έτοιμη να λιποθυμήσει από τον ενθουσιασμό της και την…εξαντλητική δίαιτα.

– «Όχι δα, εγώ είμαι ολοφάνερα πιο κομψός…», τη διέκοψε ο Δον Πέπης Σαλέπης, ένας μελαχρινός νεαρός με καλλιτεχνικές ανησυχίες, που φορούσε εμπριμέ φράκο κι όλο σούφρωνε υπεροπτικά τα πυκνά του φρύδια.

– «Σε γελάσανε αν νομίζεις πως είσαι καλύτερος από μένα, κακομαθημένε μορφονιέ μου!», ακούστηκε η αγριοφωνάρα του Μηνά Βαρέλα, κρεοπώλη με κατακόκκινα μαλλιά και μουσταρδί ποδιά, από την επάνω πρώην αόρατη γειτονιά.Varelas

Αμέσως έγινε μεγάλη φασαρία. Όλοι τσακώνονταν για το ποιος είναι καλύτερος, δυνατότερος, εξυπνότερος κι ομορφότερος από τον άλλο. Λίγο έλειψε να προκληθούν σοβαρά επεισόδια, όταν η γυναίκα του Αγαμέμνονα Χαλιμπακάλη πέταξε δυο κλούβια αυγά στην αρραβωνιαστικιά του κυρίου Γιάγκου Σπαγγοραμμένου, αξιοσέβαστου διευθυντή τραπέζης. Από την πρώτη στιγμή που την είδε με εκείνο το ξώπλατο μοντελάκι, στο λαιμό της είχε κάτσει η ψηλομύτα!

Το Μολύβι είχε σαστίσει και τους κοιτούσε μπερδεμένο, ώσπου η υπομονή του εξαντλήθηκε. Λίγο έλειψε να μουντζουρωθεί απ’ το θυμό του!Makrostenakis

– «ΑΑΑ! ΓΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ!», φώναξε δυνατά κι όλοι σώπασαν τρομαγμένοι. «Όσο ήσασταν Αόρατοι, ζούσατε αγαπημένοι και ποτέ δε μαλώνατε. Τώρα που αποκτήσατε μορφή και όνομα, μου γίνατε γκρινιάρηδες, εγωιστές και ψωροπερήφανοι; Ε, λοιπόν, σας προειδοποιώ: αυτό καθόλου δε θα το ανεχτώ!».

Το πλήθος των πρώην Αόρατων ένιωσε αβάσταχτη ντροπή. Ένας ένας άρχισαν να σκέφτονται καλύτερα τα λόγια του Μολυβιού, να μετανιώνουν για τη συμπεριφορά τους και να σκύβουν το κεφάλι μουδιασμένα. Το Μολύβι ξύστηκε λίγο για να ηρεμήσει, τέντωσε το τσαλακωμένο του παπιγιόν και αποφάσισε να τους μιλήσει αυστηρά, όπως ταίριαζε στην περίσταση.Xorio

– «Ακούστε τι έχω να δηλώσω! Ή θα ξαναγίνετε φίλοι και θα αποδεχτείτε ο ένας τον άλλο όπως ακριβώς είστε, χωρίς κρίσεις και επικρίσεις, ή θα σας σβήσω με την κολλητή μου, τη Γομολάστιχα και θα μείνετε για πάντα Αόρατοι!».

– «Όχι, όχι, σε παρακαλούμε, μη μας το κάνεις αυτό, να χαίρεσαι τη μύτη σου, εεε…το γραφίτη σου! Πριν που ήμασταν Αόρατοι, δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε καθαρά ότι ο καθένας μας είναι τόσο μοναδικός και σημαντικός, όσο και διαφορετικός. Τώρα όμως καταλάβαμε το λάθος μας και θέλουμε να κάνουμε μια νέα αρχή», είπαν οι πρώην Αόρατοι με μια φωνή και με αποφασιστικότητα απολύτως…ορατή.xerakia

Το Μολύβι, φανερά ευχαριστημένο, έβαλε τελεία και παύλα στο ατυχές γεγονός. Κι επειδή οι πρώην Αόρατοι κράτησαν το λόγο τους και μέχρι και σήμερα ζουν ειρηνικά και μονοιασμένα, το Αόρατο Χωριό ξαναβαφτίστηκε! Το είπαν…Σαλατοχωριό! Ένας χωρατατζής μάγειρας σκέφτηκε πως το όνομα αυτό του ταίριαζε πολύ. Γιατί, όπως οι σαλάτες είναι θρεπτικές και γευστικές, αν και αποτελούνται από πολλά και διαφορετικά υλικά, έτσι και η ζωή στο χωριό με τους διαφορετικούς αλλά αγαπημένους και συμπληρωματικούς μεταξύ τους κατοίκους, είχε ιδιαίτερη νοστιμιά και ενδιαφέρον. Και μη με ρωτήσετε που βρίσκεται το Σαλατοχωριό, γιατί αυτό είναι μυστικό, που ασφαλώς δεν θα σας πω!Sximatoxora

Evi_monografi