Ελάφι στη Θάλασσα

Evi_ElafiΜικρό ελάφι κίνησε τον κόσμο να γυρίσει
και τα παλιά λημέρια του ξοπίσω του ν’ αφήσει.

Πέτρα την πέτρα περπατεί, νερά γλυκά διαβαίνει,
με το φεγγάρι στέκεται, με την αυγή πηγαίνει.

Βροχή μουσκεύει τα δεντρά, τα λούλουδα δροσίζει,
μα εκείνο στ’ αστραπόβροντα τα νύχια του ακονίζει.

Νοτιάδες το λιγώνουνε, βοριάδες το παγώνουν,
της φύσης όλα τα στοιχειά στα τρίστρατα ανταμώνουν.

Κι ένα παιδί, βοσκόπουλο, του παίζει τη φλογέρα
και θέλει την αγάπη του να του περάσει βέρα.

– Ελάφι, για που το ’βαλες μ’ απόφαση και τρέχεις;
Το δάσος γιατί τ’ άφησες; Μάνα, αδερφό δεν έχεις;

– Και μάνα έχω κι αδερφό και ζηλευτό κονάκι,
μα την καρδιά μου έκαιγε ένα κρυφό μεράκι,

να δω εκείνο το θεριό που Θάλασσα το λένε,
και όσοι το αντίκρισαν, το μελετούν και κλαίνε.

– Δεν είσαι εσύ για Θάλασσα, του λόγου σου είσαι ελάφι.
Οι ορμήνειες, θες, της μάνας σου να πάνε όλες στράφι;

Δεν είναι τόπος, μάτια μου, η Θάλασσα για σένα.
Αυτή δεν έχει όρια, δεν αγαπά κανένα.

– Μην προσπαθείς, βοσκόπουλο, τη γνώμη να μ’ αλλάξεις.
Εγώ εκείνη θα ποθώ, όσα και να μου τάξεις.

Φοβέρες δεν με σκιάζουνε και μάγια δεν με πιάνουν.
Των κυνηγών οι μπαλωθιές εμένα δεν με φτάνουν.

Κι αν βουληθεί ο θάνατος να ’ρθει να με χαλάσει,
ας γίνει κύμα αλμυρό, στα βράχια να με σπάσει.Volanakis_Ploio_sto_feggarofoto

Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό μου αρχείο, εκδρομή συμφοιτητών στην Αίγινα, στο Κέντρο Περίθαλψης Αγρίων Ζώων και Πουλιών. Ο πίνακας “Πλοίο στο φεγγαρόφωτο” είναι του Κωνσταντίνου Βολανάκη.

Νίκου Καζαντζάκη “Αναφορά στον Γκρέκο” (από τον πρόλογο)

” – Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’μου μια προσταγή.
Χαμογέλασε, απίθωσε το χέρι απάνω στο κεφάλι μου, δεν ήταν χέρι, ήταν πολύχρωμη φωτιά, ως τις ρίζες του μυαλού μου περεχύθηκε η φλόγα.
– Φτάσε όπου μπορείς, παιδί μου…

Η φωνή του βαθιά, σκοτεινή, σαν να’βγαινε από το βαθύ λαρύγγι της γης.
Έφτασε ως τις ρίζες του μυαλού μου η φωνή του, μα η καρδιά μου δεν τινάχτηκε.
– Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ’μου μια πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
Κι ολομεμιάς, ως να το πω, μια φλόγα σούριξε ξεσκίζοντας τον αέρα, αφανίστηκε από τα μάτια μου ο αδάμαστος πρόγονος με τις περιπλεμένες θυμαρόριζες στα μαλλιά του κι απόμεινε στην κορφή του Σινά μια φωνή όρθια, γεμάτη προσταγή, κι ο αέρας έτρεμε:
– Φτάσε όπου δεν μπορείς!
Πετάχτηκα τρομαγμένος από τον ύπνο, είχε πια ξημερώσει. Σηκώθηκα, ζύγωσα στο παράθυρο, βγήκα στο μπαλκόνι με την καρπισμένη κληματαριά. Η βροχή είχε τώρα κοπάσει, έλαμπαν οι πέτρες, γελούσαν, τα φύλλα των δέντρων ήταν φορτωμένα δάκρυα.
– Φτάσε όπου δεν μπορείς!”. El_Greco_Thea_Toledo

Ο πίνακας είναι του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, “Θέα απ’ το Τολέδο”.

Evi_monografi